1 Ιουνίου 2015 at 22:49

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Α-

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Α-

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τζήκας γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1971 στη Ζυρίχη της Ελβετίας, από γονείς μετανάστες Έλληνες εργάτες. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού έζησε στο Λιβαδερό Κοζάνης, ενώ αργότερα ολοκλήρωσε το Λύκειο στην ίδια πόλη. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Α.Π.Θ. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, βρέθηκε στην Κομοτηνή για 15 περίπου μήνες. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στον σύλλογο φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Ιωαννίνων (1992-1995), ενώ συμμετείχε στο Δ.Σ. του συλλόγου Μετεκπαιδευομένων δασκάλων και στην επιτροπή προγράμματος σπουδών, ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Από το 1999 μέχρι σήμερα, εργάστηκε σε δημοτικά σχολεία της Φολεγάνδρου, της Κέρκυρας και στο 1ο Πρότυπο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης. Διαχειρίζεται την ιστοσελίδα «Ερανιστής», όπου και δημοσιεύει τακτικά κείμενα για τη γλώσσα, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ζει στη Θεσσαλονίκη και ψωμίζεται ως δάσκαλος στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Το Λεξικό, 504 σελίδες 17 χ 24, διατίθεται με αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου.

Ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας: eranistisnet.@gmail.com

Α

αβανιά η: συκοφαντία, η ρετσινιά, η δυσφήμηση, η κατηγορία, η διαβολή, η κακολογία, απάτη, εξαπάτηση, δόλια, ύπουλη ενέργεια. Παπαδ.: Μαζώξου σπίτι σου γριά, μη σου κολλήσουν καμιάν αβανιά τώρα στα γεράματα. Τσιφ.: Ήταν αηδιασμένος από τη Ρώμη. Δε μπορούσε πια να μένει στα εχτρικά της παλάτια, να βλέπει και ν᾿ ακούγει αβανιές και βρισίδια. Σηκώθηκε κ᾿ έφυγε μια για πάντα από τη Ρώμη. Πέτρα λες κ᾿ έριξε πίσωθέ του. Παρ.: «Της αβανιάς το γέννημα σε ποντισμένο μύλο.» Βαμβ.: Δεν πάω πια στο Πισκοπιό να κάτσω στην πεζούλα / γιατί μου βγάλαν αβανιά πως αγαπώ μια δούλα. Ηπίτ.: συκοφαντία, διαβολή, κακολογία, απαντά εν τη παρ᾿ ημίν δημώδη γλώσσα· (διάλεκτ. Ηπείρου) ως κατάρα «κακή αβανιά», εννοείται να σε πάρει, «τον έδωκε της αβανιάς και τον πήρε», «τον πήρε η αβανιά» | < ιταλ. avania (: ζημία) < αραβική havan (: προσβολή).

αβανιάζω: συκοφαντώ, βάζω αβανιές, διαβάλλω, προδίδω, κακολογώ, καταδίδω.

αβανιάρης ο: ο συκοφάντης, κουτσομπόλης, κακολόγος | < Bλ. & αβανιά η.

αβάντα η: πλεονέκτημα, προβάδισμα, όφελος, κέρδος | < παλ. ιταλ. avant(are) ή βενετ. vant(arse): καυχιέμαι.

αβάντζο το: προβάδισμα πόντων σε τεχνικά ή τυχερά παιχνίδια, κέρδος, ωφέλεια. ΦΡ. Του έδωσε το αβάντζο: Του έδωσε δέκα καραμπόλες, ή μισό κορδόνι στο μπιλιάρδο | αβάντζο < ιταλ. avanzo.

αβαρία η: ζημιά, απώλεια, απόρριψη μέρους του φορτίου σε περίπτωση κινδύνου στη θάλασσα, βλάβη σε πλοίο. Ιαπωνικές «αβαρίες» κατά τη διάρκεια στρατιωτικών ασκήσεων. Πάθαμε αβαρία μεγάλη | < ιταλ. avaria < αραβ. awāriya.

αβέρτα: επίρρ. στο ύπαιθρο, σε χώρο εξωτερικό, ανοιχτά, διάπλατα, αναφανδόν, ελεύθερα, συνεχώς, ανεμπόδιστα, απροκάλυπτα, απεριόριστα, σπάταλα, απλόχερα. ΦΡ. «Αβέρτα κουβέρταΈκλεβαν, ξόδευαν, μάζευαν, έπιναν, έκλαναν αβέρτα. Τσιφ.: Ο Ροβεσπιέρος πάλι στη Γαλλία, για να μην υπάρχουνε αριστοκράτες και συμπαθούντες, έκοβε κεφάλια αβέρτα. Είναι που λένε η περίοδος της Τρομοκρατίας. Πβ. Παρ.: «Χιόνι Φλεβαριάτικο, αλώνι αβερτιάτικο.» | < βενέτ. averto: ανοιχτός.»

αβασκαμός ο & αβάσκαμα το / βάσκαμα το: το μάτιασμα, βασκανία. Παπαδ.: Πράγματι ο Αγάς απέθανε την τριακοστήν ενάτην ημέραν από της μαντείας, και απέθανεν από την μαντείαν, από την υποβολήν, από τον αβασκαμόν εκείνης της γυναικός. Απέθανε, διότι ήτον άρρωστος. Γκοτζ.: Tο αμπόδεμα και το λύμα του· το αβάσκαμα και το γήτεμά του. Δημ.: Παιδί μου, πάαινε στο καλό κι όλοι οι αγιοί κοντά σου, / και της μανούλας σου η ευχή να είναι για φυλαχτό σου, / να μη σε πιάνει βάσκαμα και το κακό το μάτι | < Βλ. & βασκαίνω.

αβασκαίνω & βασκαίνω: κοιτάζω κάποιον με θαυμασμό ή φθόνο, του προξενώ (σύμφωνα με ορισμένη πρόληψη) κακό, τον βλάπτω, με την επήρεια του βλέμματός μου· ματιάζω (Τριανταφ.)· λοιδορώ. Παπαδιαμάντ: …η γρια-Φωτεινή, αναρριχηθείσα με τα γηρατειά της εις τον κορμόν της μεγάλης πλατάνου της ανεχούσης την κληματαριάν, είχε κρεμάσει ευμέγεθες σκόροδον εις το κλήμα, για να μην το ιδή ξένο μάτι και τ᾿ αβασκάνη. – «Τι τέμπλα, τι ανέμη, θα πω; κουρμαντέλα, να μην αβασκαθεί, το κορμί της!» -Και τον Άρρωστον, τον χρόνιον, των 444 ετών ασθενή, ποιός θα τον αβασκάνει; | < αρχ. ελλ. βασκαίνω· ἀ-βάσκαντος -ον: μη υποκείμενος σε βασκανία· επίρρ. ἀβασκάντως. Βλ. & γκλαπάτσα η.

αβασταγή η: το βασταζόμενο δέμα, ό,τι βαστάμε, βαστάγι. Παπαδ.: …κρατοσα π τν μασχάλην μίαν βασταγήν, δι ν πλύν τ μάλλινα σινδόνια της ες τ κμα τ λμυρόν, ετα ν τ ξεγλυκάν ες τν μικρν βρύσιν, τ Γλυφονέρι | < μσν. βαστώ < αρχ. ελλ. βαστ(άζω).

αβασταγό το & βασταγό το: κάθε ζώο που το φορτώνουμε (άλογο, γαϊδούρι)· υποζύγιο. Βάρν.: K᾿ έλεα: όταν μιαν ημέρα / παρασφίξουνε τα γέρα, / θα ξεκουραστώ κ᾿ εγώ, / του θεού τ᾿ αβασταγό! | < ουσιαστικοπ. ουδ. του μσν. επιθ. βασταγός: που αντέχει.

αβούλι το: μικρό χωράφι κοντά στο χωριό όπου βρισκόταν συνήθως οικόσιτα ζώα και κήπος (Άκρη Ελασσόνας).

αβραγιά η: βραγιά, μικρά φυτά για μεταφύτευση, σπορά σε σειρά, το καθένα από τα καλλιεργημένα τμήματα κήπου που είναι φυτεμένος με άνθη ή λαχανικά. Γκάτσ.: Μ τ᾿ σημένια τους χαϊμαλι μ τν κορώνα κα τν πορφύρα / Σκορπνε δεντρολίβανο στς βραγις / γι ν περάσουν ο ποντικο ν πνε σ᾿ λλο κελλάρι | < ίσως ιταλ. (διάλεκτ.) bra(ia) -ιά.

άβρακος ο: χωρίς βρακί, γυμνός, τσίτσιδος, γκόλιαβος, μπλέτσιος. Παρ.: «Άβρακος βρακί δεν είχε, το ᾿βαλε και χέστηκε.»

αβραντίνα: βρίσκουμε τη λέξη στη ΦΡ. «Γ…ώ την αβραντίνα σ᾿», η οποία χρησιμοποιείται ως ήπια, σχεδόν χαϊδευτική βρισιά. Αγνοώ αν η λέξη αβραντίνα σημαίνει κάτι συγκεκριμένο ή χρησιμοποιείται απλώς ευφημιστικά, για να μην βρίσει κάποιος κάτι άλλο, πιο σεβαστό και ιερό· πιθανόν σημαίνει τη μάνα στα παλαιά τουρκικά. Ευφημιστικά χρησιμοποιείται λ.χ. και η λέξη πανακόλα < Παναγία, η οποία επίσης δεν έχει άλλη σημασία, ο αντιθεός (γ…μώ τον αντιθεό σ᾿), το ξεσταύρι σ᾿ κ.α.

αγάς ο: τίτλος στρατιωτικού ή πολιτικού αξιωματούχου της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ηπίτ.: Εν τη αρχαία τουρκική εσήμαινε τον πρεσβύτερον αδελφόν, εν δε τη σημερινή γλώσση ούτω προσαγορεύουσιν ου μόνο οι νεώτεροι αδελφοί τον πρεσβύτερον, αλλά και ο δούλος τον άρχοντα αυτού, ο ραγιάς τον Τούρκον δεσπότην (κύριον). Εν γένει δε είναι τιμητικός τίτλος των εν αξιώματι αγραμμάτων Τούρκων, κατ᾿ αντίθεσιν προς τον τίτλον εφένδη, απονεμόμενον εις τους γιγνώσκοντας την γραφήν. Παρ.: «Κόψε με αγά μου να αγιάσω.», «Τον αγά και γάιδαρο να τον ιδείς, να μην τον καβαλήσεις.», «Συ είσαι ο αγάς από την Κόνιτσα; -Κάτσε πάρε παράδες.» | < μσν. αγάς < τουρκ. ağaς. Βλ. & καρασοπουλειό το, γκλαβανή η.

αγάλι αγάλι & αγάλια αγάλια: επιρρ. σιγά σιγά, με τον καιρό, χωρίς βιασύνη. Εφτ.: Περνούνε δυο τρεις γενεές, και χάνεται το ξενικό το στοιχείο, μα ας φέρει όσους δασκάλους θέλει για τα τέκνα του από την πρώτη πατρίδα· χάνεται όμως αγάλι αγάλι, και δίχως να μπορείς να πης πως την τάδε μέρα αφανίστηκε το ξενικό το στοιχείο κι άρχισε να δουλεύη το στοιχείο του τόπου. Παρ.: «Αγάλια αγάλια βρίσκει η τάβλα το καρφί της.», «Αγάλια αγάλια, κότα μου, κι εγώ σε μαγειρεύω.», «Αγάλια αγάλια, κάβουρα, να ΄ρθει το καλοκαίρι, τότε στερεύουν τα νερά κι εσύ μένεις στην ξέρη.» | < μσν. αγάλι < αγάλιν < αγάληνα (με βάση τη φρ. αγάλην αγάληνα) < επίρρ. < μσν. αγαληνός < αρχ. επίθ. γαληνός. Βλ. & άγνωρος ο, βαλαντώνω, κουμάσι το, παγάλια.

αγανιάζω το: αγαναχτώ κάποιον. Βλ. & αραγανιάζω.

