29 Ιανουαρίου 2017 at 21:55

Η καταγωγή των Βουλγάρων και η εγκατάστασή τους στη βαλκανική χερσόνησο

από

Η καταγωγή των Βουλγάρων και η εγκατάστασή τους στη βαλκανική χερσόνησο 

Γράφει ο Χρήστος Μπαρμπαγιαννίδης 

Οι Βούλγαροι ζουν εδώ και πολλούς αιώνες δίπλα μας. Ιστορικά, οι διαμάχες τους με τους Έλληνες είναι ένα φαινόμενο μάλλον συχνό που ανά διαστήματα βρίσκεται σε έξαρση. Οι πιο πρόσφατες προστριβές συναντώνται κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού  Αγώνα και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Παραδόξως, και παρατηρώντας το ζήτημα μέσα από ένα ιστορικό πρίσμα, οι σχέσεις αναμεταξύ μας διάγουν μια περίοδο καλών και στενών σχέσεων και ιδιαίτερα ύστερα και από την ένταξη της Βουλγαρίας στην ευρωπαϊκή ένωση, καθιστώντας την γειτονική χώρα και έναν δημοφιλή τουριστικό, κυρίως χειμερινό, προορισμό. Ποιοι ακριβώς είναι λοιπόν οι γείτονές μας; Πώς και πότε εμφανίστηκαν μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι;

χρυσό βυζαντινό νόμισμα. Ο Κωνσταντίνος Δ´ (652 – 14 Σεπτεμβρίου 685) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορα
χρυσό βυζαντινό νόμισμα. Ο Κωνσταντίνος Δ´ (652 – 14 Σεπτεμβρίου 685) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορα

          Για πρώτη φορά αναφέρονται το 480, όταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ζήνων τους κάλεσε για βοήθεια εναντίον των Οστρογότθων. Για να τους ξεχωρίσουμε από τους Βούλγαρους της μέσης μεσαιωνικής περιόδου και έπειτα, τους έχουμε δώσει την ονομασία Πρωτοβούλγαροι και αυτό για να ξεκαθαρίσουμε και να κατανοήσουμε πως οι Βούλγαροι δεν ήταν μια ενιαία φυλή. Οι πρωτοβούλγαροι ήταν ένας τουρκικός λαός, παρόμοιος με τους Ούννους, τους Άβαρους και τους Χαζάρους. Επομένως, ανήκαν στην μεγάλη τουρανική οικογένεια, με το χαρακτηριστικό χαλκοκίτρινο χρώμα και τα σχιστά μάτια, όπως οι σημερινοί ντόπιοι κάτοικοι των κεντροασιατικών κρατών.

          Ως τον 4οαι ζούσαν στον βόρειο Καύκασο, αλλά με την προέλαση των Ούννων εγκαταστάθηκαν πιο δυτικά. Αφού υποτάχτηκαν αρχικά στους Άβαρους και κατόπιν στους δυτικούς Του – κίουε, αυτούς που τελικά ονομάστηκαν απλώς “Τούρκοι”, κατόρθωσαν στα τέλη του 5ουαι να ιδρύσουν ανάμεσα στη Μαιώτιδα λίμνη (Αζοφική θάλασσα) και το Κουμπάν, δικό τους κράτος, τη “Μεγάλη Βουλγαρία”. Από εκεί ενεργούσαν επιδρομές εναντίον της βυζαντινής αυτοκρατορίας όπως το 493, το 499, το 502 και το 535.

          Τον 7οαι με ηγεμόνα τον Κοβράτο έκλεισαν ειρήνη με τον Ηράκλειο, που του απέμεινε και τον τίτλο του πατρικίου. Μετά τον θάνατο του Κοβράτου (660), το κράτος της Μεγάλης Βουλγαρίας, διασπάστηκε εξαιτίας της προέλασης ενός άλλου τουρκικού λαού, των Χαζάρων. Έτσι, ένα τμήμα τους θα παραμείνει στην παλιά του περιοχή και θα δηλώσει υποταγή στους Χαζάρους. Ένα δεύτερο τμήμα θα κινηθεί προς τον βορρά και θα ιδρύσει τη “Βουλγαρία του Βόλγα”, ενώ ένα τρίτο με αρχηγό τον Ασπαρούχ, τον τρίτο γιο του Κοβράτου, εγκαθίσταται ανάμεσα στον Δνείστερο και τον Δούναβη, ακριβώς στο βόρειο σύνορο της αυτοκρατορίας. Αυτό λοιπόν το τρίτο τμήμα είναι που θα μας απασχολήσει, όπως απασχόλησε εντόνως και τους βυζαντινούς.

