27 Φεβρουαρίου 2017 at 00:07

Ιωάννης Συκουτρής: [Κοινωνική Πρόνοια και ανθρώπινη αλληλεγγύη]

από

Ιωάννης Συκουτρής: [Κοινωνική Πρόνοια και ανθρώπινη αλληλεγγύη]

Εισαγωγή στο βιβλίο «Φιλοσοφία της Ζωής».

Κείμενο: Ιωάννης Συκουτρής

Aν μου επιτρέπεται να εκφράσω κάποιαν ευχήν κατά την έναρξιν των μαθημάτων μου, θα ήτο να καταβιβάσετε, όσον σας είναι δυνατόν, τας προσδοκίας σας δι’ όσα πρόκειται να σας αναπτύξω. Είναι ανάγκη να τονίσω, ότ’ η Φιλοσοφία δεν είν’ η ειδικότης μου, ούτε ως φιλόσοφος εμφανίζομαι να σας ομιλήσω.

Δεν πρόκειτ’ επομένως να σας παρουσιάσω ένα ολόκληρον σύστημα ιδεών και απόψεων διά τα ποικιλώνυμα φιλοσοφικά προβλήματα, που σχετίζονται με την ζωήν του ανθρώπου, σύστημα πρωτότυπον ή δανεισμένον από μεγάλους ιδρυτάς κοσμοθεωριών, μήτε να σας προσφέρω καν αντικειμενικάς αποτετελεσμένας λύσεις.

Ο Ιωάννης Συκουτρής (Σμύρνη, 1 Δεκεμβρίου 1901 — Κόρινθος, 21 Σεπτεμβρίου 1937) ήταν διακεκριμένος Έλληνας φιλόλογος.
Ο Ιωάννης Συκουτρής (Σμύρνη, 1 Δεκεμβρίου 1901 — Κόρινθος, 21 Σεπτεμβρίου 1937) ήταν διακεκριμένος Έλληνας φιλόλογος.

Όχι την Φιλοσοφίαν της Ζωής, αλλά το φ ι λ ο σ ο φ ε ί ν επί της Ζωής τολμώ να παρουσιάσω δι’ ένα ειδικόν θέμα: το Νόημα της Ζωής – και τούτο όχ’ εις αφηρημένους συλλογισμούς και θεωρητικά πορίσματα, άλλ’ εις συγκεκριμένας πλαστικάς μορφάς, που προσφέρει η άμεσος, η αφελής ίσως, ενατένισις της Ζωής. Διδάσκαλοι μου άλλωστε εις την Φιλοσοφίαν της Ζωής υπήρξαν (και ίσως θα πρέπη να ήσαν διά πολλούς) όχ’ οι φιλόσοφοι, αλλ’ οι ποιηταί και όσοι εκ των φιλοσόφων υπήρξαν ποιηταί: Πλάτων, Αυγουστίνος, Schopenhauer, Nietzsche κ.ά. Και οι ποιηταί προσφέρουν όχι φιλοδωρήματα, αλλά φιλοσοφούντας, – τον εαυτόν των ή τους ήρωας των, είν’ άδιάφορον· κατά βάθος άλλωστε είναι το ίδιον, – ανθρώπους δηλαδή, διά τους όποιους η σκέψις επάνω εις την Ζωήν έχει την αναγκαιότητα εσωτερικής προσταγής και περικλείει τας συνεπείας και τας ευθύνας μιας μοίρας. Εις αυτούς η σκέψις δεν είναι πλέον ειδική, αυτόνομος και αυθύπαρκτος, ενέργεια της ψυχής· χρησιμεύει μάλλον διά να φώτιση την πίστιν και την πράξιν, ε ί ν α ι εις το βάθος και πίστις και πράξις. Διά τούτο, και εκείνος που ασκεί το φιλοσοφείν και όχι την φιλοσοφίαν ως προς τα προβλήματα της Ζωής, ομιλεί μοιραίως διά τον εαυτόν του: Όχι πάντοτε διά το τι είναι, πολλάκις διά το  τ ι  θ έ λ ε ι  να είναι, τι ημπορεί να είναι. Ομιλεί δια το νόημα της ζωής τ ο υ: της ζωής που ζη ως πραγματικότητα, της ζωής που ζη ως ιδανικόν, ως πόθους και όνειρα.

