16 Μαΐου 2021 at 20:45

Η Κάθοδος των Μυρίων

από

Η Κάθοδος των Μυρίων

Γράφει ο Μανόλης Πλούσος

Στη διάρκεια του 5ου αιώνα π. Χ. οι ελληνικές πόλεις ενεπλάκησαν σε συνεχόμενους πολέμους, είτε αντιμετωπίζοντας εισβολείς, όπως οι Πέρσες, είτε μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Σε όλες τις μάχες που διεξήχθησαν πρωταγωνιστικό ρόλο είχε η φάλαγγα των οπλιτών. Η στρατιωτική παράταξη αυτού του τύπου, παρότι γνωστή από τα αρχαϊκά χρόνια, απέκτησε στη διάρκεια του 5ου αιώνα αξιοζήλευτη εξέλιξη με αποτέλεσμα να καταστεί, τουλάχιστον μέχρι την περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης, ο πλέον αξιόπιστος τρόπος στρατιωτικής οργάνωσης των ελληνικών πόλεων. Η πυκνή παράταξη, ο βαρύς οπλισμός και η οργανωμένη κίνηση της φάλαγγας την καθιστούσαν ακαταμάχητη στα πεδία των μαχών της εποχής. Οι Πέρσες έχοντας γνωρίσει από πρώτο χέρι τις δυνατότητες της φάλαγγας των οπλιτών χρησιμοποιούσαν ως μισθοφόρους Έλληνες στρατιώτες στις εκστρατείες τους. Η πλέον γνωστή περίπτωση είναι η πρόσκληση του επίδοξου διεκδικητή του περσικού θρόνου Κύρου σε περίπου 10.000 μισθοφόρους Έλληνες για να τον βοηθήσουν στον πόλεμο ενάντια στον αδερφό του Αρταξέρξη. Η εκστρατεία καταγράφηκε λεπτομερώς από τον Ξενοφώντα ως «Κύρου Ανάβασις και Κάθοδος των μυρίων». «Ανάβασις» ονομάστηκε διότι η κατεύθυνση της πορείας του Κύρου ήταν από τα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας προς τις υψηλότερες περιοχές του εσωτερικού, ενώ η «κάθοδος» αφορά στο ταξίδι της επιστροφής των μυρίων στον ελλαδικό χώρο.

Η αυτοκρατορία των Περσών στα 490 π.Χ. Η πορεία των Μυρίων. Πηγή: Βικιπαίδεια.
Η αυτοκρατορία των Περσών στα 490 π.Χ. Η πορεία των Μυρίων. Πηγή: Βικιπαίδεια.

Όταν πέθανε ο Δαρείος Β΄ στα 404 π. Χ. άφησε την αυτοκρατορία του στα χέρια του δραστήριου, αλλά μικρότερου σε ηλικία και για τούτο δεύτερου στη διαδοχή, γιού του, Κύρου. Στην επιλογή του αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξε και η σύζυγος του Παρυσάτιδα, που ευνοούσε τον Κύρο. Κάτω όμως από την πίεση των ισχυρών αυλικών και αξιωματούχων της Περσίας αναγκάστηκε λίγο πριν ξεψυχήσει να ορίσει τον μεγαλύτερο γιό του Αρσάκη διάδοχο του θρόνου. Με την ανάρρησή του στον θρόνο ο Αρσάκης έλαβε το όνομα Αρταξέρξης Β΄ (Arta-Khsatra), που στα περσικά σήμαινε αυτόν που έχει μεγάλη εξουσία. Η εξέλιξη αυτή δυσαρέστησε σφόδρα τον Κύρο, ο οποίος από την έδρα του στις Σάρδεις της Λυδίας αποφάσισε να διεκδικήσει ενεργά τον θρόνο της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Αρχικά έδωσε διευρυμένη αυτονομία στις ελληνικές πόλεις της σατραπείας του για να έχει την εύνοιά τους και έπειτα, αφού ήρθε και σε συνεννόηση με τους Σπαρτιάτες, άρχισε να συγκεντρώνει τον στρατό του. Η Σπάρτη, που χρώσταγε πολλά στην Περσία για την βοήθεια που της είχε παράσχει κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, έστειλε αμέσως 700 οπλίτες υπό τον Χειρίσοφο και 35 πλοία. Υπεύθυνος για την συγκέντρωση των Ελλήνων μισθοφόρων ήταν ένας πρώην Σπαρτιάτης στρατηγός, ο Κλέαρχος. Ο τελευταίος είχε καθαιρεθεί και εξοριστεί από την Σπάρτη λόγω απείθειας σε εντολές των εφόρων και στην συνέχεια είχε βρει καταφύγιο στην αυλή του Κύρου, που πάντοτε εκτιμούσε τους Έλληνες στρατιώτες. Αμέσως αξιοποιήθηκε από τον Κύρο που του ανέθεσε να συγκεντρώσει στρατό. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα ο Κλέαρχος ήταν ένας σκληρός και πολεμοχαρής στρατηγός, το είδος του ανθρώπου που «έχει απέραντη αγάπη στον πόλεμο˙ ανθρώπου που μπορεί να ζει ειρηνικά, χωρίς ντροπή ή ζημιά, κι αυτός προτιμάει να πολεμά˙ που του είναι δυνατό να ζει άνετα, κι αυτός θέλει να κοπιάζει, φτάνει να βρίσκεται σε μάχες˙ που είναι στο χέρι του να έχει χρήματα χωρίς κινδύνους, κι εκείνος προτιμά να τα κάνει λιγότερα με τους πολέμους. Τόση μεγάλη αγάπη είχε στον πόλεμο».

