20 Φεβρουαρίου 2017 at 12:13

Κατεβάστε δωρεάν: Ιωάννης Συκουτρής – ‘Πλατωνικός Ευαγγελισμός’ (pdf)

από

Κατεβάστε δωρεάν: Ιωάννης Συκουτρής – ‘Πλατωνικός Ευαγγελισμός’ (pdf)

Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε από τον Ιωάννη Συκουτρή και πρόκειται ουσιαστικά για μεταγραφή μιας ομιλάς του 1932. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Μελέται και Άρθρα (Εκδόσεις του Αιγαίου, 1956). Αφορά το τι μπορεί κανείς να κερδίσει από την ανάγνωση των διαλόγων του Πλάτωνα· ποιο είναι το «μήνυμα» που μπορεί κανείς να αποσπάσει -εξού και ο «ευαγγελισμός» του τίτλου. Μπορείτε να το κατεβάσετε και σε μορφή pdf εδώ. Οι υποσημειώσεις βρίσκονται στο πρωτότυπο.

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ[1]

“Το δε θείον καλόν, σοφόν, αγαθόν και παν ό,τι τοιούτον. τούτοις

δη τρέφεται τε και αύξεται μάλιστα γε το της ψυχής πτέρωμα·
αισχρώ δε και κακώ και τοίς εναντίοις φθίνει τε και διόλλυται.”

(ΠΛΑΤΩΝ Φαίδρος 246e)

Δεσποινίδες,

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ πρώτα-πρώτα διά την ευγενικήν σας πρόσκλησην να σας εμιλήσω κατά την ωραίαν και σεμνήν αυτήν τελετήν. Το αισθάνομαι ως εξαιρετικήν τιμήν και βαθυτάτη είναι η συγκίνησίς μου, ότι μου δίδετε την ευκαιρίαν να συνδεθώ με μίαν στιγμήν της ζωής σας τόσον επίσημον, τόσον σημαντικήν.

Και την αισθάνομαι πολύ καλά την στιγμήν αυτήν. Είναι στιγμή συλ­λογής και συγκεντρώσεως, που ένας κόσμος ολόκληρος από αναμνήσεις και αισθήματα, όνειρα και σκέψεις, αγωνίαν και ελπίδας, σαν αστείρευτον πηγής ανάβρυσμα, σιγοτραγουδεί μέσα εις τα στήθη σας διά την ζωήν, που αφήνετ’ οπίσω σας, όπως την ζήτε τώρα με τας πλούσιας της εσωτερικάς απηχήσεις, διά την ζωήν, που ανοίγετ’ ενώπιών σας, όπως την ζήτε τώρα πάλιν με την φαντασίαν και τους πόθους σας. Κάθε λόγος, βαθυστόχαστος και αν είναι και καλοπροαίρετος, έρχεται σαν περισπασμός εξωτερικός, σαν παράφωνος ενόχλησις να διακόψη την εσώψυχον αρμονίαν της σιγηλής αυτής συγκεντρώσεως. Και είναι τόσον μηδαμινά του λόγου τα στολίδια, όταν η ευγλωττία της καρ­διάς ομιλή!

Και όμως, τι παράξενον! Αισθάνεσθε ταυτοχρόνως, είμαι βέβαιος, πως η στιγμή αυτή δεν είναι κάτι, που αφορά τον εσωτερικόν σας αποκλειστικώς κό­σμον, τον κόσμον που στολίζει και πλουτίζει η σιωπή και ο λογισμός. Είναι και της ζωής σας της  εξωτερικής ένας σταθμός σημαντικός. Αι σκέψεις και τα αισθήματα της στιγμής αυτής — το αισθάνεσθε αυτό πολύ καλά — έχουν βέβαια την αφετηρίαν των μέσα σας, μέσα σας και το κέντρον των· αλλ’ όμως προεκτείνονται και απηχούν και εις άλλων πολλών τα στήθη, εκείνων που σας αγαπούν και εκείνων που αγαπάτε. Και αισθάνεσθε ακόμη, πως η προέκτασις αυτή σας είναι αναγκαία, σας είναι χρήσιμος, έστω και διά να ζήσετε πλουσιώτερα και βαθύτερα της στιγμής αυτής τα αισθήματα, ως αισθή­ματα ιδικά σας. Διότι όλοι ημείς, όσοι συνεκεντρώθημεν εδώ, και όλοι επίσης εκείνοι, που είναι μακράν και που με της ψυχής σας τα μάτια αισθάνεσθε πολύ κοντά σας, εις την φαντασίαν σας, εις την σκέψιν σας, εις την καρδιάν σας, ακόμη και όλοι όσοι έσβησαν διά τον άλλον κόσμον, αλλά δεν έσβησαν διά την αγάπην σας — όλος αυτός ο κόσμος των αγαπημένων σας ζη μέσα εις την ιδίαν με σας ατμόσφαιραν, δονείται την στιγμήν αυτήν από την ίδιαν, όπως και ‘σείς, συγκίνησιν. Κάποιος πρέπει να ευρεθή, που θα δώση έκφρασιν εις ό,τι όλους μας αυτήν την στιγμήν απασχολεί.

Ο κλήρος έπεσεν εις εμέ. Σας ευχαριστώ και πάλιν και θα προσπαθήσω ανάξιος να μη φανώ της σοβαράς στιγμής. Αλλ’ όμως μην το λησμονείτε· μηδαμινά του λόγου τα στολίδια, αν συγκριθούν με της καρδιάς την ευγλωττίαν!

Διά την χαράν και την υπερηφάνειαν που σας κατέχει, όταν αναπολήτε τον δρόμον που επεράσατε με κόπους και με τιμήν, δεν θα ζητήσω να σας ομιλήσω εγώ με τ’ άψυχα, τα τυπικά τα λόγια ενός προσκεκλημένου. Ούτε θα τολμήσω με βεβήλου πόδι να πατήσω τον ακήρατον εαρινόν λειμώνα του προσωπικού σας κόσμου, όπου φυτρώνουν μοσχομύριστα των πόθων σας τα άν­θη, και φτερουγίζουν λαμπρόχρωμες, εις ένα φως φαντασίας και τρυφερότητος, οι πεταλούδες των ονείρων σας.

Της ομιλίας μου αφετηρία θα είν ένα ερώτημα· ένα ερώτημα, που συνειδητά ή ανομολόγητα την στιγμήν αυτήν των αναμνήσεων και των ελπίδων προβάλλετε η κάθε μία εις τον εαυτόν της μ’ ένα αγωνίας αίσθημα — ή απορίας, αν θέλετε, διά να μη μεταχειρίζωμαι δυνατάς λέξεις. Και σας ερωτά μέσα σας μία φωνή: Και τώρα; Ερώτημα, εις το οποίον όλαι σας, αργά ή γρήγορα, θέλετε – δεν θέλετε, θα πρέπη να δώσετε μίαν απάντησιν. Και θα είναι η απάντησις αυτή η πρώτη σοβαρά, αυτόβουλος απόφασις της ζωής σας. Και τώρα;

Καταλαμβάνετε άλλωστε, ότι η σημερινή ημέρα, που αφήνετε την ζωήν του σχολείου, διά να εισέλθετε εις το σχολείον της ζωής, δεν είναι κυρίως ένα τέλος, αλλά μία αρχή· αρχή της αληθινής, της προσωπικής σας ζωής. Όχι βέβαια πως το σχολείον είναι κάτι έξω και ξένον από την ζωήν· ζωή εί­ναι και τούτο. Αλλά διά τον άνθρωπον μόλις μετά το σχολείον αρχίζει η ζωή η πραγματική, διότι τότε μόνον αρχίζει να ζη την ζωήν του με ιδικήν του προσωπικήν ευθύνην, τότε μόνον αρχίζει ο ίδιος συνειδητά να γίνεται ο αποκλειστικός δημιουργός και τεχνίτης, μ’ αυτοτελείαν και πρωτοβουλίαν, της ζωής και της μοίρας του. Και είναι βαρύ και δύσκολον πράγμα η ευθύνη και η πρωτοβουλία, σοβαρόν και αγωνιώδες το ερώτημα Και τώρα;

Δεν πρόκειται να σας ομιλήσω περί των επαγγελματικών φροντίδων, που θα σας απασχολήσουν. Ουσιαστικώς άλλωστε η σημασία της σημερινής ημέρας δεν είναι, ότι αφήνετε το επάγγελμα της μαθήτριας, διά ν’ ακολουθήσετε το επάγγελμα της φοιτήτριας ή της υπαλλήλου ή την ζωήν μιας κόρης του σπιτιού. Κάτι πολύ βαθύτερον, αλλά και πολύ σοβαρώτερον σας απασχολεί,  πρέπει να σας απασχολήση, συνειδητά και ευσυνείδητα, από σήμερον· εί­ναι το πρόβλημα που ανακύπτει ολοζούντανον ενώπιών σας, τώρα που η προσεχής και προσωρινή σκέψις του πτυχίου έπαυσε να συγκεντρώνη την προσο­χήν σας: Ποια είναι η θέσις σας, ποια είναι η αποστολή σας, ποια η κατεύθυνσις των προσπαθειών σας, ως ανθρώπων, ως μορφωμένων ανθρώπων, ως γυ­ναικών, ως Ελληνίδων γυναικών;