άγανο το: μικρό αγκάθι, ξερό χόρτο, η λεπτή βελονοειδής άκρη του σιταριού· ξυλαράκι, αγκίδα· κοινώς τα μουστάκι των δημητριακών· τα μαλλιά του γέμισαν άγανα· αγανός: ήπιος, μαλακός. Τα άγανα είναι επικίνδυνα για τον σκύλο μας από την στιγμή που αρχίζουν και ξεραίνονται (συνήθως από τα μέσα Μαΐου και καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού). Τα άγανα είναι εκείνα τα μυτερά χόρτα που είναι κάπως σαν βελάκια στη μύτη και κολλάνε. Τα γνωστά μας άγανα προκαλούν σοβαρές βλάβες στο ζώο μας όταν εισχωρήσουν στη μύτη, η οποία αρχίζει να «τρέχει». Δημ.: Να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίσει, / χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο, / και με τ᾿ άργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν | < ελνστ. άκανος.: αγκαθωτό κεφάλι φυτού ή από επίδρ. του αρχ. άγανον (ξύλον): ξερόκλαδο για προσάναμμα· ἄγνῡμι, μέλ. ἄξω· παθήτ., ἄγνῠμαι· αόρ. βʹ ἐάγην· ενεργ. παρακ. (με παθήτ. σημασία) ἔᾱγα, Ιων. ἔηγα: σπάζω, συντρίβω· παθήτ., είμαι σπασμένος ή συντετριμμένος· ἄγη ξίφος· ἐάγη δόρυ· πάλιν ἄγεν ὄγκοι (αντί ἐάγησαν): οι ακίδες λύγισαν προς τα πίσω και έσπασαν. Βλ. & δερμόνι το.

αγάντα: ναυτικό παράγγελμα που σημαίνει βάστα, κράτα, με όλη τη δύναμη· αγαντάρω: πιάνω, κρατώ, συγκρατώ, στηρίζω το φορτίο που γέρνει, υπομένω, αντέχω, βαστάζω. Αγάντα Δημόσιο Νοσοκομείο, αγάντα Υγεία, αγάντα Κόσμε! Αγάντα, αγάδες μου! Αγάντα κι έρχομαι | < ιταλ. agguantar(e) (< guanto: σιδερένιο γάντι) -ω & ιταλ. (διάλεκτ.) agguantar(e) (< ισπαν. aguantar) -ω.

αγαπητικός ο & αγαπητικιά η: αγαπημένος, αγαπημένη, ερωμένος, ερωμένη, μνηστή. Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας. «Οι Αγαπητικοί της Βοσκοπούλας» περιοδεύουν. Παρ.: «Οπ’ έχει δυό αγαπητικιές, έχει χαρά μεγάλη, όταν κακιώσει απ’ τη μια, τρέχει και πάει στην άλλη.» Βλ. & απολησμονώ.

αγγαρεία η: δουλειά, εργασία που κάνουμε χωρίς να θέλουμε, αναγκαστικά, θέλοντας και μη, ανόρεχτα, με το ζόρι, επειδή μας το ζήτησε κάποιος. Έκανα αγγαρείες στο στρατό, καθάριζα, σκούπιζα, σφουγγάριζα. Παπαδ.: γάπα δέ, ς βεβαιώθην, τν γγαρείανταν τν πέβαλλεν ες λλους | < ἀγγαρεία η (αρχ. ελλ): η με τη βία επιβαλλόμενη εργασία < ελνστ. ἀγγαρεία: υποχρεωτική δημόσια υπηρεσία. Βλ. & αγγαρεύω.

αγγαρεύω: βάζω σε αγγαρεία, σε δουλειά, κόπο, φροντίδα. Μαζεύτηκαν όλες οι κύριες και αγγάρεψαν τον Αντώνη να τους πάει βόλτα με το ιστιοπλοϊκό. Παπαδ.: Τ μετεκόμιζεν λα ατ βοηθουμένη π τν μικρν κορασίδα μαλίαν τς Παπαβλαστος μέσου γείτονός μου, τς χήρας- τν ποίαν εχεν γγαρεύσει πρς τοτο | < περσ. < άγγαρος: βασιλικός ταχυδρόμος. ἀγγαρεύω (αρχ.): εξαναγκάζω κάποιον να υπηρετήσει ως βασιλικός ταχυδρόμος (από το ἄγγαρος των Περσών, πρβλ. το ελληνικό ἄγγελος: αγγελιαφόρος). Βλ. & αγγαρεία η.

αγγαρίζω: γκαρίζω. Αγγαρίζει σα γουμάρα | αγγαρίζω < λατ. oncare < αρχ. ελλ. ογκώμαι.

αγγειό το: το αγγείο, το δοχείο, η πήλινη στάμνα, μαγειρικό σκεύος, τα ανδρικά γεννητικά όργανα· το καθίκι, δοχείο νυχτερινής ούρησης. Περρ.: …εάν εύρη άλλην εκεί, της οποίας τον άνδρα γνωρίζει δειλόν, δεν την αφήνει να πρωτογεμίσει το αγγειό της, ούτε το ζώον της να πρωτοποτίσει. ΦΡ. μτφ. Ξύσ᾿ τ᾿ αγγειά σου: αναφέρεται στους όρχεις. Αχ πώς μ᾿ αρέσει να σε βλέπω να κατράς στ᾿ αγγειό, να σφυρίζει το ζιζί σου σαν παπόρι γαλλικό! (δημώδες). Αίν.: «Μακρύς μακρύς καλόγερος και κατουρά τ᾿ ατζιά του.» (υδρορροή – Νίσυρος). Γκοτζ.: Έπινες, έπινες και χορτασμό δεν είχες. Η φωτιά που δούλευε στα σωθικά σου δεν έσβηνε, μακάρι και ν᾿ άδειαζες όλο το αγγειό.Βάλτε κάνα αγγειό, έλεγε, να στάζει. Και βάζαμε καπάκι ή τεψί, να μαζευτεί το νερό – ...φτάνει να βρίσκουν αγγειά για φκιάσιμο κι αυτός θα στρώνονταν στα ξένα σπίτια διπλοπόδι. Παρ.: «Τ᾿ αδειανό τ᾿ αγγειό σκούζει.» | < αρχ. ελλ. ἀγγεῖον. Βλ. & καθίκι το, κουλιάστρα η.

Αγγελής ο: Άγγελος.

αγγελιάζομαι: ψυχοραγώ, ψυχομαχώ, ρέγχω, χαροπαλεύω, αγγελοκρούομαι. Παπαδ.: γραα κειτο π τς κλίνης καθ λην τν βδομάδα τν Παθν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. βεβαίου τι «γγελιάστηκε», κα τοιμάζετο ν ποθάν.

αγγελοκάμωτος -η -ο: καμωμένος, φτιαγμένος σαν άγγελος, όμορφος, ωραίος. Εφτ.: Είναι λοιπόν, που λες, αγγελοκάμωτοι στ᾿ αλήθεια οι Κρητικοί. Όχι να πεις και πολύ αψηλόκορμοι, σαν το τραγούδι σου· μα θαρρείς και τεχνίτης το ᾿χυσε το κορμί τους -τέτοια συμμετρία.

αγγελομαχώ: ψυχοραγώ, ψυχομαχώ, ρέγχω, χαροπαλεύω, αγγελοκρούομαι (:χτυπιέμαι με τους αγγέλους), είμαι ετοιμοθάνατος, του θανατά, αγγελιάζομαι, αγγελοθωρώ, πνέω τα λοίσθια, (< αρχ. φρ. τά λοίσθια τοῦ βίου: τα στερνά < λοίσθιος: τελευταίος) ζω τις τελευταίες στιγμές της ζωής· Ηπίτ.: αγωνίζομαι προς θάνατον. Την ώρα που αγγελομαχούσε, φώναζε: «Κάνε κάτι και για μας Θεέ μου. Μερόνυχτα αγγελομαχούσε μα η ψυχή του ήταν κολλημένη και δεν έβγαινε.

αγγόνι το & αγγονός ο: εγγόνι, θηλ. αγγονή. Γκοτζ.: Σε κάμαρη φαρδιά / θα κατοικήσεις φέτο. / Με γεια σου, με παιδιά / κι αγγόνια γέμισέ το! Καζαντζ.:το αγγόνι του Άρμονα, που δούλευε με μαστοριά το ξύλο, / κάθε λογής, κι αγάπη ξέχωρη του ᾿χε η Αθηνά Παλλάδα. Δημ.: Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι. / Κοιμήσου και παράγγειλα παπούτσια στον τσαγγάρη, / να σου τα κάνει κόκκινα με το μαργαριτάρι | < μσν. εγγόνι υποκορ. του εγγον(ός) -ι < αρχ. ελλ. ἔγγονος. Βλ. & βουρλίζω, αχός ο, κάργα.

αγελαδοκούρεμα το: το κούρεμα, κουρά της αγελάδας, κατά κυριολεξία. Οι αγελάδες ως γνωστόν, δεν κουρεύονται, οπότε η φράση «στο αγελαδοκούρεμα» σημαίνει ποτέ. Πληρωμή μισθών στο… «αγελαδοκούρεμα»! Πότε θα μειώσετε το φόρο των επιχειρήσεων κ. υπουργέ; Στο αγελαδοκούρεμα;

αγιάζι το: κρύος αέρας. κρύο ρεύμα, βραδινή ή πρωινή αύρα. Ηπίτ.: αγιάζι το: δροσιά της εσπέρας ή πρωίας· άνεμος ξηρός και ψυχρός. ΦΡ. Μ᾿ έφαγε τ᾿ αγιάζι. Ελύτ.: Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του / Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο / Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού! Καββ.: Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι. Στίχ.: Έχω τόση ώρα στη γωνιά / μπρος το παραθύρι σου, λιώνω για χατίρι σου, καλέ / θα με φάει τ᾿ αγιάζι η παγωνιά, από την δική σου απονιά (Χρηστάκης). Ξεροστάλιασα στ᾿ αγιάζι / ώρες να σου τραγουδώ, η καρδιά μου φλόγες βγάζει, / μα δε βγαίνεις να σε ᾿δω (Χαρ. Βασιλειάδης) | < τουρκ. ayaz. Βλ. & κουρνιαχτός ο.

αγιάζω: κάνω κάτι ιερό, άγιο, γίνομαι άγιος· μτφ. αδυνατίζω. Ν᾿ αγιάσει το στόμα σου. Και να θέλει ν᾿ αγιάσει κανείς μαζί σας δεν μπορεί! Παπαδ.: νθυμήθην τότε ν τν ρωτήσω, ν γνώριζέ τι περ τς παραδόξου κείνης εωδίας, ν κουσε περ το νδρός, στις εχεν γιάσει πλησίον τν Τριν Σταυρν. Παρ.: «Για τον παρά κολάζεσαι, με τον παρά κι αγιάζεις.», «Άγιασε ο σκύλος, που ᾿φαγε την πάσπαλη.», «Θέλω ν᾿ αγιάσω κι οι διαβόλοι δε μ᾿ αφήνουν.», «Αν δε δώσεις δεν αγιάζεις.» | < ελνστ. ἁγιάζω (αρχ. ἁγίζω)· βλ. & κολάζομαι.

αγιάρι το: μέτρο σύγκρισης. Κουκ.: αγιάρι το: τίτλος νομίσματος, ακρίβεια νομίσματος ή ζυγαριάς, ρύθμισις, εξέλεγξις καρατίων χρυσών ή αργυρών αντικειμένων, βαθμός καθαρότητας πολυτίμων μετάλλων (ayar). Έβγαλες τ᾿ αγιάρι; Ποιό είναι τ᾿ αγιάρι; ορισμένο υπόδειγμα βάρους που δείχνει την ακρίβεια της ζυγαριάς, υποδιαίρεση κλίμακας· έλεγχος με αντιπαραβολή. Η φράση είναι στ᾿ αγιάρι: είναι σωστά, είναι εντάξει. Λέμε για κάποιον ειρωνικά: αυτός δεν έχει τα ιάρια: είναι ανισόρροπος, τα έχει χαμένα, είναι λωλός, τρελός | < τουρκ. ayar.

αγίασμα το: αγιονέρι, νερό που έχει ευλογήσει παπάς· μτφ. το εκλεκτής ποιότητας οινοπνευματώδες ποτό

αγιαστούρα η: μάτσο βασιλικού μαζί με το Σταυρό με το οποίο ο παπάς ευλογεί το εκκλησίασμα, ραντίζοντας με τον αγιασμό στο κεφάλι. Λιβάνια κι αγιαστούρες! Ο παπάς με την αγιαστούρα του και με τη μαγκούρα του. Καζαντζ.: …πίσω του ακολουθούσε ο λαός, και στερνός, ουραγός, ο παπα-Γιάνναρος, με το ασημένιο σικλί γεμάτο αγιασμό και με την αγιαστούρα του από φουντωμένο δεντρολίβανο.

«Άγιος κούκος»: στην Παρ.: «Του χρόνου, τ᾿ αϊ-κούκου» [σ.σ. δηλ. ποτέ].»