Βεβαίως έτσι το φιλοσοφείν επί της Ζωής προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα υποκειμενικόν -καλύτερα θα έλεγα: προσωπικόν. Αλλά μήπως νοείται καν Ζωή χωρίς ένα υποκειμενικόν κ έ ν τ ρ ο ν, το όποιον να την ζη και προς το όποιον να σχετίζη τα γεγονότα του εξωτερικού και του εσωτερικού κόσμου κάθε άνθρωπος; Άλλωστε το Νόημα της Ζωής δεν το εύρηκεν η φιλοσοφία, ως η αντικειμενική μεθοδος προς εύρεσιν και διατύπωσιν της αληθείας. Το εύρηκαν οι φιλοσοφούντες – και φυσικά εύρηκαν όχι ένα αλλά πολλαπλά, διαφορετικά, αντιμαχόμενα πολλάκις νοήματα της Ζωής. Αυτούς τους διαφόρους τύπους του Νοήματος της Ζωής θα ήθελα να σας παρουσιάσω, όσον μου είναι δυνατόν περισσότερον συγκεκριμένα, περισσότερον ζωντανά εις τους τύπους αυτούς θα προσπαθήσω να σας το δείξω μάλλον, παρά να σας τ’ αποδείξω. Ο καθένας σας τότε θα βοηθηθή να γνωρίση, να συνειδητοποίηση τον εαυτόν του, θα φιλοσοφήση επί της ζωής τ ο υ, θα προχώρηση έτσι από την ζωήν ως πραγματικότητα, όπως την ζη, εις την ζωήν ως σκέψιν, όπως την συνειδητοποιεί: από τον Βίον εις τον Λόγον. Αλλά δεν θα λησμονή, ότι βίος είναι και ο Λόγος, ένας βίος όμως νοητικώς κεκαθαρμένος, μ’ εσωτερικήν ενότητα και συνεχήν, με σαφή επίγνωσιν και διάκρισιν των μέσων και των σκοπών.

Εις αυτά θα χρησιμεύσουν μερικαί θεωρητικοί μάλλον αναπτύξεις του περιεχομένου που δίδομεν εις τον όρον Νόημα της Ζωής – θα μας απασχολήσουν εις το σημερινόν μάθημα, – διά την έννοιαν και το πρόβλημα της Ευτυχίας και της Δυστυχίας – αυτό θα είναι το θέμα του δευτέρου μαθήματος. Κατόπιν θ’ ακολουθήση η συνθετική παρουσίασις των διαφόρων τύπων της Ζωής, όπως τους προσφέρει η πραγματικότης. Φυσικά δεν εξαντλούνται έτσι τα θέματα που πραγματεύεται η Φιλοσοφία της Ζωής, ούτε θα ήτο δυνατόν άλλωστε να τα εξαντλήσωμεν εντός τριών μαθημάτων. Είναι μία εκλογή θεμάτων, εκείνων τα όποια πιστεύω πώς θα είχαν αμεσωτέραν σχέσιν προς τους ιδιαιτέρους σκοπούς, που επιδιώκει η Σχολή της Κοινωνικής Προνοίας.

Πρωτύτερα όμως να μου επιτρέψετε να θέσω το ερώτημα: Τι σημασίαν ημπορεί να έχη διά τους εργάτας της Κοινωνικής Προνοίας η φιλοσόφησις αυτή; Θα δικαιολογηθή έτσι εκ των προτέρων και ο τρόπος, κατά τον όποιον προτίθεμαι να εξετάσω το θέμα μου.