Την απάντησιν μην περιμένετε από κανένα να σας την δώση· ούτε γονείς ούτε διδάσκαλοι ούτε βιβλία ούτε σχολεία ανώτερα δεν την προσφέρουν έτοιμην αντί χρημάτων ή σπουδής. Μόναι σας, με ιδικάς σας προσπάθειας και ιδι­κήν σας ευθύνην, πρέπει να την ζητήσετε, να την εύρετε, να την  κατακτήσετε. Και αν εγώ σήμερ’ ανέλαβα να σας ομιλήσω διά το πρόβλημα που σας παρουσιάζεται τώρα που αφήνετε το σχολείον, δεν το κάμνω με την πρόθεσιν να σας δώσω μίαν απάντησιν ή να σας τοποθετήσω εις έναν έτοιμον ανοιγμένον δρόμον της ζωής· — αυτό κανένας δεν είναι εις θέσιν να κάμη, και όποιος το ισχυρίζεται, ή απατά ή απατάται αλλά διά να σας φέρω το χαρμόσυνον άγγελμα, ότι εις τας προσπάθειας σας αυτάς δεν θα μείνετε, αν το θελήσετε, τελείως μόναι, ότι θα σας είναι δυνατόν να εύρετε οδηγητάς, που δεν θα σας απαλλάξουν βέβαι’ από τους κόπους και τους πόνους της αναζητήσεως, από την ευθύνην της εκλογής και την πρωτοβουλίαν της προσπάθειας, θα σας προφυλάξουν όμως, αν το θελήσετ’ επαναλαμβάνω, από ματαίας παρεκκλίσεις, θα σας φωτίσουν εις την εκλογήν σας και θα σας παράσχουν την παρήγορον βε­βαιότητα, ότι ο μακρός και επίπονος δρόμος, που εδιαλέξατε σύμφωνα με τας οδηγίας των, θα σας οδηγήση  εξ άπαντος κάποτε εις ένα τέρμα χωρίς διαψεύσεις και χωρίς απογοητεύσεις.

Προς τους οδηγητάς αυτούς, τους αιωνίους διδασκάλους κάθε πολιτισμέ­νου ανθρώπου, προς τους φωτεινούς πόλους, περί τους όποιους στρέφεται ολόκληρον το συγκρότημα το πνευματικόν και ηθικόν της εποχής μας, προς τον Πλάτωνα και τον Παύλον (διά να μεταχειρισθώ ως σύμβολα τα δύο ονόματα), θα ήθελα εις μαθητείαν  ισόβιον  να σας οδηγήσω, μαθητής και εγώ της Ελλάδος και του ουρανού, Graeciae discipulus et coeli, όπως θα έλεγεν ο Τερτυλλιανός, διά να ζητήσετ’ εκεί την ενίσχυσιν και τον φωτισμόν δι’ όλην σας την ζωήν. Αν δεν θα σας ομιλήσω διά τον δεύτερον, διά τον Χριστιανι­σμόν δηλαδή, αποδώσατέ το εις την ανεπάρκειαν των γνώσεων και της αρμοδιότητός μου, να εκφράσω με ακρίβειαν ό,τι μέσα μου αισθάνομαι, ό,τι χρεωστώ εις το ευαγγέλιον του Παύλου. Εις το περιβάλλον σας θα εύρετε — αρκεί να το ζητήσετε — πολλούς ικανούς ν’ αναπληρώσουν αυτήν την έλλειψιν. Διά τον πρώτον του όμως διδάσκαλον, τον Πλάτωνα, είν’ ευκολώτερον και είν’ ανέκφραστος χαρά διά τον φιλόλογον να ομιλήση.

Και ο Πλάτων εξεκίνησεν από το ερώτημα, που είναι φυσικόν να θέση κάθε άνθρωπος εις τον εαυτόν του: Πώς θα είναι δυνατόν να πραγματοποιήση ο άνθρωπος την ευδαιμονίαν του; Πώς θα είναι δυνατόν να είναι δημιουργός και υπεύθυνος αυτός διά την μοίραν του, αφού ή ζωή του ευρίσκεται εις τόσον στενήν εξάρτησιν από περιστατικά ανώτερα της θελήσεώς του, από εξωτερικάς συνθήκας, που δεν ημπορεί ν’ αλλάξη ; Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να είν’ ευδαίμων, και όταν αρρωσταίνη και όταν υποφέρει, και όταν εξευτελίζεται, και ενώπιον της αδικίας που του γίνεται, και εις την φυλακήν και εις τον θά­νατον; Υπάρχει κανένα βαθύτερον νόημα της ζωής (αυτό είναι η πλατωνική ευδαιμονία), απρόσιτον εις τα κτυπήματα και τας μεταλλαγάς της τύχης; Και ο ΙΙλάτων απαντά· Ναι.

Διότι, αν ο άνθρωπος είναι δούλος της μοίρας και των περιστάσεων της ζωής,  ελεύθερος όμως είναι και αυτεξούσιος εις τον τρόπον, με τον οποίον θ’ αντικρύση την μοίραν και τας περιστάσεις, τας ευμενείς και τας δυσμενείς, τας ευχάριστους ή τας δυσαρέστους. Ευδαίμων δεν είν εκείνος, που θα δέχεται συχνά της Τύχης τ’ άστατα μειδιάματα, ουτ’ εκείνος που δεν θαρρωστήση, δεν θα πεινάση, δεν θα στερηθή τους αγαπημένους του, δεν θα κλαύση, δεν θα κινδυνεύση· αλλ’ εκείνος που και εις την χαράν και εις τας συμφοράς θα διατηρήση μέσα του αμόλυντον την ψυχικήν του οντότητα, εκείνος που δεν θα γονατίση, ούτε θα παρεκκλίνη εις τον δρόμον του τον σταθερόν από της τύχης τα κτυπήματα. Εκείνος υποτάσσει αληθινά την μοίραν του, γίνεται δημιουρ­γός της ευδαιμονίας του, αδέσμευτος και άφοβος· διότι την ευδαιμονίαν του εζήτησε μέσα του, εις τον εαυτόν του, που κρατεί πάντα υπό την κυριαρχίαν του, όχι εις τας εξωτερικάς περιστάσεις της υλικής ζωής, που του διαφεύγουν.

Την δύναμιν προς τούτο του δίδει η φρόνησις, η κατάστασις εκείνη της ψυχής, κατά την όποιαν ο άνθρωπος αντικρύζει εις την απόλυτόν του καθαρό­τητα, εις την ακήρατον αιωνιότητα τού τον κόσμον της πραγματικότητος και των μεγάλων αξιών, του αγαθού, του αληθούς, του καλού. Η θέα του κό­σμου τούτου (διότι περί κόσμου  θεατού εις της ψυχής τα μάτια πρόκει­ται, όχι περί αντικειμένου θρησκευτικής πίστεως) εξασφαλίζει εις τον άν­θρωπον την εσωτερικήν  βεβαιότητα εναντίον των μεταπτώσεων της τύ­χης, τον ελευθερώνει από τους εσωτερικούς κλονισμούς και τας αμφιβολίας, που δημιουργούν εις την ψυχήν αι βιοτικαί περιστάσεις ή τα ψευδοεπιστημονικά δόγματα του σχετικισμού, που δεν προχωρεί πέραν από τα φαινόμενα. Πώς είναι δυνατόν άλλωστε ν’ αμφιβάλλη διά την ύπαρξιν, την απόλυτον υπόστασιν των άξιων (όπως κηρύσσουν οι σοφισταί όλων των εποχών) ο άνθρω­πος, που  είδε και  έ ζ η σ ε ν  εις την άσπιλον καθαρότητά των τας αξίας του αγαθού, του αληθούς, του καλού; Με την ειρήνην του Θεού μέσα του αποτελεί τότε ο άνθρωπος, που έχει την φρόνησιν, το σταθερόν, το ακίνητον σημείον[2] μέσα εις τον σάλον των ολικών φροντίδων, πανευδαίμων αυτός και μακάριος, και εις τας θλιβερωτάτας συμπτώσεις της εξωτερικής του τύχης, με μίαν μόνον φροντίδα, πώς θ’ άνοιξη και των άλλων τους οφθαλμούς εις το φως, που εις εκείνον απεκαλύφθη.

Πώς όμως θα προχωρήση ο άνθρωπος εις την απόκτησιν της «φρονήσεως», εις την θεωρίαν (η λέξις με την αρχικήν της ακόμη έννοιαν του θεω­ρού) των όντως όντων, του κόσμου της απολύτου πραγματικότητος των αξιών; Τρεις δρόμοι οδηγούν προς τούτο, απαντά ο Πλάτων· ο δρόμος της γνώσεως, ο δρόμος του έρωτος, ο δρόμος του θανάτου, λόγος, έρως, ψυχή, διά να μεταχειρισθώ λέξεις και έννοιας γνησίως πλατωνικής ωραιότητος.