          Ο Ασπαρούχ θα αρχίσει τις επιδρομές εναντίον της αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ΄ θα οργανώσει το 680 μια μεγάλη εκστρατεία, αλλά τα βυζαντινά στρατεύματα θα τραπούν σε φυγή, με τους Βούλγαρους να προχωρούν νοτιότερα. Το 681, που θεωρείται το έτος ίδρυσης της Βουλγαρίας, θα κλειστεί η συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς και μάλιστα με την υποχρέωση να καταβάλουν ετήσιους φόρους στον Ασπαρούχ. Αλλά το σημαντικότερο στοιχείο έγκειται στο γεγονός πως για πρώτη φορά στην ιστορία του ρωμαϊκού – βυζαντινού κράτους, η αυτοκρατορία αναγκάζεται να δεχτεί την ίδρυση ενός νέου κράτους εισβολέων μέσα στην επικράτειά της! Οι Βούλγαροι στάθηκαν βεβαίως και τυχεροί, υπό την έννοια ότι ακριβώς εκείνη την εποχή το βυζάντιο έδινε τον ύστατο αγώνα, ακόμα και της ίδιας του της ύπαρξης εναντίον των επιδρομών των Αράβων. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ΄, ο ήρωας της επιτυχημένης αντίστασης στην πρώτη πολιορκία της Πόλης από τους Άραβες, σίγουρα έδωσε πολλά στον Ασπαρούχ, αλλά στην άκρη του μυαλού του είχε την έγνοια πως μόλις τελείωνε με τους Άραβες θα ερχόταν η σειρά των Βουλγάρων. Ωστόσο ο Κωνσταντίνος Δ΄ το 685 και μόλις τριάντα τριών ετών θα πεθάνει, με τους διαδόχους του να στέκονται ανίκανοι στην προσπάθεια υποταγής του νεοσύστατου βουλγαρικού κράτους. Και σα να μην έφτανε αυτό, επί του ηγεμόνα Τέρβελ (701 – 718) οι Βούλγαροι θα αρχίσουν νέες επιδρομές και θα φτάσουν μέχρι και τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Γ΄ θα κλείσει νέα συνθήκη ειρήνης που καθόριζε τα σύνορα των δυο κρατών και γίνεται λόγος για οικονομικές και εμπορικές σχέσεις.

Νόμισμα με τη μορφή του Θεοδοσίου Γ´
Νόμισμα με τη μορφή του Θεοδοσίου Γ´

          Ακριβώς μετά τον θάνατο του Τέρβελ (718) το βουλγαρικό κράτος θα περάσει μια μεγάλη εσωτερική κρίση, πολιτική και εθνολογική. Η πρώτη ξέσπασε στους κόλπους της βουλγαρικής ηγεσίας, ενώ η δεύτερη με το ντόπιο σλαβικό στοιχείο. Διότι, όταν οι Βούλγαροι πέρασαν τον Δούναβη, βρήκαν πολυάριθμους σλαβικούς πληθυσμούς που τους υπέταξαν.  Στην περίπτωση τους Βουλγαρίας πρώτα ιδρύθηκε το κράτος και κατόπιν δημιουργήθηκε το έθνος! Το κράτος υπήρξε ο κύριος συντελεστής στη διαδικασία για την οριστική διαμόρφωση του βουλγαρικού λαού. Το κράτος ήταν στις αρχές βουλγαρικό (τουρκικό) και όχι σλαβοβουλγαρικό, όπως φαίνεται από τη στρατιωτική του οργάνωση και τους θεσμούς, με παρόμοιες δομές όπως ένα κεντροασιατικό των λαών της στέπας. Για τους Πρωτοβούλγαρους το πρόβλημα ήταν όχι μόνο να επιβάλλουν την κυριαρχία τους, αλλά και να συμβιώσουν με το πολυαριθμότερο σλαβικό στοιχείο. Παρ’ όλες τις προσπάθειες των Βουλγάρων, για αρκετό διάστημα τα δυο στοιχεία διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Σχεδόν έναν αιώνα μετά από τη ίδρυση του κράτους, το 764 η σλαβική φυλή των Σεβέρων είχε ακόμα τον δικό της άρχοντα, ενώ για τους πρωτοβούλγαρους επιγραφές διασώζουν τουρκικά ονόματα και θεσμούς τουρανικούς. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι οι Σλάβοι είχαν ξεχωριστή κρατική οργάνωση μέσα στο βουλγαρικό κράτος. Όμως, οι Βούλγαροι που ήταν μειονότητα, θα καμφθούν σιγά – σιγά από τον αριθμητικό όγκο των Σλάβων. Η συγχώνευση έγινε βαθμιαία και όχι πάντα ειρηνικά. Στο νέο αυτό κράτος οι Βούλγαροι έδωσαν το όνομα και το κρατικό πλαίσιο και οι Σλάβοι τη λαϊκή βάση και φυσικά τη γλώσσα.