αγιοκέρι το: κερί που ανάβουμε σε Άγιο ή Αγία. Μπαίνοντας στην κάμαρη ηύρε κόσμο και φως από αγιοκέρια. Στο μεταξύ άρχιζε ο σκοτεινός Μεσαίωνας και μόνο αγιοκέρια και γρηγοριανοί ύμνοι απόμεναν για να φωτίζουν τη μεγάλη νύχτα. Παρ.: «Σαν αγιοκέρι έγινε.»

αγιονέρι το: αγιασμένο νερό, αγίασμα· ιαματικό νερό.

αγκαθιά η: βάτος, θάμνος με αγκάθια· τόπος γεμάτος αγκάθια, αγριόχορτα. Μήπως συνάζουν απ’ αγκαθιές σταφύλια κι από τριβόλια σύκα; Μακρ.: …τοτος τόπος, πο ρθε Βασιλέας ν βασιλέψη κα το λόγου σας ντιβασιλες, ταν σκλαβωμένος τόσα χρόνια π τος Τούρκους κα εχε γένη ρουμάνι, βάλτος, γκαθιά, κι᾿ ατενοι ο γωνιστα τν δούλεψαν μ τ ψωμί τους, μ τ τζαρούχι τους, μ τ ντουφέκι τους, μ τ φουσέκι τους | < ελνστ. ἀκανθέα· ακάνθιον > αγκάθι (-έα > -ιά).

αγκαλά: αν και, μολονότι, καίτοι. Αγκαλά και τον είδε, δεν χαιρέτησε. Καβ.: Γιατί αγκαλά κ’ εχθρός, ήσανε μια φυλή. Όμως ένα «είθε» είν’ αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

αγκάλη η: αγκαλιά. Ξενοδοχείο Αγκάλη. Η Αγκάλη είναι περισσότερο δημώδης αλιευτικός όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται μικρός όρμος με λίγο υψηλές ακτές που αφενός μεν προφυλάσσει από κάποιους ανέμους, αφετέρου ο βυθός είναι αμμώδης ή με μικρά χαλίκια, που προτιμάται για προσωρινό αγκυροβόλιο. Αγκάλη Φολεγάνδρου. Δημ.: Βάνω σε στην αγκάλη μου και λαχταρεί η καρδιά σου. Βλ. & βουκέντρα η, πρατίνα η.

αγκαλίδα η: αγκαλιά (ως ποσότητα, όσο χωράει). «Αγκαλίδες (λέγει ό Ησύχιος), αϊ των φρύγανων δέσμαι, ή μερίδες.» Σχηματίζω αγκαλίδες, δεμάτια. Παπαδ.: Μέχρις ου κατορθώσεις και συ να εύρεις ολίγα ίτσια να κόψεις, ο Χριστοδουλής είχε καταρτίσει ήδη ολόκληρον αγκαλίδα, κι επέστρεφε τρέχων προς τον ανεμόμυλον, εκεί όπου ίστατο περιμένουσα μετά του αδελφού της η Πολύμνια.

αγκαλνώ: εγκαλώ, κατηγορώ. Παρ.: «Γκιώνης δέρνει, γκιώνης σκούζει, γκιώνεις τρέχει κι αγκαλνάει

αγκαστρώνω: γκαστρώνω. Καββ.: Κάπου κε κοντ στος Λαιστρυγόνες / γκαστρώσαμε λες τς γοργόνες. Δημ.: Κορίτσι κρυφογκάστρωτο και κρυφογκαστρωμένο / στο παραθύρι κάθεται και μήνες λογαριάζει / ποιό μήνα ν᾿ εγκαστρώθηκε, ποιό μήνα θα το κάμει | < μσν. εγγαστρώνω < ελληνιστική κοινή ἐγγαστρόω < ἐν- + γαστήρ (γενική: γαστρ-ός).

αγκίδα η: το αγκάθι, μικρό, μυτερό, λεπτό ξυλαράκι, ακίδα· το κορίτσι, η κοπέλα στα «μαστόρικα.» Tο ξύλο είναι γεμάτο αγκίδες. Πβ. Καζαντζ.: Άξαφνα ο γιος του Κρόνου εβάλθηκε την Ήρα να πειράζει, / παραπετριές στη μέση ρίχνοντας και λόγια αγκιδωμένα | < μσν. αγκίδα < αρχ. ελλ. ἀκίς, αιτ. -ίδα: βελόνα, αγκίδα ή παρετυμ. αγκυλώνω, αγκίστρι· αγκίθα: επίδρ. του αγκάθι.

αγκούσα η: άγχος, βάρος στο στήθος, δύσπνοια, κόπος, αγωνία, βαθιά θλίψη. Τριανταφ.: δυσκολία στην αναπνοή, δυσφορία, δύσπνοια, αγκομαχητό, λαχάνιασμα εξαιτίας πάθησης, κούρασης, ζέστης, συγκίνησης. Παρ.: «Αν η αγκούσα εφώναζε, νάχες αυτιά να βούλωνες.» Συνθ. ρ. ξαγκουσεύω | < βενέτ. angossα ή ἄγχω (αρχ. ελλ.): στραγγαλίζω, πνίγω. ἀγχονάω: απαγχονίζω. ango (λατιν.). | < τσιουρουκεύω.

αγκουσεύομαι: δυσκολεύομαι, κουράζομαι, στενοχωριέμαι. Αγκουσεύτηκε μ’ αυτά που άκουσε. Αγκουσεύτηκε που το παιδί της ήταν άρρωστο. Ηπίτ.: αγκουσεύομαι: αισθάνομαι ή πάσχω αγκούσαν, «κάτι αγκουσεύεσαι», «μη αγκουσεύεσαι», έχω στενοχωρίαν. Καζαντζ.: …μαζί με τα ζωντανά, που από την περισσευούμενη αξόδευτη δύναμη αγκουσεύονταν, αγρίευε και η καρδιά του Κρητικού. – Αγκουσεμένος, με τα κορακάτα κατσαρωτά γένια του. Λασκαρ.: Καμία πουλιό αγκουσεμένη κατάσταση από εκείνη της μεταβάσεως. Υπάρχουνε τότε στην κοινωνία δύο ηθικώς χωρισμένες κοινωνίες· μία χωρίς μέλλον και μία χωρίς παρόν! Ερωτ.: Ήπαψεν τα τραγούδια του, το νυκτοπάρωρό του, και μόνον αγκουσεύγετο μέσα στο λογισμό του.

αγκουσεύω: υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι, του βρίσκω δουλειά, τον βάζω σε κόπο, σε αγγαρεία, στενοχωρώ. Ηπίτ.: αγκουσεύω: στενοχωρώ τινά «μη μ᾿ αγκουσεύεις.» Τριανταφ: αισθάνομαι βάρος, δυσφορία, βραχνά εξαιτίας πάθησης, πολυφαγίας, υπερβολικής ζέστης, συγκίνησης. Αντιθ. ξαγκουσεύω, βλ.λ | < βενέτ. angossa.

αγκράφα η: μεταλλικός συνδετήρας ή απλό διακοσμητικό σε ζώνη, μπέρτα, παπούτσι κτλ..· πόρπη. Μποτάκια μαύρα τρακτερωτά με τακούνι και χρυσές αγκράφες. Τσάντα επαγγελματική, μαύρη με ανάγλυφο λογότυπο και αγκράφες. Ξύλινες διακοσμητικές αγκράφες από ξύλο τριανταφυλλιάς | < γαλλ. agraf(e) -α.

αγκυλώνω: τρυπώ, τζουνώ, πιάνω με αγκύλη· αγκυλώνομαι: πιάνομαι από κάπου, από αγκύλη. Δημ.: Η αγάπη είναι καρφίτσα, βρε αμάν, π’ αγκυλώνει την καρδιά, / και αγκύλωσε κι εμένα, βρε αμάν, και δεν βρίσκω γιατριά. Παρ.: «Τ᾿ αγκάθι από μικρό αγκυλώνει.», «Αγκυλώθηκε η βασιλοπούλα από τ᾿ αυγό.»

αγκωνάρι το: μεγάλη πέτρα πελεκημένη, παραλληλόγραμμη, που μπαίνει συνήθ. στις γωνίες των οικοδομών, μεγάλη πέτρα, κοτρόνα. Τα αγκωνάρια χρησιμοπούνται κυρίως για γωνιόλιθους επίσης είναι κατάλληλα για πολλές άλλες χρήσεις όπως λιθόκτιστα, παρτέρια, διαμόρφωση κήπου. Παπαδ.: Η συμμορία του Τσηλότατου πάντοτε αφανής τους παρηκολούθει εξόπισθεν, κρυμμένη εις τα στενά και εις τ᾿ αγκωνάρια των σπιτιών. – Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Μπρεχτ: Ποιός έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; / Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα. / Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ᾿ αγκωνάρια; / Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα -ποιός την ξανάχτισε τόσες φορές; | < μσν. αγκωνάριν < αρχ. ελλ. ἀγκων, στη σημ.: γωνία τοίχου.

αγλείφω: γλείφω. Καζαντζακ.: Πήρε να ξημερώσει· μέσα από μαύρα σύννεφα πρόβαλε ο ήλιος, φαλακρός, άρρωστος· ένα φως θλιμμένο άγλειψε το χωριό, ξεχάσκισαν οι πόρτες, κατάμαυρες.

αγλείψα η: το σημείο του τριχωτού της κεφαλής που οι φύτρες σχηματίζουν κάτι σαν γλειψιά, η οποία δεν αλλάζει με το χτένισμα.

αγλέουρας ο: είδος δηλητηριώδους φυτού. Δεν ξέρουμε ποιό φυτό ακριβώς ονομαζόταν έτσι. ΦΡ. Έφαγε τον αγλέουρα: έφαγε πάρα πολύ, μέχρι να σκάσει | < αλλέουρας < αλλέβουρας < ελλέβουρας < αρχ. ελλ. ελλέβορος.

αγλήγορα & γλήγορα: επίρρ. γρήγορα, ταχέως, τα κόσια, σβέλτα, σφαίρα, τα πλαλούντα (:πηλαλώντας, τρέχοντας). Βλ. & ταϊφάς ο.

αγλήγορος -η -ο & αγρήγορος -η -ο: γρήγορος, ταχύς, σβέλτος. Παρ.: «Άξιος στο φαί κι αγλήγορος στον ύπνο.»

αγνάντεμα το: το να αγναντεύει κανείς, παρατήρηση. Ελύτ.: Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ᾿ ένα τέτοιο αγνάντεμα / Όπου παθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλ᾿ αστέρια.

αγναντεύω: παρατηρώ, κοιτάζω από μακριά και από ψηλά. Έκατσε στην αμμουδιά μόνος του και αγναντεύει την θέα. Ελύτ.: Άπλωμα δύναμης βαθιά κι ως τ᾿ άστρα που αγναντεύουν! Παρ.: «Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.» | < μσν. αγναντεύω < αγνάντ(ι) -εύω.

αγνάντια: απέναντι· αγνάντια στη θάλασσα. Κολ.: Ες τ βασιλεύματα το λίου βγκα γνάντια ες τος δικούς μας ες τ γεφύρι | < συνεκφορά τα εναντία. Βλ. & καρδάρα η, σκαφιδωτός, σφαχτό το, τσαντίρι το.

αγνάντιο το & αγνάντι το: αγνάντεμα· σημείο κατάληλο για παρατήρηση· σημείο με καλό αγνάντιο. Ξενώνας «Το Αγνάντιο» | < ουδ. του αγνάντιος < αρχ. ελλ. ἐναντίος: ο απέναντι.

άγνεστος -η -ο: που δεν τον έχουν γνέσει. Παρ.: «Άγνεστα κι αΰφαντα και στον πλοκό απλωμένα.» | < γνέθω.

άγνωρος -η -ο: που δεν γνωρίζει, δεν ξέρει, άπειρος, πρωτόπειρος, πρωτόβγαλτος, νιόβγαλτος· αγνώριστος. Πάλλ.: Και μέσα ορμά απ᾿ τους μπροστινούς χαλκόπλιστος, και στέκει / σιμά του, θάλεγες ομπρός λαφίνα σε ζαρκάδι / χαϊδέφτρα πρωτοβύζαχτη, πριν άγνωρη από γέννα.

αγουρίδα η: άγουρο σταφύλι, φρούτο. Αγουρίδα ονομάζεται το άγουρο σταφύλι και συγκεκριμένα ο φρουτώδης χυμός από άγουρα σταφύλια. Παρ.: «Από μικρός εφύτευε ο φρόνιμος αμπέλι, κι αγάλια αγάλια γίνηκε η αγουρίδα μέλι.», «Τα παιδιά τρων αγουρίδες και οι γέροντες μουδιάζουν.» | < μσν. αγουρίδα < άγουρ(ος) -ίδα.

