14 Οκτωβρίου 2022 at 19:04

Ηπειρώτες στην κόλαση της Μικρασιατικής Καταστροφής!

από

Ηπειρώτες στην κόλαση της Μικρασιατικής Καταστροφής!

Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*

Ένας αιώνας πέρασε από τότε που γράφτηκε με αίμα και δάκρυα μία από τις πλέον επώδυνες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Η Μικρά Ασία, κοιτίδα ενός πανάρχαιου πολιτισμού, εγκαταλείφθηκε για πάντα από τους Έλληνες, ενώ χιλιάδες ήταν τα τραγικά θύματα της τουρκικής θηριωδίας που ακολούθησε την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού, ο οποίος είχε μεταβεί στην περιοχή ως ελευθερωτής των υπόδουλων ομοεθνών.

Τα ιστορικά γεγονότα είναι εν πολλοίς γνωστά, μέσα από βιβλία, ντοκιμαντέρ και ταινίες. Βέβαια Ιστορία δεν είναι μόνο οι μεγάλες στρατιωτικές μάχες, οι λεπτομέρειες για τις νίκες του Πεζικού ή του Πυροβολικού, τα ημερολόγια στρατηγών και συνταγματαρχών…

Ψηφίδες αυτού του μελανού κεφαλαίου του Ελληνισμού αποτελούν και οι προσωπικές ιστορίες Ηπειρωτών που έφυγαν απ’ τον τόπο τους και βρέθηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, σε έναν πόλεμο που, όπως εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε, ήταν εξ ορισμού χαμένος για τη δική μας πλευρά…

«Τότε π’ παρέδωσε ο Εσάτ Πασάς τα Γιάννενα στ’ς Έλληνες, το ’13, ο πατέρας μ’ τον ήταν εκεί, ήταν φαντάρος».
«Τότε π’ παρέδωσε ο Εσάτ Πασάς τα Γιάννενα στ’ς Έλληνες, το ’13, ο πατέρας μ’ τον ήταν εκεί, ήταν φαντάρος».

Αγνώριστος λόγω εξαθλίωσης!

Τον εκ πατρός αείμνηστο παππού μου, Γεώργιο Μαλισιόβα, όταν ήμουν παιδί τον θυμάμαι να λέει κάποιες τουρκικές λέξεις στη γιαγιά μου, κυρίως όταν ζητούσε καφέ:

-Ένα καφέ καϊμακλί σεκερλί! Τσιαμπούκ τσιαμπούκ! (έναν καφέ γλυκό με καϊμάκι, και γρήγορα!).

Φυσικά την προτροπή για να του φτιάξει γρήγορα τον καφέ η γιαγιά μου δεν την εννοούσε ο παππούς μου, καθότι καλοκάγαθος και ήρεμος άνθρωπος.

Αναρωτιόμουν, λοιπόν, τι ήταν αυτές οι λέξεις, που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαιναν. Ρώτησα τον πατέρα μου, ο οποίος μου εξήγησε ότι ο παππούς υπηρέτησε στη Μικρά Ασία. Δυστυχώς, επειδή ήμουν μικρός, δεν μερίμνησα να κρατήσω σημειώσεις, οπότε αμυδρά ανακαλώ κάποιες από τις αφηγήσεις του. Ο πατέρας μου όμως ασφαλώς θυμάται καλύτερα:

«Ο πάππος σου γεννήθ’κε το 1897. Στα 21 τ’ς χρόνια πάαιναν στο στρατό, όποτε ήταν κληρωτοί.

Τον πήραν στο στρατό στα Γιάννενα, στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων, τον Αύγουστο του ’17. Υπηρέτ’σε πέντε χρόνια, το ’22 απολύθ’κε!

Απ’ τα Γιάννενα πήγε στ’ν Αθήνα, στο Ρουφ, κι έμαθε σαλπιγκτής. Στο Μουσικό Σώμα.

Τ’ς πήραν στ’ Μικρασία, έφτασαν μέχρι το Σαγγάριο. Με τ’ σάλπιγγα μες στ’ μάχη! “Προχωράτε! Oπισθοχωρείτε! Επίθεση!”. Έπρεπε να βαρέσει η σάλπιγγα για το τι θα κάνουν.

Και πού δεν πολέμ’σαν… Τουλουμπουνάρ (το Τουμλού Μπουνάρ, αμυντική θέση/παραποτάμια περιοχή δίπλα στον Σαγγάριο), Εσκί Σεχίρ, Αφιόν Καραχισάρ…

Ο πάππος σου έφτασε μέχρι εκεί π’ πάτ’σε τ’ άλογο τ’ Μεγαλέξαντρου κι έκοψε το Γόρδιο Δεσμό (στη δεξιά όχθη του Σαγγάριου, νοτιοδυτικά της Άγκυρας)! Είχε μία βρύση εκεί κι έκατσαν να πιουν νερό και να ξαποστάσουν. Φαίνονταν η πατ’σιά (πατημασιά) απ’ τ’ άλογο, ψ’λά σ’ ένα λιθάρι μεγάλο, σα μάρμαρο! Εκεί πο’ ’φτασε ο Μέγας Αλέξαντρος! Και τ’ς είπαν οι ντόπιοι οι Έλληνες ότι αυτήνη η πατ’σιά είναι απ’ το Βουκεφάλα, απ’ τ’ άλογο τ’ Μεγαλέξαντρου. Έτσι μολόγαγε ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’…

Εκεί στ’ Μικρασία έκαμε και δυο βλαμάδες (αδελφοποιτούς, δηλ. στενούς φίλους που τους συνέδεαν και δεσμοί αίματος, αφού έκοβαν λίγο το χέρι τους και το ένωναν συμβολικά με το αντίστοιχα κομμένο του άλλου βλάμη), σαν αδέρφια ήταν! Απ’ τ’ς Μελάτες (Άρτας) είχε το Γώγο (Γιώργο) Μπόσμη και το Γιοχάρη (Θεοχάρη) Τζερεμέ. Σε μια μάχη ηύρε το Γιοχάρη Τζερεμέ πο’ ’τρωγε μια ρόκα άψητη (ωμό καλαμπόκι) και του ‘πε “Πάρε κι εσύ τ’ μ’σή τ’ ρόκα να φας”.

Πείνα και δίψα! Έπ’ναν νερό απ’ τ’ς αλογοπατ’σιές (ίχνη αλόγου), εκεί πο’ ’κανε γούρνα η πατ’σιά απ’ τ’ άλογο, μάζωνε λίγο νεράκι και ξαναγκάζονταν να πίνουν από ‘κεί, μέσα απ’ τ’ λάσπη, ίσια να βρέξουν τ’ γλώσσα! Δε μας φτάνει το μυαλό να καταλάβουμε τι πέρασαν…

Αλλά με τ’ν κατάρρευση τ’ μετώπου, στ’ν οπισθοχώρηση, τ’ς πήραν σβάρα οι Τούρκοι! Τ’ς λιάνισαν! Τ’ς σκότωναν σα να ’ταν μυρμήγκια! Έπεφταν οι βόμπες κι οι όλμοι κι ήγλεπες τα κλιτσίκια (πόδια) απ’ τ’ς ανθρώπ’ς κι απ’ τ’ άλογα στον αέρα! Ό,τι ηύρισκε η βόμπα! Τόσο θράψη γίν’κε! Χαλασιά μεγάλη!

Μαζώχ’καν στ’ Σμύρνη, αλλά τα καράβια δε μπόρ’γαν να τ’ς πάρουν! Βούλιαζαν! Τράβαγαν πέρα τα καράβια (απέπλεαν), συμμάζωναν τ’ς σανίδες κι ο κόσμος έπεφτε μες στ’ θάλασσα και πνίονταν! Πόσοι να χωριόνταν σ’ ένα καράβι… Μπόρ’γαν να φύβγουν όλοι μαζί με τα σαπιοκάραβα;

Πρώτα πήραν το γυναικόπαιδο, κοντά (ύστερα) πήραν στρατό…

Εκεί στ’ Μικρά Ασία ο πατέρας μ’ αγόρασε δυο κλαρίνα από ένα μαγαζί και τά ’βαλε μες στο σακίδιο, ήθελε να τα φέρει εδώ. Έπαιρναν κάτι λίγα λεπτούλια (λεφτουδάκια) οι στρατιώτες, αυτά τα συμμάζωνε ο πατέρας μ’ κι αγόρασε τα κλαρίνα.