          Στα μέσα του 8ουαι υπήρξε ένταση στις βυζαντινοβουλγαρικές σχέσεις. Κύρια αιτία ήταν η προσπάθεια των Βουλγάρων να διευρύνουν τη λαϊκή τους βάση με προσάρτηση σλαβικών φυλών που κατοικούσαν σε βυζαντινά εδάφη. Ο Κωνσταντίνος Ε΄, ο επονομαζόμενος Κοπρώνυμος, που του δόθηκε αυτός ο μειωτικός χαρακτηρισμός από την εκκλησία μια που ήταν εικονομάχος αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βυζαντινούς αυτοκράτορες, προσπάθησε να αντιμετωπίσει τους Βούλγαρους. Εγκατέστησε στη Θράκη πληθυσμούς με πολεμική εμπειρία από τη Μικρά Ασία, τους οποίους επιχορήγησε πλουσιοπάροχα, ενώ προσπάθησε να ενισχύσει τη φιλοβυζαντινή μερίδα μέσα στο βουλγαρικό κράτος. Με μια σειρά εκστρατειών, έφτασε κοντά σε αυτό που όπως έλεγε ήταν ο σκοπός της ζωής του, να εξαφανίσει τη Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι πράγματι έφτασαν ένα βήμα πριν την ολοκληρωτική καταστροφή, αλλά παρ’ όλα αυτά άντεξαν. Και όταν πέθανε ο Κωνσταντίνος Ε΄ μάλλον ανάσαναν.

χάρτης με το κράτος του Ασπαρούχ
χάρτης με το κράτος του Ασπαρούχ

          Ο 9οςαι υπήρξε περίοδος αναπτύξεως για το βουλγαρικό κράτος. Η συνεπής πολιτική ικανών ηγεμόνων εδραίωσε τη θέση τους στη βαλκανική και πέτυχε την εσωτερική συνοχή. Οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να επιβάλλουν την πολιτική τους οργάνωση στους ανοργάνωτους σλαβικούς πληθυσμούς, ενώ η ομαλή διαδοχή των ηγεμόνων εξασφάλισε την πολιτική ισορροπία. Στα δυτικά τους σύνορα οι περιστάσεις ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές γι’ αυτούς. Το κράτος των Αβάρων κατέρρευσε από τα χτυπήματα του Καρλομάγνου και οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι από το γεγονός αυτό, επεκτάθηκαν ως τον μέσο Δούναβη και τον Τίσσα, όπου έγιναν γείτονες με τους Φράγκους και όπως καταλαβαίνουμε είχε δυσμενείς συνέπειες για το Βυζάντιο. Ένα ισχυρό γειτονικό κράτος, που ασκούσε επιρροή στους σλαβικούς πληθυσμούς του Βυζαντίου, ήταν επικίνδυνο. Η επέκταση των Βουλγάρων προς τα δυτικά απειλούσε τις βυζαντινές κτήσεις στην Παννονία (ουγγρική πεδιάδα) και στη Δαλματία, ιδιαίτερα σε μια εποχή που τα φραγκικά κράτη είχαν εδραιωθεί πολιτικά και οι Άραβες είχαν πετύχει σημαντικές κατακτήσεις στην Ευρώπη. Επομένως, μια νέα σύγκρουση Βυζαντινών και Βουλγάρων ήταν αναπόφευκτη.