Ο δρόμος της γνώσεως, της επιστήμης, όπως λέγει ο Πλάτων, αναχωρεί από την αμφιβολίαν και τον έλεγχον. Όχι την άγονον αμφιβολίαν και την παιγνιώδη ελεγκτικήν των σοφιστών, που οδηγούν εις την άρνησιν· άλλα την θετικήν, την σοβαράν έρευναν, που οδηγεί προς την επίγνωσιν της αληθείας, διότι προϋποθέτει και δημιουργεί — και όταν ακόμη δεν καταλήγη εις κάτι οριστικόν — την βεβαιότητα της υπάρξεώς της. Οδηγητής και νομοθέτης σου ο λόγος, ο απόλυτος κανών του πνεύματος, και μόνον η φιλία του λόγου (φιλολογία αυτό σημαίνει εις την γλώσσαν του Πλάτωνος, κάτι που λησμονούμεν συνήθως ημείς οι φιλόλογοι) και η απόλυτος υποταγή εις τα κελεύσματά του σου εξασφαλίζει την ελευθερίαν και την ευδαιμονίαν. Υποτάξου εις τον λόγον, διδάσκει ο Πλάτων, αν θέλεις να υποτάξης την ζωήν. Δι’ αυτό και τοποθετεί ο Πλάτων ως απαραίτητον προβαθμίδα της αγωγής προς την φρόνησιν τα μαθηματικά, με την αυστηράν, την αμείλικτον πειθαρχίαν του λόγου, εις την όποιαν συνηθίζουν τον άνθρωπον.

Τοιαύτη γνώσις δεν αγοράζεται έτοιμη από κανένα κάπηλον σοφίας, ούτε διδάσκεται εις ολίγον χρονικόν διάστημα. Μόνος του ο καθείς οφείλει, αν την επιθυμή, να την  κατακτήση, με αγώνα και προσπάθειαν και τον διαρκή έλεγχον εναντίον της πνευματικής αδρανείας, που λαμβάνει συχνά την μορφήν της ακραδάντου, ανυπόπτου αυτοπεποιθήσεως. Αλλ’ όταν πραγματοποιηθή κά­ποτε η εσωτερική αυτή καλλιέργεια του νου και υποταχθή η ψυχή εις της επιστήμης την διακονίαν, σβήνουν πλέον αι αντιφάσεις, αι αμφιβολίαι, ο σκεπτικισμός. Είναι άλλωστε ταύτα καρποί της ευθηνής πολυγνωσίας, της ματαίας και μισολόγου ερεύνης του προχείρου κόσμου των αισθήσεων, που ζητεί την ματαιοδοξίαν ή την περιέργειαν του όχλου να ικανοποιήση και απομακρύνει διά τούτο από τον Θεόν. Ενώ η κατά Πλάτωνα γνώσις οδηγεί προς τον Θεόν[3] διότι αναχωρεί από το θεϊκόν πρόσταγμα του γνώθι σαυτόν και ανακαλύπτει το θείον μέσα εις τα στήθη του ανθρώπου και ακούει του Θεού την φωνήν μέσ’ από τα κελεύσματα του λόγου του εν ημίν. Και τοτ’ αισθάνεσαι, ότι πάν­των χρημάτων μέτρον είναι ο θεός, όχι ο άνθρωπος, όπως διεκήρυξεν ο Πρωταγόρας (Νόμοι 716c). Έτσι η γνώσις δεν είναι απλή περιεργείας ικανοποίησις ή ματαιόσχολος του νου παιδιά· είναι γνώσις εσώψυχος, ζωοποιός, είναι στροφή της ψυχής διαρκής προς το αιώνιον και απόλυτον, που χαρίζει τον λυτρωμόν και την αθανασίαν εις τον άνθρωπον, είναι η φρόνησις, η γα­ληνή, ή μακαρία όψις τε και θέα της ιδέας του αληθούς.

Η υγιής και ανδρική, η αισιόδοξος αυτή πίστις, ότι η ευδαιμονία είναι κάτι αχώριστον από την αλήθειαν και ότι πρέπει να ζητηθή και θα ευρεθή εις την άγρυπνον και συνειδητήν λειτουργίαν του λογικού και εις την απόλυ­τον βεβαιότητα, που χαρίζει η ελευθέρα υποταγή εις του λόγου την επιταγήν, αποτελεί το γονιμώτερον χαρακτηριστικόν της πλατωνικής σκέψεως. Συγκρί­νατε τώρα το ρωμαλέον αυτό δίδαγμα προς τ’ άρρωστα της εποχής κηρύγματα, που ζητεί εις την λήθην την χαράν της και την ευτυχίαν περιμένει από την μέθην ή από την ατονίαν του λογισμού, μέσα εις τα όνειρα και τας ψευδαισθησίας και την άγνοιαν ή εις την ανώριμον και ατελή ψυχήν του παιδιού. Το να βλέπης εις το παιδί, που δεν σκέπτεται και δεν αισθάνεται, το άκρον άωτον της ευτυχίας, θα εύρισκεν ο Πλάτων ως το άκρον άωτον της ανοησίας[4]. Αν επρόκειτο ν’ απασχοληθή ποτέ με το παιδί, θα σας έλεγεν ο Πλάτων: το παιδί αξίζει όλων μας την τρυφερότητα και την στοργήν, αξίζει ακόμη και όλων μας την προσοχήν και παρουσιάζει το μεγάλον πλεονέκτημα, ότι ελεύθερ’ ακόμη και χωρίς κίνδυνον η πραγματικότης να μας διαψεύδη ημπορούμεν να ελπίζωμεν απ’ αυτό τα ωραιότερα πράγματα. Ευδαιμονίαν όμως δεν έχει· του λείπει το τέλος, του λείπει ο λογισμός, το συνειδητόν και ηρωικόν αντίκρυσμα της ζωής, η ελευθερία, που χαρίζει ο λόγος. Ευδαιμονείν δεν είναι ρεμβασμός και ονειροπόλησις ενός ανεφέλου μέλλοντος, ούτε η απόλυτος αταρα­ξία και απάθεια — οι λίθοι τότε θα ήσαν τα ευτυχέστερα των όντων — αλλ’  ενέργεια νου, είναι το ευ  πράττειν, όπως θαυμάσια το εκφράζει η αρχαία γλώσσα. Η ανδρεία είναι κεφαλαιώδης διά τον Πλάτωνα αρετή, ου­σιώδες συστατικόν της κατά Πλάτωνα ευδαιμονίας[5].

Μόνος του ο άνθρωπος με προσωπικήν αυτενέργειαν και προσωπικήν ευθύνην θα δημιουργήση, θα  γεννήση από μέσα του την γνώσιν του όντος, που απεκάλυψεν εις τον κόσμον ο Πλάτων. Αλλά και δεν θα την ζητήση εις την απομόνωσιν και την ερημίαν. Της μοναξιάς η συλλογή γεννά ψυχρά του εγκεφάλου κατασκευάσματα, λογισμούς απόκοσμους και αναιμικούς — φρον­τίδας θα τους ονόμαζεν ο Πλάτων. Την σκέψιν την δημιουργικήν και ρωμαλέαν, που είναι ζωή και αγών, δεν γεννά η μοναχική ζήτησις, αλλ’ η κοινή αναζήτησις, η συζήτησις — τι ωραία λέξις και τι βεβήλωσιν υφίσταται με την σημερινήν της χρήσιν, που σημαίνει ολίγον ή πολύ καβγά ! . . . Έτσι και η υψίστη φιλοσοφική επιστήμη ονομάζεται από τον Πλάτωνα διαλεκτική, η τέχνη του διαλέγεσθαι· αθάνατα και ανέφικτα μας δίδουν δείγματάα της του Πλάτωνος οι σμιλευτοί διάλογοι. Δεν είναι μόνον ο αμοιβαίος έλεγχος, που εξασφαλίζει η κοινή αναζήτησις· ζωήν αποκτά η γνώσις και ολοκλήρωσιν, αφού προβάλλει ως καρπός κοινής προσπάθειας ολοκλήρου τού είναι των αναζητούντων, ως καρπός ολόθερμα ψυχικός, όχι στενά εγκεφαλικός. Αυτό μας μεταφέρει εις τον δρόμον του έρωτος.

