10 Φεβρουαρίου 2018 at 11:33

Γράμμα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε για τον Σεζάν

από

Γράμμα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε για τον Σεζάν

Το γράμμα αυτό περιλαμβάνεται στη συλλογή Γράμματα για τον Cezanne του Rainer Maria Rilke, σε μετάφραση Κωνσταντίνας Ψαρρού, από τις εκδόσεις Ροές, 2000.

Όταν ο Ρίλκε επισκέφτηκε την έκθεση του ακόμα άγνωστου Paul Cezanne στο Παρίσι το 1907, άρχισε να γράφει καθημερινά στη γλύπτρια γυναίκα του, που ζούσε με την κόρη τους έξω από τη Βρέμη, για την εντύπωση που του έκανε το έργο του ζωγράφου. Ο Ρίλκε ανακαλύπτει τον πραγματικό του εαυτό εγκαταλείποντας τις μέχρι τότε ιδέες του για την τέχνη.

Paul Cezanne – Bords d’une rivière (Riverbanks) (1904-05)

Rainer Maria Rilke

Pans VIe, 29, rue Cassette,

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 1907

…νωρίς σήμερα το πρωί το μεγάλο σου γράμμα, με όλες τις σκέψεις σου… Τα πράγματα τέχνης γεννιούνται πάντα όταν έχει κάνεις βρεθεί σε κίνδυνο, όταν έχει προχωρήσει μέσα σε μια δοκιμασία ως το τέλος, ως εκεί που κανένας δεν μπορεί πια να προχωρήσει παραπέρα. Όσο περισσότερο προχωρεί κανείς, τόσο πιο δικό του, τόσο πιο προσωπικό, τόσο πιο μοναδικό γίνεται το βίωμα, και το πράγμα τέχνης είναι τελικά η αναγκαία, αβίαστη, όσο το δυνατόν οριστική έκφραση της μοναδικότητας αυτής… Σε αυτό έγκειται η τεράστια βοήθεια του πράγματος τέχνης στη ζωή εκείνου που πρέπει να το φτιάξει -είναι η συμπύκνωση της ζωής του. Ο κόμπος στο κομποσκοίνι του μονάχου με το οποίο η ζωή του κάνει μια προσευχή, είναι η δεδομένη απόδειξη της ενότητας και της αλήθειας του, που ξαναγυρίζει πάντα, απόδειξη που απευθύνεται μόνο στον ίδιο, ενώ προς τα έξω δρα ανώνυμα, ως αναγκαιότητα μόνο, ως πραγματικότητα, ως ύπαρξη…

Είμαστε ασφαλώς υποχρεωμένοι να δοκιμάζουμε και να κρίνουμε τον εαυτό μας στο έπακρο αλλά ταυτόχρονα έχουμε την υποχρέωση να μην το εκφράζουμε, να μην το μοιραζόμαστε με κανέναν, να μην το ανακοινώνουμε, προτού αυτό βρει θέση στο έργο τέχνης• γιατί ως κάτι μοναδικό, που κανένας άλλος δεν θα κατανοούσε, και δεν θα μπορούσε να κατανοήσει, ως προσωπική τρέλα, μπορεί να πει κανείς, πρέπει, ό,τι προκύπτει από τη δοκιμασία αυτή, να εισχωρήσει στο έργο, για να αποκτήσει εκεί μέσα ισχύ και να φανερώσει το νόμο, όπως ένα σημάδι εκ γενετής, που μόνο μέσα από τη διαφάνεια της τέχνης έρχεται στο φως.

Υπάρχουν δύο μορφές ελεύθερης κοινοποίησης του, που είναι, νομίζω, οι μονές δυνατές: η πρώτη αυτή του ολοκληρωμένου έργου και η δεύτερη μέσα στην πραγματική καθημερινή ζωή, εκεί που δείχνει κάνεις τι έχει γίνει μέσα από τη δουλειά, και με αυτόν τον τρόπο συμπαραστέκεται ο ένας στον άλλο, τον βοηθάει και τον θαυμάζει (με την ταπεινή έννοια της λέξης). Αλλά και στη μία και στην άλλη περίπτωση πρέπει κάνεις να βλέπει στον εαυτό του τον ίδιο κάποια αποτελέσματα[1] και δεν είναι έλλειψη εμπιστοσύνης, ούτε μικροψυχία, ούτε αμοιβαία απόρριψη, όταν δεν εκθέτει κανείς στην κοινή θέα τα εργαλεία της δουλειάς του, που είναι τόσο συγκεχυμένα, βασανιστικά και κατάλληλα μόνο για προσωπική χρήση. Σκέφτομαι πολύ συχνά πόσο τρελό θα ήταν, πόσο καταστροφικό και για τον ίδιο, αν ο van Gogh είχε μοιραστεί με κάποιον τη μοναδικότητα των οραμάτων του, αν ήταν υποχρεωμένος να παρατηρήσει μαζί με κάποιον άλλο τα μοτίβα, προτού φτιάξει τους πίνακες του, αυτές τις υπάρξεις που τον δικαιώνουν με όλη τους την ψυχή, που συνηγορούν γι’ αυτόν, που αποκαλύπτουν τη δική του πραγματικότητα.

Σε γράμματα του είχε εκφράσει μερικές φορές την ανάγκη της επικοινωνίας (αν και εκεί αναφέρεται ως επί το πλείστον σε ήδη ολοκληρωμένα έργα του), αλλά μόλις ήρθε κοντά του ο Gauguin, ο πολυπόθητος σύντροφος, ο ομοϊδεάτης, τότε κατέληξε να κόψει από απελπισία το αυτί του*, αφού προηγουμένως και οι δυο είχαν ορκιστεί να μισούν ο ένας τον άλλο και με την πρώτη ευκαιρία να εξοντώσει ο ένας τον άλλο. (Αυτό είναι μόνο το ένα ζήτημα: η σχέση του καλλιτέχνη προς τον άλλο καλλιτέχνη. Το άλλο ζήτημα είναι η γυναίκα και η συμμετοχή της. Και το τρίτο (αλλά μπορεί κανείς να το σκεφτεί μόνο σαν άσκηση για μεγαλύτερες ηλικίες), που περιπλέκει ακόμα περισσότερό τα πράγματα, όταν είναι καλλιτέχνης η γυναίκα[2]. Αχ, αυτό είναι ένα εντελώς καινούργιο πρόβλημα και οι σκέψεις κατατρύχουν κάποιον όταν ζήτα να προχωρήσει έστω και λίγο σ αυτό το ζήτημα. ΙΥ αυτό το θέμα δεν γράφω τίποτε άλλο σήμερα.

[1] Αναφέρεται στη σύντομη περίοδο της συγκατοίκησης του van Gogh και του Gauguin στην Arles (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1888) όπου ο van Gogh, παραμονή Χριστουγέννων, θα κόψει το αριστερό του αυτί μετά από έντονη λογομαχία με τον Gauguin.

[2] Ας σημειωθεί πως η γυναίκα του Rilke, η Clara Westhoff (1878-1954), ήταν γλύπτρια και, για ένα μικρό διάστημα, μαθήτρια του Auguste Rodin (1840-1917) στο Παρίσι.

(Εμφανιστηκε 166 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)