Ξενοφών ο Αθηναίος (Αθήνα, μεταξύ 430 και 425 - Κόρινθος, μετά το 355 π.Χ.). Ιστορικός συγγραφέας και σωκρατικός φιλόσοφος.
Ξενοφών ο Αθηναίος (Αθήνα, μεταξύ 430 και 425 – Κόρινθος, μετά το 355 π.Χ.). Ιστορικός συγγραφέας και σωκρατικός φιλόσοφος.

Ο δραστήριος Σπαρτιάτης κατάφερε τελικά να συγκεντρώσει 13.000 μισθοφόρους. Μαζί του ήταν και άλλοι στρατηγοί όπως ο Πρόξενος ο Βοιωτός, ο Μένων ο Θεσσαλός, ο Αγίας από την Αρκαδία και ο Σωκράτης ο Αχαιός. Ο Ξενοφών είχε βρεθεί στις Σάρδεις έπειτα από πρόσκληση του φίλου του Πρόξενου και αποφάσισε να ακολουθήσει την εκστρατεία ιδιαίτερα ενθουσιασμένος. Αρχικά ο Κύρος απέκρυψε τους πραγματικούς σκοπούς της εκστρατείας, μη θέλοντας να καταλάβουν οι Έλληνες ότι παρασύρονταν σε έναν πόλεμο που αποτελούσε ουσιαστικά εσωτερικό περσικό ζήτημα. Έτσι, τους είπε ότι σκοπός της εκστρατείας ήταν η τιμωρία των απείθαρχων Πισιδών, που κατοικούσαν στα νοτιοανατολικά μικρασιατικά παράλια. Αφού όμως προσπέρασαν την περιοχή της Πισιδίας και επειδή πολλοί των Ελλήνων εξανέστησαν αναγκάστηκε να τους αποκαλύψει τον πραγματικό σκοπό της εκστρατείας δίνοντας τους παράλληλα αύξηση στον μισθό τους καθώς και το δικαίωμα να λεηλατήσουν την Λυκαονία καταπραΰνοντας έτσι τις διαθέσεις τους για ανταρσία. Το στράτευμα του Κύρου, που αριθμούσε περί τους 100.000 άνδρες, αφού διέσχισε επί 13 ημέρες την άνυδρη αραβική έρημο μπήκε στην Μεσοποταμία τέλη καλοκαιριού του 401 π. Χ. και στρατοπέδευσε σε ένα χωριό έξω από την Βαβυλώνα με το όνομα Κούναξα. Εκεί είχε συγκεντρώσει ο Αρταξέρξης τον δικό του στρατό και ανέμενε τον αδερφό του για το τελικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών τους…