αγρέκι το: γρέκι, ο τόπος που κοιμούνται το βράδυ τα ζώα, υπαίθριο μαντρί για τα πρόβατα, καταφύγιο. Ο Γκουντής έπιασε τ᾿ αγρέκι.

άγρεμα το: αγρίεμα, φοβέρισμα, εκφοβισμός.

αγρηπίδα: βλ. γρηπίδα.

αγρικώ / αγροικώ & γρικώ: μου κόβει το μυαλό, σκέφτομαι με φρονιμάδα, ενηλικιώνομαι, μεγαλώνω, ωριμάζω, καταλαβαίνω, κατανοώ, συνεννοούμαι, αισθάνομαι, έρχομαι σε επαφή, ακούω. Αντιθ. ανέγρικος, ο ανώριμος. ρ. λ.χ. φόντας αγρίκησε, βοσκούσε μόνος το κοπάδι. ΦΡ. λωλός κι ανέγρικος. Παρ.: «Γρίκα πολλά και λέγε λίγα.», Στίχ. Πουλάκιν εκελάιδησεν απάνω στ᾿ αγριοβούνι / βασιλοπούλα τ᾿ αγρικά από το παραθύρι. Μακρυγ: Αφού φύγαν οι καπεταναίγοι ο καθείς δια το πόστο οπού διορίστη, ο Γώγος και οι άλλοι, οι μέσα Τούρκοι κι᾿ αυτείνοι, οι φίλοι μας, όλο κρυφοαγρικιώνταν / Ύστερα με πήγανε κι᾿ ανταμώθηκα με τον Δυσσέα και του είπα όλα τα τρέχοντα και του είπα οπού θα πάγω και εις τον Διάκο και αλλουνούς και μου είπε ότι αγροικήθη αυτός και θα χτυπήσουνε και πήρε πολεμοφόδια δια να πάγη εις το Ξερόμερον εις την Ζάβιτζα. Κα συνφωνήσαμε ,τι μαθαίνω ν᾿ γροικιώμαστε συχνά. Σολωμ.: Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι / πάρεξ που θα πρωτοπάς / δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι / στες βρισιές οπού αγρικάς. γρικάει τν ψαλμωδία / πο δίδαξεν ατή· / βλέπει τ φωταγωγία / στος γίους μπρς χυτή. (Εθνικός ύμνος) Παπαδ.: Ο γερο-Παρθένης εστάθη κι εκοίταξε κι επόθει κάτι ν᾿ αγροικήσει, κάτι ν᾿ απολαύσει απ᾿ όλην αυτήν την γλύκα. Αλλά δεν ησθάνετο πλέον βαθιά. Μόνον που εθαύμαζε να βλέπει. Ρήγας: Kαι όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν, / Eδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν. / H Ρούμελη τους κράζει, μ᾿ αγκάλαις ανοιχτές | < μσν. γρικώ, αγρικώ < αρχ. ελλ. άγροικος κάτοικος των αγρών, άξεστος. Βλ. & λιγοθυμώ.

αγριλιά η: αγριελιά, άγριο ελαιόδεντρο. Παπαδ.: Γυρτ εμ᾿ π᾿ τ βορι γριλι κα χιονοφορτωμένη· / ν βλέπω τ χειμώνανθο τν πολυζηλεμένο / χλωμς ν πέφτ ντίκρυ μου!.. , κάλλιο ν μν μουν! | < αρχ. ελλ. ἀγριελαία.

αγριοσύνη η & αγροσύνη η: αγριάδα. Δημ.: Τρικαλινή μου πέρδικα και Λαρσινή τρυγόνα. / Σ᾿ όλον τον κόσμο ήμερη, σ᾿ όλα τα παληκάρια / Σε μένα τον παλλήκαρο, σε μένα στέκεις άγρα / Ρίξε την αγροσύνη σου κι έλα κοντά μου κάτσε.

αγριτζόμπανος ο: ο άγριος τσομπάνης, μτφ. ο ακοινώνητος, χωριάτης, αγενής | < τουρκ. çoban.

αγυιά η: ο δρόμος, η οδός. Περρ.: Απαυδήσας εκφωνών τοιούτους μικροπρεπείς λόγους, διέταξε παρευθύς κήρυκας να δημοσιεύσωσι τα αυτά εις τα πλατείας και τας αγυιάς των Ιωαννίνων. Όμηρος: Σκιόωντο δ πσαι γυιαί (Οδυσσ. γ 487) < ἄγω: οδηγώ.

αγωγιάτης ο: αυτός που κάνει αγώια, μεταφορέας εμπορευμάτων, μουλαράς, κιρατζής. Παπαδ.: Την νύκτα, καθήμενος εις την δραγασιάν του ήκουε μακρόθεν κουδούνια και πατήματα ημιόνων, και φωνάς αγωγιατών να τραγουδούν.Κα ο γωγιται πάλιν σο φωνάζουν: ― Πέρνα, δν κλωτσ τ μουλάρι. ― Πλν ατό, νθρωπε, τ ξεύρεις σύ, ν κλωτσ δαγκάνγκαλ κα σ πολ βέβαιος δν εσαι, κα πάρχουν κα κακα ραι, ς λέγεται. Πετρ.: …φασουλάδα σερβιριζότανε στα χάνια. Μάλιστα στα Πηλειορίτικα χάνια ήτο το αγαπημένο έδεσμα των αγωγιάτηδων, των κυριαζήδων. Παρ.: «Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.» | < Bλ. & αγώι το, Πούλια η.

αγώι το: το δρομολόγιο, η διαδρομή που κάνει κάποιος (συνήθ. επαγγελματίας) με φορτηγό ζώο ή αμάξι για να μεταφέρει με αμοιβή, καθώς και το σχετικό φορτίο ή το αντίτιμο, κόμιστρα. Παρ.: «Το άλογο αποκάτω στ᾿ αγώι του ψοφάει.» | < μσν. αγώγι(ον) < αρχ. ελλ. ἀγώγιον: φόρτωμα αμαξιού. Βλ. & αγωγιάτης ο.

αδειάζω: αφαιρώ από κτ. όλο το περιεχόμενό του· ευκαιρώ, έχω διαθέσιμο χρόνο για κάτι. Παπαδ.: …κα τς λέει κουμπάρα Φωτεινή: Μ ξέρετε, κυρία Μαριγ εναι πολ κριβοθώρητη, χει τν ννοια το σπιτιο, κα δν δειάζει. Πβ. Παρ.: «Ό π᾿ έχει δρόμο ας περπατεί, κι ο π᾿ έχει αδειά ας κοιμάται.» Στίχ.: Δεν άδειαζα απ᾿ τις δουλειές κι απ᾿ τα πολλά χουσμέτια, είχα ραφτάδες δεκαεφτά μου ᾿ράψαν τα ρουχίτσια μ᾿. Και τώρα, νούνε μ᾿, ξάδειασα και ήρθα να σε πάρω. Παρ.: «Τον έκραξαν για αγγάρεια κι έλεγε δεν αδειάζει» και «Χόρεψε αράπη, δεν αδειάζω αφέντη», «Αδειανός καλόγερος, ψύλλους εμουνούχιζε.» Παραδοσ.: Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω / δεν μου βολεί να κουβεντιάζω. Εφτ.: …στον τόπο του όμως που ο Νόμος δεν πολυδουλεύει, δεν το καλόνοιωσε ο Ρωμιός το συφωνητικό του με τους συντοπίτες του. Δεν άδειασε ακόμα να το καλονοιώση | < μσν. αδειάζω < αρχ. ελλ. άδεια: αφοβία. (ἀ στερ. + δέομαι: έχω ανάγκη, χρειάζομαι).

αδειανός -η -ο: άδειος, κενός· αυτός που αδειάζει, έχει χρόνο, εύκαιρος. Παρ.: «Δεν υπάρχουν πιο σκληρά κεφάλια απ᾿ τ᾿ αδειανά.», «Αδειανή κοιλιά δεν ξέρει να χορέψει.», «Αδειανός καλόγερος ψείρες εκοντάρευε.», «Αδειανό βαρέλι, φίλο δεν πιάνει.» Βλ. & μουνουχίζω, καζούρα η, σκιάζω, εύκαιρος ο.

άδειος ο: αυτός που αδειάζει, ευκαιρεί, έχει χρόνο, δεν έχει υποχρεώσεις. Παρ.: «Άδειος άνθρωπος χαρά (ή παρηγοριά) της χώρας.»

αδερφάδες οι: αδερφές, συνήθ. στον πληθυντικό. Πάλλ.: Και σπίτι του ήταν μονογιός μες σ᾿ αδερφάδες πέντε. Καζαντζ.: Τι μυστήρια η νιότη, η αγάπη κι η θάλασσα, οι τρεις χαριτωμένες αδερφάδες!

αδιάβαστα τα: σκωπτικά οι κάτοικοι του χωριού Άκρη (Μπισιρτσιά), Μπισιρτσιώτες· επειδή, παλιότερα, η Άκρη δεν είχε μόνιμο ιερέα.

αδιαφόρετος -η -ο: που δεν αφήνει διάφορο, κέρδος, εισόδημα, ανώφελος. Παρ.: «Αδιαφόρετη εκκλησιά, βγάλ᾿ τα μάτια του παπά.», «Σε τόπον αδιαφόρετο να μην πολυκαθίσεις.»

αδικάζω: ξεγελώ κάποιον, καταφέρνω. Δεν τον αδικάζεις με τίποτα: δεν τον ξεγελάς, είναι ξύπνιος. Πβ. Παρ.: «Αν δε δουλεύει το μυαλό, τα χέρια δε δικάνε

αδικομάζωμα το: ότι μαζεύεται, αποχτιέται με άδικο, ανέντιμο, ανήθικο τρόπο. Παρ.: «Αδικομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα.»

αδίμιτος ο: λέγεται για το ακατέργαστο μαλλί. μετά την επεξεργασία στο μαντάνι, ονομάζεται καμωμένο. Μτφ. ως επιθ. σημαίνει ασυννενόητος, άμυαλος, ακαλλιέργητος, αυτός που δεν είναι τόσο έξυπνος ή έμπειρος ώστε να κάνει κάποιες δουλειές, ο ατζαμής | < αρχ. ελλ. μίτος: το νήμα.

αδόξαστος ο: στη ΦΡ. «Αλλάζω τον αδόξαστο»: νικώ κατά κράτος, καταβάλλω κάποιον, πλήττω αποφασιστικά, ταλαιπωρώ κάποιον πολύ, καταπονώ. Τσιφ.: Να τους πολεμήσουμε με μάχη δε γίνεται, μας αλλάξανε τον αδόξαστο.

αδούλευτος -η -ο: που δεν έχει εργαστεί ή δεν έχει δουλευτεί, σχεδόν καινούριος. Αδούλευτο αμάξι. Παρ.: «Άνθρωπος αδούλευτος θεοκαταραμένος.»

άδουλος ο: που δεν έχει δουλειά, υποχρεώσεις, άδειος, άεργος, άνεργος, αραχτός. Παρ.: «Άδουλος δουλειά δεν έχει, το βρακί του λει και δένει.»

αδραγμένος -η -ο: μτχ. μτφ. αυτός που έχει πιεί, πιωμένος, μεθυσμένος· μτφ. που έχει αλλοιωθεί, έχει αρχίσει να χαλάει (για τρόφιμα). Αδραγμένο τυρί, κρασί.

αδράχτι το: ξύλινο κυλινδρικό εργαλείο για την επεξεργασία του μαλλιού. ΦΡ. μτφ. Πέντε μήνες έξι αδράχτια: το λέγανε για κάποιον που καθυστερεί πολύ, δεν εργάζεται, τεμπελιάζει. Δημ.: Πέντε μήνες, έξι αδράχτια, πότε τα ᾿γνεσες, Μαρουσιάνα […] κι άλλους πέντε γκιζιρούσες (:τριγύριζες ανώφελα). Παπαδ.: …καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι, με τη ρόκα της, με τ’ αδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι άλεθε η γλώσσα της. Παρ.: «Βάσανα πολλά τ᾿ αδράχτι, όσο να που ν᾿ αδειάσει η ρόκα.» | < ελνστ. αδράκτιον < υποκορ. του αρχ. ελλ. άτρακτος. Βλ. & πλιά.

αδρύς -ια -ύ: επιθ. αδρός, ευμεγέθης, χοντρός στην κατασκευή ή στη διάπλασή του | < μσν. αδρύς < αρχ. ελλ. αδρός.

αδυάσμος ο: ο δυόσμος, ποώδες αρωματικό φυτό που τα φύλλα του χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα. Αραβαντ.: αγιόσμος ο | < αρχ. ελλ. ηδύοσμος: αυτός που μυρίζει γλυκά.