Αλλά στο δρόμο απ’ τ’ ζέστα τού ’ρθε ηλίαση, έκατσε καταή κι έλεγε “Παρείτε με (πάρτε με), αδέρφια μ’…”. Διάβαιναν και πεζοί και καβαλαρία. Σταμάτ’σε ένας φαντάρος μ’ ένα άλογο και τον έβαλε πισωκάπουλα, τον πήρε και τον γλίτωσε, γιατί θα πέθαινε. Ποιος θα τον συμμάζωνε…

Το σακίδιο με τα κλαρίνα το ξαστόησε (ξέχασε) εκεί πο’ ’κατσε να ξαποστάσει. Και τα σκάνιαζε εκειά τα κλαρίνα (λυπούνταν που τα έχασε)…

Τ’ς πήραν τα καράβια, τ’ς ήφεραν στ’ Χίο, κοντά (έπειτα) στον Πειραιά, κοντά στ’ν Κόπραινα (μικρό λιμάνι στον Αμβρακικό) με καράβι. Κι απ’ τ’ν Κόπραινα με τα ποδάρια μέχρι το χωριό, στο ποτάμι κάθονταν, στα Σφίχτια (παραποτάμια περιοχή του Αράχθου, στα όρια του χωριού μας).

Τότε πο’ ’φτασε στο ποτάμι, ήταν ελεεινός απ’ τ’ν ταλαιπώρια! Παράλλαξε ντιπ! Νηστικός, με γένεια… Είχε πέντε χρόνια στο στρατό! Απ’ το ’17 μέχρι το ’22… Κάτσε και λογάριασε κακοπέραση… Δε γνωρίζονταν… Ελεεινός και τρισάθλιος (εξαθλιωμένος)! Μετριόνταν τα πλευρά του! Τα στάβαρα έμ’ναν (μετφ. ο σκελετός)!

Τότε που ’ρθε εδώ, ηύρε στο δρόμο μια θεια του, αδερφή τ’ς μάνα του. Τ’ν καλημέρισε, αλλά αυτήνη δεν τον γνώρ’σε. Τον ξεκαλημέρισε (ανταπέδωσε τον χαιρετισμό) και διάφ’κε (διάβηκε), πάει στ’ δ’λειά τ’ς, στ’ν Άρτα.

Όταν γύρ’σε απ’ τ’ν Άρτα η θεια του, τον ηύρε πάλι στο σπίτι τ’ς αδερφής τ’ς και τότε τον γνώρ’σε, τον συχαριάσ’κε (χάρηκε), τον αγκάλιασε, δεν τον απόλαγε (άφηνε) κι έσκουζε…

Με τα ρούχα μαναχά π’ φόραγε ήρθε ο πατέρας μ’. Δεν ήφερε τίποτα απ’ τ’ Μικρασία, ούτε φωτογραφία, ούτε χαρτί… Ποιος θα τ’ς έδωνε χαρτί αφού υποχώρησαν ατάκτως…

Ο πάππος σου γύρ’σε 25 χρονών, έκαμε 5 χρόνια στο στρατό. Αλλά αναπήρε (συνήλθε), παντρεύ’κε, έγινε οργανοπαίχτ’ς (μουσικός – έπαιζε αρχικά κλαρίνο και στη συνέχεια λαούτο, αλλά και τραγουδούσε), ήταν και καλός πελεκάνος (ξυλογλύπτης), έκαμε οικογένεια, είειδε παιδιά, αγγόνια και δισάγγονα… Πέθανε το 1987».

Ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη, 2 Μαΐου 1919.
Ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη, 2 Μαΐου 1919.

«“Δε μ’ άφ’ναν το Μάνθο;” έλεγε η βάβω…»

Στη μικρασιατική εκστρατεία, εκτός από τον παππού μου, έλαβε μέρος κι ο αδερφός του, Μάνθος, πατέρας του θείου μου Γιάννη Μαλισιόβα, ο οποίος με αξιοθαύμαστη μνήμη αφηγείται:

«Το συχωρεμένο τον πατέρα μ’ τον αγρίκ’σες κι εσύ, τότε που ’σαν λιανοπαίδι (τον θυμάσαι τότε που ήσουν παιδί). Γεννήθ’κε το 1900, ήταν κοντά (μετά) τον πάππο σου. Σκαλιάρ’κα ήταν, ο ένας κοντά τον άλλον.

Όταν έμαθε η βάβω (γιαγιά) Νάκαινα (η γυναίκα του Νάκου, δηλ. Γιάννη Μαλισιόβα) ότι θα πάρουν κι άλλο παιδί τ’ς στον πόλεμο, έβαλε το ρέκο (οδυρόταν)!

-Το τρανό παιδί (τον παππού μου) τον έχω ξεγραμμένο (τον θεωρώ νεκρό). Αλλά να μ’ πάρουν και το δεύτερο το παιδί; Δε μ’ τ’ άφ’ναν το Μάνθο κάνε (τουλάχιστον); Γλίτωσε το έρμο απ’ τ’ γρίπη (πανδημία ισπανικής γρίπης, 1918) και να σκοτωθεί στον πόλεμο σ’ άκρη τόπου;

Ρέκαξε, μαδήθ’κε, αλλά τι να έκανε… Το ’π’γε (ήπιε) με το ζ’μί τ’ς (το αποδέχθηκε μοιρολατρικά). Αφού τόσα παιδιά πήγαν…

Κόντεψαν να πάρουν στ’ν επιστράτευση μέχρι και τ’ γενεά του “πέντε” (όσους γεννήθηκαν το 1905), αλλά δεν πρόπ’σαν (πρόλαβαν) να πάν’…

Αυτά π’ θα σ’ μολοήσω τα θ’μάμαι π’ μας τά ’λεγε ο πατέρας μ’ κάθε μέρα…

Το τι τράβ’σαν στ’ Μικρασία δεν έχει μολοημό…

Ο πατέρας μ’ ήταν… ματιαστής (σκοπευτής). Μάτιαζε τ’ σφαίρα και… τ’ν πέραγε στο δαχ’λίδι!

Οι Έλληνες έφτασαν μακριά, κόντεψαν να μπουν μες στ’ν Άγκυρα. Αλλά τ’ς ήταν πολύ αποσταμένοι και ξενηστικωμένοι. Δεν ηύρισκαν τίποτα να φάν’, ούτε ψωμί…

Οπισθοχώραγαν νηστ’κοί! Μπαϊλισμένοι απ’ τ’ ζέστα! Ήταν καμπόσοι π’ λιγοθύμαγαν απ’ τ’ν πείνα, κι αυτ’νούς τ’ς έπαιρναν ζαλίγκα (φορτωμένους) οι άλλοι οι φαντάροι!

“Καμείτε υπομονή! Σε τρία χιλιόμετρα θα βρούμε μποστάνια με καρπούζια, σταφύλια κι ο μουχτάρης (κοινοτάρχης, πρόεδρος χωριού) θα συμμάσει (συγκεντρώσει) και ψωμί”, τ’ς έλεγε ο διοικητής, για ν’ αντέξουν.

Αλλά δεν είχαν μπόρο (αντοχή) οι έρμοι οι φαντάροι, γιατί πώς να πολεμή’εις με το ποδάρι (περπατώντας); Να… οπισθοχωρίζεις νηστ’κός και να σε φέρουν τ’ κυνήγου οι Τούρκοι!

Οι καπεταναραίοι (επικεφαλής αξιωματικοί) βάρ’γαν τ’ς φαντάρους για να προχωρέσουν, να βρουν το σιμωτ’νότερο (πλησιέστερο) το χωριό.

Δεν έπρεπε να κάτσουν καταή, ας τ’ς ήταν αποσταμένοι, για να μην πάθουν ηλίαση. Ούτε νερό δεν τ’ς άφ’ναν να πιουν! Γιατί, αφού τ’ς ήταν άθλιοι (εξαθλιωμένοι) απ’ τ’ν πείνα, αν έπ’ναν νερό, θα λιγοθύμαγαν ωδεκεί (επιτόπου).

Άμα πιεις νερό νηστ’κός, Βασ’λάκη, δεν το βαστάς! Πρέπει να ’χει ξίγκι ο άνθρωπος, να ’ναι ξιγκωμένος, για ν’ αντέξει 4 μέρες νηστ’κός.