Της εποχής μας η τάσις (ιδίως εις ό,τι αφορά την κοινωνικήν δράσιν, και φυσικά την περισσότερον ορατήν και συγκεκριμένην εκδηλωσίν της: την δράσιν την κρατικήν) ημπορεί να εκφρασθή εις ωρισμένους συντόμους χαρακτηρισμούς: οργάνωσις, μέθοδος, σύστημα, στατιστική, ορθολογισμός (rationalisation). Εις το εμπόριον, το εσωτερικόν και το εξωτερικόν, εις την γεωργικήν παραγωγήν, εις την βιομηχανίαν, γενικώς εις την οικονομικήν ζωήν, έχει κυριαρχήσει απολύτως η αρχή αυτή. Το ίδιον εις την δημοσίαν υγείαν, εις την αγωγήν και παιδείαν, η οποία ολοένα γίνεται περισσότερον κρατική, περισσότερον άρα ωργανωμένη. Ακόμη και η επιστημονική έρευνα τείνει να μονοπωληθή από οργανισμούς με μεγάλα μέσα και με συστηματικήν κατανομήν της εργασίας (Ακαδημία, Εργαστήρια, Ινστιτούτα κ.λπ.), δεν λείπουν δ’ αι προσπάθειαι να «οργανωθή» ακόμη και η λογοτεχνική και η άλλη καλλιτεχνική παραγωγή, η κατ’ εξοχήν ελευθέρα δημιουργική προσπάθεια του ανθρώπου, με ειδικά ιδρύματα: ταμεία, επιμελητήρια και άλλα μέσα ομαδικής, δηλαδή κατά βάθος αριθμητικής ενεργείας.

Υπό τας συνθήκας αυτάς δεν είναι μόνον φυσικόν, αλλά και επιβεβλημένον να οργανωθή και εις ημάς επίσης και η κοινωνική πρόνοια ως μέρος της κρατικής δράσεως, σύμφωνα με την αρχήν της ορθολογιστικής συστηματοποιήσεως· να καταρτισθούν ακριβείς και λεπτομερείς στατιστικά των διαφόρων εκδηλώσεων της Δυστυχίας· να μελετηθούν οι παράγοντες, και να ευρεθούν τα τεχνικά μέσα, με τα όποια θα εξουδετερωθούν κατά το δυνατόν οι παράγοντες αυτοί· να συστηματοποιηθή η κατά τρόπον αναρχικόν ως τώρα και άσκοπον αντιμετώπισις των κοινωνικών πληγών· να εισαχθή η απαραίτητος κατανομή της εργασίας, αλλά μαζί και ο συντονισμός της κ.λπ. Θα ημπορούσε μάλιστα κανείς να εκφράση την λύπην του, ότι τόσον αργά εσκέφθη το Κράτος να προβή εις ό,τι η άμεσος παρατήρησις και το παράδειγμα των άλλων εθνών επέβαλεν ενωρίτερα να γίνη. Η ανάγκη της συστηματοποιήσεως είναι τόσον προφανής, τ’ αποτελέσματα της εις τας άλλας χώρας τοσον έκδηλα, – και είν’ έκδηλα, διότι ομιλούν με την γλώσσαν των αριθμών, την οποίαν εννοούν, η μάλλον φαντάζονται πως εννοούν (κατά βάθος είναι η δυσμαθεστέρα γλώσσα) όλοι, – ώστε δεν χρειάζεται ιδιαιτέραν συνηγορίαν το πράγμα. Πολύ ολιγώτερον θα ημπορούσε κανείς να τολμήση να τ’ αμφισβητήση.