αέρισμα το: η άπλα στην άκρη ενός δρόμου, το άνοιγμα. Σταμάτησε για λίγο στ’ αέρισμα.

αερογάμης ο: είδος αρπαχτικού γερακιού, το κιρκινέζι, υποκορ. αερογαμούλι. Τσιτσιούλιαντροι, αερογάμηδες και τζιρτζιάνια.

αετονύχης ο & αϊτονύχης ο: με νύχια αετού, άνθρωπος που αρπάζει, κλέβει, πονηρός και ικανός, επιτήδειος στην εξαπάτηση, τσακάλι. Αετονύχηδες είχαν αδειάσει 19 σπίτια χωρίς να αφήσουν ίχνη. Έδιναν δάνεια χωρίς εγγυήσεις σε στημένες επιχειρήσεις-φαντάσματα, σε κομπιναδόρους και αετονύχηδες. Αετονύχηδες παγιδεύουν κόσμο με μηνύματα-παγίδες. Δεν είναι και το μπαρμπούτι βρώμικο παιχνίδι; Και βέβαια μπορεί να είναι. Και ξέρετε πότε; Όταν είναι βρώμικος ο νταραβεριτζής που το οργανώνει. Τότε, υπάρχει κίνδυνος. Μπορεί να σου ρίξουν ζάρια – καραγκιόζηδες, μπορεί να σου βάλουν μαγνήτη στο τραπέζι, μπορεί να βρεθεί και ο αετονύχης, που θα τσιμπάει τα ζάρια. Τότε, ναι. Υπάρχει κίνδυνος. Παρ.: «Οι αετονύχηδες πιάνουν πουλιά κι ο λαός την κουτσουλιά.»

αζούρι το: είδος, τενική κεντήματος. Αζούρ ονομάζεται εκείνη η τεχνική κεντήματος κατά την οποία αφαιρούμε κλωστές τόσο από το στημόνι όσο και από το υφάδι. Τελαρώνουμε το καρέ έτσι ώστε το αζούρ να είναι όσο πιο κοντά στο κέντρο του τελάρου | < γαλλ. azur.

άζωστος -η -ο: χωρίς ζωστήρα, ζώνη, χωρίς να δέσει τη ζώνη. Παρ.: «Άζωστος τρέχει ο γείτονας και ο συγγενής ζωσμένος.»

αθάλη η: αιθάλη, η στάχτη | < μσν. αθάλη < αρχ. ελλ. αιθάλη.

αθέρας ο & αιθέρας ο: η κοφτερή αιχμή, η κόψη, λέγεται για κάτι σπάνιο εκλεκτό, καθαρό, γνήσιο, η ανώτατη ποιότητα ενός πράγματος, το «άνθος.»· αιθέρας. Λ.χ. Τσίπουρο αθέρας: καθαρό τσίπουρο, τσεκούρι αθέρας: πολύ κοφτερό. Περρ.: Εις εκ των πιστών υπηρετών και παλαιών αυλικών του (Αμπάζ Τεπελένας), ιδών την φθοράν των στρατιωτών, είπε: νισάφι (φειδωλία) κάμε Βεζύρη μου, όλον τον αθέρα (άνθος) του στρατεύματός σου εδώ εις το Κούγκι το εκατάστρωσες, αν στείλεις ακόμη και αυτούς όπου έμειναν θα τους αποτελειώσουν οι Σουλιώται. Πάλλ.: Τότες τ᾿ απάντησε ο βαθύς γιος του Λαέρτη κι είπε / Νέστορα, του Νηλέα γιε, των Αχαιών αθέρα. Παρ.: «Όποιος διαλέγει τον αιθέρα, παίρνει την κακή του μέρα.» | < αρχ. αθήρ· αἰθήρ -έρος: η ανώτερη και καθαρότερη ζώνη του ουρανού, κατοικία των θεών < αἴθω: φλέγομαι, λάμπω, απ᾿ όπου και η αίθουσα. Βλ. & νισάφι το.

άθερος -η -ο: χωρίς να θερίσει, αθέριστος. Παρ.: «Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις.»

αϊάρια τα: αγιάρια, το ζύγισμα, ο έλεγχος των μέτρων της πλάστιγγας πριν το ζύγισμα. Ο έλεγχος της ζυγαριάς για να δούμε αν δείχνει σωστά, αν ισορροπούν στην ευθεία τα «κοκοράκια» της παλάντζας. ΦΡ. Τα ᾿χεις᾿ τ᾿ αϊάρια; Είσαι «ζυγισμένος σωστά», μτφ. είσαι ισορροπημένος, μυαλωμένος, έξυπνος;

Αϊδύμα το: το Άγιο Βήμα, Το Iερό Βήμα που καταλαμβάνει το ανατολικό άκρο χριστιανικού ναού. Η ανατολική πλευρά του ιερού Βήματος καταλήγει σε κόγχη, η οποία ονομάζεται Πλατυτέρα. Στο μέσον του ιερού Βήματος βρίσκεται η Αγία Τράπεζα.

άι: προτρεπτικό μόριο. Άι, τράβα παραπέρα, άι, μάστο (: μάζεψέ τα), φεύγα! | < αρχ. ελλ. άγε < προστ. του ρ. άγω.

αϊλήτος -ο: αυτός που φαίνεται ταλαιπωρημένος, απεριποίητος, αδύναμος. αδυνατισμένος, αφρόντιστος. ΦΡ. Έγινε σαν αϊλήτο. Παπαευαγγ.: Γράψι μι χρυσό μ’ πώς πιρνάς ικεί στα ξένα. Σιαρέζει του φαί ή θα γίντς σαν αϊλήτου; | < ίσως από το επιθ. αλήτικος.

αϊλιά / αλιά / αλί: επιφων. αλί, αλίμονο. Παρ.: «Αλιά στο νιο που δέρνεται, στο γέρο που κοιμάται.» «Ο Τούρκος είναι πονηρός, κι αλιά που τον πιστεύει.», «Αλιά τον που να γελαστεί και να μη βάλει γνώση.» Καρκ.: λ σ κενον πο περιμένει π ξένο χέρι! λ στν κοκκο πο γενν σ ξένη φωλιά! Γκοτζ.: Αλιά σ᾿ εκείνες που τις σκέπασε η μαύρη πλάκα. Αυτός έζησε και πρόκοψε πέρα στο Βραχοχώρι, αν έχεις ακουστά | < μσν. αϊλί ίσως < συμφυρ. άι! + αλί.

αϊλί & αλί: επιφων. αλίμονο, χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε μεγάλη, λύπη, στενοχώρια, συμφορά. ΦΡ. Αϊλί σ᾿ αυτόν που πάει: αλίμονο σε αυτόν που πέθανε. Παρ.: «Αλί απ᾿ τον παντεχούμενο στης γειτονιάς το δείπνο» και «Αλί από ᾿κείνον που δεν ξυέται με τα νύχια του.». Κ᾿ να παιδίν, καλν παιδίν, πάει κι ναγνώθει, / σίντα ναγνώθει, σίντα κλαίει, σίντα κλούει τν καρδίαν: – Ν λ μς, ν βάι μς, πρθεν Ρωμανίαν, / ν λ μς, ν βάι μς, ο Τορκοι τ Πόλη πέραν. (Δημοτικὸ τοῦ Πόντου).

αΐνι το: η θρησκεία, θρησκευτική πίστη. Περρ.: …μόνον όσον μπορείτε μουσααντέ (περιποίησιν) να του κάμετε, καθώς είναι το αΐνι σας (η θρησκεία σας) και εμένα το χατήρι κάνετε, επειδή είναι δουατζής μου και τζιράκι μου· εξ άπαντος.

«άϊντι ούιντι»: άιντε άιντε, με πρόχειρο τρόπο, όπως να ᾿ναι.

αϊντύμα το: το ντύμα, η λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το νεογνό μόλις γεννιέται, το ντύσιμο. Βλ. ντύμα.

αϊπάν: επίρρ. επάνω.

αϊπανός -η -ο: που βρίσκεται πάνω. Αϊπανό, σπίτι, χωράφι.

αϊπίσω: επίρρ. πίσω. Πβ. Όμηρος: οδέ τι οδε νοσαι μα πρόσσω κα πίσσω.

ά-κα: όχι, δηλωτικό απόλυτης άρνησης. Έχεις λεφτά; – Ά-κα | πιθ. < το αρχαίο ελλ. ουκ (Αραβαντ.)

ακάλεστος -η -ο: που δεν τον κάλεσαν, απρόσκλητος. Παρ.: «Ακάλεστον στο γάμο σε γανώνουνε.», «Τον ακάλεστο στο γάμο κάτω κάτω τον καθίζουν.», «Φίλος ακάλεστος, καθάριος διακονιάρης.»

ακαμάτης ο: ανεπρόκοπος, τεμπέλης, αχαΐρευτος. Τσιφ.: Τους είπανε φιλήδονους και καλοπαθιασμένους, μα όχι κι ακαμάτηδες, αν κ᾿ οι ταβέρνες τους πάντα γεμάτες. Παρ.: «Ακαμάτης άνθρωπος τον κλέφτη τον περνάει» και «Ακαμάτης νιος, γέρος διακονιάρης.», «Τον ακαμάτη η προκοπή τον πιάνει άμα νυχτώσει.», «Όταν έχεις ακαμάτη, τον προφήτη τι τον θέλεις;» | < α – στερητ. + κάματος: κούραση. Βλ. & μύγδαλο, αχαΐρευτος, διακονιάρης ο, μάλαμα το.

ακαμάτρα η & ακαμάτισσα η: τεμπέλα, ανεπρόκοπη, ανοικοκύρευτη. Παρ.: «Κάθε ακαμάτρα και τρελή έχει την τύχη την καλή.», «Ακαμάτρα, βράσ᾿ κουκιά -Ας τα φάγωμε κι ωμά.» | μσν. ακαμάτης < α- κάματ(ος) -ης· ακαμάτ(ης) -ισσα· ακαμά(της) -τρα.

ακαμωσιά η: το να μην κάμει κάποιος τίποτα, τεμπελιά, αργία, αραλίκι, ξεκούραση από τη δουλειά. Καρκ.: Ο αφέντης θέλει δουλειά από το δουλευτή, γιατί φοβάται μην οκνέψει με την ακαμωσιά.

ακανές ο: γλύκισμα, παρόμοιο με λουκούμι, που παρασκευάζεται στο νομό Σερρών. Κουκ.: γλύκισμα προσομοιάζον με λουκούμι και κατασκευαζόμενον εις την περιφέρειαν Σερρών, (akan ne;: τι είναι το χυνόμενον; Ερώτημα διατυπωθέν από έναν πασάν προ της μεγάλης χύτρας, από τον πυθμένα της οποίας έσταζε βαθμιαίως η λιπαρά ουσία επί των άλλων υλικών δια την κατασκευήν του γλυκίσματος. Κατά την ερμηνείαν του Ιω. Αργυρόπουλου εκ του χακανί το: αυτοκρατορικόν, είδος λουκουμίου με αγνόν βούτυρον αγελάδος.

ακάτεχος ο -η -ο: αυτός που δεν κατέχει, άσχετος, αδαής, ατζαμής. Παρ.: «Ο παράς όπου υπάρχει κάνει θαύματα πολλά, τα στραβά τα κάνει ίσια και τα άτοπα τοπά, κάνει τον άρρωστο ρωτό, το γέρο παλικάρι, κάνει και τον ακάτεχο να έχει κάθε χάρη.» Βλ. & βρόχι το.

ακατνός -η -ο: που βρίσκεται κάτω, χαμηλά. Ακατνό μέρος, ακατνός μαχαλάς, ακατνή γιαγιά.

ακατνάρι το: το κάτω μέρος. Αντιθ. αϊπανάρι το, το πάνω μέρος.

ακέριος -ια -ιο: επιθ. ολόκληρος, χωρίς να λείπει κομμάτι, ατεμάχιστος, όλος, ακέραιος, αλώβητος, σώος. Ένα ψωμί ακέριο. Πάλλ.: Κι αυτός στους φίλους πάγαινε, και χάρηκαν οι φίλοι / άμα τον είδαν ζωντανός που ζύγωνε κι ακέριος. Δημ.: Κατέβη ητς ν πιε νερό / κι βαψαν τ φτερά του / κι βαψε λιος μισς / κα τ φεγγάρι κέριο. όδα κα μλα μάγουλα, / μάγουλα κέρια κα καλά, / πς σς λαχτάρησεν τόπος / κι γερασμένος στρατοκόπος! (Τέλλος Ἄγρας). Καρκιδ.: Δεκάξη ακέρια χεροπάλαμα μακριά τα κερατά του (Το κέρα κ κεφαλς κκαιδεκάδωρα πεφύκει·) Καρκ.: Aκέριος μήνας είχε περάσει, αφ᾿ ότου έφθασεν εκεί, και όμως δεν εγνώριζε κανένα – σο γι τ μπάρκο, τ μισ πόμενε. Οτε παραπέτα, οτε κουπαστές, οτε ξάρτια, οτε πανι κέρια. Κα τ νοιγμα κάτω π τ κιο χασκε πάντα ν καταπι τ πέλαγα | < μσν. ακέριος < αρχ. ελλ. ακέραιος: ολόκληρος. Βλ. & γκαρμπολάχανο το.