Αλλά αυτοίνοι είχαν μήνες ελεεινοί. Τ’ς ήφερναν τ’φεκώντα οι Τούρκοι, για να τ’ς πνίξουν στ’ θάλασσα!

Κάποτε έσκυψε ο πατέρας μ’ να πιει νερό σε γιαλαδοπατ’σιά (πατημασιά αγελάδας), είχε λίγο νεράκι.

Έσκυψε, π’ λες, ο πατέρας μ’ να πιει νερό γιατί γυάλιζε το νερό τ’ νύχτα (φαινόταν λόγω του φεγγαριού). Τ’ νύχτα περπάταγαν και τ’ μέρα πολέμαγαν.

Τα βράδια, άμα δεν περπάταγαν (για να μετακινηθούν τα στρατεύματα), ξαπόσταιναν κι όταν έφεγγε αρχίναγαν τ’ μάχη, γιατί τότε κατέχονταν (διακρίνονταν, βλέπονταν) οι Τούρκοι…

Α! Τότε πο’ ’σκυψε ο πατέρας μ’, τον είειδε ο διοικητής και τό ’δωκε μία με τ’ μαγκούρα σύρραχα (τον χτύπησε στην πλάτη)… όπως βαρεί ο βλάχος τ’ γίδα με τ’ γκλίτσα!

Τον παράδωκε (του έβρισε τα θεία)!

-Εγώ θέλω να σε πάω στ’ μάνα σου, στον πατέρα σου και στ’ αδέρφια σου, να γυρί’εις ζωντανός! Αφού γλίτωσες απ’ τ’ς Τούρκους, δε θέλω να πεθάν’ς απ’ το νερό! Γιατί άμα πιεις νερό και λιγοθ’μήσεις, ποιος θα σε ζαλιγκωθεί (φορτωθεί) να σε κ’βαλήσει; Με τ’ν πατερίτσα (ράβδος αξιωματικού) π’ σ’ έδειρα, θα πας στο σπίτ’ σου! Δεν παθαίν’ς τίποτα! Άμα έπ’νες νερό, θα ’μνησκες (έμενες) εδώ και θα σε σούφλαγε ο Τούρκος με εφ’ όπλου λόγχη! Όλα τα παλικάρια πρέπει να γυρίσουν ζωντανά στ’ν Ελλάδα!

Ε, μία τον βάρεσε τον πατέρα μ’, δεν τον βάρεσε για σκοτωμό, αλλά τον είειδαν οι άλλοι οι φαντάροι και σκιάχ’καν (σκιάχτηκαν: φοβήθηκαν).

Δεν είχαν ρολόια, μ’ αντικειασμό (κατά προσέγγιση ώρας) περπάταγαν, ήγλεπαν τ’ αστέρια…

Άμα ήγλεπαν τον Αυγερινό (ο πλανήτης Αφροδίτη), ήξεραν ότι είναι δυο ώρες νύχτα για να φέξει (ξημερώσει). Τήραγαν και τ’ν Πούλια (ο αστερισμός Πλειάς) πότε θα βασιλέψει (θα εξαφανιστεί από το ουράνιο στερέωμα).

Γένονταν και τ’ άλλο… Όταν έφευγαν οι Τούρκοι απ’ τα χωριά τ’ς, ή άμα πέραγε το τούρκικο τ’ ασκέρι (στρατός), ζούπαγαν (έβαζαν) φωτιά και καίονταν ούλα, για να μη βρίσκει ο στρατός ο ελληνικός να φάει, να λιμάξουν το φαΐ.

Ε, φαΐ… τ’ς μερός αν ηύρισκαν, τι να πολέμαγαν;

Κάποτε είχαν πάει σ’ ένα χωριό και κάτι Τούρκοι σκότωσαν ένα φαντάρο Έλληνα. Και κοντά (ύστερα) πήγαν σ’ ένα νερόμ’λο και κρύπωσαν (κρύφτηκαν), αλλά τ’ς ηύραν οι Έλληνες.

Έρ’χναν οι Έλληνες τ’ χειροβομπίδα μέσα στο μύλο… Παπ! Τ’ν έπαιρναν οι Τούρκοι, τ’ν πέταγαν όξω κι έσκαγε ψ’λά στ’ς Έλληνες!

Τι έκαναν για να ξολοθρέψουν τ’ς Τούρκους;

“Φέρτε στέ’η! (άχυρο σίκαλης με το οποίο έφτιαχναν και στέγες καλυβιών)”, είπαν οι Έλληνες στον Τούρκο π’ τ’ς πήγε εκεί (πρόδωσε τους ομοεθνείς του).

Ηύραν στέ’η. Πενήντα σκουλίδες (χεριές) στέ’η! Τ’ς άναψαν και τ’ς πέταξαν μέσα!

Οι Τούρκοι που ’ταν μέσα στο μύλο, δε μπόρ’γαν να τ’ς μαλάξουν (αγγίξουν) τ’ς σκουλίδες με τ’ στέ’η! Δεν πρόπαγαν (προλάβαιναν) γιατί πάαινε η άλλη από κοντά! Αμπούριασε ο καπνός μέσα! Απομώθ’καν (έπαθαν ασφυξία λόγω του καπνού) οι Τούρκοι σαν τα ποντίκια, βήκαν όξω και παραδόθ’καν!

Τον έναν, τον μεγάλο, τον σκότωσαν και τ’ς αλλουνούς τ’ς πήγαν στο μουχτάρη.

Οι Έλληνες έφτασαν μέχρι μέσα στ’ν Τουρκία, Εσκί Σεχίρ, Σαγγάριος…

Αλλά δεν πήγαν όλοι στ’ν ίδια μεριά να πολεμήσουν. Ο πατέρας μ’ με τον πάππο σου δεν ανταμώθ’καν στον πόλεμο, αλλά κάπου έμαθε ο ένας για τον άλλον ότι έζηγε (ζούσε). Είχαν ασυρμάτους και ρώτ’σαν:

-Είναι εν ζωή ο Γιώργο Μαλισιόβας απ’ τ’ Μαρκινιάδα; Ρωτάει ο αδερφός του…

Γιατί ο πάππος σου είχε ενάμιση χρόνο γληγορότερα (νωρίτερα) π’ πολέμαγε στ’ Μικρασία.

Τ’ς Τούρκ’ς τ’ς ήξεραν τι φυλή είναι, αφού το σύνορο το τούρκικο ήταν σιμά στο χωριό (εννοεί μέχρι την απελευθέρωση όλης της Ηπείρου το 1913), το ποτάμι (ο Άραχθος) τ’ς χώρ’ζε. Στο Πλατανόρεμα, εκεί που ’ταν ο άλλος ο πάππος σου (ο πατέρας της μητέρας μου), ήταν ο σταθμός ο ελληνικός, το θ’μάμαι το χτίριο αυτό. Τεσσεράγκωνο ήταν, αλλά η σκεπή ήταν με δυο πλάτες (δίρριχτη)».

«Πολλοί χάθ’καν εκεί στ’ν Αρμυρά Έρημο! Τι είχαν να πιουν; Ένα παγ’ράκι νερό… Και τι να φάν’… Κάνα ξεροκόμματο ψωμί…»
«Πολλοί χάθ’καν εκεί στ’ν Αρμυρά Έρημο! Τι είχαν να πιουν; Ένα παγ’ράκι νερό… Και τι να φάν’… Κάνα ξεροκόμματο ψωμί…»

«Αδέρφια, σώστε μας!»

Ο θείος μου συνεχίζει ακάθεκτος την εξιστόρηση των γεγονότων, όπως τα θυμάται από τον αείμνηστο πατέρα του:

«Όταν γίν’κε ο χαλασμός ο μεγάλος, οι Έλληνες έβαλαν το γυναικόπαιδο μπροστά με τα κάρα κι από πίσω ο στρατός. Αν δεν τ’ς έπαιρνε ο στρατός τον κοσμάκη, θα τ’ς πίνιγαν οι Τούρκοι στ’ θάλασσα!

Ο στρατός ο ελληνικός τον ήταν από πίσω για να φ’λάει το γυναικοσούρι με τα λιανοπαίδια, για να τ’ς γλιτώσουν, να φτάσουν στ’ θάλασσα…

“Αδέρφια, σώστε μας!”, έλεγαν στ’ς στρατιώτες ο κόσμος, για να μην τ’ς αφήκουν εκεί. Χαλασιά μεγάλη! Τα κάρα τα τράβαγαν οι γ’ναίκες! Και πού να πάν’… Στο χαμό!