          Αυτή η νέα περίοδος για το βουλγαρικό κράτος αρχίζει με ηγεμόνα τον Κρουμ, πιο γνωστό ως Κρούμο (803 – 814). Ήταν ένας πρωτόγονος, ως προς τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα, αλλά ικανός πολεμιστής και με μεγάλες οργανωτικές ικανότητες. Εδραίωσε τη δύναμή του στο εσωτερικό και στράφηκε εναντίον του Βυζαντίου. Λίγο πριν από το Πάσχα του 809 καταλαμβάνει τη σημαντικότατη θρακική πόλη, τη Σερδική (Σόφια). Οι απώλειες των βυζαντινών στρατευμάτων και του άμαχου πληθυσμού ήταν μεγάλες. Η Σερδική ήταν σπουδαίο στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο και η άλωσή της άφηνε ακάλυπτες σημαντικές διόδους για τη Μακεδονία και τη Θράκη, ενώ δυσχέραινε την επικοινωνία και την οικονομία του Βυζαντίου, αφού ήταν, επιπλέον, ένας σημαντικός κόμβος στην περίφημη “βασιλική οδό” που από τη Ναϊσό (Νις) οδηγούσε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Κρούμος αιχμαλωτίζει τον Νικηφόρο Α΄ (Ρώμη, Βατικανή Βιβλιοθήκη)
Ο Κρούμος αιχμαλωτίζει τον Νικηφόρο Α΄ (Ρώμη, Βατικανή Βιβλιοθήκη)

          Το 811 ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄, έπειτα από πολύμηνη προετοιμασία και πολλά διοικητικά και οικονομικά μέτρα εναντίον των Σλάβων της Θράκης, όπως η βίαιη εγκατάσταση χριστιανικών πληθυσμών, ετοιμάστηκε για πόλεμο. Ο Νικηφόρος απέρριψε τις προτάσεις ειρήνης του Κρούμου και εισέβαλε στη Βουλγαρία. Αφού κατέλαβε την Πλίσκα τη πρωτεύουσα των Βουλγάρων, εξόντωσε τη “φρουρά της αυλής” του Κρούμου, που το Ανώνυμο Χρονικό ανεβάζει σε 12χιλ., και αφάνισε 50χιλ. από το βουλγαρικό στράτευμα! Κάποια όμως αταξία στον βυζαντινό στρατό επέτρεψε στους Βούλγαρους να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους, αφού έκοψαν τις διόδους για να εμποδίσουν τη φυγή των Βυζαντινών. Στη μεγάλη μάχη που έγινε στις 26 Ιουλίου του 811 στις κλεισούρες του Αίμου, ο βυζαντινός στρατός καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Ο ίδιος ο Νικηφόρος Α΄ έπεσε στη μάχη και ο Κρούμος κατασκεύασε από το κρανίο του άτυχου Νικηφόρου ένα επιχρυσωμένο κύπελλο για να πίνει το κρασί του! Η πτώση του Νικηφόρου πανικόβαλε και σόκαρε τους Βυζαντινούς, όχι τόσο για την ειδεχθή συμπεριφορά απέναντι στη σορό του αυτοκράτορα, όσο για το ότι από το θάνατο του αυτοκράτορα Ουάλη (ή Βάλη) το 378 στη μάχη της Αδριανούπολης εναντίον των Οστρογότθων, ποτέ κανένας αυτοκράτορας δεν είχε σκοτωθεί σε μάχη.

          Έπειτα, ο Κρούμος συνέχισε, όχι απλώς να παρενοχλεί, αλλά να απειλεί άμεσα την ίδια την αυτοκρατορία. Την άνοιξη του 812 κατέλαβε τη Δεβελτό, πόλη του Εύξεινου Πόντου και εγκατέστησε τους κατοίκους της αλλού. Οι επιδρομές του ανάγκασαν τους πληθυσμούς σημαντικών πόλεων της Θράκης να τις εγκαταλείψουν. Μετά τις επιτυχίες αυτές, ο Κρούμος ζήτησε να γίνει συνθήκη ειρήνης, με βάση αυτή που είχε συναφθεί το 716 με τον Θεοδόσιο Γ΄. Επίσης ζήτησε ανταλλαγή πολιτικών προσφύγων. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές απέρριψε τις προτάσεις και έτσι ο Κρούμος πολιόρκησε τον Οκτώβρη του 812 τη Μεσημβρία και την κατέλαβε παίρνοντας σημαντικά αποθέματα σε χρυσό και υγρό πυρ.

ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ' στο θρόνο. Βυζαντινή απεικόνιση
ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’ στο θρόνο. Βυζαντινή απεικόνιση

          Λίγο αργότερα, το Βυζάντιο θα περάσει μια από τις δυσκολότερες στιγμές του. Ο Κρούμος με μεγάλες δυνάμεις εκστράτευσε εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Αφού πρώτα πολιόρκησε την Αδριανούπολη, έφτασε ως τα τείχη της Πόλης. Εκεί ο Κρούμος κατανόησε, δείχνοντας μεγάλο ρεαλισμό, πως ήταν αδύνατο να την καταλάβει, με τα πανίσχυρα τείχη της και τον πολυάριθμο στρατό να την υπερασπίζεται. Όμως, φεύγοντας κατέκαψε τα προάστια της Κωνσταντινούπολης, λεηλάτησε πολλές πόλεις και κατέλαβε την Αδριανούπολη, την οποία κατέστρεψε και οι 12χιλ. κάτοικοί της, μαζί με άλλους 40χιλ. αιχμαλώτους άλλων πόλεων, μεταφέρθηκαν στα βόρεια του Δούναβη, στη σημερινή Βεσσαραβία, όπου σχημάτισαν χωριστή αποικία με το όνομα Μακεδονία. Οι εξόριστοι Έλληνες έμειναν εκεί ως το 837, οπότε και επαναστάτησαν και κατόρθωσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους με πλοία που είχε στείλει για τον σκοπό αυτό στις εκβολές του Δούναβη ο αυτοκράτορας Θεόφιλος (829 – 842).

          Ο Κρούμος πέθανε ξαφνικά το 814 και τον διαδέχτηκε ο γιος του Όμουρταγκ (814 – 831). Ο νέος ηγεμόνας έπρεπε να αντιμετωπίσει τους Φράγκους και για να αποφύγει τον διμέτωπο αγώνα, επεδίωξε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τους Βυζαντινούς. Το 815 υπογράφεται τριακονταετής ειρήνη. Ο πρώτος όρος της συνθήκης αναφέρεται στον καθορισμό των συνόρων των δυο κρατών. Η συνοριακή γραμμή άρχιζε από τη Δεβελτό, προχωρούσε προς τα δυτικά και διέσχιζε τον ποταμό Τούντζα, περνούσε ανάμεσα από Αδριανούπολη και Φιλιππούπολη και κατέληγε βόρεια στον Αίμο. Οι Σλάβοι που ήταν υπήκοοι του Βυζαντίου παρέμεναν εκεί, ενώ αυτοί που δεν υπάγονταν στην αυτοκρατορία και κατοικούσαν στα παράλια, θα επέστρεφαν στη χώρα τους. Άλλος όρος μιλούσε για ανταλλαγή αιχμαλώτων. Γενικά και οι άμεσοι διάδοχοι του Όμουρταγκ διατήρησαν τις καλές σχέσεις με το βυζάντιο. Όμως δεν έλειψαν και από τα δυο μέρη εχθρικές επιχειρήσεις που έπλητταν τις πόλεις της Θράκης.

Η δολοφονία του Βάρδα η Καίσαρα στα πόδια του Μιχαήλ Γ '
Η δολοφονία του Βάρδα η Καίσαρα στα πόδια του Μιχαήλ Γ ‘

Τον Μαλαμίρ και τον Πρεσιάμ διαδέχτηκε ο Βόρις (852 – 889), που συνέχισε την πολιτική των προκατόχων του: διατήρησε φιλικές σχέσεις με το Βυζάντιο, προσπάθησε να επεκτείνει τη βουλγαρική επιρροή στον μέσο ρου του Δούναβη και ήρθε σε συνεννόηση με τους Φράγκους, αλλά το πιο σημαντικό επίτευγμά του ήταν η αποδοχή του χριστιανισμού του ανατολικού δόγματος φέρνοντας οριστικά τη χώρα του στη σφαίρα επιρροής του Βυζαντίου.