Ο Κύρος είχε αναλάβει το κέντρο της παράταξης, οι Έλληνες το δεξιό μέρος και οι Βάρβαροι του στρατηγού Αριαίου το αριστερό. Απέναντι τους είχε παραταχτεί μια δύναμη που πολλοί την υπολογίζουν, μάλλον υπερβολικά, στους 400.000 άνδρες υπό τον Αρταξέρξη και τον Τισσαφέρνη. Η μάχη ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς για τον Κύρο, αφού οι Έλληνες μισθοφόροι του αποδείχτηκαν ασυναγώνιστοι. Ο Κύρος από το κέντρο της παράταξης με το ιππικό ήταν εξίσου αποτελεσματικός, αλλά περισσότερο παρορμητικός. Βλέποντας τους αντιπάλους του να υποχωρούν εφόρμησε προς το σημείο που ήταν ο Αρταξέρξης με σκοπό να τον αποτελειώσει. Ήταν γνωστή η συνήθεια των Περσών στρατιωτών να παραδίνονται όταν σκοτωνόταν ο στρατηγός τους, οπότε η τακτική του Κύρου ήταν δικαιολογημένη. Πράγματι ο Κύρος κατάφερε να τραυματίσει τον μεγαλύτερο αδερφό του, αλλά ένας από τους υπασπιστές του Αρταξέρξη κατάφερε να χτυπήσει τον Κύρο στο μάτι με ακόντιο σκοτώνοντάς τον, χαρίζοντας, έτσι, μια ανέλπιστη νίκη στον μεγαλύτερο αδερφό. Αμέσως οι Πέρσες στρατιώτες του Κύρου σκορπίστηκαν, αποδεικνύοντας ότι ήταν μάλλον ένας συρφετός παρά οργανωμένος στρατός… Οι μόνοι που έμειναν στις θέσεις τους ήταν οι Έλληνες μισθοφόροι, τους οποίους ο Αρταξέρξης δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει.

Πέρσες τοξότες. Παράσταση στο παλάτι του Δαρείου, στα Σούσα. Persian Archers at Darius' palace at Susa. Exhibited in Pergamon Museum / Vorderasiatisches Museum in Berlin.
Πέρσες τοξότες. Παράσταση στο παλάτι του Δαρείου, στα Σούσα. Persian Archers at Darius’ palace at Susa. Exhibited in Pergamon Museum / Vorderasiatisches Museum in Berlin.

Από εδώ ξεκινά η δεύτερη φάση της μεγάλης περιπέτειας των Ελλήνων. Μόνοι σε μια ξένη χώρα, με όλο τον περσικό στρατό στο κατόπι τους και χωρίς επαρκείς προμήθειες ήταν αναγκασμένοι να σκεφτούν έναν τρόπο απεμπλοκής από την δυσχερή αυτή κατάσταση. Ο Αρταξέρξης, όντας ο νικητής της μάχης, απαίτησε από αυτούς να παραδώσουν τα όπλα και να έρθουν σε διαπραγματεύσεις. Οι Έλληνες όμως, σε καμία περίπτωση δεν αισθάνονταν ηττημένοι και βέβαια δεν ταίριαζε με την πολεμική ηθική τους η παράδοση των όπλων. Επιπρόσθετα, τα όπλα τους και η πολεμική τους ικανότητα ήταν τα μόνα αξιόπιστα εργαλεία που είχαν για την επιβίωση τους. Στην συνέλευση που έγινε στο ελληνικό στρατόπεδο η απάντηση που δόθηκε στον Έλληνα απεσταλμένο του Τισσαφέρνη, Φαλίνο, ήταν η εξής: «Τώρα βλέπεις, Φαλίνε, δε μας έμεινε κανένα άλλο αγαθό, παρά μονάχα τα όπλα και η ανδρεία. Αν κρατάμε λοιπόν τα όπλα, νομίζουμε πως μπορούμε να χρησιμοποιούμε και την παλικαριά μας˙ αν όμως τα παραδώσουμε, υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε και τη ζωή μας. Μη βάζεις λοιπόν στο μυαλό σου πως θα σας παραδώσουμε τα μόνα καλά που έχουμε˙ αντίθετα, με αυτά θα πολεμήσουμε να πάρουμε και τα δικά σας».

Μπροστά στην άρνηση των Ελλήνων ο Αρταξέρξης αποφάσισε να κινηθεί διπλωματικά. Θέλοντας να τους απομακρύνει από την Βαβυλώνα τους προμήθευσε αρχικά με τρόφιμα και έστειλε τον Τισσαφέρνη να τους οδηγήσει πίσω στην πατρίδα τους. Ο δρόμος από τον οποίον είχαν έρθει ήταν μακρύς, κοντά στις 2.500 χιλιόμετρα, και, το σημαντικότερο, θα αντιμετώπιζαν για δεύτερη φορά την αραβική έρημο. Κατά την «ανάβαση» είχαν τις υπηρεσίες του Κύρου να τους προμηθεύουν τα απαραίτητα, τώρα όμως θα ήταν μόνοι, χωρίς γνώση της γεωγραφίας της περιοχής και χωρίς οδηγούς σε μια έρημο που δεν συγχωρούσε τα λάθη. Έτσι, ο Τισσαφέρνης προθυμοποιήθηκε να τους οδηγήσει στην Ελλάδα από έναν άλλο δρόμο που οδηγούσε βόρεια προς τις ακτές τις Μαύρης Θάλασσας δια μέσου περιοχών που η προμήθεια εφοδίων θα ήταν ευκολότερη. Το σχέδιο άρεσε στους στρατηγούς των Ελλήνων αφού τους οδηγούσε σε περιοχές με πλήθος ελληνικών πόλεων.