Στον άμαχο πληθυσμό τ’ς έδωνε ο διοικητής από κανιά κουραμάνα. Λιμασμένοι απ’ τ’ν πείνα!

Οι φαντάροι έκοβαν κάνα κοπάνι (τσαμπί) σταφύλι και το κατέβαζαν ακέριο (το κατάπιναν ολόκληρο, αμάσητο)! Βαστιόται (αντέχεται) η πείνα κι η ξυπολησιά;

Ο διοικητής είπε να περπατάν’ ανάρια, ανά δυο μέτρα, για να φαίνονται… Και… πόσοι είναι πίσω! Να σκιαχτούν οι Τούρκοι, να τ’ς αφήκουν να πάρουν δρόμο, ότι είναι πολλοί, για να πάν’ οι Έλληνες να προχωρέσουν για να πιάσουν τα τσιμάρια (ή τσιουμάρια: οι λόφοι, δηλ. να καταλάβουν τους λόφους για να ελέγχουν τις περιοχές απ’ όπου οπισθοχωρούσαν)».

«Όταν γύρ’σε ο πάππος σου απ’ τη Μικρασία, ήταν ελεεινός απ’ τ’ν ταλαιπώρια! Παράλλαξε ντιπ! Νηστ’κός, με γένεια… Είχε πέντε χρόνια στο στρατό! Απ’ το ’17 μέχρι το ’22… Κάτσε και λογάριασε κακοπέραση… Δε γνωρίζονταν… Ελεεινός και τρισάθλιος (εξαθλιωμένος)! Μετριόνταν τα πλευρά του! Τα στάβαρα έμ’ναν (μετφ. ο σκελετός)!».
«Όταν γύρ’σε ο πάππος σου απ’ τη Μικρασία, ήταν ελεεινός απ’ τ’ν ταλαιπώρια! Παράλλαξε ντιπ! Νηστ’κός, με γένεια… Είχε πέντε χρόνια στο στρατό! Απ’ το ’17 μέχρι το ’22… Κάτσε και λογάριασε κακοπέραση… Δε γνωρίζονταν… Ελεεινός και τρισάθλιος (εξαθλιωμένος)! Μετριόνταν τα πλευρά του! Τα στάβαρα έμ’ναν (μετφ. ο σκελετός)!».

«Να γλιτώσουμε το κεφάλι μας!»

Ο αφηγητής συνεχίζει μεταφέροντας όσα άκουσε για τις σκηνές που εκτυλίχθηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης:

«Να σ’ πω τι άλλο θ’μήθ’κα… Ήταν ένας γέροντας απ’ το Φωτεινό (χωριό Άρτας), Νικόλαος Κασελούρης λέονταν, πέθανε 110 χρονών αυτός. Μολόγαγε ότι βόηθησε κι αυτός να τραβήσουν ένα κάρο να βγάλει τ’ν ανηφόρα με κάτι παιδάκια ψ’λά (πάνω στο κάρο), μέχρι να πάρει το ίσιο το κάρο (να φτάσει σε επίπεδο έδαφος). Τα μολόγαγε κι έσκουζε ο καψο-γέροντας…

Ήταν και μία γ’ναίκα, είχε ζαλιγκωμένο το παιδί… κι ολομία (παραλίγο) να πέσει στ’ θάλασσα μαζί με το παιδί!

Θ’ απήδαγε στο νερό αυτός ο Κασελούρης, μαζί με το τ’φέκι στ’ν πλάτη, αλλά τ’ν έπιασε στον πόντο τ’ γ’ναίκα!

Ήταν ένας φαντάρος Έλληνας που ’χε πάρει ένα σακίδιο χρυσές λίρες τουρκικές και πήγε να μπει μέσα στο καράβι!

Τότε ένας αξιωματικός έβγαλε το σπαθί και… φαπ! Έκοψε τ’ λουρίδα και… το σακίδιο με τ’ς λίρες πήγε άπατα! Ντιπ στον πάτο απ’ τ’ θάλασσα!

-Κερατά! Δε γλέπ’ς το παιδάκι; Θα το… σουφλίσουν οι Τούρκοι, θα το σφάξουν! Και θ’ αφήκουμε σακίδια; Όχι! Να γλιτώσουμε το κεφάλι μας! Ούτε λίρες, ούτε τίποτα! Το κεφάλι να γλιτώσουμε και να πάμε στ’ν πατρίδα! Το τ’φέκι μαναχά!

Καλά τ’ς είπε ο διοικητής, αφού αν είχαν βάρο αυτοίνοι πο’ ’μπαιναν στα καράβια, θα να ’μπαιναν λιγότεροι. Ούλος αυτός ο λαός με το κεφαλάκ’ τ’ς ήρθαν (χωρίς περιουσιακά στοιχεία), από πίσω έρ’χναν με τα κανόνια οι Τούρκοι, έκαιγαν τα σπίτια…

Φόντα (όταν) γύρ’σε ο πατέρας μ’ απ’ τ’ Μικρασία δε γνωρίζονταν! Μαναχά τ’ ανάστημα φαίνονταν. Τόσα χρόνια μέσα στ’ν κακοπόρεψη. Ζαρκιά (γύμνια), πείνα, μέσα στο χιόνι, στα κρύα και στο λιοπύρι… Αλλά, δόξα τω Θεώ, γύρ’σε ζωντανός στ’ φαμ’λιά του».

Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.
Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.

Γιάννενα: στο μεταίχμιο Ελλάδας – Τουρκίας!

Η πολυσέβαστη κυρία Ελένη-Αφροδίτη Τζαλμακλή-Ζούκη αφηγείται:

«Ο πατέρας μ’, Χαρίλαος, γεννήθ’κε το 1891, επί Τουρκίας (Τουρκοκρατίας). Ήταν Τούρκικο εδώ στα Γιάννενα. Το Ελληνικό (ελληνική επικράτεια) ήταν ώς τ’ν Άρτα, στον Άραχθο. Και πολλοί τό ’σκαζαν απ’ τα Γιάννενα και, κρυφά κρυφά, περνούσαν στο Ελληνικό.

Ο παππούς μ’, ο πατέρας τ’ πατέρα μ’, είχε 3 παιδιά ηλικιωμένα, σε ηλικία για επιστράτευση. Το ένα, το μεγαλύτερο, ο Μιχαλάκης, Μιχαήλ Τζαλμακλής, το πήραν φαντάρο οι Τούρκοι και πολέμαγε στο Μπιζάνι… τ’ς Έλληνες και κόντευαν να ζουρλαθούν οι θ’κοί μας.

Τι να έκαναν… Αφού ήταν Τούρκοι υπήκοοι… Θα θεωρούνταν λιποτάκτες απ’ τ’ς Τούρκους αν δεν πολεμούσαν!

Τ’ άλλο το παιδί τ’ παππού μ’, το δεύτερο, ο Παντελής, για να μην το πάρουν οι Τούρκοι να πολεμήσει… τ’ς Έλληνες, έφ’γε κρυφά για το Ελληνικό. Πήρε τα χωριά σβάρα για να περάσει απέκεια (στην απέναντι πλευρά), στο Ελληνικό. Χωριό χωριό πήγαινε για να φτάκει…

Αλλά δεν έφτακε ποτέ στο Ελληνικό. Γιατί πώς να περάσει στο Ελληνικό… Ήθελε οδηγό… Οδηγό… με ποδαρόδρομο, όχι μ’ αμάξι! Ή με τα ζώα. Οι Τούρκοι είχαν αφήκει τ’ν Ήπειρο 100 χρόνια πίσω! Σε κάθε χωριό, ο μπάρμπας μ’ ο Παντελής, παρακάλαγε να βρει έναν οδηγό να περάσει το Ελληνικό. Αλλά σκιάζονταν οι χωριάτες.

Αλλά ήταν και πονηροί, γιατί είχε λίρες ο μπάρμπας μ’ και τον κατάλαβαν οι χωριάτες. Σαν είδαν ότι έχει λίρες, τού ’λεγαν ότι δεν έχει δρόμο εδώ για το Ελληνικό. Τον είδαν εχούμενο το μπάρμπα μ’… Τον μανιώθ’καν (κατάλαβαν) ότι είχε λεπτά. Αυτά τά ’λεγαν για να κάτσει στο χωριό τ’ς ο μπάρμπας μ’, για να χαλάσει εκεί τ’ς λίρες. Να φάει, να κοιμηθεί… Μπορεί να ήθελαν και να τον παντρέψουν, γιατί ήταν αρχοντόπ’λο ο μπάρμπας μ’. Τού ’δαν οι χωριάτες ότι ήταν από καλό σπίτι.