Είναι πλάνη, λέγει ο Πλάτων, όταν βρίζεται ο έρως (η λέξις φυσικά όχι με την σημερινήν περιωρισμένην της σημασίαν) ως ο δεσμός, που ενώνει δύο ανθρώπους μεταξύ των. Όταν αγαπώ ένα πρόσωπον, δεν το αγαπώ χάριν αυτού και μόνου· αγαπώ εις το πρόσωπον αυτό τα πολλά ή ολίγα χαρίσματα που έχει, την ωραιότητα, την καλωσύνην, την ευφυΐαν, την ανδρείαν κλπ., αγαπώ δηλαδή το πρόσωπον αυτό ως ενσάρκωσιν πιστήν ή ατελή ενός ιδανι­κού, που ευρίσκεται έξω αυτού, εις τον κόσμον των απολύτων αξιών, εις τας οποίας εγώ πιστεύω. Είναι δεσμός λοιπόν ο έρως των δύο προς ένα τρίτον, προς ένα ιδεώδες απόλυτον· προς αυτό αναβιβάζει τας ψυχάς των εις κοινάς αναζητήσεις και με κοινόν ρυθμόν ο έρως ο αληθινός.

Και ο  πλατωνικός έρως (πόσον ρηχά και πόσον πτωχικά τον απο­δίδει ο σημερινός, εμποροποιημένος δεσμός μεταξύ μαθητού και διδασκάλου!) είναι παρομοία σύνδεσις δύο προσώπων προς μίαν απόλυτον αξίαν, την ιδέαν του καλού, που ξεκίνα από το κάλλος το αισθητόν[6], διά να προχωρήση εις την θέαν του απολύτου, του αιωνίου, του αμείκτου κάλλους. Άνοδος είναι, όπως και της γνώσεως ο δρόμος, ο δρόμος του έρωτος· αλλ’ η άνοδος αυτή δεν συντελείται πλέον με τα στερεά, βαρυκίνητα και βραδυκίνητα βήματα του ελέγχου και της λογικής, αλλά με το ελαφρόν και ελεύθερον πέταγμα, που χα­ρίζει εις την ψυχήν ο έρως, ο αιώνιος μεσολαβητής μεταξύ της ανθρωπίνης ατελείας και της θείας μακαριότητος, μεταξύ της γης και του ουρανού·

αντίκρισες τον Έρωτα στο γλυκανάβλεμμά σου·

ξεχνάς τη γη· και αυτός για σε τα ουράνια έχει ξεχάσει,

όπως λέγει ένας ποιητής μας με του Πλάτωνος την σκέψιν θρεμμένος.

Κάθε έρως αληθινός και υγιής είναι και ορμή προς γονιμοποίησιν· πόθος αθανασίας είναι εις την φύσιν του ο έρως. Και ο πλατωνικός ο έρως γεννά. Εις το πέταγμά της προς τον απόλυτον κόσμον της ιδέας, εις το σταμάτημά της εμπρός εις το πέλαγος του καλού, που αποτελεί δι αυτήν ένα πρόγευμα της θείας μακαριότητος, καταλαμβάνεται του διδασκάλου η ψυχή από άρρητον οργασμόν. Όπως της νύκτας τα σκοτάδια, όταν φωτόχαρος προβάλλει ο ήλιος το πρωί, χάνονται και σβήνουν μέσα μας κάθε μικρότης και ασχήμια. Όλα της καλωσύνης τ’ άνθη και των αρετών τα στολίδια λαχταράς να σκορπίσης εις την ψυχήν, που ανέλαβες να διαπλάσης. Καλύτερος αισθάνεσαι να γίνεσαι, διότι εζήτησες εκείνην να κάμης καλήν· ανυψώνεσαι και συ, εκεί που ζητείς τον άλλον ν’ ανυψώσης. Και γεννοβολά μέσα εις την ψυχήν του μαθητού τού διδασκάλου η αγάπη. Σαν χείμαρρος καταλαμβάνεις να ξεχύνεται η σκέψις σου και μ’ ευγλωττίαν πρωτάκουστον ομιλεί η ψυχή σου διά τον κόσμον των ιδεών, διά τας αιωνίους αξίας του αληθούς, του αγαθού, του ωραίου, διά την μικρότητα της αισθητής ζωής, διά το πέταγμα της ψυχής προς την ολόφωτον και ολόκαλην πατρίδα της. Και ενώ η ψυχή του μαθητού απλώνει τα πτερά προς τα επάνω και, διά να μεταχειρισθώ τους στίχους του ίδιου του ποιητού,

κρυφή λαχτάρα επέρασε τα βάθη μιας ψυχής

και ανατριχιάζουν τα φτερά τα διπλωμένα,

μέσα εις την σκέψιν του διδασκάλου χάνεται πλέον το πρόσωπον, πρόσωπον και ιδέα γίνονται ένα, ένα πτερύγισμα και ένας ρυθμός και μία λαχτάρα προς τα μεγάλα και τα αιώνια — προς την αλήθειαν και την ευδαιμονίαν.

Διότι προς την αλήθειαν δεν οδηγεί μόνον ο λόγος· ο Πλάτων, ο μεγάλος μαθηματικός και ο μεγάλος ιδρυτής της λογικής, αντίκρυσε πολύ ολοκληρωμένην την ζωήν, ή ώστε να κηρύξη, ότι μόνον με τας νοησιακάς δυνάμεις του επιστήμονος θα συλλάβης το νόημά της. Είναι η θεία μανία, η μανία που στέλλουν οι θεοί[7], ως δώρημα τέλειον άνωθεν καταβαίνον, εις την ψυ­χήν, που υπεβλήθη εις την διακονίαν τού έρωτος, διά ν’ αναβή με της φαντασίας και του αισθήματος τα πτερά, με την  δ ι α ί σ θ η σ ι ν  του καλλιτέχνου, διά να μεταχειρισθώ σύγχρονον όρον, εκεί όπου οδηγεί η επιστήμη — ίσως και ακόμη μακρύτερα.

Αυτός είναι ο έρως, που ησθάνετο και ενέπνεεν ο Σωκράτης, ο έρως που τον ανύψωσεν εις αλιέα ψυχών, ο έρως που έδωσεν εις τον Πλάτωνα την δύναμιν ν’ αναστήση εκ νεκρών διά τους αιώνας ασύγκριτον την μορφήν του δι­δασκάλου, ο ίδιος έρως που συνεκέντρωνεν περί τον Πλάτωνα εις τον φιλέρημον θίασον της Ακαδημίας τους εκλεκτοτέρους νέους της εποχής και ενέπνευσεν εις τον περισσότερον ανεξάρτητον μαθητήν του, τον οξύτερον επικριτήν των φιλοσοφικών του δογμάτων, τον Αριστοτέλη, τον ύψιστον έπαινον, ο οποίος ελέχθη ποτέ περί ανθρώπου:

ανδρός, ον ονδ’ αινείν τοίσι κακοίσι θέμις.

Ο δρόμος της γνώσεως και του έρωτος οδηγούν προς την ευδαιμονίαν· αλλ’ όχι προς την  πλήρη ευδαιμονίαν. Και η πλήρης ευδαιμονία, όπως και η  σοφία, όπως κάθε τι το απόλυτον εις την απόλυτον καθαρότητά του, είναι του Θεού ιδιότητες, τας όποιας ο άνθρωπος εις μερικάς σπανίας στιγμάς μακαριότητος δυνατόν είναι να  θεάται και εις ολόκληρον την ζωήν του να  ποθή, αλλά ν’  αποκτήση  δεν θα  επιτύχη  εις την ζωήν αυτήν. Διότι ζωή σημαίνει δεσμόν της ψυχής προς το σώμα, και ο Πλάτων, ο μεγάλος επιστήμων και ο μεγάλος καλλιτέχνης, είχε διαυγή παράστασιν των  ο ρ ί ω ν  της πνευματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ακριβώς διότι επροχώρησε με την δύναμιν αυτήν όσον κανένας εις τον κόσμον άνθρωπος. Πόσον μακράν ήτο από την αλαζόνα και αντίθεον αφροσύνην πολλών από τους σημερινούς επιστήμονας η σκέψις του ανδρός, όστις εκήρυξεν, ότι όχι η  σοφία, αλλ’  η  φιλοσοφία είναι το ύψιστον ιδανικόν της ανθρώπινης ζωής!

Και η φιλοσοφία, η διαρκής αυτή ανάτασις προς την θείαν μακαριότητα, δεν είναι δυνατόν παρά να είναι ένας πόθος και μία προσπάθεια καθαρμού[8] , καθαρμού από του σώματος τα δεσμά και τας αδυναμίας, μία διαρκής νοσταλ­γία της ψυχής προς την αιωνίαν πατρίδα της και την ελευθέραν, την αδέσμευτον υπόστασίν της. Διά τούτο η φιλοσοφία είναι εις το βάθος της ένας πόθος λυτρωμού από το σώμα και την ζωήν[9], και του φιλοσόφου η ζωή μία διαρ­κής προπαρασκευή προς τον θάνατον. Αυτός είναι ο δρόμος του θανάτου. Οδηγεί και αυτός, όπως και οι άλλοι δρόμοι, προς την φρόνησιν, προς την μακαρίαν ενατένισιν του ακηράτου κόσμου της πραγματικότητος.