ακλουθώ: ακολουθώ. Πάλλ.: Είπε, και μ᾿ όψη ολόγελη διαβαίνει το χαντάκι / με τα φαριά· κι οι άλλοι τούς χαρούμενοι ακλουθούσαν. Βλ. & δημοσιά η.

ακολάζω & κολάζω: βάζω σε πειρασμό, τον κάνω ν᾿ αμαρτήσει· κολάζομαι: γίνομαι άξιος για την αιώνια κόλαση, αμαρτάνω· επιβάλλω ποινή, τιμωρώ, διορθώνω, μετριάζω. Κολάζω το σφάλμα μου, με με κολάζεις. Βλ. & αγιάζω.

ακόνι το: λεία επίπεδη πέτρα ακονίσματος. Χριστόπ.: Έρωτας ειν᾿ φίλε, / του νου μας το ακόνι, / οπόταν στες μελέτες, / σπουδάζοντας στομώνει | < μσν. ακόνι < αρχ. ελλ. ακόνη.

ακόσσιστος -η -ο: επιθ. αυτός που δεν κόπηκε, δεν θερίστηκε με την κόσσα, αμάζευτος, ασόδιαστος. Βλ. κόσσα η.

ακουρμάζομαι & ακουρμαίνομαι: ακούω, ακούω με προσοχή, εντείνω την ακοή μου, αφκριέμαι, αφουγκράζομαι. Δημ.: Να ᾿σκώνομαν τ᾿ αποταχύ, δυώρες να ξημερώσει / ν᾿ ακούρμαινα τον πόλεμο, πως πολεμούν οι κλέφτες. Καββ.: Πάνθηρας ακουρμάζεται θωράει και κοντοστέκει. / Γλείφει τα ρόδα απ᾿ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει | < ακουρμ(άζομαι) < μσν. ακουρμάζομαι < ακρουμάζομαι < ακρομάζομαι < ακροαμάζομαι) < αρχ. ελλ. ἀκρόαμ(α) -άζομαι· ακρουμ(άζομαι).

άκρια η: άκρη, γωνιά. Έπιασε την άκρια. Παρ.: «Επλάκωσεν ο Αύγουστος, η άκρια του χειμώνα.» Ελύτ.: Ένας ώμος ολόγυμνος σαν αλήθεια / πληρώνει την ακρίβεια του στην άκρια τούτη της βραδιάς που φέγγει ολομόναχη | < μσν. άκρη < αρχ. ελλ. ἄκρ(α).

ακριβαλός ο: η γραβάτα, το παπιγιόν (Κοζάνη).

ακριβός -η -ο: φιλάργυρος, τσιγκούνης, τσιμπρός, τσιφούτης, οικονόμος· που έχει υψηλή τιμή, που χρειάζεται πολλά λεφτά για να το αγοράσουμε. Παρ.: «Κάλλια εργάτη κέρδος, παρά ακριβού βιός.», «Ο ακριβός διπλά πλερώνει.», «Απ᾿ τον ακριβό είδα, απ᾿ τον άσωτο όχι.», «Ο ακριβός κι ο ψεύτης γλήγορα κάνουν παζάρι.», «Τ᾿ ακριβού η μάνα στο παζάρι πουλιέται.» «Το ακριβό πράμα είναι και φτηνό.», «Των ακριβών τα πράγματα, τα τρων οι χαροκόποι.»«Το ακριβό πράμα έχει τον παρά του μέσα.»

ακρινάρι το: αυτό που βρίσκεται στην άκρη, μύτη.

ακρίσιος ο: η αλμύρα, ο γάρος των τυριών, το τυρόγαλο (Κοζάνη).

Ακρίτης ο & Ακρίτισσα η: κάτοικος του χωριού Άκρη Ελασσόνας (Μπισιρτσιά), Μπισιρτσιώτης.

ακρουαλί το & ακραλί το: μεταξωτό ή βελούδινο ύφασμα με κρόσσια στις τέσσερις γωνίες.

άλα: επιφων. προτρεπτικό άλα, γεια σου! Πάλλ.: Άλα! παιδιά, και βάρτε τους! Μ᾿ ατρόμητα τα στήθια / φιλοτιμάστε τους οχτρούς ποιός πρώτος να σκορπίσει | < Βενετ. ala: εμπρός, Βενετικό, ναυτικό πρόσταγμα.

άλας το: το αλάτι. Άλας της γης. Παπαδ.: …κοψαν ες τεμάχια τ μεγαλύτερα ξ ατν, κα τ βαλαν λα μέσα ες τ λας – ες τέσσαρες κόφες, κα μέρος π το παλαιο στίου. Παρ.: «Δε φοβάται ο παστουρμάς το άλας.» | < αρχ. ελλ. ἅλας.

αλάθευτα: επιρρ. αλάνθαστα. Βηλ.: Κι ανάγκασεν αλάθευτα την πέτρα ευθύς να δράμει / με βογγητό και σιουρισμό τα ίσα στο σημάδι.

αλάθος ο: το λάθος, το σφάλμα.

Αλάμπουρο το: παλιά ονομασία του χωριού Κυδωνιά(;) της Βέροιας.

αλαμπουρνέζικος -η -ο: αυτός που ανήκει σε οποιαδήποτε κατηγορία ή είδος, ακαταλαβίστικος. Καζαντζ.: …τι πάει να πει Τούρκος και Χριστιανός, κι Οβραίος κι αλαμπουρνέζος; Δυο λογιών είναι οι άντρες.

αλαμπρατσέτα: επιρρ. πιασμένος απ᾿ το μπράτσο, αγκαζέ, με συνοδεία. Τον πήγαιναν αλαμπρατσέτα.

αλάνα η: ανοιχτός χώρος. Τα παιδιά έπαιζαν στην αλάνα | < τουρκ. alan. Βλ. & αλανιάρης ο.

αλάνι το: ο μάγκας· άνθρωπος ικανός, ξύπνιος, επιδέξιος, που γενικώς τα καταφέρνει.Το αλάνι είναι, λοιπόν, εδώ. Οργανώνει, πασάρει, τρέχει, σκοράρει. Βλ. & λιμοκοντόρος ο, αλανιάρης ο.

αλανιάρης ο / αλάνης ο / αλανιάρα η: άνθρωπος που γυρίζει άσκοπα στους δρόμους, κάνοντας μια ζωή ακατάστατη και αμέριμνη και που η εμφάνισή του και η συμπεριφορά του δεν είναι μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής ευπρέπειας· αλανιάρης, μάγκας, μόρτης, παιδί του δρόμου, χαμίνι· Βαμβ.: Είμαστε μάγκες, μάγκες ιππότες. Κονομάγαμε με τον ιδρώτα μας. Δεν είχαμε σχέση με αλανιάρηδες που κλέβανε και κάνανε διάφορες ατιμίες. – Τρίτη πράξη τώρα του δράματος. Τα βάσανα και τα κακά της μαγκιάς και του αλάνη. Ό,τι βρωμοδουλειά εγινότανε, όλα τα ᾿βλεπα μπροστά μου. Π.χ. κάτι μικροκλοπές, κάτι ζάρια, κάτι κακόφημοι οίκοι. Έβλεπα τις ελεύθερες γυναίκες στα δημόσια. Ρεμπέτ.: Ρίχνω ντόρτια, φέρνω εξάρες· / μας τα ᾿φάγαν οι αλανιάρες. Τσιφ.: Αλανιάρα ήτουνε να πούμε και βρήκε έναν αλανιάρη και της λέει ο αλανιάρης: «Μωρή Φανή πάμε να τα πιούμε;» | < αλάν(ι): ανοιχτός χώρος < τουρκ. alan -ι ή μσν. αλώνι(ν) < ελνστ. ἁλώνιον υποκορ. του αρχ. ελλ. ἅλως ἡ.

αλάνικα: επίρρ. σαν αλάνια, μόρτικα. Παπαγ.: Υπήρχε εποχή που τη βγάζαμε αλάνικα και που «δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα»; Πιθανότατα, αφού το λέει και το τραγούδι. Βλ. & αλάνι το.

αλάργα: επίρρ. μακριά, σε μεγάλη απόσταση. Επιθ. αλαργινός,-η-ο. Παρ. «Γειά σου, χαρά σου, κι αλάργα», «Είν’ αλάργα το σκοτάδι; Κλείσ’ τα μάτια να το δεις.» «Αλαργινός ο κήπος, δωριανά τα λάχανα.» Κολ.: …μια ώρα στράτα αλάργα έστησε το τσαρδί. Μακρ.: Λέγω τν ρκάδιων πο ρθαν πλησίον μου, φο ρώτησα πς λένε τος ρχηγούς, τν καθένα, τος λέγω ν βγονε λάργα π τος νθρώπους τος ατενοι λοι. Καζαντακ.: Μ᾿ αυτούς εγώ συναπαντήθηκα, φτασμένος απ᾿ την Πύλο, / πέρα, από τόπο αλαργοτάξιδο τι ατοί τους με κάλεσαν. Πάλλ.: Όρθια τα όπλα τους μ᾿ ουρές στη γη είτανε μπηγμένες, / αλάργα αντίφεγγε ο χαλκός σαν αστραπή του Δία | μσν. αλάργα < ιταλ. (γενοβ. διάλεκτ.) a larga. ή < ιταλ. alla arga: στο ανοιχτό πέλαγος.

αλαργεύω: φεύγω αλάργα, μακρυά, απομακρύνομαι, χάνομαι στον ορίζοντα. Κολ.: Ο Τορκοι λπίζοντες τι θέλει πογυρισθε πύργος κα δι ν μν τος πλακώσουν ο πέτρες, λάργεψαν. Ελύτ.: Σαν το καράβι που άνοιξε / τ᾿ άρμενα κι αλαργεύει / θωρώ να χάνονται οι στεριές / κι ο κόσμος λιγοστεύει. Παρ.: «Από γίγαντα δανείσου, κι από αλεπού αλαργήσου.» | < Βλ. & αλάργα, κάματος ο.

αλαργινός ο: που βρίσκεται αλάργα, μακριά, μακρινός, απομακρυσμένος. «Παρ.: «Αλαργινός ο κήπος, δωριανά τα λάχανα.» Βλ. & μαρτυρώ.

Αλασσόνα η: η πόλη Ελασσόνα. Παιδικό ταχτάρισμα: «Αλασόνα, θυγατέρα, έκατσε να φάει γάλα και κατάπιε την κουτάλα, μπλέτσκας κότσκας κι έβγας» κλπ.

αλαταριά η: λέγεται το μέρος με μεγάλες επίπεδες πέτρες, όπου τα αιγοπρόβατα έβοσκαν το απλωμένο αλάτι.

αλατζάς ο: φτηνό βαμβακερό ύφασμα για ρούχα· άσπρο περιστέρι με πιτσιλιές. Κουκ.: ποικιλόχρουν και αραιόν ύφασμα εκ βάμβακος· αρχικώς εσημαίνετο ο τόπος της παραγωγής του, η Νιγρίτα (Βισαλτία), εμπορευόμενη το ύφασμα τούτο με τα παράλια της Μικράς Ασίας. Δημ.: Για πες μου ποιός σου έκοψε στενό τον αλατζά σου / και δε χωρεί το χέρι μου να πιάσω… | < τουρκ. alaca.

αλάτζαβος -η -ο: απεριποίητος, ο αφρόντιστος, παρτάλας, σβαρνιάρης, κακοντυμένος αυτός που κάνει πρόχειρα τις δουλειές του, μτφ. άσχημος | πιθ. < αλατζάς: φτηνό βαμβακερό ύφασμα για ρούχα < τουρκ. alaca: είδος υφάσματος, ο παρδαλός, ο ποικιλόχρωμος.

αλατζένιος ο: φτιαγμένος, κατασκευασμένος από ύφασμα αλατζά. Φορούσαν την αλατζένια πουκαμίσα και τη φουστανέλα, το υφαντό γιλέκο, το φέσι ή το µαύρο σκούρο γιλέκο. Καρκ.: O Mαγουλάς, σαρανταχρονίτης, καλοδέματος με την αλατζένια ποδιά εμπρός | < Βλ. & αλατζάς ο.