Και καρτερούσε ο καψοπάππης κάνα χαμπέρι απ’ το παιδί του, τον Παντελή, αλλά πού χαμπέρι…

Τα χωριά δεν τά ’ξεραν οι Γιαννιώτες. Αλλά είχαν κι αμάχη (αντιπάθεια) οι Γιαννιώτες με τ’ς χωριάτες. Οι Γιαννιώτες έλεγαν τ’ς χωριάτες “ντατσικαναραίους” (αγριάνθρωπους, άξεστους). “Ντατσικανάρη, ντατσικανάρη, πο’ ’χεις την ψείρα σαν κριθάρι. Και δεν τρως με το χ’λιάρι (κουτάλι), τρως με το ποδάρι”! Κι οι χωριάτες έλεγαν “οι μπανταλογιαννιώτες είναι όλο συκώτι και μ’σολάηνο” (δηλαδή τρώνε συνέχεια συκωτάκια και πίνουν μισή λαήνα/πήλινο δοχείο κρασί).

Και ηύρε, π’ λες, ο παππούς μ’ ένα γνωστό του χωριάτη και του ’πε “έκανε (κατευθύνθηκε) κατά το Ελληνικό το παιδί μ’ κι έχω μέρες να πάρω χαμπέρι…”. Κι είπε ο χωριάτ’ς “Κυρ-Γάκη (Γιώργο), θα πάω εγώ κατά ’κείνα τα χωριά, ρωτώντας θα τον βρω”… Συστάσεις δεν είχαν (εννοεί ταχυδρομικές διευθύνσεις). “Α, αυτός πήγε σιακάτου…”. Τοποθεσίες ήξεραν. Στο τάδε γιοφύρι, στο τάδε χάνι (πανδοχείο)… Άιτε να τον βρεις…

Αφού ηύρε ο παππούς μ’ ένα γνωστό χωριάτη, του ’πε “Να πάρ’ς αυτόν τον ντεσκερέ (σημείωμα) και να τον δώκ’ς τ’ παιδιού μ’, τ’ Παντελή”.

Να τ’ δώκει σημάδι ότι ήταν αληθινός φίλος, τον είχε στείλει ο πατέρας του… Πώς να ξέρ’ς ποιος ήταν φίλος και ποιος έκανε το φίλο για λεφτά…

Τό ’δωκε ο πάππ’ς μ’ ένα χαρτί, ντεσκερέ, γιατί ήξερε γράμματα, κι έφκιανε κι ωραία γράμματα. Ζωγράφαγε κιόλα… Έφκιανε και μπουζούκια παλιακά, με μεγάλη κοιλιά (σκάφος) και μακρύ λαιμό… Τά ’φκιανε από σ’καμνιά (μουριά). Αλλά τον μάλωνε η κυραμάνα (γιαγιά) γιατί έκοβε τ’ς συκαμνιές. Τό ’λεγε η κυραμάνα μ’, “Μωρέ χ’στιανέ μ’, μο’ ’κοψες όλες τ’ς σ’καμνιές. Άφ’σε καμία, να τρώμε καμιά μπούνα (μούρο)…”.

Έγραφε ο πάππ’ς στο ντεσκερέ, όχι “πού είσαι, αν έφτασες στο Ελληνικό…”, γιατί θα τον καταλάβαιναν. Θα τον τ’φέκαγαν οι Τούρκοι κι αυτόν π’ κουβαλούσε το ντεσκερέ.

Ο παππούς μ’ έγραψε στο ντεσκερέ:

“Παιδί μου Παντελή,

έμασα (μάζεψα) αίμα και χολή.

Κι αν ρωτάς για το βοϊδά,

πο’ ’χει τα πρόβατα πολλά,

δεν είν’ καλά”.

Ακόμα το θ’μάμαι και γελάω!

-Μωρέ μπαμπά, γιατί έγραψε ο παππούς ότι ήταν βοϊδάς κι είχε πρόβατα;

Ξεκαρδίζονταν κι ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’.

Αυτός ο χωριάτ’ς τον βρήκε τον μπάρμπα μ’ τον Παντελή, το’ ’δωκε το ντεσκερέ και του ’πε ο μπάρμπας μ’ τι τραβάει, ότι δεν είναι σίγουροι (έμπιστοι, φερέγγυοι) άνθρωποι οι χωριάτες. Δεν τό ’δειχναν το δρόμο για το Ελληνικό.

Κι έτσι, τον πήρε τον μπάρμπα μ’ ο χωριάτ’ς και γύρ’σαν στα Γιάννενα.

Εν τω μεταξύ, τα Γιάννενα, κόντευαν να λευτερωθούν. Ήταν το 1912 αυτά π’ σ’ μολογάω. Το 1913, τ’ς 21 Φλεβάρη, λευτερώθ’καν τα Γιάννενα».

«Οι φαντάροι έκοβαν κάνα κοπάνι (τσαμπί) σταφύλι και το κατέβαζαν ακέριο (το κατάπιναν ολόκληρο, αμάσητο)! Βαστιόται (αντέχεται) η πείνα κι η ξυπολησιά;».
«Οι φαντάροι έκοβαν κάνα κοπάνι (τσαμπί) σταφύλι και το κατέβαζαν ακέριο (το κατάπιναν ολόκληρο, αμάσητο)! Βαστιόται (αντέχεται) η πείνα κι η ξυπολησιά;».

Ήρθε και η σειρά του τρίτου γιου…

Η ίδια χρονομάρτυρας συνεχίζει την εξιστόρηση:

«Ο πατέρας μ’, απ’ τ’ς τόσες αναποδιές που ‘βραν (βρήκαν) τ’ αδέρφια του, κάτι έπρεπε να κάμει για να γλιτώσει απ’ το στρατό τότε π’ γίν’κε 20 χρονών. Στα 20-21 τ’ς έπαιρναν για το στρατό. Αλλά τότε, είπαμαν, τα Γιάννενα ήταν… Τουρκία! Αν πήγαινες φαντάρος, θα σ’ έστελναν οι Τούρκοι στ’ν πρώτη γραμμή! Όπως πολέμ’σε ο πρώτος ο μπάρμπας μ’, ο Μιχαλάκης.

Κι επειδή ήταν κι ο μ’κρότερος απ’ τ’ αδέρφια του ο πατέρας μ’, του ’χαν αδυναμία οι γονέοι του. Δεν ήθελαν να το… ξεχεριστούν (να το αφήσουν απ’ το χέρι, να το αποχωριστούν) και να πάει στον τούρκικο το στρατό.

Τι να έκανε… Άκου να ιδείς… Είναι μια εκκλησιά εδώ στα Γιάννενα, το Αρχιμαντρειό, Αχμαντρειό το λέν’, τ’ς Παναγίας (Κοιμήσεως της Θεοτόκου). Ήταν για τ’ς αρχιμαντρίτες. Έχει και μάντρα γύρα-γύρα, σα μ’κρό κάστρο. Και στ’ν άκρα απ’ τ’ μάντρα είχαν φκιάκει μ’κρά κελιά και μόναζαν καλόγριες. Ήταν καλόγριες, για να μη μπαίνουν Τούρκοι.

Και τι έκαναν οι Γιαννιώτες οι αρχόντοι π’ τ’ς έπαιρναν τα παιδιά; Τά ’κρυψαν εκεί τα παιδιά στο Αχμαντρειό, στα κελιά, όχι σ’ αυτά που ’ταν οι καλόγριες!

Τα αρχοντόπ’λα, τάχα ήταν καλόγριες, κάθονταν στα κελιά και δε ζύγωναν (πλησίαζαν) εκεί οι Τούρκοι! Οπότε σιγουρεύτηκαν τα αρχοντόπ’λα. Τ’ς πήγαιναν και φαϊά οι θ’κοί τ’ς, για να τρών’, πώς θα ζούσαν τα παιδιά… Κι έτσι τα γλίτωσαν τα παιδιά!