Η πορεία ξεκίνησε με καλούς οιωνούς. Ο Τισσαφέρνης προπορευόταν και από απόσταση ασφαλείας ακολουθούσαν οι Έλληνες μισθοφόροι. Ακολουθώντας την πορεία του Τίγρη ποταμού προς βορρά έφθασαν μέχρι τον παραπόταμο του Τίγρη, μεγάλο Ζάμπ, στην περιοχή που σήμερα μοιράζονται το Ιράν, το Ιράκ και η Τουρκία. Εκεί άρχισαν να εκδηλώνονται διαφωνίες και αντιθέσεις στο ελληνικό στρατόπεδο. Ο Αριαίος, ενώ αρχικά συμφώνησε να ακολουθήσει τους Έλληνες, εν συνεχεία προτίμησε να αυτομολήσει στην αυλή του Μεγάλου Βασιλιά. Στις διαπραγματεύσεις που έκανε ο Αριαίος με τον Τισσαφέρνη παρευρισκόταν και ο στρατηγός Μένων. Φαίνεται ότι ο Κλέαρχος χρέωσε στον Έλληνα στρατηγό την αποστασία του Αριαίου, γεγονός που επηρέασε αρνητικά τις σχέσεις των δυο ανδρών. Γράφει ο Ξενοφών: «Ο Κλέαρχος υποψιαζόταν πως τα ζητήματα τα προκαλούσε ο Μένων, επειδή ήξερε πως αυτός συναντήθηκε με τον Τισσαφέρνη μαζί με τον Αριαίο και δεν πειθαρχούσε στις διαταγές του και έκανε σχέδια κρυφά, σκοπεύοντας να πάρει με το μέρος του όλο τον στρατό και να γίνει φίλος του Τισσαφέρνη».

Αττική λήκυθος από την Ερέτρια. Ένας πολεμιστής, που είναι ο νεκρός, κάθεται μπροστά από την επιτύμβια στήλη του τάφου του, πλαισιωμένος από τη σύζυγό του, που του κρατάει τα όπλα, και έναν νέο άνδρα. Έργο κάποιου ζωγράφου της Ομάδας των Καλαμών . 410-400 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αθήνα. Attica lekythos from Eretria. A warrior, who is dead, sits in front of the tombstone of his tomb, framed by his wife holding the arms, and a new man. The work of a Kalamata painter. 410-400 BC National Archaeological Museum. Athena.
Αττική λήκυθος από την Ερέτρια. Ένας πολεμιστής, που είναι ο νεκρός, κάθεται μπροστά από την επιτύμβια στήλη του τάφου του, πλαισιωμένος από τη σύζυγό του, που του κρατάει τα όπλα, και έναν νέο άνδρα. Έργο κάποιου ζωγράφου της Ομάδας των Καλαμών . 410-400 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αθήνα. Attica lekythos from Eretria. A warrior, who is dead, sits in front of the tombstone of his tomb, framed by his wife holding the arms, and a new man. The work of a Kalamata painter. 410-400 BC National Archaeological Museum. Athena.

 Μαθαίνοντας για την κατάσταση των πραγμάτων στο ελληνικό στρατόπεδο ο Τισσαφέρνης οργάνωσε ένα πραγματικά σατανικό σχέδιο. Έστειλε αγγελιοφόρους στον Κλέαρχο προσκαλώντας τον στο στρατόπεδό του με σκοπό δήθεν να του αποκαλύψει αυτούς που υπέσκαπταν την εξουσία του. Ο Κλέαρχος, τυφλωμένος από την καχυποψία, δέχτηκε και έτσι οι πέντε Έλληνες στρατηγοί, 20 λοχαγοί και 200 στρατιώτες πήγαν στην σκηνή του Τισσαφέρνη. Αυτό που επακολούθησε το περιγράφει με το γνωστό λιτό και παραστατικό ύφος του ο Ξενοφών: «Όταν έφτασαν στην σκηνή του Τισσαφέρνη, τους στρατηγούς τους φώναξαν μέσα […]. Οι λοχαγοί έμειναν στην πόρτα της σκηνής. Ύστερα από λίγη ώρα όμως, με την εμφάνιση ορισμένου σημαδιού, κι εκείνους που ήταν μέσα τους έπιασαν οι Πέρσες κι αυτούς που ήταν έξω τους έσφαξαν. Έπειτα μερικοί άνδρες από το βαρβαρικό ιππικό, τρέχοντας καβάλα στ’ άλογα τους μέσα στον κάμπο, όποιον Έλληνα συναντούσαν, δούλο ή ελεύθερο, όλους τους σκότωναν. Οι Έλληνες κοιτάζοντας από το στρατόπεδό τους, και απορούσαν με το τρέξιμο των ιππέων και δεν ήταν σίγουροι για το τι γινόταν, ώσπου ο Νίκαρχος από την Αρκαδία, ξεφεύγοντας με πληγωμένη την κοιλιά και συγκρατώντας τα έντερά του με τα χέρια, ήρθε και τους είπε όλα, όσα είχαν γίνει». Ο Μένων ο Θεσσαλός, άνθρωπος πανούργος και άπληστος σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ήταν ο μόνος από τους στρατηγούς που γλίτωσε, γεγονός που δείχνει ότι οι υποψίες του Κλέαρχου φαίνεται να ήταν δικαιολογημένες.