αλάτουρα η: το συνεργατικό βόσκημα των κοπαδιών, συμβοσκή. Σιδ.: Γιατί μωρέ μας ήρθατε αλάτορα στα χώματά μας; Βλ. & γαργαλέτσι το.

αλαφιασμένος -η -ο: φοβισμένος, ταραγμένος, αναστατωμένος, πολύ ανήσυχος. Έχουν λουφάξει όλοι και μονάχα κάποιες ψυχές αλαφιασμένες ξενυχτάνε. Οι κραυγές της κυράς ξεσήκωσαν το σπιτικό και οι υπηρέτριες έτρεξαν αλαφιασμένες. Παπαγ.: Μόλις δύο νθρωποι ρχίσουν τά σπρωξίματα καί τίς ψιλές, ατοστιγμεί κάνουν φτερά λα τά πίθετα: γυαλιά, ψεύτικα δόντια, περοκες, γραβάτες, γιακάδες, ταυτότητες καί λυσίδες μέ σταυρούς, γιά νά πομείνει τι πραγματικά τους νήκει: τό αμα τους καί λαφιασμένη τούς νάσα | αλαφιάζω < αλάφ(ι) -ιάζω.

αλαφίνα η: ελαφίνα, λαφίνα. Παρ.: «Από λαγό τυρί κι απ’ αλαφίνα γάλα.»

αλαφροπαλάντζα η & αλαφροπαλάντζας ο: άνθρωπος ελαφρός, λαφρός, που μτφ. γέρνει πότε απ᾿ τη μια και πότε απ᾿ την άλλη μεριά, εύθυμος, τρελός, χαχανατζής, αλλά όχι απαραίτητα επικίνδυνος. Οι Ξηρομερίτες Σαρακατσαναίοι, όσοι πάνε στο Ξηρόμερο από τ᾿ αγραφιώτικα βουνά (το Σύντεκνο, τις Καμάρες κ.α), λένε τους Σαρακατσαναίους που κατεβαίνουν από τα Τζουμέρκα στο Ξηρόμερο Ελαφρομπαλάντζες, επειδή μένουν σε μέρη δίχως πολύ χορτάρι και είναι πολύ φτωχοί. Παπαγ.: Ο πρώτος ως γελωτοποιός ξορκίζει τον εαυτό του και ο άλλος ως χαχανατζής ή αλαφροπαλάντζα και αχαδελφατζής απολαμβάνει το ξένο πάθος μεταποιημένο σε γέλιο. Βλ. & παλάντζα η, λαφροκάνταρος ο.

αλαφρύς -ιά -ύ: ελαφρύς· επίρρ. αλαφρά. Βλ. & ζυγός ο, δαγκάνω.

άλειμμα το: αλοιφή, επάλειψη. Άλειμμα σοκολάτας. Παρ.: «Ο τροχός χωρίς άλειμμα δε γυρίζει.», «Χωρίς άλειμμα καράβι δεν πέφτει στο γιαλό.»

αλεκάτη η: η ρόκα | < μεσν. ηλεκάτη < αρχ. ελλ. ηλακάτη.

αλέμι το: πέπλο, κάλυμμα της κεφαλής. Παπαδ.: Η καπετάνισσα, ωραία, μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα ως νέα ακόμη, διά την περίστασιν, πλήρη την νυμφικήν στολήν της, με το λευκόν αναφές και αιθερόπλαστον αλέμι, την χρυσοκέντητον σκούφιαν, εικονίζουσαν γάστραν με άνθη και με κλώνας, το βελούδινον βαβουκλί με τα χρυσοΰφαντα προμάνικα ανασηκωμένα, την βυσσινόχρουν ολομέταξον και χρυσοκέντητον τραχηλιάν, την ζώνην με τ᾿ αργυρά και μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, το φουστάνι το χαρένιο με το ολόχρυσον ποδογύρι τρεις σπιθαμές πλατύ.

αλησμονώ: λησμονώ, ξεχνώ. Κολ.: …γ ερισκόμουν ες τ σπίτι του κρυμμένος κα το εχε επε, τι: «Κρύψε τον, διατ δν συμφέρει ν μ γλυτώσει κανένας π ατν τν φαμίλια.» λλ᾿ φο εδαν τ γρόσια τ᾿ λησμόνησαν. Δημ.: Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπούμαι. – Πρώτο φιλί αναστέναξε, δεύτερο τον πλανάει, / τρίτο φιλί φαρμακερό τη μάνα αλησμονάει | < ελνστ. λησμονῶ.

αλητάμπουρας ο: αλήτης, ζωηρός, άνθρωπος με αλήτικη συμπεριφορά. Γυρίζει όλη μέρα σαν αλητάμπουρας | < από το αλήτης. ἀλήτης: ο περιπλανώμενος, ἀλητεία: η περιπλάνηση, ἀλητεύω: περιπλανώμαι. Σημειώνεται ότι ο περιπλανώμενος ήταν φυγάς, ἄπολις, ἀνέστιος, εξόριστος και στερημένος δλδ. από πολιτικά δικαιώματα· ή αλήτης + αλβ. berrü «άντρας»(;).

αληταριό: αλήτες, πολλοί αλήτες. Τσιφ.: …χώρισε την Πελοπόννησο σε δώδεκα βαρωνίες. Φώναξε και το αληταριό του και τους έκανε βαρώνους. Βλ. & ρεμάλι το.

αλί: αλίμονο, έκφραση μεγάλη λύπης, απελπισίας, φόβου. Αλί και τρισαλί. Παρ.: «Χαρά στην πίπα που κρατά, κι αλί αέρας που ρουφάς.» | < μσν. αλίμονον < αρχ. φρ. ἀλλ΄ εἰ μόνον: αλλά αν μόνο (δε συνέβαινε).

αλιάγας ο: ανεπιθύμητος, διπρόσωπος, ανάξιος εμπιστοσύνης. (Κοζάνη).

αλιβάνιστος -η -ο: που δεν τον έχουν λιβανίσει με θυμιατό· αθυμιάτιστος. Παπαδ.: κε ρχοντο τρες-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, λειτούργητοι, λιβάνιστοι, ρχοντο μ τς φαμίλιες των, τς νέβγαλτες κα πραχτες, μ τ βοσκόπουλά των τ χτένιστα κα νιφτα, πο δν ξευραν ν κάμουν τν σταυρόν τους, δι ν γιασθον κα ν λειτουργηθον κε | < μσν. λιβάνιν υποκορ. του αρχ. ελλ. λίβαν(ος) -ιον.

αλιβρίτης ο: στοματίτιδα, άφθα, μικρή έλκωση στο βλεννογόνο του στόματος, στα χείλια και στη γλώσσα. Όπως χάνονται τα άστρα απ᾿ τον ουρανό να χαθεί κι ο αλιβρίτης απ᾿ το κούτσκο (: το παιδάκι) | < ίσως από το αλεύρι, επειδή οι άφθες έχουν λευκό χρώμα < αρχ. ελλ. άλευρον.

αλισβερίζομαι: έχω αλισβερίσια, κοινωνικές συναναστροφές, επαφές.

αλισβερίσι το: εμπορική συναλλαγή, δοσοληψία, συναναστροφή, κοινωνική επαφή ή σχέση, νταραβέρι. Περρ.: …οι πραματευταί Παργινοί να μην έχουν να δίνουν έξω από το βασιλικόν γιουμπρούκι (Τελώνιον) τρια τα εκατό μόνον, και όχι άλλο τίποτες περισσότερον, και να κάμουν το αλισβερίσι τους (δοσοληψίαν) ανενόχλητα και σερπέσικα (ανεμπόδιστα). Παπαδ.: -Κρασοπουλεί ο γερο-Κρεμέζος, είπεν ο Αντώνης. -Δεν πάμε να του κάμουμε αλεσβερίσι; | < τουρκ. alιşveriş -ι. Βλ. & παντιέρα η.

αλίχουδος -η -ο: λιχούδης, λαίμαργος | < μσν. λιχούδης < αρχ. λείχ(ω): γλείφω -ούδης.

αλλαξιά η: όσα χρειάζονται για μια αλλαγή ενδυμάτων, αλλαγή· αλλαξιά ρούχα, φορέματα. Γκοτζ.: «Τι έπαθαν αυτοί, γιατί δε σηκώνονται;» ρωτάω κρυφά την πεθερά μου. «Δεν κατάλαβες, μωρ’ καψόνυφη! μου λέει. Δεν έχουν αλλαξιά να συγυριστούν.

αλλαξίμι το: το ρούχο της αλλαξιάς, που αλλάζουμε. Καρκ.: Έβγαλεν ακόμη ένα πιτούρι κι ένα πισιλί από γαλάζιο πανί· ένα ζουνάρι και άλλα χίλια μύρια των Kαραγκούνηδων τα γιορτινά αλλαξίμια και των γυναικών τις πολύτιμες αρματωσές.

αλλαξογνωμιάζω: αλλάζω γνώμη. Καρκ.: …και πέρα στου Παπαρρίζου την αυλή ένιβε με το ακριβοπληρωμένο νερό του ζητιάνου το πρόσωπό της η Παναγιώτα, ελπίζοντας ν᾿ αλλαξογνωμιάσει του Tρίκα τον υγιό.

αλλιωτέβω: αλλάζω όψη, αλλάζω τελείως, γίνομαι, φαίνομαι, διαφορετικός σε σχέση με πριν. Στίχ.: Μεγάλωσαν τα γένια μας η ψυχή μας αλλιώτεψε / αγριεμένο το σκυλί γαβγίζει τη φωνή του / βοήθα καλέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας (Κ. Μύρης) | < αλλιώς.

αλλιώτικη η: μτφ. η κατσαρόλα στα κουδαρίτικα, την ιδιόλεκτο των μαστόρων.

αλλουής: διαφορετικός, ασυνήθιστος, λ.χ. αλλουής άνθρωπος | πιθ. < άλλος + λογής.

αλλούρα: επιφωνηματική φράση, αλλού ρε!, αλλού αυτά! Παρωνυμ.: Αλλούρας | < αλλού + ρα < ρε < αρχ. μωρέ: κουτέ, με σύντμ. ωρέ > ρε.

αλμπάνης ο: πεταλωτής· μτφ. ατζαμής, αδέξιος, ανίκανος, αυτός που δεν κατέχει ικανοποιητικά την τέχνη ή την επιστήμη του. Ο τελευταίος πεταλωτής (αλμπάνης), στο Κοπανάκι της Ορεινής Τριφυλίας. Ένα ένα τα παλιά επαγγέλματα σβήνουν. Αλμπάνης γιατρός, Σε αλμπάνη δικηγόρο έπεσες! Οι αλμπάνηδες της εξουσίας και η διαφθορά προκάλεσαν το σημερινό δημοσιονομικό αδιέξοδο. Παπαγ.: Εξαιτίας ενός αλμπάνη οφθαλμίατρου ενδέχεται να χάσεις το φως σου, αλλά εξαιτίας ενός κακού θεωρητικού της αισθητικής -αν μπορεί να υπάρχει καλός σ᾿ αυτή την ανύπαρκτη δουλειά- ποιό φως θα στερηθείς; | τουρκ. nalbant (από τα περσ.) -ης.

αλμπίμπης ο: ελαφρόμυαλος, χαζός, βλάκας (Κοζάνη).

αλογατάς ο: αλογάς, αλογάρης, αυτός που ασχολείται με άλογα, βοσκός ή φύλακας αλόγων, αγωγιάτης. Καζαντζ.: …το ταίρι της να ᾿ρθεί φωνάζοντας, ο πιο αντρειανός Αργίτης, / του αλογατά Διομήδη (Διομήδεος πποδάμοιο) η πέρφανη, στεφανωτή γυναίκα.

αλόγατο το: άλογο. Δημ.: Βροντάν τα τόπια των Τουρκών, ντουφέκια αντιβογκούνε / και πεντακόσια αλόγατα στον κάμπο χλιμιντρίζουν. Καζαντζ.: Οι αμαξολάτες πρώτα πρόσταξε γερά τ᾿ αλόγατά τους / να τα κρατούν και μες στον τάραχο να μη χαλνούν την τάξη. Τσιφ.: Και βεβαίως σακκουλευτήκανε οι μάγκες διότι ο κυρ Σταμάτης είναι παλιά ιστορία και κυκλοφορεί από τον καιρό που τ᾿ αλόγατα τραβάγανε τα τράμια στην οδός Σταδίου. Ελύτ.: Στο λάδι της κατηφοριάς τ᾿ αλόγατα βουλιάζουν. / Τ᾿ αλόγατα ονειρεύονται / μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες | < άλογο < ελνστ. ἄλογον ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. ἄλογος από την αρχ. σημ.: μη λογικό (για τα ζώα)· σχήμα κατεξοχήν (επειδή το άλογο ήταν το σημαντικότερο ζώο, ιδίως στο στρατό).