Κακόν λοιπόν δεν ημπορεί να είναι ο θάνατος, ούτε κάτι το άλογον, και ο φόβος του θανάτου δεν είναι μόνον ανανδρίας, αλλά και  αφροσύνης  των ανθρώπων ένδειξις. Ως απολύτρωσις από τα δεσμά της θνητής υπάρξεως, ως επάνοδος της ψυχής, της κεκαθαρμένης διά της φιλοσοφίας ψυχής, προς την αρχαίαν πατρίδα, είναι ο θάνατος μέγιστον  α γ α θ ό ν. Προεκτείνει την ζωήν μας πέραν από την γηίνήν της ύπαρξιν, και της δίδει ένα βαθύτερον νόημα, που δεν υπόκειται εις τας αδυναμίας τού σώματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπον το να γνωρίζης πώς ν’ αποθνήσκης σημαίνει να γνωρίζης πώς να ζης. Διότι η ευ­δαιμονία του ανθρώπου δεν περιορίζεται μεν εις τα στενά όρια της θνητής του ζωής, αλλά και δεν είναι κάτι, που του παρέχεται έτοιμον εις τον άλλον κό­σμον· εις την εδώ, την επίγειον ζωήν αποκτάται, με κόπους και με αγωνίας. Διά τούτο δεν έχει αξίαν ο θάνατος, που προσφέρει μόνος του κανείς εις τον εαυτόν του, βιαίως και προώρως. Τοιούτος θάνατος δίδει ένα τέλος βέβαια εις την ζωήν, αλλ’ όχι και ένα νόημα· και του θανάτου η αποστολή είναι να είναι  τελείωσις, όχι μόνον  τέλος  της ζωής.

Αυτή η διαρκής αντινομία μεταξύ της φυγής από την ζωήν και της αγάπης προς αυτήν, μεταξύ του θανάτου και της αισιοδόξου δράσεως, ένδειξις μιας σκέψεως υγιούς και ρωμαλέας και πολυχόρδου, ενσαρκώνεται εις τον θά­νατον του Σωκράτους. Ο Σωκράτης δεν αποθνήσκει ως μάρτυς με οπτασιασμούς των ανοιγομένων προς το πνεύμα του ουρανών της δόξης και της ευτυ­χίας, ούτε περιφρονεί τα μέσα, που του παρέχει η πατρίς και εγκρίνει η συνείδησίς του, διά να προστατεύση την ζωήν του από τον θάνατον. Με γαληνήν και φωτεινήν την ψυχήν, χωρίς την απόλυτον βεβαιότητα της μετά θάνατον ανταποδόσεως, αλλά με την απόλυτον πεποίθησιν, ότι ενήργησε σύμφωνα με το δίκαιον, και με την ήρεμον πίστιν, ότι ο θάνατος δεν είναι, δεν  ημπορεί να είναι κακόν, βαδίζει εύψυχος προς το πεπρωμένον. Διά τούτο ακριβώς και μένει ο νικητής της ζωής και του θανάτου, αφού ενίκησε τον εαυτόν του, τον εν ημίν παίδα, όπως χαρακτηρίζει ωραιότατα ο Πλάτων την δει­λίαν προ του θανάτου. Δι’ αυτό και ημπορεί να λεχθή περί αυτού ό,τι επρόκειτο μετά αιώνας να λεχθή περί του Χριστού : θανάτω θάνατον πατήσας.

Τρεις είναι οι δρόμοι, όπως είδαμεν, προς την ευδαιμονίαν, αλλ’  ένας είναι και οι τρεις εις την βαθυτέραν των υπόστασιν. Διότι και η γνώσις δεν είναι χωρίς τον έρωτα και τον θάνατον πλήρως δυνατή, και ο έρως και ο θά­νατος εις την γνώσιν οδηγούν, και όλοι προς το απόλυτον και το αιώνιον, που αποκαλύπτεται εις τον άνθρωπον, άλλοτε ως η αλήθεια, άλλοτε ως το αγαθόν, άλλοτε ως η ωραιότης. Τριάδα ομοούσιον και αδιαίρετον απαρτίζουν αι τρεις αυταί ύψισται αξίαι της ανθρωπίνης υπάρξεως, και μόνον των αιρετικών η τύφλωσις και των κακοδόξων η πλάνη ανακαλύπτει διαφοράν ουσίας ή ιεραρχίας μεταξύ των τριών αυτής υποστάσεων, αντίθεσιν μεταξύ των δρόμων που οδη­γούν εις μίαν έκαστην εξ αυτών, μεταξύ της επιστήμης, της τέχνης και της θρη­σκείας, διά να μεταχειρισθώ συγχρόνους έννοιας. Θα συναντήσετε συχνά εις την ζωήν σας των κακοδόξων τούτων τα κηρύγματα. Μην παρασυρθήτε από την πειστικότητα των ανθρώπων, που βλέπουν αγεφύρωτον και άσπονδον τον δι­χασμόν μεταξύ των ευγενεστέρων εκδηλώσεων του ανθρωπίνου πνεύματος, με­ταξύ της επιστήμης και της θρησκείας και της τέχνης, μόνον διότι η ψυχή των είναι πολύ πτωχή, ώστε ν’ αντιληφθή ωλοκληρωμένην την ζωήν, όπως την ανεκάλυψε και την απεκάλυψεν ο Πλάτων, ώστε να συλλάβη μέσ’ από το χάος των φαινομένων την υψίστην διαλεκτικήν οντότητα, το εν διαφέρον εαυτώ.

Και την οντότητα αυτήν, προς την οποίαν οδηγεί ο δρόμος της φιλοσο­φίας, που είναι μαζί και γνώσις και αγάπη και θανάτου μελέτη, δεν εμφανίζει ο Πλάτων ως ψυχρόν λογικής αναγκαιότητος πόρισμα, ούτε ως ένα λαμπρόχρομον και φωτόχαρον δημιούργημα καλλιτεχνικής φαντασίας και φλογερών ελπίδων ολοζώντανος ο κόσμος αυτός της ιδέας ο ακήρατος μας αποκαλύπτεται, ενσαρκωμένος εις το πρόσωπον του Σωκράτους, που μας διδάσκει όχι με τα δόγματα, αλλά με τα παθήματά του, με την αγάπην και με τον θάνατον πε­ρισσότερον παρά με την διαλεκτικήν του. Έτσι η μορφή τού Σωκράτους, που ζη και αποθνήσκει και εκ νεκρών ανίσταται με την ενατένισιν του απολύτου, αποτελεί την μεγαλυτέραν εγγύησιν, ότι η διδασκαλία του Πλάτωνος δεν είναι ουτοπία, ότι ο  φιλόσοφος προϋπήρξε της  φιλοσοφίας.Αυτό το βαθύτερον νόημα έχει η επιμονή του Πλάτωνος, εις όλα του τα συγγράμματα να εισάγη τον Σωκράτην ως φορέα και ήρωα των διδαγμάτων του και να παρουσιάζη τα ύψιστα επιτεύγματα της επιστημονικής ερεύνης και της καλλιτεχνι­κής του διαισθήσεως διηγούμενος του διδασκάλου τον βίον. Και τον διηγείται όχι με τας ρητορικάς υπερβολάς του εγκωμιαστού, ούτε με τας θαυματουργούς μυθοπλαστίας του αγιογράφου. Απλά, λιτά μας περιγράφει, ποιός υπήρξεν εις την πραγματικότητα ο Σωκράτης, με την ήρεμον και άσειστον πίστιν, ότι η λιτή και απέριττος εκείνου ύπαρξις αποτελεί την μεγαλυτέραν εις την ιστο­ρίαν της ανθρωπότητος  θαυματουργίαν.

Δεσποινίδες,

Εις ολίγα λόγια δεν εξαντλείται του Πλάτωνος η πνευματική κληρονο­μιά· εις τα έργα του άλλωστε δεν μας εμφανίζεται ορισμένον σύστημα δογμά­των και συλλογισμών, που να ειν’ εύκολον να το συνοψίσης εις τα ουσιωδέ­στερα. Του φιλοσόφου τας περιπέτειας, την χαράν και την ελπίδα και την τραγωδίαν, μας περιγράφει ο καλλιτέχνης εις την ολοζώντανον ενσάρκωσίν των. Εγώ δεν σας έδειξα παρά σημεία μόνον από την φιλοσοφίαν αυτήν, διά να σας δείξω τι θησαυρούς κρύπτει, τι θησαυρούς υπάρχει ελπίς σεις πρώται ν’ ανακαλύψετε. Κανένας ως τώρα δεν έφυγεν από του Πλάτωνος το πνευματικόν τραπέζι με χέρια αδειανά, χωρίς κάτι τελείως και προσωπικά ιδικόν του, που εις αυτόν και μόνον επεφύλασσεν η χάρις εκείνου.