Ο Τισσαφέρνης θεωρούσε ότι οι Έλληνες χάνοντας τους αρχηγούς τους θα συμβιβάζονταν και θα παραδίνονταν στο τέλος. Οι Έλληνες, στενοχωρημένοι και αποκαρδιωμένοι, δεν σκέφτηκαν την παράδοση. Συγκεντρώθηκαν και εξέλεξαν νέους στρατηγούς, δείχνοντας την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής δημοκρατίας. Ανάμεσα στους νέους στρατηγούς ήταν και ο Ξενοφώντας ο Αθηναίος. Κάθε επαφή με το στρατόπεδο του Τισσαφέρνη, όπως ήταν φυσικό, διακόπηκε και πλέον η μόνη έγνοια του στρατεύματος ήταν η σωτηρία δια μέσου τόπων που ήταν άγνωστοι. Μια οκτάμηνη μακρά και σκληρή πορεία ξεκινούσε που θα δοκίμαζε τις φυσικές και πνευματικές αντοχές των σκληροτράχηλων αυτών τυχοδιωκτών.

Στην αρχή της πορείας τους οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τις σποραδικές επιθέσεις των στρατευμάτων του Τισσαφέρνη, ο οποίος όμως δεν τόλμησε να τους αντιμετωπίσει σε κανονική μάχη. Κινούμενοι προς βορρά έφτασαν στην χώρα των Καρδούχων, νότια της λίμνης Βαν. Το ορεινό ανάγλυφο και οι επιθέσεις των ατίθασων κατοίκων της περιοχής έκαναν το τόλμημα ακόμη πιο δύσκολο. Καλυμμένοι στα δύσβατα μέρη της οροσειράς του Ζάγρου οι γενναίοι αυτοί πρόγονοι των σημερινών Κούρδων εξαπέλυαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις, που προκαλούσαν αρκετές απώλειες στους Έλληνες μισθοφόρους. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ξενοφών: «Μα οι εχθροί έκαναν σφοδρές επιθέσεις και καθώς τα μέρη ήταν στενά, σίμωναν και χτυπούσαν με τα τόξα και με τις σφεντόνες. Έτσι αναγκάζονταν οι Έλληνες, κυνηγώντας τους και ξαναγυρίζοντας πίσω, να προχωρούν αργά[…] Μα οι εχθροί τους εμπόδιζαν να περνούν, πολεμώντας τους και πιάνοντας κάθε στενό πέρασμα. […] Τίποτε άλλο δεν κρατούσαν, παρά τόξα και σφεντόνες. Ήταν μάλιστα και έξοχοι τοξότες. […] Γιατί εφτά ολόκληρες μέρες, που βάδιζαν ανάμεσα στην χώρα των Καρδούχων, τις πέρασαν με μάχες, κι έπαθαν τόσα κακά, όσα δεν ήταν όλα που τους έκαμαν ο βασιλιάς και ο Τισσαφέρνης».

Νεαρός πολεμιστής επισκέπτεται τον (δικό του?) τάφο, κατάφορτο με ληκύθους και στεφάνια προς τιμήν του νεκρού. Λεπτομέρεια αττικής λευκής ληκύθου του Ζωγράφου του Bosanquet. Από την Ερέτρια, 450-440 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Συλλογή Αγγείων. VISIT TO THE TOMB. Younq warrior is visiting (his?) tomb, which is covered with lekythoi (funerary vases) and wreaths in honour of the deceased. Detail from an Attic white-ground lekythos by the Bosanquet Painter. From Eretria, 450-440 BC. Athens, National Archaeological Museum, Vase Collection
Νεαρός πολεμιστής επισκέπτεται τον (δικό του?) τάφο, κατάφορτο με ληκύθους και στεφάνια προς τιμήν του νεκρού. Λεπτομέρεια αττικής λευκής ληκύθου του Ζωγράφου του Bosanquet. Από την Ερέτρια, 450-440 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Συλλογή Αγγείων. VISIT TO THE TOMB. Younq warrior is visiting (his?) tomb, which is covered with lekythoi (funerary vases) and wreaths in honour of the deceased. Detail from an Attic white-ground lekythos by the Bosanquet Painter. From Eretria, 450-440 BC. Athens, National Archaeological Museum, Vase Collection