Αλλά μόλις γίν’κε η απελευθέρωση, τον κάλεσαν στο στρατό τον πατέρα μ’! Απ’ το ’13 μέχρι το ’22 ήταν συνέχεια στο στρατό ο πατέρας μ’, πολέμαγε! Τ’ βήκε η ψυχή! Γιατί τότε π’ λευτερώθ’καν τα Γιάννενα, αρχίν’καν οι πόλεμοι! Στ’ Βόρειο Ήπειρο, στ’ς Βαλκανικούς Πολέμους, μέχρι πο’ ’φτακε στ’ Μικρασία! Ήταν λοχίας ο πατέρας μ’, όλα τα Γιαννιωτάκια τά ’χε αυτός.

Όσο π’ πληγώθ’κε στ’ Μικρασία και τον ήφεραν πληγωμένο στ’ν Αθήνα. Τον ήφεραν τ’ πεθαμού, γιατί τι γιατροί να ήταν τότε… Τίποτα!

Κίνησαν οι γονείς του μ’ ένα παϊτόνι, άμαξα μ’ άλογα, για να πάν’ να τον ιδούν… Τρεις μέρες έκαναν μέχρι να φτάκουν! Πήγαν στο νοσοκομείο στ’ν Αθήνα και τον είδαν… πεταμένο σ’ ένα διάδρομο! Κι είπαν στ’ς γιατρούς:

-Αμάν! Βγάλτε του τη σφαίρα απ’ το ποδάρι, για να μη γαγγραινιάσει και θα τον πάρουμε εμείς στο σπίτι, στα Γιάννενα!

Τότε τα νοσοκομεία είχαν τα μαύρα τ’ς τα χάλια, γιατί ήφερναν τραυματίες απ’ τ’ Μικρά Ασία.

Και ξέρ’ς τι είπαν οι γιατροί στ’ς παππούδες μ’;

-Σιγά μην τ’ βγάλουμε τ’ σφαίρα! Να τ’ βγάλει ο Κεμάλ! Δεν έχουμε γιατρούς…

Χαμός! Αταξία! Δεν είχε… ορθή κι ανάποδη το κράτος! Βούλιαζε η Ελλάδα… Τ’ς τραυματίες απ’ τη Μικρά Ασία θα γιατροπόρευαν;

Τ’ σφαίρα δεν τ’ν έβγαλαν. Τον πήραν κι οι θ’κοί μ’, τον ήφεραν στα Γιάννενα γιατί ήταν τ’ θανατά. Η σφαίρα έμ’νε στο ποδάρι, γι’ αυτό κούτσαινε ο μπαμπάς…

Όταν οργανώθ’κε λίγο το κράτος, τον φώναξαν για να τ’ δώκουν σύνταξη, αλλά ο πατέρας μ’ ήταν περήφανος. Τράβ’σε τα 99 (παροιμιώδης φράση: έφτασε στα όριά του, παρά ένα 100!). Τ’ς είχε σιχαθεί ντιπ ο πατέρας μ’. Δε δέχτ’κε τ’ σύνταξη και τ’ς είπε:

-Τι να τ’ν κάμω τ’ σύνταξη; Κόντεψα να πεθάνω και δεν ήρθε ούτε ένας να μ’ πει “καλημέρα”! Κι εγώ πολεμούσα για τ’ν Ελλάδα 10 χρόνια!».

Το ημερολόγιο που χάθηκε…

Η συνομιλήτριά μου μάς μεταφέρει μια αφήγηση του πατέρα της για ένα τραγικό γεγονός:

«Ο πατέρας μ’ έγραφε ημερολόγιο για όπου είχε πάει να πολεμήσει. Το χάσαμαν αυτό το ημερολόγιο…

Μας τα διάβαζε αυτά τα βράδια στ’ν Κατοχή, γιατί τότε απαγορεύονταν η κυκλοφορία το βράδυ. Είχαμαν και συσκότιση, διπλές κουβέρτες στα παράθυρα, να μη φαίνεται τίποτε! Ούτε η λάμπα με το πετρέλαιο!

Αυτά π’ μας διάβαζε απ’ το ημερολόγιο ήταν και για τ’ Μικρασία. Τα… τόπια (ο τόπος, τα τόπια, όπως ο τοίχος, τα τοίχια!) αυτά ήταν πλούσια! Χωράφια γιομάτα σιτάρια! Δούλευε ο κόσμος. Γεμάτοι οι κάμποι απ’ τα γεννήματα! Μας μολογούσε ο πατέρας μ’, η Μικρά Ασία ήταν παράδεισος!

Αλλά ο πόλεμος είναι χαλασμός! Καλά λευτέρωναν τ’ς Έλληνες, αλλά δεν άφ’ναν στρατό εκεί στα ελληνικά τα χωριά.

Τι ήμασταν… Μια κουτσο-Ελλάδα! Προχώραγε ο ελληνικός στρατός, νικούσε, λευτέρωνε τον τόπο, αλλά οι τσέτες (άτακτος στρατός) έρχονταν από πίσω κι έσφαζαν!

Οι τσέτες ήξεραν καλά τα κατατόπια, αφού ήταν ντόπιοι.

Κάποτε είχαν στρατοπεδέψει οι θ’κοί μας. Είχαν βάλει και φρουρούς, αλλά το βράδυ ήρθαν οι τσέτες κι έσφαξαν τ’ς φαντάρους! Αλλά ο πατέρας μ’ είχε ανεβεί σ’ ένα δέντρο και γλίτωσε. Δεν είχε κοιμηθεί μαζί με τ’ς άλλους, γιατί φυλάονταν… Ούτε φως ήταν, ούτε φεγγάρι… Γι’ αυτό κοιμήθ’κε στο δέντρο… Και τ’ς έλεγε στ’ς αλλ’νούς:

-Μην κοιμηθείτε όλοι μαζί, για να μη μας βρουν μπ’λούκι και μας σφάξουν στον ύπνο!

Οι Γιαννιώτες τον άκ’σαν κι ανέφ’καν στα δέντρα!

Αλλά πού ν’ ακούσουν οι άλλοι φαντάροι… Έπεσαν οι μαύροι (δυστυχισμένοι, ταλαιπωρημένοι) και κοιμήθ’καν! Ψόφιοι απ’ την κούραση…

Το βράδυ ήρθαν οι τσέτες σέρνοντας… σαν το φίδια! Σκότωσαν πρώτα τ’ς φρουρούς κι ύστερα ολ’νούς τ’ς άλλους! Άτιμο μιλέτι (έθνος) οι Τούρκοι! Κακούργοι!

Ο πατέρας μ’ κι οι άλλοι οι Γιανννιώτες δεν είχαν ακούσει τίποτε. Βουβά… Παπ! Το μαχαίρι… σα νά ’σφαζαν αρνιά!

Τ’ σφαγή τ’ν είχαν… στο π’ρούνι οι τσέτες! Αυτήνη ήταν η δ’λειά τ’ς… Τομάρια!

Μετά πο’ ’φ’καν (αφού έφυγαν) οι τσέτες, βόγκαγαν οι λαβωμένοι… Κατεβαίνουν απ’ το δέντρο οι Γιαννιώτες… Τι να ιδούν… Πανωλεθρία! Όλοι γκυλημένοι στο αίμα! Έπλεε (επέπλεε) το μ’σκάρι στο αίμα, όπως έλεγαν οι παλιοί…

Στ’ν Αρμυρά Έρημο ο αδερφός τ’ς μάνας μ’, ο ένας, ο μ’κρότερος, έπαθε ηλίαση και τον άφ’καν οι άλλοι! Τον έγραψαν σαν πεθαμένο! Μετρήθ’καν, δεν τον ηύραν… Πάει… Πέθανε! Τό ’γραψαν και στ’ς φημερίδες… Το διάβασαν κι οι παππούδες μ’ και τον είχαν ξεγραμμένο τον μ’κρό. Τό ’καναν τα τρισάγια! Αναστάσιος Βογάς. Μπας-Αναστάση (δηλ. ο πρώτος, ο πατριάρχης της οικογένειας) έλεγαν τον προ-προσπάππο μ’, πέντε γενιές πίσω. Ήταν απ’ τ’ς Βογάδες που ’χαν σχολή αγιογραφίας.

Η μάνα μ’ είχε δυο αδέρφια στον πόλεμο και πήγαινε κάθε μέρα στα ξωκλήσια. Άναβε όλα τα καντήλια, προσευχιόνταν κι έκανε τάματα… Δυο αδέρφια στο στρατό, στ’ Μικρά Ασία είχε. “Εσύ τ’ς έσωσες, π’ κόσευες (έτρεχες) στα ξωκλήσια κάθε μέρα”, τ’ς έλεγαν.