Ακολουθήσετε και σεις τον δρόμον της φιλοσοφίας, τον δρόμον της γνώσεως, του έρωτος, του θανάτου. Δεν τον εχάραξεν ο Πλάτων διά τους φιλοσό­φους κατ’ επάγγελμα, ούτε διά τους συγγραφείς τους μεγάλους. Το ευαγγέλιόν του καλεί όλους, όσοι είναι αποφασισμένοι με ανδρισμόν ν’ αντικρύσουν την μοίραν των και να την υποτάξουν εις το νόημα της ζωής των, όλους εκείνους, διά τους οποίους ζωή και ευδαιμονία δεν ευρίσκονται εις την ανυπαρξίαν ή εις την αναισθησίαν των λίθων, αλλ ειν’ εγρήγορσις της ψυχής και δράσις και αγών και προσπάθεια, όλους εκείνους, όσοι θεωρούν υποχρέωσίν των και προς τας συμφοράς ακόμη να προχωρήσουν νικηταί εσωτερικώς, με τα μάτια της ψυ­χής των ανοικτά, αντικρύζοντες κατάμματα, όπως η Κασσάνδρα, τον πόνον τον μεγάλον. Διότι ο Πλάτων δεν είναι ένας καθηγητής λογίων, είναι της ζωής οδηγητής και πρωτοπόρος, φως και χαρά και στήριγμα δι όλους, όσοι θελήσουν να τον ακολουθήσουν εις τους δρόμους του.

Τον δρόμον της γνώσεως θα τον βαδίσετε και σεις εις την ζωήν, που σας ανοίγεται σήμερα. Μη λησμονήσετε του Πλάτωνος τας οδηγίας. Μη λησμονή­σετε, ότι καλλιέργεια του νου δεν είναι συσσώρευσις εξωτερική γνώσεων και πολυμαθείας. Αι γνώσεις είναι ανθρωπίνης, όχι θείας προελεύσεως, και είναι υλικόν, όπως ο πλούτος και τ’ άλλα του κόσμου τα χαρίσματα· η χρήσις τας μεταβάλλει εις αγαθόν ή κακόν, όργανον ευδαιμονίας ή όργανον ολέθρου και ματαιότητος. Μέσα σας  πρέπει να εργασθήτε, διά να καλλιεργήσετε τον νουν σας. Την  γνώσιν, όχι τας γνώσεις  πρέπει να ζητήσετε, εις του λόγου την επιταγήν να υποταχθήτε, αν θέλετε να ζήσετε ελεύθεροι άνθρωποι, θα συναντήσετε συχνά πολλούς, που θα σας καλούν εις προσπάθειας εξωτερικής ανακαινίσεως της κοινωνίας και η ψυχή σας ανυστερόβουλα και μ ενθουσιασμόν θα σκιρτήση. Μην τους ακολουθήσετε· μη ζητήσετε να διορθώ­σετε την ανθρωπότητα, προτού να διορθώσετε τον  άνθρωπον  μέσα σας. Ακοίμητον μέσα σας κυβερνήτην και ελεγκτήν να έχετε τον λόγον και μη λησμονήσετε ούτε στιγμήν, ότι υψίστη του ανθρώπου προς τον εαυτόν του και τους άλλους υποχρέωσις είναι το λόγον διδόναι. Την αλήθειαν εις όλην σας την ζωήν, εις τας μεγάλας του βίου σας στιγμάς και τας απείρους μικροσυμπτώσεις, από τας οποίας αποτελείται η ζωή ημών των κοινών ανθρώπων, να ζητήτε· αλλά και να μη λησμονήτε, ότι η ζήτησις είναι διά τον άνθρωπον γονιμωτέρα παρά η έτοιμη απόκτησις και ότι εις το βάθος η μεγάλη του ανθρώπου μοίρα είναι η φιλοσοφία· η σοφία είναι του Θεού ιδιότης.

Ενθυμηθήτε την ωραίαν εκείνην σκηνήν από τον Φαίδωνα. Ο Σωκρά­της έχει προχωρήσει με τους συλλογισμούς του προς κάποιο τέλος· η αθανασία της ψυχής φαίνεται τιθεμένη εκτός πάσης αμφιβολίας. Έξαφνα ο Σιμμίας και ο Κέβης, οι δύο φιλοσοφικώτερα μορφωμένοι μαθηταί, παρουσιά­ζουν δύο αντιρρήσεις τόσον ουσιώδεις, ώστ’ απειλείται να κρημνισθή ολόκλη­ρον το μέχρι τούδε οικοδόμημα των αποδείξεων. Ακολουθεί μακρά, βαρειά σιωπή. Όλη εκείνη η βαρύθυμος διάθεσις των μαθητών, που διαπνέει τον διά­λογον, όλος ο πόνος, που αγωνίζεται να μη ξεσπάση και ξεσπά εν τούτοις εδώ και εκεί, εις τας τυχαίας παρατηρήσεις, εις τα βουρκωμένα τα μάτια, εις τα θλιμμένα βλέμματα, συγκρατείται όμως ταυτοχρόνως με τον ανδρισμόν και την σιδηράν αυτοπειθαρχίαν του γαληνού παραδείγματος του διδασκάλου, τους πιέζει τώρα βαρειά τα στήθη. Αισθάνονται πως η συζήτησις δεν αναφέρεται, κυρίως ειπείν, εις το γενικόν πρόβλημα περί της αθανασίας της ψυχής, αλλ’ εις το αγωνιώδες ερώτημα, αν ο Σωκράτης, που έχουν ενώπιών των, θα σβήση οριστικώς εις την ανυπαρξίαν και εις το μηδέν. Και από μέσα των αγανακτούν εναντίον των δύο συμμαθητών, που ήλθαν με την άκαιρον επιχειρηματολογίαν των να συντρίψουν μίαν τόσον προσφιλή πίστιν, μίαν τόσον τρυφεράν ελπίδα.

Και ο Σωκράτης κατ’ αρχάς σιωπά. Αλλ ή ψυχή του βαρύθυμος δεν είναι· ελαφρά και χαρωπή, γεμάτη καμάρι διά τας αντιρρήσεις των δύο θηβαίων, δί­δει την δύναμιν εις τον μελλοθάνατον να στηρίξη και ν’ ανυψώση τους άλλους μαθητάς, που κινδυνεύουν να γίνουν μισόλογοι, να δυσπιστήσουν δηλαδή προς την αξίαν και την δύναμιν του λόγου, μόνον διότι ο λόγος δεν εφάνη να επιδεβαιώνη προσφιλείς των ελπίδας. Από το κρεβάτι της φυλακής, που είχε κα­θίσει, απλώνει το χέρι προς τα ωραία σγουρά μαλλιά του Φαίδωνος, που κα­θισμένος κοντά του σ’ ένα σκαμνί σκύβει περίλυπος το κεφάλι. Και το χάιδευμα του αγαπημένου ξυπνά μέσα του όλην την δύναμιν του έρωτος, όλον το θάρ­ρος της αναπτερώσεως προς την αλήθειαν.

«Θα τα κόψης αύριο, το ξέρω, τα ωραία αυτά μαλλιά, για να με πενθήσης, του λέγει. Όμως το πένθος το βαρύ και το μεγάλο δεν είναι, αν ο Σω­κράτης αποθάνη· αν τον λόγον αφήσωμε ν’ αποθάνη, αν μέσα στην ψυχή μας βλάστηση το μίσος και η αμφιβολία γι’ αυτόν, τότε θα πρέπη και συ και όλοι μας να θυσιάσωμε τα μαλλιά μας στον ακριβό μας το νεκρό. Μα πρέπει να τ’ α­φήσωμε· σαν  άνδρες, ας ξαναβρούμε τον εαυτό μας.»

Και η συζήτησις προχωρεί… Ο κίνδυνος της μισολογίας απεσοβήθη· ο Σωκράτης, ο πραγματικός Σωκράτης, δεν απέθανε, διότι και ο  λόγος ο σωκρατικός δεν απέθανεν. Ολοζώντανον τον διετήρησεν ο έρως του μαθητού και η μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνου, διά να κηρύσση εις τους αιώνας από την φυ­λακήν και από τον θάνατον την πίστιν την ακλόνητον και αισιόδοξον προς το δικαιοσύνας χρύσεον πρόσωπον.

Μαθηταί του Πλάτωνος γίνετε και εις της αγάπης τον δρόμον, που θα βαδίσετε, εις την αγάπην που θ’ αγαπήσετε, εις την αγάπην που θα εμπνεύσετε. Ας είναι η αγάπη σας πτεροφυΐα της ψυχής, διά ν’ αναβαίνετε και ν’ αναβιβάζετε και τους άλλους πέραν από κάθε ανθρωπίνην ασχημίαν και μι­κρότητα προς τα υψηλά, προς την ολόφωτον πατρίδα της ψυχής μας. ΙΙαρόμοια αγάπη, που θα την οιστρηλατή η θεία μανία του ουρανίου έρωτος, δεν είναι ποτέ κίνδυνος ν’ αποτελέση συνθηκολόγησιν με την συνείδησιν του ανθρώπου· είναι καθαρμός της ψυχής και ενατένισις της αιωνίας φύσεως του κάλ­λους, τελετή μακαρία τε και ευδαιμονική. Θα είναι μεγάλη και γόνιμος· διότι δεν θα είναι επιφανειακός προσώπων δεσμός, αλλά κοινή αγάπη, κοινός και σύντονος πόθος, ομόρρυθμος και ομόχρονος άνοδος προς την ιδέαν. Δι’ αυτό και θα είναι  πλουτισμός, όχι περιορισμός της αρετής σας, δύναμις της ψυχής, όχι ένδειξις ανθρωπίνης αδυναμίας, όχι πηγή πόνου ματαίου, αλλ’ αιώνιας κέντρον εξάρσεως.