Αφού κατάφεραν να διασχίσουν την ορεινή χώρα των Καρδούχων βρέθηκαν στον ποταμό Κεντρίτη (σημερινή ονομασία Μπουχτάν- Τσάϊ), παραπόταμο του Τίγρη στην σημερινή Αρμενία. Η κατάσταση εκεί περιπλέχθηκε ακόμη περισσότερο για τους Έλληνες. Στην απέναντι μεριά του ποταμού είχαν συγκεντρωθεί οι δυνάμεις του σατράπη της Αρμενίας Τιρίβαζου, ο οποίος δεν είχε σκοπό να αφήσει την χώρα του έρμαιο στις δηώσεις του απρόσκλητου αυτού στρατεύματος. Στα μετόπισθεν των Ελλήνων οι Καρδούχοι συγκεντρώνονταν με σκοπό να τους χτυπήσουν. Ο Ξενοφών περιγράφει την κατάσταση ως εξής: «Και τότε ένιωσαν οι Έλληνες μεγάλη στεναχώρια, γιατί έβλεπαν από τη μια πως ο ποταμός ήταν δυσκολοπέραστος, από την άλλη πως βρίσκονταν άνθρωποι που θα τους εμπόδιζαν να τον περάσουν, και ακόμα πως οι Καρδούχοι σκόπευαν να τους επιτεθούν από πίσω, την ώρα που θα διάβαιναν». Από την δύσκολη αυτή κατάσταση τους έσωσε ένα τέχνασμα του Ξενοφώντα, ο οποίος με μια παραπλανητική κίνηση τράβηξε τα στρατεύματα των Καρδούχων μακριά από το ποτάμι και κατόπιν τους επιτέθηκε. Ο οπλισμός των Ελλήνων, που ήταν κατάλληλος για μάχη σώμα με σώμα, αποδείχτηκε ανώτερος από τα τόξα και τις σφεντόνες των Καρδούχων. Όταν πέρασαν στην απέναντι όχθη του ποταμού ήρθαν σε συμφωνία με τον Τιρίβαζο, να τους αφήσει να διασχίσουν την χώρα του, υπό τον όρο να μην λεηλατούν τα χωριά και τις πόλεις της επικράτειάς του. Οι Έλληνες, σοφά ποιώντας, δέχτηκαν και συνέχισαν την πορεία τους μέσα από την ορεινή Αρμενία, αντιμετωπίζοντας παράλληλα και το δριμύ ψύχος. Ο Τιρίβαζος, όμως, που παρακολουθούσε το ελληνικό στράτευμα από απόσταση ασφαλείας, έκρινε τελικά ότι μπορούσε να τους επιτεθεί. Για ακόμη μια φορά όμως η στρατιωτική εκπαίδευση των Ελλήνων αποδείχτηκε ανώτερη των βαρβάρων, χαρίζοντάς τους τη νίκη.