Εκείνο που χρειάζεται κάποιαν ανάπτυξιν εδώ, είναι κάτι άλλο: τι χρειάζεται εις μίαν τεχνικώς ωργανωμένην Κοινωνικήν Πρόνοιαν η Φιλοσοφία της Ζωής, η γνώσις γενικώς του ανθρώπου ως όντος ψυχικού και πνευματικού; Οι πεινασμένοι χρειάζονται ψωμί, οι άνεργοι εργασίαν, οι άρρωστοι χρειάζονται νοσοκομεία και περίθαλψιν, οι πτωχοί χρηματικήν ενίσχυσιν και όλ’ αυτά χρειάζονται διοικητικώς και οικονομικώς ωργανωμένην αντιμετώπισιν. Εις όλ’ αυτά τι λόγον έχει η Φιλοσοφία της Ζωής; Προ πάντων τι χρειάζεται η Φιλοσοφία της Ζωής εις μίαν τεραστίαν προσπάθειαν, η όποια υποχρεωμένη είναι (ακριβώς διότι έχει τόσον τεραστίας διαστάσεις και τόσον πολυσύνθετος είναι) ν’ ασχολήται με αριθμούς και με ποσά: τόσοι άρρωστοι -τόσα κρεβάτια, τόσοι άνεργοι- τόσαι μερίδες φαγητού κ.λπ. Ασφαλώς όχι – και θα ημπορούσε κανείς να επικαλεσθή τα παραδείγματ’ άλλων λαών (ιδιαιτέρως θ’ ανέφερε τους Αμερικανούς), οι όποιοι έχουν να επιδείξουν αριθμητικώς και τεχνικώς αυτοχρήμα καταπληκτικά έργα Κοινωνικής Προνοίας, χωρίς προσπάθειαν φιλοσοφικής εμβαθύνσεως εις αυτήν ταύτην την φύσιν της ανθρωπίνης Δυστυχίας.

Αλλ’ ακριβώς τα ίδια παραδείγματα θα ημπορούσε κανείς να επικαλεσθή ως απόδειξιν, ότι παρόμοιος τρόπος Κοινωνικής Πρόνοιας ημπορεί στατιστικώς να επιτελή θαύματα, ημπορεί να επιτυγχάνη εξωτερικά αποτελέσματα κτυπητά, ημπορεί να αίρη πλήθος εξωτερικάς εκδηλώσεις της Δυστυχίας, πολλάκις ακόμη και τους εξωτερικούς της παράγοντας – την ιδίαν την Δυστυχίαν δεν συλλαμβάνει εις ό,τι βαθύτερον παρουσιάζει. Ποιος θα ημπορούσε να ισχυρισθή, ότ’ οι άνθρωποι εις την Αμερικήν με τας προτύπους οργανώσεις Κοινωνικής Προνοίας είν’ ολιγώτερον δυστυχείς, εκείνοι που δίδουν και εκείνοι που δέχονται την υποστηριξίν των;

Καλή βεβαίως είναι η οργάνωσις η τεχνική -όχι καλή· απαραίτητος, αναπόφευκτος προϋπόθεσις κάθε σοβαράς ενεργείας εις το πεδίον της Κοινωνικής Προνοίας. Αλλά π ρ ο ϋ π ό θ ε σ ι ς μόνον, προωρισμένη να συμπληρωθή, να πάρη φλόγα και παλμόν και χρώμα από κάτι ψυχικώτερον και εσωτερικώτερον, και διά τούτο ασύλληπτον εις oρθολογικήν μεταχείρισιν, δυσκολοβόλευτον εις συστηματικά και τεχνικά καλούπια: από την εξατομίκευσιν της Κοινωνικής Προνοίας. Ό,τι βαθμηδόν αναγνωρίζεται εις τόσας επιστήμας, π.χ. εις το Ποινικόν Δίκαιον με την εξατομίκευσιν του εγκλήματος και της ποινής, ή εις την Ίατρικην όπου κηρύσσεται η αρχή ότι δεν υπάρχουν ασθένειαι αλλ’ ασθενείς, το ίδιον πρέπει να μη λησμονήται ποτέ από τον εργάτην της Κοινωνικής Προνοίας – τοσούτον μάλλον, καθ’ όσον αποτελεί τούτο την ρίζαν, από την οποίαν ψυχολογικώς και ιστορικώς ανεβλάστησεν ό,τι σήμερον ως κρατική προσπάθεια εμφανίζεται. Δεν υπάρχει κυρίως Δυστυχία, υπάρχουν δυστυχείς άνθρωποι. Επομένως οιανδήποτε τεχνική οργάνωσις εναντίον της Δυστυχίας δεν απαλάσσει τον εργάτην αυτής από την υποχρέωσιν ν’ αντιμετώπιση κάθε περίπτωσιν ενός ανθρώπου δυστυχισμένου, από ασθένειαν ή από ανέχειαν, από ανεργίαν ή από κοινωνικήν μείωσιν, ως μιαν περίπτωσιν αυτοτελή. Εις κάθε δε περίπτωσιν οι παράγοντες της Δυστυχίας, οι ίδιοι γενικοί παράγοντες, εμφανίζονται με διαφορετικόν τόνον ενεργούντες, και αι εκδηλώσεις της Δυστυχίας λαμβάνουν ιδιαιτέραν εκάστοτ’ απόχρωσιν. Αυτόv τον τόνον και αυτην την απόχρωσιν πρέπει να συλλάβη εκείνος, ο όποιος θα ήθελε να προχώρηση πέραν από την απλήν και πρόχειρον ικανοποίησιν υλικών αναγκών, και άρα πέραν από κάτι πρόσκαιρον, προς την ρίζαν και την ουσίαν του ανθρωπίνου πόνου.