Αλλά γλίτωσε από θάμα ο μπάρμπας μ’ στην Αρμυρά Έρημο. Περνούσαν κάτι Έλληνες χωριάτες από ’κεί και τον είδαν καταή πεσμένον. Πήγαν σιμά (κοντά) και…

-Ωρέ! Ζηάει ετούτος! Να τ’ δώκουμε νερό!

Τον πήραν στο χωριό τ’ς και τον γιατροπόρεψαν. Βαριά ηλίαση! Τον διάονταν (φρόντιζαν, περιποιούνταν) οι χωριάτες, αλλά έκανε μέρες για να συνέρθει.

Ήταν τυχερός ο μπάρμπας μ’ γιατί έτ’χε να τον βρουν οι χωριάτες.

Πολλοί χάθ’καν εκεί στ’ν Αρμυρά Έρημο! Τι είχαν να πιουν; Ένα παγ’ράκι νερό… Και τι να φάν’… Κάνα ξεροκόμματο ψωμί…

Όλοι πεζοπορία! Μαναχά οι αξιωματικοί αν είχαν κάνα άλογο και πάαιναν καβάλα. Κι έβραζε ο τόπος εκεί π’ περπάταγαν οι στρατιώτες στ’ Μικρασία! Κι οβίδες να μην έπεφταν, καίονταν μαναχά τ’ς τα σπαρτά! Τόσο ζέστα έκανε.

Μας τα μολογούσε ο πατέρας μ’ και τ’ σηκώνονταν η τρίχα!

Δεν ήθελε ν’ ακούσει για πόλεμο…

Κι ήταν κι άλλος μπάρμπας μ’ στ’ Μικρασία, αδερφός τ’ Αναστάση Βογά.

Αυτός λέγονταν Ιωάννης Βογάς, ήταν μεγαλύτερος. Στρατιωτικός αυτός. Γίν’κε μέχρι στρατηγός!

Δεν ξέρω τι βαθμό είχε τότε ο μπάρμπας μ’ ο Γιάνν’ς, αλλά ήταν νέος στρατιωτικός. Είχε πολλές λαβωματιές, μία στο χέρι, μία στο λαιμό… Ήταν λιοντάρι! Χύνονταν (ορμούσε) μπροστά! Τον αγαπούσαν πολύ οι φαντάροι.

Μας μολόγαγε και πώς σώθ’κε στ’ Μικρασία. Είχε ένα σκύλο και κρύφτ’κε σε μια μπουστερή (τρύπα) να γλιτώσει. Αλλά ούρλιαξε το σκ’λί κι έφ’γε κοσή (τρέχοντας)! Έτσι κατάλαβε ο μπάρμπας μ’ ότι το σκ’λί κατάλαβε κίντυνο κι έφ’κε κι αυτός… και σε λίγο έπεσε οβίδα εκεί! Θα σκοτώνονταν αν δεν έφευγε!

Ο μπάρμπας μ’ αυτός γύρ’σε απ’ τη Μικρασία. Πρώτα ήταν φρούραρχος στα Γιάννενα, γύρω στο ’23-24. Το ’24 ήταν φρούραρχος στ’ν Κέρκυρα».

Η Σμύρνη καίγεται
Η Σμύρνη καίγεται

«Πολέμησε ο πρωτομπάρμπας μ’…»

Ο πάντα πρόθυμος συνομιλητής μου κ. Απόστολος Πανάγος, από την Άνω Καλεντίνη Άρτας, εξιστορεί:

«Ο πατέρας μ’ πολέμ’σε σ’ όλους τ’ς πολέμους.

Τότε π’ παρέδωσε ο Εσάτ Πασάς τα Γιάννενα στ’ς Έλληνες, το ’13, ο πατέρας μ’ τον ήταν εκεί, ήταν φαντάρος.

Έλαβε μέρος σ’ όλες τ’ς μάχες. Γρίμποβο, Μπιζάνι, στα Γιάννενα, στο Σαραντάπορο, μέχρι και στο Λαχανά, στο Κιλκίς, στα Γιαννιτσά, αυτού απάνω στ’ Μακεδονία…

Έλεγε ο πατέρας μ’, αν δε συνθηκολόγαγαν οι Βούλγαροι στ’ Θεσσαλονίκη, δε θα απόμνησκε κανένας απ’ τ’ς Έλληνες, γιατί τ’ς ήταν κατακαμπής, ακάλυπτοι μέσα στον κάμπο. Θα τ’ς θέρ’ζαν οι Βούλγαροι. Αλλά σκιάχ’καν και συνθηκολόγησαν οι Βούλγαροι τότε.

Στ’ Θεσσαλονίκη, τότε π’ δολοφόν’σαν το Γεώργιο Α΄ (1913), τον ήταν εκεί ο πατέρας μ’. Το Γεώργιο Β΄ τον αγρίκ’σα (θυμάμαι) εγώ προπολεμικά, το ’37-’38, ήμαν μαθητής στο δημοτικό.

Δεν πήγε στ’ Μικρά Ασία ο πατέρας μ’… τό ’φτασαν τόσοι πολέμοι π’ πολέμησε! Είχε οχτώ χρόνια στο στρατό ο πατέρας μ’! Τον έπαιρναν, πολέμαγε, τον απόλαγαν, ματαπάαινε… Γένονταν ολοένα επιστρατεύσεις τότε…

Αλλά απ’ τα τρία αδέρφια, πήραν τον έναν, τον μεσαίον τον αδερφό τ’ πατέρα μ’… Λέονταν Δημήτριος Πανάγος.

Νοσοκόμος ήταν εκεί στ’ Μικρά Ασία. Ο πατέρας μ’ ήταν κληρωτός το ’12, αυτός μάλλον ήταν το ’14 κληρωτός. Δηλαδή τότε ήταν για να πάν’ φαντάροι, στα 20-21.

Ο πρωτομπάρμπας μ’ λέονταν Δημήτριος Πανάγος του Ιωάννη. Ο πάππος μ’ λέγονταν Γιάνν’ς.

Επειδή οι Τούρκοι είχαν κάνει πολλά στ’ς Έλληνες, έστ’λαν στρατό για να τ’ς φ’λάξει, σαν ειρηνευτική δύναμη. Πήγαν στ’ Σμύρνη, αλλά δε σταμάτ’σαν. Έφτασαν μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ. Εκεί έγινε μάχη μεγάλη. Σκοτώθ’καν πάρα πολλοί εκεί, κι Έλληνες και Τούρκοι.

Τώρα, τι χάλευαν (ζητούσαν) οι Έλληνες… στ’ν Άγκυρα ένας Θεός ξέρει! Τ’ς απαράτ’σαν κι οι ξένοι τ’ς Έλληνες… Τ’ς πήραν στο λαιμό τ’ς. Μας απαράτ’σαν οι Μεγάλες Δυνάμεις…

Κάτι καλά (ευτυχώς) π’ σύντραμαν (βοήθησαν) τα καράβια και πήραν τον κοσμάκη, γιατί αλλιώς δε θα έμνησκε ρ’θούνι! Θα τ’ς πίνιγαν ολουνούς στ’ θάλασσα οι Τούρκοι!

Οι Έλληνες πέρασαν τ’ν Αλμυρά Έρημο, στο Σαγγάριο, μ’ ένα παγούρι νερό! Γιόμ’σαν ένα παγούρι νερό και… πάαιναν να πάρουν τ’ν Τουρκία! Στο χαμό πάαιναν… Τ’ς είπε ο Διάολος “ώρα καλή!” (έκαναν μια τεράστια απερισκεψία, σαν να τους έβαλε ο Διάβολος). Αφού γύρα-γύρα ήταν οι Τούρκοι!

Το τι πέρασαν στ’ Μικρά Ασία μην τα ρωτάς… Ήταν ένας Κώστας Γκανιάτσας, απ’ εδώ απ’ τ’ν Άνω Καλεντίνη. Αυτόν τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο οι Τούρκοι. Είχαν πολλούς αιχμαλώτους, αλλά τ’ς άλλαξαν με Έλληνες.