Και τώρα ο δρόμος του θανάτου: θα φανή ίσως παράξενον, εις ανθρώπους, που αρχίζουν τώρα την ζωήν με την χαράν και την ορμήν της νεότητος, να ομιλή κανείς περί θανάτου. Και όμως ποτέ άλλοτε, νομίζω, δεν είναι γονιμώτερον να σκέπτεσαι τον θάνατον, όσον όταν νέος κανείς έχει εμπρός του πλούσια τα χρόνια της ζωής του. Διότι η σκέψις του θανάτου δεν απομακρύνει από την ζωήν, ούτε είναι άρνησις της ζωής. Όχι. Αποτελεί προέκτασιν της ζωής μας πέραν από τα ολίγα χρόνια της γήινης υπάρξεως, με το βαθύτερον νόημα, που της χαρίζει. Βοηθεί την ζωήν να νικήση τον θάνατον η σκέψις του θανάτου· διότι μόνον με την σκέψιν του θανάτου αισθανόμεθα, ότι ο θάνατος δεν θέτει τελείαν και παύλαν εις την ζωήν και ότι αποτελεί το τέλος, όχι την αρχήν των πόνων μας. Έτσι η σκέψις του θανάτου θα σας βοηθήση να εύρετε όχι  τι  είναι ο θάνατος — αυτό θα μείνη αιώνια το επτασφράγιστον μυστικόν της θνητής μας υπάρξεως — αλλά πώς  πρέπει να είναι η ζωή.

Επιτρέψατε μου τώρα να τελειώσω μ’ ένα επεισόδιον από τον Φαίδωνα. Ολίγας ώρας προτού να κλείση τα μάτια διά παντός, διηγείται ο Σωκράτης ένα περίεργον όνειρον. Από τον ύπνον του συχνά μία φωνή, φωνή προσταγής μαντική, τον εξυπνά: Σώκρατες, μουσικήν ποιεί και εργάζου. Τα όνειρα τα στέλλουν οι θεοί· και ο Σωκράτης, πειθήνιος εις εκείνων τα προστάγματα, εκάθισεν εις την μοναξιάν και την ηρεμίαν της φυλακής του να «ποιήση μου­σικήν», και ο πεζότερος των ανθρώπων ήρχισε να … γράφη στίχους, να στιχουργή του Αισώπου τους μύθους. Όμως τώρα, εις του θανάτου τα πρόθυρα, τα μάτια της ψυχής ανοίγουν, και ο νους, ελευθερωμένος από της επιγείου ζωής τα δεσμά, τώρα που αντικρύζει τον άλλον κόσμον, ανοίγεται ολόκληρος προς τα ουράνια. Και ο Σωκράτης τώρα εννοεί, ότι του Θεού τα λόγια δεν έχουν ποτέ το νόημά των εις την επιφάνειαν, πρόχειρον εις τους ανάγνους και τους πολλούς. Αργά και ήσυχα του αποκαλύπτεται η βαθυτέρα σημασία της θείας προσταγής. Η μουσική, που ζητεί ο θεός, δεν είν’ ένα κοινόν τραγούδι. Η ζωή του είναι ολόκληρος, μία ζωή αφιερωμένη εις την υπηρεσίαν του ωραίου, του αληθινού, του αγαθού, ως σύγχορδος δοξολογία προς τον Απόλλωνα, προς τον ωραίον Θεόν του φωτός και της τέχνης. Εις αυτήν την δοξολογίαν πρόκει­ται να πρόσθεση τώρα με τον θάνατόν του τους τόνους τους γλυκυτέρους και αρμονικωτέρους. Έτσι και ο κύκνος, ο ομόδουλος και ιερός του Απόλλωνος, έτσι και τ’ άλλα του δάσους τα πουλιά, τραγουδούν γλυκύτερα, πριν ν’ αποθάνουν, προς δόξαν του Απόλλωνος, όχι από τον πόνον της ζωής των που σβήνει, αλλ’ από την χαράν τού λυτρωμού που τους ανοίγεται· και είναι το τραγούδι των όχι μοιρολόγημα της ζωής, υμνολόγημα είναι του θείου.

Εις παρομοίαν μουσικήν οφείλει συνειδητά και κάθε άνθρωπος να συντο­νίση και την ζωήν και τον θάνατόν του. Δεν χρειάζεται ν’ απαρνηθή προς τούτο την ζωήν, ούτε μονόπλευρα να την περιορίση. Ίσα-ίσα όλοι της ζωής οι τόνοι και της ανθρωπίνης ακόμη αδυναμίας αι εκδηλώσεις, και το κλάμα και το γέλιο, και η σιωπή και το τραγούδι, και η οιμωγή του πόνου και της χα­ράς ο αλαλαγμός, και της αγωνίας η κραυγή και της αγάπης το ψιθύρισμα και η προσευχή και ο θρίαμβος και η συντριβή και η ελπίδα και της οργής η κατάρα και της συμπόνιας το γλυκομίλημα — όλα, όλα, χωρίς εξαίρεσιν και χω­ρίς διάκρισιν, ημπορεί και πρέπει ν’ αποτελέσουν την πολύφωνον αρμονίαν, που θ’ αναβή ως θυσία αινέσεως προς τον πατέρα των φώτων. Αρκεί η φιλοσοφία να κατευθύνη μ’ αριστοτέχνου χέρι το μέτρον και τον ρυθμόν, τον καιρόν και το νόημα του καθενός. Χωρίς εκείνην, παραφωνίαι, δυσαρμονίαι, χάος.

Αυτήν την αρμονίαν απεκάλυψαν διά πρώτην φοράν εις τον κόσμον οι Έλληνες, απεκάλυψεν εις την άσπιλον καθαρότητά της ο Έλλην μεταξύ των Ελ­λήνων, ο Πλάτων. Με την βαθύτατα συμβολικήν της σημασίαν αποδεικνύει την αλήθειαν αυτήν η σκηνή από τας τελευταίας στιγμάς της επίγειας ζωής του, που μας κατέστησε γνωστήν ένας πάπυρος από τας καταχωσθείσας πόλεις του Βεζούβιου. Ο φιλόσοφος — ευρίσκεται πλέον εις τα 81 χρόνια του — είναι στο κρεβάτι με πυρετόν δυνατόν. Ένας «Χαλδαίος», αντιπρόσωπος του σοφωτέρου έθνους της Ανατολής, έρχεται εις τας Αθήνας· θέλει να γνωρισθή προσωπικώς με τον Έλληνα, που είχε κατακτήσει τον κόσμον από την ησυχίαν του κήπου της Ακαδημίας με το πνεύμα του, χρόνια πολλά πριν να τον κατακτήση με το σπαθί του ο Αλέξανδρος. Ο Πλάτων, παρ’ όλον τον πυρετόν του, δέχεται τον επισκέπτην με την λεπτότητα του αληθινού αριστοκράτου. Μια αυλητρίς από την θράκην καλείται να παίξη. Εις μίαν στιγμήν όμως παραφωνεί· ο Πλάτων το αντιλαμβάνεται μέσα εις την έξαψιν του πυρετού και της επιβάλλει μ’ ένα κίνημα του δακτύλου να παύση· και από τα χείλη τού Χαλδαίου ξεφεύγει η ομολογία, ότι μόνον ένας Έλλην είναι ικανός και να αισθανθή και να δημιουργήσει αληθινήν αρμονίαν. Την νύκτα ο πυρετός εδυνάμωσε, και το πρωί του φιλοσόφου η ψυχή είχεν επιστρέφει εις τα Ηλύσια, από τα όποια του Θεού η πρόνοια και η αγάπη την είχε καταπέμψει προς τους ανθρώπους.

Αλλ’ ο Πλάτων, Δεσποινίδες, δεν έζησε και δεν απέθανε, δεν εδίδαξε και δεν ηγάπησεν εις μάτην. Αιώνιον παράδοσις αδιάκοπος ανοίγεται από την πρώτην εμφάνισίν του εις τον κόσμον του πνεύματος, αιώνες εζήτησαν και ηύραν εις τους διαλόγους του το φως και την δύναμιν προς την ζωήν. Εκεί θα τα ζητήσετε και σεις, εκεί τα ζητούμεν όλοι μας, ισόβιοι εκείνου μαθηταί, και ημείς που ως έργον μας έχομεν την μελέτην του και όσοι ούτε το όνομά του δεν εγνώρισαν ποτέ και ποτέ δεν έμαθαν, ότι τους πολυτιμοτέρους θησαυ­ρούς του πολιτισμού μας, τον λόγον και τον έρωτα και την ελευθερίαν, εκείνου εχάρισε το πνεύμα προς τους ανθρώπους — και ακόμη χαρίζει.