Γεώργιος Ιακωβίδης
Γεώργιος Ιακωβίδης

Διότι οι άνθρωποι δεν ειν’ αριθμοί στατιστικής, ούτε ποσά. Και ο κατώτερος ακόμη άνθρωπος, και εκείνος που αποτελεί ένα μέλος του ανωνύμου κοπαδιού, αποτελεί ταυτοχρόνως ένα εγώ, εν αυτοτελές, μοναδικόν κέντρον υπάρξεως ζωής, αισθήματος, ευτυχίας.

Κάθε ανθρώπινη ζωή, και η περισσότερον ταπεινή και άσημος, αποτελεί το Α μιας σειράς από ψυχικάς περιπέτειας, η όποια δεν έχει επέκτασιν προς τα προτού, η όποια δεν θα ύπαρξη ποτέ κατόπιν έτσι ακριβώς. Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του ένα νέον, προσωπικόν και ιδιαίτερον φύσημα του Δημιουργού του, και ζη τον εσωτερικόν του κόσμον σαν εν αυθύπαρκτον και αυτόνομον πλανητικόν σύστημα, το οποίον κατ’ αναλογίαν μόνον, και μόνον από την σκοπιάν του ιδικού του κέντρου, του ιδικού του εγώ, ημπορεί να συλλάβη τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου και την ζάλην των άλλων ατόμων. Το κέντρον αυτό το ονομάζομεν ψυχήν, αλλά σημασίαν δεν έχ’ η ονομασία· σημασίαν έχ’ η επίγνωσις της απολύτου μοναξιάς, εις την οποίαν είναι καταδικασμένη η ψυχή αυτή· σημασίαν έχει ακόμη η διαπίστωσις, ότι μόνον ως ψυχή ημπορούμεν να πλησιάσωμεν κάπως προς το εγώ του άλλου, ως ψυχή που απλώνεται τόσον, ώστε να ημπορή να χωρέση, προσωρινώς έστω, και ενός άλλου το εγώ. Και την ψυχήν μόνον της ψυχής η γλώσσα, το τραγούδι μάλλον, την αναπαύει.

Όχι λοιπόν ως αριθμόν ψύχρας στατιστικής, αλλ’ ως ατομικότητα αυθύπαρκτον, ως ένα εγώ, ημπορούμεν να πλησιάσωμεν αληθινά τον άνθρωπον, ιδιαιτέρως τον δυστυχισμένον -ακριβώς διότι η δυστυχία αυξάνει την ευαισθησίαν του, πολλάκις μέχρι βαθμού παθολογικού – αναγκάζει, θαρρείς, τον άνθρωπον να οχυρωθή αποκλειστικώτερος μέσα εις τον μόνον απόρθητον από καθ’ εξωτερικήν επήρειαν προμαχώνα που του μένει, εις το εσωτερικόν του εγώ.

