Ετικέτα: Δημήτρης Τζήκας

Γυναίκα σε τοιχογραφία της Σαντορίνης. 1700-1600 π.Χ. Μουσείο Προϊστορικής Θήρας.

Πώς βγήκε η φράση «δεν περνά η μπογιά της»

«Και τι δεν επώλουν αι γυναίκες αυταί! Σκευασίας ίνα η κώμη από ξανθής γίνη μέλαινα ή τανάπαλιν, χρώματα προς λεύκανσιν του προσώπου, και άλλα πάλι προς παρασκευήν του τεχνητού ερυθήματος, βαφήν, χολάν όπως έλεγον, ίνα δι’ αυτής αι βλεφαρίδες και αι οφρύες γίνωσι μέλαιναι, σκευασίας δια να διατηρήται η τρυφερότης του δέρματος και μύρια άλλα.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Νέος Ερμής ο Λόγιος (τ. 25) με αφιέρωμα ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Εκστρατεία

Νέος Ερμής ο Λόγιος (τ. 25) με αφιέρωμα ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Εκστρατεία

Κυκλοφορεί σήμερα στα βιβλιοπωλεία και αύριο σε Κέντρα Τύπου και περίπτερα το νέο τεύχος του νέου Ερμή του Λόγιου (τ. 25).

Διαβάστε περισσότερα ›
«Ο γέρος ή από πέσιμο ή από χέσιμο.»

«Ο γέρος ή από πέσιμο ή από χέσιμο.»

«Ας προσέχει να μη γεράσει όποιος δεν θέλει να γίνει πάλι παιδί.», «Οι γέροι και οι μεθυσμένοι είναι δυο φορές παιδιά.», «Οι γέροι είναι δυο φορές παιδιά.», «Τα προχωρημένα γέρα είναι δεύτερα μωράδια.», «Οι γέροι γίνονται μωρουδέλια.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Παροιμίες για τον Δεκέμβριο

Παροιμίες για τον Δεκέμβριο

Δεκέμβριος λέγεται ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του έτους· επειδή στο ρωμαϊκό ημερολόγιο το έτος άρχιζε από τον Μάρτιο, ο Δεκέμβριος ήταν ο δέκατος μήνας, εξ ου και η ονομασία Δεκέμβριος, από το λατινικό decem, που σημαίνει δέκα. Προ του Καίσαρος, ο Δεκέμβριος είχε 29 μέρες, όπως και ο Ιανουάριος και ο Αύγουστος· ο Καίσαρ πρόσθεσε άλλες 2 μέρες.

Διαβάστε περισσότερα ›
Το παζάρι της Λευκάδας. Χαρακτικό. Τέλη 19ου αιώνα.

«Σχοινί με σχοινί και βούρλο με βούρλο!»

Τι; αυτός να συγγενεύσει με τους άρχοντες, με τα κάρβουνα, με τους κακούς ανθρώπους, που δεν έπαυεν η γλώσσα του Λομπάρδου να τους στολίζει; Ο παλαιός λόγος έλεγε: «Βούρλο με βούρλο, σπάρτο με σπάρτο.» Όποιος ήταν βούρλο, για λογαριασμό του· όποιος ήταν σπάρτο, για λόγου του. Τ’ ανακατώματα ποτέ δεν είναι καλά.

Διαβάστε περισσότερα ›
Peter von Hess. O Ρήγας εξάπτει τον προς ελευθερίαν των Ελλήνων έρωτα. Μουσείο Μπενάκη.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: Έλληνες ραψωδοί και λαϊκοί χορευτές στην Αθήνα του 1840

Το πρωί ελληνικά τραγούδια και το βράδυ εθνικοί χοροί. Ήταν αληθινό πανηγύρι. Οι χορευτές ήταν από τον ίδιο το λαό· χόρεψαν δύο Έλληνες υπηρέτες του, ένας γέρος καφετζής κι άλλα δύο νέα παιδιά, τεχνίτες από την πόλη. Οι ραψωδοί άφηναν το μαντολίνο και το βιολί να ηχήσουν και ο καθένας τους έλεγε μία σύντομη στροφή ή προσκαλούσε τους άλλους να χαρούν.

Διαβάστε περισσότερα ›
«Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις!»

«Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις!»

«-Ξέρεις μια παροιμία; Δεν ήξερε ο Μάκης. -Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις. Και του ‘κανε την ανάλυση. -Τι περιμένεις, ρε. Με το ψωρομεροκάματο να βάλεις βρακί στον αποτέτοιο σου;»

Διαβάστε περισσότερα ›
Η ανάγκη να κρύβουν τα μυστικά του επαγγέλματος και η ευνόητη επιθυμία τους να συνεννοούνται χωρίς να τους αντιλαμβάνονται οι εκάστοτε «ξένοι» ώθησε τους χτίστες να δημιουργήσουν μια συνθηματική «γλώσσα» της συντεχνίας, άγνωστη στους πολλούς.

Το μυστικό λεξιλόγιο των παλαιών χτιστών της Ηπείρου

Η ανάγκη να κρύβουν τα μυστικά του επαγγέλματος και η ευνόητη επιθυμία τους να συνεννοούνται χωρίς να τους αντιλαμβάνονται οι εκάστοτε «ξένοι» ώθησε τους χτίστες να δημιουργήσουν μια συνθηματική «γλώσσα» της συντεχνίας, άγνωστη στους πολλούς. Άλλωστε, η συμπεριφορά του κόσμου απέναντι στους μαστόρους ήταν συχνά διφορούμενη και μάλλον αρνητική· οι πετράδες μιλούσαν με πίκρα «για μια περιφρόνηση που συναντούσαν απ’ τους ντόπιους πληθυσμούς.

Διαβάστε περισσότερα ›
Ρήγας και Κοραής σηκώνουν τη σκλαβωμένη Ελλάδα.

«Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.»

Ύστερον απ’ αυτόν [σ.σ. τον Γαλιλαίο] εσηκώθη Νικόλαος ο Κοπέρνικος, Προυσιάνος, εις έναν τόπον όπου βασιλεύει η ελευθερία και όπου έχει κύρος το γνωμικό του Χάλερ «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Winslow Homer (Αμερικανός, 1836–1910). Undertow, 1886. Λάδι σε καμβά. The Clark Art Institute.

«Όποιος πνίγηκε μετάνιωσε!»

Ἐκτύπησεν, ἐμωλωπίσθη, ἐπρήσθη, καὶ μισοπνιγμένος, παγωμένος, ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Ἦτο λυκαυγὲς ἤδη. Ἀφοῦ ἐβυθίσθη ἡ βάρκα, ὕστερον ἤρχισε νὰ γλυκοχαράζῃ ὁ οὐρανός, διὰ νὰ «μετανοήσῃ ὅποιος ἐπνίγη», ἢ ἴσως, διὰ νὰ φωτισθοῦν τὰ ναυάγια.[

Διαβάστε περισσότερα ›