Διότι μην το λησμονείτε, Δεσποινίδες. Η δίκη και ο θάνατος του Σωκράτους δεν είναι απλούν ιστορικόν επεισόδιον της αθηναϊκής κοινωνίας του 399 π.X. Είναι υπόθεσις παγκόσμιος, καθολική του  ανθρώπου υπόθεσις, εικών και σύμβολον της μοίρας του. Έτσι την αντελήφθη και την απεκάλυψεν ο Πλάτων· έτσι μετά 400 χρόνια ο Παύλος αντελήφθη και απεκάλυψε το επει­σόδιον του Γολγοθά. Και όπως εκείνη η σκηνή συμβολικώς επαναλαμβάνεται κάθε φοράν που θα συγκεντρώνη τους ανθρώπους η πίστις εις το απόλυτον και η προσδοκία του λυτρωμού, έτσι και η δίκη του Σωκράτους επαναλαμβάνεται ως συμβολική λειτουργία του νου κάθε φοράν που ο άνθρωπος θα ευρεθή προ των μεγάλων αποφάσεων, όσαι ρυθμίζουν την τιμήν και την καθαρότητα της ψυχής του. Ο καθένας μας, Δεσποινίδες, θα καθίση, και άπαξ και πολλάκις, δικαστής υπεύθυνος, διά να κρίνη, αν ο Σωκράτης, που ζη, που πρέπει να ζη μέσα μας, δύναται να συνέχιση το έργον της ερεύνης και του ελέγχου. Μην ακολουθήσετε τους Αθηναίους δικαστάς, μη θελήσετε να τον καταδικάσετε μέσα σας εις την σιωπήν και τον θάνατον. Άγρυπνα και ακοίμητα, δυνατά και επιβλητικά αφήσετε ν’ αντηχή εις της ψυχής σας τα βάθη, εις την σκέψιν και εις την αγάπην σας, εις τον πόνον και εις την δράσιν σας, η απολλώνια προσταγή

Μουσικήν ποίει και εργάζου.

[1] [ΣΗΜ. Εις το Υπόμνημα, σελ. 54, αναφέρονται τα εξής διά την ομιλίαν ταύτην : «Εις τας μαθητρίας, που επρόκειτο ν’ αφήσουν το σχολείον, διά να εισέλθουν εις το σχολείον ή και εις τον αγώνα της ζωής, δεν ενόμισα, ότι είχα καλύτερα πράγματ’ από τον κλάδον μου να ειπώ παρά όσα μου υπηγόρευσεν η αγάπη μου και η π ί ο τ ι ς μου προς τον Πλάτωνα — μία πίστις χρονολογούμενη από τα μαθητικά μου χρόνια, η οποία και απετέλεσε το κυριώτερον ελατήριον να σπουδάσω φιλολογίαν.»]

Η ομιλία αυτή έγινε προς τας αποφοιτώσας μαθητρίας του Αμερικάνικου Κολλεγίου Θηλέων εις το Ελληνικό κατά την επίσημον απονομήν των πτυχίων την 21η Ιουνίου 1932. Την δημοσιεύω εδώ, διότι πιστεύω, ότι και εις άλλους, όχι μόνον δι’ όσους αρχίζουν τώρα την κοινωνικήν των ζωήν, το ευαγγέλιον της κατά Πλάτωνα παιδείας θα ημπορούσε να φέρη ή να δυναμώση την χαράν της ζωής και της ιδέας την λατρείαν. Την μορφήν προσφωνήσεως διετήρησα, διότι δεν ήθελα να επιφέρω μεγάλας μεταβολάς, μήτε να μεταβληθή ο «ευαγγελισμός» του φιλοπλάτωνος εις πραγματείαν φιλολόγου. Από την εκφωνηθείσαν ομιλίαν διαφέρει το δημοσιευόμενον κείμενον εις φραστικάς μόνον λεπτομέ­ρειας και προσθήκας τινάς. Ομιλών τότε χωρίς χειρόγραφον και έχων διαρκώς υπ’ όψει μου τον διαθέσιμον χρόνον, είναι φυσικόν να παρήλλαξ’ ακουσίως ή συνειδητά να παρέλειψ’ αρκετά πράγματα. Τα παραδείγματά μου επήρα κατά προτίμησιν από τον Φαίδωνα, όχι μό­νον διότι παρουσιάζει ολοκληρωμένην την μορφήν τού Σωκράτους, αλλά και διότι διδά­σκεται εις την τελευταίαν τάξιν, και ημπορούσα επομένως να τον προϋποθέτω ως γνωστόν και πρόσφατον εις τας προσφωνουμένας.

[2] Χωρίς την φρόνησιν έλκεται (η ψυχή) υπό τον σώματος εις τα ουδέποτε κατά ταύτα έχοντα, και αυτή πλανάται και ταράττεται και ιλιγγιά, ώσπερ μεθύουσα (Φαίδων 79c).

[3] Διό δη δικαίως μόνη πτεροϋται η του φιλοσόφου διάνοια· προς γαρ εκείνοις αεί εστι μνήμη κατά δύναμιν, προς οίσπερ θεός ων θείος εστί· τοις δε δή τοιούτοις άνήρ υπομνήμασιν ορθώς χρώμενος, τελέους αεί τελετάς τελούμενος, τέλεος όντως μόνος γίγνεται· εξιστάμενος δε των ανθρωπίνων σπουδασμάτων και προς τω θείω γιγνόμενος, νουθετείται μεν υπό των πολλών ως παρακινών, ενθουσιάζων δε λέληθε τους πολλούς (Φαιδρ. 249c)

[4] Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι η εξιδανίκευσις της παιδικής ηλικίας λείπει τελείως εις εποχάς δημιουργικού και υγιούς πολιτισμού. Η εποχή μας αυτονομάζεται αιών τον παιδιού — και δεν εντρέπεται δι’ αυτό.

[5] Αυτή είναι η αιτία, διά την οποίαν η πλατωνική φιλοσοφία θα ομιλή πάντοτε εις τους ολίγους και εκλεκτούς· διά την μεγάλην μάζαν των κουρασμένων και πονεμένων της ζωής, που δεν έχουν την δύναμιν ν’ αναβούν εξ ιδίων προς τον κόσμον των ιδεών, που έχουν όμως την επιθυμίαν του λυτρωμού και την καρτερίαν της προσδοκίας, ο Χριστια­νισμός έφερε το ευαγγέλιον της χαράς, τους έμαθε να   πιστεύουν και να  ελπί­ζουν. Και ο Λόγος σάρξ εγένετο δι’ όλους, όσοι με κοντόφωτα τα μάτια της ψυχής των δεν έχουν την δύναμιν ν’ ανακαλύψουν μέσα των και ν’ αντικρύσουν εις την άσπιλον, την αγνήν πνευματικότητά του τον λόγον.

[6] Ως γνήσιος Έλλην ο Πλάτων δεν θεωρεί το κάλλος το αισθητόν, το κάλλος του σώματος και το κάλλος το εν τη φύσει, ως ένα δημιούργημα του Σατανά, όπως αι περισσότεραι ασιατικαί θρησκείαι. Κάτι το θείον υπάρχει και εις τον κόσμο της αισθητής ωραιότητος· αρκεί όμως η ψυχή σου να το ανακαλύξη, και θα της είναι αδύνατο να σταματήση πλέον εις αυτό μόνον ή κυρίως. Αι αισθήσεις άρα δεν είναι κώλυμα εις την άνω ανάβασιν· είναι η πρώτη, αλλά και η κατώτατη βαθμίς.

[7] Νυν δε τα μέγιστα των αγαθών ημίν γίγνεται διά μανίας, θεία μέντοι δόσει διδό­μενης (Φαΐδρ. 244a). Ωραία λόγια, δι’ όσους, από την ιδικήν των μονομέρειαν και ένδειαν κρίνοντες, νομίζουν, ότι ο κόσμος της σκέψεως και του αισθήματος ο κόσμος ειν’ ασυμβίβα­στοι μεταξύ των. Μη λησμονούμεν όμως, ότι υπάρχει και μανία, που δεν στέλλουν οι θεοί.

[8] Και η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη και η ανδρεία και αυτή η φρόνησις καθαρ­μός τις εστίν (Φαίδων 69c).

[9] Καθαρέυωμεν από του σώματος, έως αν αυτός ο θεός απολύση ημάς.

Κατεβάστε το άρθρο σε μορφή pdf εδώ.

Περισσότερα e-books στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του Ερανιστή, ΕΔΩ.

(Εμφανιστηκε 906 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)