Διότ’ η Δυστυχία είναι κατά βάθος και πάντοτε φαινόμενον ψυχικόν – ποτέ υλικόν. Το πράγμα θα φανή παράξενον, παράξενον ακόμη και εις εκείνους, οι όποιοι την υποφέρουν, ακριβώς διότι δεν είχαν τον καιρόν και την άνεσιν να την εξετάσουν βαθύτερα.

Το να είναι κανείς άρρωστος, θα ήτον εν απλούν φυσικόν φαινόμενον, που δεν έχει κοινωνικήν σημασίαν. Δυστυχής γίνεται ο άρρωστος, από της στιγμής που λαμβάνει ψυχικώς επίγνωσιν της ασθενείας του, από της στιγμής που κρίνει την πάθησίν του: τα αίτια και οι παράγοντες της (αν πταίει ο ίδιος η άλλος, ή οι κοινωνικοί όροι της ζωής του), η σημασία που έχει η υγεία του δια την αποστολήν του εις τον κόσμον, δια τους δεσμούς που τον δένουν με τους άλλους, η αισιοδοξία και η πίστις, η καρτερία ή η συντριβή με την οποίαν αντιμετωπίζει το νόσημα και το ενδεχόμενον του θανάτου, ο έρως προς την ζωήν ή προς τον θάνατον, η σημασία της ασθενείας κ.λπ. – όλ’ αυτά, στοιχεία ψυχικά, στοιχεία μάλλον ηθικά, αφού συνδέονται με το βαθύτερον νόημα της μοίρας του εις τον κόσμον, είναι οι τεχνικώς ασύλληπτοι, αλλ’ ουσιαστικώς σημαντικώτατοι συντελεσταί της ασθενείας ως κοινωνικού φαινομένου. Όστις τ’ αγνοεί, θεραπεύει ίσως το νόσημα, – αν το θεραπεύη· διότι κατά βάθος και η σωματική υγεία είναι κατά 50% τουλάχιστον ιδιότης ψυχική – την δυστυχίαν δεν την θεραπεύει, Κοινωνικήν Π ρ ό ν ο ι α ν δεν εξασκεί.

Το ίδιον συμβαίνει με το φαινόμενον της ένδειας. Ο κόσμος νομίζει, ότ’ η δυστυχία του ενδεούς είναι ζήτημα ποσότητος τροφής: τόσα χρειάζεται, τόσα πρέπει να του δοθούν. Λησμονεί, ότι εις το «χρειάζεται» (το όποιον άλλωστε είναι σχετικόν) κρύπτετ’ ένα πλήθος αστάθμητων παραγόντων, ψυχικών και ηθικών. Λησμονούν, ότ’ ημπορείς να τρώγης ολίγον και να εισ’ ευτυχισμένος. Λησμονούν, ότι κανείς δεν γογγύζει μονίμως και κανένας προ παντός δεν σκοτώνεται και δεν επαναστατεί, δια να τρώγη 100 δράμια ψωμί περισσότερον. Η πείνα, που είναι παράγων δυστυχίας και παράγων κοινωνικής αναστατώσεως, είναι κυρίως πείνα δικαιοσύνης: είν’ η συναισθησις, ότ’ υποφέρεις χωρίς να πρέπη, χωρίς να το αξίζης, είν’ η αγανάκτησις διά την ηθικην ταπείνωσιν, εις την οποίαν αναγκάζεσαι να καταφύγης δια να εξασφάλισης την πενιχράν αυτήν συντήρησιν, είναι ο σπαραγμός όταν βλέπης παιδιά και γέρους να πεινούν και να πονούν, να στερούνται και ν’ αδικούνται· όταν βλέπης, ότ’ υπάρχουν άνθρωποι, ιδίως γυναίκες, οι όποιοι, διά να κερδίσουν το ψωμί των, δεν εργάζονται αλλά εξευτελίζονται, ή μάλλον εργάζονται μαζί και εξευτελίζονται, πολλάκις εις ό,τι πολυτιμότερον, εις ό,τι προσωπικότερον έχουν: εις τα ορμήματα της αγάπης των. Η πείνα γίνεται δυστυχία, από την στιγμήν που θα έλθη εις επαφήν με την ηθικήν συνείδησιν των ανθρώπων, από την στιγμήν πού θα γίνη φαινόμενον ηθικόν. Κάι όχι μόνον η πείνα- κάθε στέρησιν και κάθε πόνον αισθάνεται ο άνθρωπος ως δυστυχίαν, εφ’ όσον κρίνει, ότι δεν είναι στέρησις ηθικώς αναγκαία, δεν είναι πόνος δημιουργικός.