Τι μολόγαγε αυτός ο συχωρεμένος ο Γκανιάτσας… Κακοπορεμένοι όλοι! Τ’ς έζευαν οι Τούρκοι, να τραβήσουν τα κάρα, σα να ’ταν βόιδια! Και να τ’ς είναι νηστ’κοί! Ένα κομμάτι ψωμί έτρωγαν μαναχά, ίσια πο’ ’ζηγαν… Καλά, και για ξύλο, καταλαβαίν’ς τι έφαγαν…

Άκου να ιδείς τώρα… Ο μπάρμπας μ’ είχε ένα βιβλιαράκι, του ’χε συμμάσει, του ’φερε απ’ τη Μικρά Ασία. Αυτό το βιβλιαράκι είχε μέσα κι ένα ποίμα, χάθ’καν αυτά… Απ’ τ’ φτώχεια, ποιος τήραγε τότε βιβλία…

Αλλά θ’μάμαι λίγα στιχάκια…

“Ο Παπούλας τό ’δειξε

ο Έλλην στρατηγός

Κεμάλ Πασά συνέτριψε,

τον άσπονδο εχθρό.

Ήρωας Παπούλας τίμησε

το αίμα των Ελλήνων,

θραύση έκαμε μεγάλη

στου εχθρού το επιτελείο.

Το δείξαν οι αξιωματικοί

και όλος ο στρατός,

ηρωικά πολέμησαν

τον άσπονδο εχθρό!

Ξύπνα ελληνική φυλή,

ξύπνα Μικρά Ασία!

Ξύπνα να ιδείς στρατεύματα

που έρχονται για ελευθερία!

Τον Αϊ-Γιώργη, μάνα μου,

στο όνειρό μου είδα

με τ’ αργυρό κοντάρι του

και τη χρυσή ασπίδα!

Τον είδα να χαμογελά

στ’ άλογο καβαλάρη

και μου ‘πε ο Κωνσταντίνος μας 

την Πόλη μας θα πάρει!” (δηλ. ο βασιλιάς θα καταλάμβανε την Κων/λη).

Ήταν πολύ αυτό το ποίμα, αλλά εγώ αυτά τα στιχάκια κράτ’σα (θυμάμαι)! Πάλι καλά πο’ ’χω κι αυτό το θυμητικό (μνήμη)!

Αλλά και τι να θ’μηθείς… Ο μπάρμπας μ’ που ‘χε είχε πάει στ’ Μικρασία μάς μολόγαγε, αλλά εμείς τι να θ’μάμασταν, αφού ήμασταν νηστ’κοί και κακομοιριασμένοι, ξενηστικωμένοι, ζάρκοι… Ε, κράτ’σαμαν (συγκρατήσαμε) πόσα πράματα…

Ο μπάρμπας μ’ ήταν νοσοκόμος στο μέτωπο το πολεμικό! Νοσοκόμος-τραυματιοφορέας ήταν. Κι αν είχαν ιδεί τα μάτια του… Σκοτωμένους, σακάτ’δες… Καταλαβαίν’ς τι γένονταν στ’ς μάχες… Όσοι γλίτωναν πάαιναν στα στρατιωτικά νοσοκομεία… Τι νοσοκομεία να ήταν κι αυτά… Πέθαιναν παλικάρια για το τίποτα!

Και μ’ όλο το χαλασμό στ’ Μικρασία, ο μπάρμπας μ’ ήφερε κάτι φάρμακα, επιδέσμους, κινίνες ενέσεις για πυρετούς. Πώς τα σύμμασε και τά ’φερε αυτά τα πράματα μέσα στο σακίδιο… Άμα αρρώσταινε κάνας εδώ στο χωριό, τον γιατροπόρευε ο μπάρμπας μ’, έκανε κι ενέσεις…

Πείνα και κακουχία, π’ λες, κυρ-Βασίλη, στ’ Μικρασία! Ό,τι ηύρισκαν έτρωγαν! Τι καταντιές (προμήθειες) να είχαν… Τι έτρωγε ο στρατός τότε; Φασ’λάδα! Το καζάνι η φασ’λάδα δεν έλειπε! Πατάτες τότε ποιος έτρωγε…

Πού να έφτανε εκεί τροφοδοσία σε ξένο τόπο… Εκστρατεία έκαναν… Περπάταγαν χιλιόμετρα κάθε μέρα… Με τα ποδάρια πάαιναν, πού θα τα ’ταν τ’ αμάξια τότε…  Ε, είχαν και κάρα… Άλογα είχαν και τά ‘ζευαν στα κάρα.

Στον πόλεμο στ’ Μικρασία γίν’καν αισχρά πράματα (ακρότητες)! Καλά, οι Τούρκοι είναι άτιμη φυλή! Αλλά κι οι Έλληνες έκαμαν κι αυτοίνοι κακά εκεί… Γιατί ο πόλεμος τον αγριεύει τον άνθρωπο… Στο κακό μπορείς να μην κάμ’ς κακό; Άμα γλέπ’ς π’ σκοτώνουν το διπλανό σου, θα τον αφήκ’ς εσύ;

Η νίλα (η καταστροφή) η μεγάλη ήταν με τ’ν οπισθοχώρηση! Τ’ς πήραν τ’ κυνήγου οι Τούρκοι τ’ς Έλληνες! Καίονταν η Σμύρνη! Στρατός και γυναικόπαιδα, ανακατεύ’καν όλοι! Όποιος έφτανε κι όπως έφτανε στα καράβια! Ποιος να πρωτοπεράσει να μπει στα καράβια; Δε χωριόνταν όλοι στα καράβια…

Απήδαγαν απ’ τα σκ’νιά (εννοεί κάβους) για να μπουν μέσα στα καράβια να γλιτώσουν, αλλά δε χώραγαν! Πόσον κόσμο να κ’βάλαγαν και τα καράβια τότε; Όποιος πρόπαγε (προλάβαινε).

Κι από πίσω έρθονταν οι άλλοι… με το χαντζιάρι! Αν δεν έφευγαν με τα καράβια τότε, θα τ’ς σκότωναν ολουνούς οι Τούρκοι, οσοινούς μπόρ’γαν! Ή θα πνίονταν στ’ θάλασσα! Ήταν κι άλλες φυλές εκεί (εννοεί εθνότητες), Αρμένιοι, Οβραίοι… Τ’ν ίδια μαύρη τύχη είχαν κι αυτοίνοι οι έρμοι…

Γύρ’σε κοντά ο ελληνικός στρατός στ’ν Ελλάδα, εκτέλεσαν τ’ς έξι στο Γουδί. Εκεί έκαναν τ’ς εκτελέσεις και… κάτι έκαμαν μ’ αυτό (ειρωνικά)!

Τ’ν έπαθαν οι Έλληνες… Τ’ς ξεσήκωσαν καλά καλά οι ξένοι, αλλά κοντά τ’ς απαράτ’σαν μαναχούς κι έκαναν γούστο…

Αλλά κι οι Έλληνες πού του ’χαν το μυαλό; Κι είχαν και τ’ διχόνοια συναμεταξύ τ’ς…».

Η Σμύρνη πριν την καταστροφή. Ταχυδρομική κάρτα.
Η Σμύρνη πριν την καταστροφή. Ταχυδρομική κάρτα.

**

Οι πρόγονοί μας που πολέμησαν για την απελευθέρωση των μικρασιατικών παραλίων έχουν ήδη συγκαταλεχθεί στη χορεία των ηρώων της ελληνικής Ιστορίας.

Οι ξεριζωμένοι από τη Μικρασία Έλληνες εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, στην αρχή μάλιστα αντιμετωπίζοντας καχυποψία ή και εχθρότητα από την πλευρά των ομοεθνών τους. Έπειτα από λίγο καιρό όμως, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες –με το ήθος, την εργατικότητα και το φιλοπρόοδο πνεύμα τους–, όχι μόνο ενσωματώθηκαν πλήρως στην ελληνική κοινωνία, αλλά συνέβαλαν καθοριστικά στην άνοδο του επιπέδου της.

Απόγονοί τους διαπρέπουν σήμερα σε όλο τον κόσμο, φυσικά και στα προσφυγικά χωριά που δημιουργήθηκαν στην Ήπειρο. Η αξιοσύνη δεν χάνεται ποτέ. Κι όπως λέει εύστοχα μια ηπειρώτικη παροιμία: «Εκεί που έτρεξε η βρύση, θα ξανατρέξει»!

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια).

Σημ.: Οι ασπρόμαυρες φωτό έχουν ληφθεί από το Διαδίκτυο.

Email: [email protected]

LinkedΙn: Vasilis Malisiovas

(Εμφανιστηκε 438 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.