Μια ματιά στο εσωτερικό του μεσαιωνικού βουλγαρικού κράτους θα ήταν χρήσιμη για να κατανοήσουμε βαθύτερα αυτόν τον λαό. Ο Κρούμος και οι διάδοχοί του αγωνίστηκαν για να καταστείλουν τις φυγόκεντρες τάσεις των ημιανεξάρτητων τοπικών αρχηγών και εφάρμοσαν μια συγκεντρωτική πολιτική, που είχε ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί η κρατική εξουσία. Οι τοπικοί αρχηγοί των επαρχιών αντικαταστάθηκαν από διοικητικά όργανα που εξαρτιόνταν απευθείας από την ηγεμόνα. Σ’ αυτήν την πολιτική τους οι ηγεμόνες στηρίχτηκαν κυρίως στους Βογιάρους που αντιπροσώπευαν τη μεγάλη ιδιοκτησία και παράλληλα ενίσχυσαν με τη νομοθεσία τους θεσμούς.

Ο Κρούμος ήταν ο πρώτος ηγεμόνας που θέσπισε νόμους στο κράτος του και ο Όμουρταγκ έθεσε τις βάσεις της διοικητικής οργανώσεως. Η πρώτη αυτή νομοθεσία περιλάμβανε κυρίως μέτρα προστασίας της ελεύθερης ιδιοκτησίας της γης. Στη Βουλγαρία υπήρχαν τον 9οαι μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι Βογιάροι και οι ελεύθεροι χωρικοί. Υπήρχαν επίσης πάροικοι εξαρτημένοι από το κράτος ή τους Βογιάρους. Γενικά ο πληθυσμός ήταν αγροτικός και κτηνοτροφικός που την ανάπτυξή του ευνοούσε η διαμόρφωση του εδάφους με τις μεγάλες και εύφορες πεδιάδες. Λίγο αργότερα αναπτύχθηκε σημαντικά η οικονομία με το εμπόριο, αφού η χώρα είχε μια καίρια θέση για τη διακίνηση εμπορευμάτων. Αυτό που έλειπε ήταν η βιομηχανία και εξυπηρετούταν από το βυζάντιο. Σιγά – σιγά, άρχισαν να αναπτύσσονται κάποιες πόλεις σε σημαντικά κέντρα, όπως η Βάρνα, η Πρεσλάβα, η Πλίσκα και αργότερα η Σόφια. Και ο Κρούμος και ο Όμουρταγκ ανέπτυξαν μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα. Τα κτήρια, τα έργα τέχνης και η καθημερινή ζωή θα είναι βαθιά επηρεασμένα από το Βυζάντιο και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.

χάρτης της βυζαντινής αυτοκρατορίας γύρω στο 500 μ. Χ.
χάρτης της βυζαντινής αυτοκρατορίας γύρω στο 500 μ. Χ.

Η ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους και της νεοεισελθούσης χριστιανικής θρησκείας. Διότι ούτε οι Βούλγαροι, ούτε οι Σλάβοι είχαν δικό τους αλφάβητο. Οι Βούλγαροι έφεραν βέβαια από την Ασία μια ρουνική γραφή, αλλά ή χρήση της ήταν περιορισμένη και μυστικιστική και δεν μπόρεσε ποτέ να καλύψει τις ανάγκες του κράτους και των κατοίκων. Ο εκχριστιανισμός ήταν για τους Βούλγαρους όχι μόνο θρησκευτική και πνευματική ανάγκη, αλλά και πολιτική επιλογή για τη συνένωση των Πρωτοβουλγάρων και των ειδωλολατρών Σλάβων. Παρά τις μετέπειτα αρκετές πολεμικές αναμετρήσεις των Βουλγάρων με τους Βυζαντινούς, το βουλγαρικό κράτος είχε για τα καλά δεθεί πολιτιστικά και πνευματικά με το άρμα της ανατολικής αυτοκρατορίας, φέρνοντάς το μέσα στη μεγάλη βυζαντινή κοινοπολιτεία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία και πηγές

(Εμφανιστηκε 2.527 φορές, 2 εμφανίσεις σήμερα)