Από της στιγμής όμως που το φαινόμενον της Δυστυχίας κρίνεται ως φαινόμενον κυρίως ηθικόν, δεv ημπορεί πλέον ν’ αντιμετωπισθη στατιστικώς, τουλάχιστον όχι μόνον στατιστικώς και τεχνικως -όσον και αν τα τεχνικά και τα στατιστικά επιτεύγματα παρουσιάζονται κτυπητότερα. Διότι όπου υπάρχει ηθική κρίσις, εκεί προϋποτίθεται και μία ηθική συνείδησις, η οποία την εκφέρει, ένα προσωπικό κέντρον προαιρέσεως και πράξεως, που κρίνει, ένα άλλο, που κρίνεται. Και προαίρεσιν δεν έχουν τα νούμερα.

Αυτος είν’ ό λόγος, διά τον όποιον επιβάλλεται πάντοτε η εξατομίκευσις της Κοινωνικής Προνοίας, και επομένως και η αντιμετώπισις της Δυστυχίας από την πλευράν την ατομικήν (την προσωπικήν καλύτερα), ως συγκατάβασις προς την ψυχήν, προς τα διάφορα εγώ των αδικημένων της Ζωής. Ειδεμή, η Κοινωνική Πρόνοια δεν θα θεραπεύη την Δυστυχίαν· να θεραπεύη τας εξωτερικός της μόνον αφορμάς. Και επειδή αι αφορμαί αύται δεν είναι παρά ένας μόνον (και όχι πάντως ο κυριώτερος) από τούς παράγοντας της Δυστυχίας, – αφού η Δυστυχία μέσα μας κυρίως εδρεύει, όπως μέσα μας και η Ευτυχία, – το έργον της θα περιορισθη κατ’ ανάγκην εις ικανοποίησιν αξιώσεων, αι οποίαι θ’ αυξάνουν ολοένα περισσότερον, καθ’ ο μέτρον εκάστοτε θα ικανοποιούνται. Αυτό είναι μοιραίον -το διεπίστωσεν ήδη ο Αριστοτέλης.

Αλλά και δι’ έναν άλλον ακόμη λόγον χρειάζεται ν’ αντιμετωπισθή το πρόβλημα της Ευτυχίας από την προσωπικήν του πλευράν. Η Κοινωνική Πρόνοια κηρύσσεται κατά τα τελευταία χρόνια – και το κήρυγμα θεωρείται η τελευταία λέξις της επιστήμης και της… κοινοβουλευτικης δημοκοπίας – ως πράξις δικαιοσύνης, αποδόσεως δηλαδή προς τας απορωτέρας τάξεις εκείνου που αυτοδικαίως τους ανήκει. Αλλά δεν είναι μόνον πράξις δικαιοσύνης – δηλαδή σχέσις νομική, με τον χαρακτήρα τον υποχρεωτικόν που έχει κάθε νομική σχέσις. Είναι ταυτοχρόνως και πράξις ηθική, πράξις ελευθέρας προαιρέσεως. Ειδεμή, η Κοινωνική Πρόνοια θα ήτον αποκλειστικώς ένα είδος φορολογίας και θα υπηγορεύετο μόνον από την κοινωνικήν η πολιτικην σκοπιμότητα· δεν θα ήτο ψυχών επαφή.