Αφού διέσχισαν και τον ποταμό Φάση (σημερινή ονομασία Ριόνι) μπήκαν στην χώρα των Ταόχων και των Χαλύβων, που γεωγραφικά βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα μοιράζονται η Τουρκία και η Αρμενία. Για ακόμη μια φορά οι Έλληνες μισθοφόροι αποδείχτηκαν πολεμικά ανώτεροι των βάρβαρων, αλλά για τους Χάλυβες σημειώνει ο Ξενοφών: «Τούτοι ήταν οι πιο γενναίοι άντρες απ’ όλους που γνώρισαν οι Έλληνες περνώντας τις χώρες τους, και τους πολέμησαν». Μετά από πορεία τεσσάρων ημερών συνάντησαν την πρώτη οργανωμένη πόλη, την Γυμνιάδα και την πέμπτη μέρα ανέβηκαν στο όρος Θήχης. Από εκεί η εμπροσθοφυλακή αντίκρισε, έπειτα από μήνες τον Εύξεινο Πόντο. Ο Ξενοφών περιγράφει την σκηνή: «Σε λίγο ακούνε στρατιώτες να φωνάζουν «Θάλασσα! Θάλασσα!», κι αυτή τη λέξη να πηγαίνει από στόμα σε στόμα. Τότε έτρεχαν όλοι, μαζί και οι οπισθοφύλακες […] Όταν έφτασαν όλοι στην κορυφή, τότε πια οι στρατιώτες με δάκρυα στα μάτια αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και τους στρατηγούς και τους λοχαγούς». Πλέον είχαν φτάσει σε περιοχές που άκμαζε ο ελληνικός πολιτισμός. Πρώτη τους στάση η Τραπεζούντα: «μια ελληνική πόλη με μεγάλο πληθυσμό, που βρισκόταν στον Εύξεινο Πόντο, στην χώρα των Κόλχων, κι ήταν αποικία των κατοίκων της Σινώπης». Οι Τραπεζούντιοι τους καλοδέχτηκαν και τους εφοδίασαν με τα απαραίτητα, κυρίως από τον φόβο που ενέπνεε η θέα μιας σκληραγωγημένης στρατιάς, που πλέον αριθμούσε κάτι λιγότερο από 10 χιλιάδες πολεμιστές. Όπως εύστοχα σημειώνουν οι J. S. Bury και R. Meiggs: «Αυτό δεν ήταν ένα συνηθισμένο στράτευμα, αλλά μάλλον μια δημοκρατία 10.000 πολιτών με εξάρτυση στρατιώτη, που δεν υπάκουαν σε κανένα βασιλιά, δεν υπείχαν ευθύνες απέναντι σε καμία πόλη, ήταν οι ίδιοι νομοθέτες για τους εαυτούς τους και σε μια κυρίαρχη συνέλευσή τους εξέλεγαν τους αξιωματικούς τους και αποφάσιζαν για όλα τα σπουδαία ζητήματα. Επρόκειτο, μπορεί να πει κανείς, για μια μεγάλη κινητή πόλη που ακολουθούσε την πορεία των ακτών του Ευξείνου Πόντου». Η διαμονή τους στην περιοχή κράτησε 30 μέρες, στη διάρκεια των οποίων πάρθηκαν αποφάσεις για την περαιτέρω πορεία του στρατεύματος. Παράλληλα οι Τραπεζούντιοι τους έθεσαν στην υπηρεσία τους στέλνοντάς τους να τιμωρήσουν τους γειτονικούς Δρίλες.

Στο σημείο αυτό σημειώθηκαν και αρκετές στάσεις από τους εξουθενωμένους στρατιώτες, γεγονός που οδήγησε τον Ξενοφώντα να προτείνει την ίδρυση μιας αποικίας στην περιοχή. Η ιδέα δεν υλοποιήθηκε και η πορεία τους συνεχίστηκε μέχρι την Κερασούντα, «μια παραθαλάσσια πόλη ελληνική, που ήταν αποικία των Σινωπέων στη χώρα των Κόλχων. Εδώ έμειναν 10 μέρες. Σ’ αυτό το διάστημα επιθεωρήθηκαν οι στρατιώτες με τα όπλα τους και μετρήθηκαν και βρέθηκαν 8.600. Αυτοί είχαν σωθεί, ενώ άλλοι χάθηκαν από τους εχθρούς κι από το χιόνι και κάτι λίγοι από αρρώστιες». Επόμενη στάση ήταν η Ηράκλεια, «μια πόλη ελληνική, αποικία των Μεγαρέων, που βρίσκεται στην χώρα των Μαριανδυνών». Εκεί το στράτευμα χωρίστηκε σε τρία μέρη. Ένα μέρος του στρατού, κυρίως Αρκάδες, αποφάσισε να επιτεθεί στους Βιθυνούς για λάφυρα, ενώ τα άλλα δυο μέρη κατευθύνθηκαν προς την Θράκη, είτε δια ξηράς, όπως έκανε ο Χειρίσοφος, είτε δια θαλάσσης, όπως έπραξε ο Ξενοφών. Οι διαρκείς πορείες, οι κακουχίες και η έλλειψη εφοδίων άρχισαν πλέον να εξαντλούν τους στρατιώτες. Από την δύσκολη θέση τους έβγαλε, τελικά, ο αρμοστής της πόλης του Βυζαντίου, Κλέανδρος, που αποφάσισε να τους δεχτεί στην πόλη του. Οι κάτοικοι όμως της πόλης δεν καλοδέχτηκαν τους περιπλανώμενους τυχοδιώκτες, οι οποίοι παραλίγο και θα λεηλατούσαν την πόλη, αν δεν τους συγκρατούσε ο Ξενοφών… Ο Φαρνάβαζος, σατράπης της περιοχής, στο άκουσμα της άφιξης των Ελλήνων μισθοφόρων στην περιοχή του, δεν έχασε χρόνο. Δωροδόκησε τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Αναξίβιο, που βρισκόταν στο Βόσπορο, για να πείσει τους Έλληνες να περάσουν στην ευρωπαϊκή πλευρά της Θράκης. Πράγματι, το στράτευμα διαπεραιώθηκε στην απέναντι ακτή και μπήκε αμέσως στην υπηρεσία του βασιλιά της Θράκης Σεύθη, ενώ λίγο αργότερα θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Σπάρτη όταν ξέσπασε ο πόλεμος με τους Πέρσες στα 399 π. Χ.