Τοιαύτη όμως αντίληψις, αν ήθελεν επικρατήσει οριστικώς και αποκλειστικώς, θα εσήμαινε την απώλειαν ουσιωδών ψυχικών και πνευματικών αγαθών. Απώλειαν δι’ εκείνον που δέχεται την προσφοράν της Κοινωνικής Προνοίας: Όταν πιστεύη, ότι του δίδουν απλώς ό,τι είναι νόμιμον και δίκαιον, ό,τι ο νόμος προβλέπει, ό,τι κατά βάθος του ανήκει, χάνει ο άνθρωπος το αίσθημα της ευγνωμοσύνης, πηγήν πολυτίμων ηθικών συγκινήσεων· χάνει το αίσθημα της εσωτερικής ανυψώσεως, που του χαρίζει η επίγνωσις, ότι παραστέκεται κοντά του ένας άλλος άνθρωπος, έτοιμος και ικανός να τον βοηθήση, και παραστέκει όχι ως υπάλληλος επαγγελματικώς υποχρεωμένος, αλλ’ ως άνθρωπος αυτοπροαίρετος, κινούμενος μόνον από το συναίσθημα της καθαρώς ανθρωπίνης αλληλεγγύης, από τον πόθον της ευτυχίας του ευεργετείν. Και είναι τοσον παρήγορον διά τον επικουρούμενον να αισθάνεται, ότι αδελφώνεται διά της ευεργεσίας ακριβώς ό δυστυχής αυτός με τον ευτυχέστερον, ότι προσφέρει και αυτός  ως αντάλλαγμα προς τον ευεργέτην του αυτήν ακριβούς την χαράν!

Απώλεια είν’ επίσης δια εκείνον που δίδει. Η συμβολή εις την Κοινωνικήν Πρόνοιαν γίνεται καταβολή φόρου, του όποιου λησμονείται πολλάκις και ο σκοπός, γίνετ’ εκπλήρωσις νομικώς και λογικώς δικαιολογημένου, αλλά ψυχρού πάντοτε χρέους. Χάνει τον χαρακτήρα της ελευθέρας αποφάσεως, της αυθορμήτου εκχύσεως προς αγαθοεργίαν όχι επιβαλλόμενην έξωθεν μιας ψυχής πληθωρικής εις αγάπην. Χάνεται το αίσθημα πως αναβαίνεις με το να βοηθής ακριβώς τους άλλους ν’ αναβούν. Χάνεται μία πηγή ανθρωπίνης στοργής, που μόνον εις την πράξιν της ευεργεσίας αναβλύζει: διότι δεν ευεργετείς μόνον εκείνον που αγαπάς, διότι τον αγαπάς· αγαπάς πολλάκις εκείνον πού ευεργετείς, διότι τον ευεργετείς.

Και ο λειτουργός άρα της Κοινωνικής Προνοίας δεν πρέπει να ειν’ ένας κοινός υπάλληλος, διεκπεραιωτής απλούς ενός έργου, το οποίον εκτελεί ευσυνειδήτως ίσως αλλά μηχανικώς, χωρίς εσώψυχον συμμετοχήν. Ένας άνθρωπος πρέπει να είναι, με πλουσίαν εσωτερικήν ζωήν, έτοιμος και ικανός να συγκαταβή προς συνάντησιν της ψυχής εκείνου που θέλει να βοηθήση, ικανός ν’ αντιληφθή κάθε άνθρωπον ως αυτοτελές και αυτόνομον κέντρον ζωής, ως ένα εγώ με τ’ ατομικά του προβλήματα, την ατομικήν του προοπτικήν της Ζωής, την ατομικήν του δυστυχίαν.

Αλλά την ψυχήν του άλλου δεν θα εννοήση ποτέ, αν δεν έχη εννοήσει ήδη την ιδικήν του ψυχήν εις ό,τι προσωπικότερον έχει. Εδώ κείται η χρησιμότης της Φιλοσοφίας της Ζωής, η χρησιμότης των σκέψεων, τας οποίας προτίθεμαι να σας παρουσιάσω εις τα τρία μου μαθήματα.

(Εμφανιστηκε 409 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)