Νέοι Σπαρτιάτες ασκούνται, πίνακας του Edgar Degas (1834-1917)
Νέοι Σπαρτιάτες ασκούνται, πίνακας του Edgar Degas (1834-1917)

Το έργο του αυτό ο Ξενοφών αποφάσισε να το γράψει όχι με το πραγματικό του όνομα, αλλά με το ψευδώνυμο Θεμιστογένης ο Συρακόσιος. Στην απόφαση αυτή έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι είχε εξοριστεί από τους Αθηναίους, οπότε η χρήση του πραγματικού του ονόματος ίσως του δημιουργούσε δυσκολίες στην παρουσίαση του έργου του στην Αθήνα. Επιπρόσθετα, ήθελε να αποφύγει κατηγορίες για υπερδιόγκωση των γεγονότων ή για προσωπική προβολή. Όπως και να έχει, η περιπέτεια αυτή των Ελλήνων τυχοδιωκτών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά μελετήματα της αρχαιότητας. Πέρα από την λογοτεχνική αξία του μας δίνει πλήθος στοιχείων σχετικά με τον πολιτισμό και την γεωγραφία πολλών και διαφορετικών φυλών της Μικράς Ασίας. Οι περιγραφές των Χαλύβων, των Καρδούχων, των Φασιανών και πολλών άλλων λαών εμπλουτίζουν τις γνώσεις για την περιοχή της Μ. Ασίας κατά την εποχή εκείνη. Έχει, παράλληλα, το έργο του Ξενοφώντα, μεγάλη αξία και όσον αφορά τη μελέτη της πολεμικής τέχνης. Οι Έλληνες αποδείχτηκαν ανώτεροι των Περσών και των διαφόρων φυλών, όχι μόνο λόγω της πολεμικής τους τακτικής, αλλά και λόγω του τρόπου λειτουργίας του στρατού τους. Μια πραγματική στρατιωτική δημοκρατία, όπου οι στρατιώτες δεν είναι απλώς αναλώσιμοι πόροι για την ικανοποίηση των επιθυμιών ενός δυνάστη, αλλά συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα στην χάραξη των σχεδίων του στρατού. Οι στρατηγοί τους δεν δίνουν απλά εντολές, αλλά ακούν το σώμα των στρατιωτών, τους συμβουλεύονται και η αρμοδιότητά τους έγκειται στην όσο το δυνατόν καλύτερη υλοποίηση των αποφάσεων της στρατιωτικής συνέλευσης. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αυτού του τρόπου στρατιωτικής οργάνωσης έγκειτο στο ότι οι στρατιώτες ήταν συμμέτοχοι και όχι απλώς εντολοδόχοι. Άξιο προσοχής είναι και το γεγονός ότι ένας τέτοιος στρατός δεν ξέμενε ποτέ από ηγέτες. Ως άλλη Λερναία Ύδρα μπορούσε να αναπληρώνει την ηγεσία του εκ των ενόντων, γεγονός που τον έκανε ακόμη πιο μαχητικό. Χωρίς να απελπιστούν όταν σφαγιάστηκαν όλοι οι στρατηγοί τους, οι μισθοφόροι αυτοί εξέλεξαν νέους στρατηγούς και επέδειξαν αξιοθαύμαστη αντοχή και πειθαρχία στην προσπάθεια τους να φτάσουν ζωντανοί πίσω στις πατρίδες τους. Ένα πραγματικό διαχρονικό μάθημα αγωνιστικότητας, θάρρους και συνεργασίας με στόχο την σωτηρία.

Ο Μανόλης Πλούσος είναι ιστορικός.

Διαβάστε:

  • Ξενοφώντος, «Η κάθοδος των μυρίων», ΟΕΔΒ 1979, μετάφραση: Γ.Δ. Ζευγώλη.
  • J.B. Bury & Russwell Meiggs, «Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας», εκδ. Καρδαμίτσα.
  • Ερνέστου Κούρτιου, «Ελληνική ιστορία», τομ. Δ, εκδ. Π.Δ. Σακελλαρίου.
(Εμφανιστηκε 784 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Κάντε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.