αλογογέλαδα τα: άλογα και αγελάδες. Κολ.: …Νοικοκυραίοι, με τα χωράφια τους, με πεντακόσια πρόβατα και εξήντα αλογογέλαδα.

αλλούθε: αλλού, προς άλλη κατεύθυνση. Κολ.: Κρ νδρέα, γ σο κουβεντιάζω κα σ κοιτς λλοθε.

αλούπω η: αλεπού. Παρ.: «Ούτε κότες έχω, ούτε την αλούπω φοβάμαι.» «Είδε κι η αλούπου τον κώλο της κι έπεσε του πεθαμού.» «Όποιος έχει ορνίθια, με την αλ(ου)πού μαλώνει.» | < αρχ. ελλ. αλωπεκή.

αλουργίδα η: πολυτελές κόκκινο ρούχο ιδίως της βυζαντινής εποχής, πορφυρή εσθήτα. Ο άγιος που αντάλλαξε την βασιλική αλουργίδα με το λευκόν ένδυμα του Αγίου Βαπτίσματος. Υπό την πρωθυπουργική αλουργίδα. Αυτός ο βασιλιάς έρχεται να κρίνει την γη όχι με ζεύγος ημιόνων λευκών ή με χρυσή άμαξα ή με αλουργίδα και διάδημα. Παπαδ.: ταν ο πρόσκοποι φθασαν ες τν κορυφν το γίου Κωνσταντίνου, αγ εχε πορφυρώσει τν νατολν μ τν ροδίνην λουργίδα της. Η αλουργίδα του δύοντος ηλίου μοιάζει με χαλί οπού πάνω του θα περπατήσει σε λίγο ο μυούμενος έφηβος. | < αρχ. ἁλουργίς, αιτ. -ίδα· Λουκιανός: σθς λουργίς.

αλουσιά η: να μη λούζεται, κάποιος, να μην πλένει τα μαλλιά του, το τριχωτό της κεφαλής. Παρ.: «Το χτένι τρέφει τα μαλλιά κι η αλουσιά τις ψείρες.» | < λούομαι.

αλπίνι το: γίδι της ομώνυμης βελτιωμένη ράτσας ζώων. Έτσι άρχισαν κάποιες προσπάθειες για την αναβάθμιση των ντόπιων πληθυσμών αιγών με αρσενικά φυλής Saanen και Alpine. Tο French Alpine είναι μια φυλή αιγοπροβάτων που προέρχεται από τις Άλπεις. Οι κατσίκες του είδους Alpine, που ήρθαν στις ΗΠΑ από τη Γαλλία, είχαν συλλεχτεί για μεγαλύτερη ομοιομορφία, μέγεθος και παραγωγή που ισχύει στις γίδες που ελήφθησαν από την Ελβετία και τη Γαλλία.

αλτάρι το: λητάρι, η ψιλή τριχιά, σκοινί, όχι πολύ χοντρό | < μεσν. λητάριον < ειλητάριον < ειλητός: κλωσμένος. Βλ. & λητάρι το.

αλτσίδι το: στρογγυλή κουλούρα από νήμα που μπαίνει στην ανέμη. Από εκεί συνέχιζαν στις ανέμες, όπου έβαζαν το αλτσίδι και το κουβάριαζαν για να πλέξουν με βελόνες ή το ίδιαζαν, οπότε γινόταν πιο λεπτό | < Βλ. & άλτσος ο.

αλτσιδάκι το: πολλές κλωστές κεντήματος μαζί, τεμάχιο βιομηχανικής κλωστής για κέντημα | Βλ. & άλτσος ο.

αλτσιάζω: λυσσάζω. Μτχ. αλτσιαγμένος -η -ο. Επιθ. αλτσιάρικος-ικη-ικο: λυσσασμένος, λυσσάρικος | αλτσιάζω < αρχ. λύσσα: οργή, μένος.

αλτός -η -ο: λυτός, λυμένος.

άλτσος ο: ο άλυσος, η αλυσίδα. Δημ.: Τρανό βαρέλι με δίνουν κι άλυσο κοντό, / εννιά οργιές μαλλάκια έκοψα τις δυο, / κι αβγάτισα τον άλτσο κι έβγαλα νερό. Σιδ.: Σ’ εκείνον τον τόπο έφτιαξαν οι άνθρωποι έναν άλτσο ζωής κι ας ήταν ξεκομμένοι απ’ τον άλλο κόσμο. Τραβοσι λίγου τον λτσουν ρκουδιάης, ᾿μ πουνοσι μύτ᾿ κι ατν κατέβηνι. (Μικρόβαλτο Κοζάνης) | < ελνστ. αλυσίδ(ιον) μεγεθ. -α < υποκορ. του ελνστ. αλύσιον < υποκορ. του αρχ. ελλ. άλυσις και ἅλυσος.

αλυπούμαι: λυπούμαι.

αλύχτημα το: γαύγισμα, υλακή, ουρλιαχτό. Πάλλ.: Μά ᾿χε το νου του κι άκουσε τ᾿ αλύχτημα ο Μενέλας | < βλ. αλυχτώ.

αλυχτώ & αλυχτάω: υλακτώ, γαβγίζω, ουρλιάζω. Καρκιδ.: Θωρώντας μπρος τους τον Τηλέμαχο, κουνούσαν τις ουρές τους. / Το πρόσεξε ο Οδυσσέας κι ως του ᾿φτάσε στ᾿ αφτιά και ποδολάτι, / γυρνάει στον Εύμαιο κι ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια: / «Εύμαιε, θα ιδείς απ᾿ τους συντρόφους σου να φτάνει τώρα κάποιος, / για και κανένας άλλος γνώριμος δεν αλιχτούν οι σκύλοι (νόησε δ δος δυσσες / σαίνοντάς τε κύνας, περί τε κτύπος λθε ποδοϊν. / αψα δ᾿ ρ᾿ Εμαιον πεα πτερόεντα προσηύδα: / «Εμαι᾿, μάλα τίς τοι λεύσεται νθάδ᾿ ταρος / κα γνώριμος λλος, πε κύνες οχ λάουσιν) Ελύτ.: Αιώνες μαύροι γύρω του / Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή / Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες. Κολ.: Τ σκυλι πο λύκτααν, δωσαν ποψίαν· λθαν ο Τορκοι κα μς πολιόρκησαν. Καββ.: Kόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά. Παρ.: «Ο σκύλος που δεν αλυχτάει λύκους τραβάει στη μάνδρα.» | < μσν. αλυχτώ < αρχ. ὑλακτῶ ή μέσω του ελνστ. τ. ἀλυκτῶ (κρητική διάλ.).

αλφαβητάρι το: αλφαβητάριο, βιβλίο με το οποίο τα παιδιά μαθαίνουν τα γράμματα του αλφαβήτου και ανάγνωση. Το αλφαβητάρι με τον ήλιο. Σεφ.: Τ᾿ λφαβητάρι τν στρων πο συλλαβίζεις / πως τ φέρει κόπος τς τελειωμένης μέρας / κα βγάζεις λλα νοήματα κι λλες λπίδες | < μσν. αλφαβητάρι(ο)ν υποκορ. του ελνστ. ἀλφάβητ(ος) -άριον· -άριο.

αλφαδιά η: γραμμή, σημείο υπολογισμένο με το αλφάδι. Παρ.: «Αλφαδιά στην αλφαδιά, και το νου στην κοπελιά.»

αλφαδιάζω: χρησιμοποιώ το αλφάδι, υπολογίζω, μετρώ με ακρίβεια. φέρνω στο ίδιο οριζόντιο ή κάθετο επίπεδο όλα τα σημεία ή τα τμήματα μιας επιφάνειας ή ελέγχω με το αλφάδι την κατακόρυφη ή οριζόντια θέση μιας επίπεδης επιφάνειας. Το παλιό αλφάδι είχε σχήμα άλφα και με τη βοήθεια νήματος που κρεμόταν από την κορυφή μπορούσαν τα μαστόρια να υπολογίσουν αν μια επιφάνεια ήταν οριζόντια. Η ονομασία πέρασε και στα σύγχρονα εργαλεία, αν και λειτουργούν διαφορετικά. Βλ. & αλφάδι το, αλφαδιά η.

αλφάδι το: εργαλείο χτιστών σε σχήμα Α. Αλφάδι ψηφιακό αλουμινίου. Αλφάδια μαγνητικά. Αλφαδολάστιχο διάφανο 25 μέτρα με 2 μετρητές | < μσν. αλφάδιον < υποκορ. άλφα.

αλφάρι το: μεγάλη πελεκημένη πέτρα με τρύπα στη μέση· την χρησιμοποιούσαν σε μύλους.

αλφίτσω η: η νυφίτσα· μτφ. πονηρός άνθρωπος, μαλαγάνας (Κοζάνη).

αλυκή η: χαμηλή παραθαλάσσια έκταση κατάλληλα διαμορφωμένη, στην οποία διοχετεύεται θαλασσινό νερό, με την εξάτμιση του οποίου παράγεται αλάτι. Παρ.: «Αλάτι πάει στην αλυκή και φρύγανα στο λόγγο.» | < μσν. αλυκή, θηλ. του αρχ. επιθ. ἁλυκός που περιέχει αλάτι.

Αλωνάρης ο: αυτός που αλωνίζει, θερίζει, θεριστής, ο μήνας Ιούλιος. Παπαντ.: Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι! / Πότε ήρθε; Πώς; / Άγιε, σταμάτησε το λόγκο, / που τρέχει εμπρός. Παρ.: «Αλωνάρης τ᾿ αλωνίζει κι Αύγουστος τα ξεχωρίζει.», «Αλωνάρη με τ᾿ αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια.», «Έτσι το ᾿χει το λινάρι, να ανθεί τον Αλωνάρη.» Βλ. & κακορίζικος ο.

αλώνι το: επίπεδος και συνήθ. κυκλικός χώρος που χρησιμοποιούνταν για το αλώνισμα των σιτηρών. Το φεγγάρι είναι αλώνι: φαίνεται ολόκληρο. Μακρ.: Ο ντιβασιλες μας τήραγαν κι᾿ ατενοι ν πάρουν κάνα λεπτό, τι ες τν λλάδα βραν λώνι ν᾿ λωνίσουν. Παρ.: «Είδε η ψείρα αλώνι, περπατεί και καμαρώνει.» | < μσν. αλώνι(ν) < ελνστ. ἁλώνιον υποκορ. του αρχ. ελλ. ἅλως ἡ. Βλ. & μεσιακός ο, δεμάτι το, διχάλι το.

αλωνίζω: διαχωρίζω στο αλώνι τους κόκκους των δημητριακών από τα περιβλήματά τους, τα στάχυα· μτφ. κινούμαι άνετα, ελεύθερα, συμπεριφέρομαι ανεξέλεγκτα χωρίς περιορισμούς. Λαθροθήρες αλωνίζουν στο μονοπάτι της Βίδρας. Αλωνίζουν οι τσαντάκηδες. Τσιφ.: Βλέπεις, τούτες οι αγορές με τα πλούσια προϊόντα όσο τις κράταγε η Ισπανία ήτανε κλεισμένες για τους εμπόρους της Αγγλίας. Τώρα μπήκανε μέσα και αλωνίζανε. Βλ. & αλώνι το.

αμάδα η: στρογγυλή, πλακουτσωτή πλατιά πέτρα, παιδικό παιχνίδι με πέτρες. Παπαδ.: …πρώτην φοράν ήκουσεν ή πρώτην φοράν έδωκε προσοχήν εις το όνομα, το οποίον του έρριψεν έν παιδίον, εκεί όπου εμάλωσαν, παίζοντας μαζί τις αμάδες Γκοτζ.: Όσοι δεν ένιωθαν τον εαυτό τους δυνατό, κάθονταν στην άκρη και κοίταζαν. Ή, για να βρίσκονται κι οι ιδιοι σε δουλειά, έπαιζαν ελαφρότερα παιγνίδια, όπως τις «τσιούκες», δηλαδή τις αμάδες. Έστηναν τρεις πέτρες ορθές σε μια ορισμένη απόσταση και προσπαθούσαν να τις γκρεμίσουν σημαδεύοντάς τες με μικροτερα λιθάρια. Όποιος πετύχαινε, είχε δικαίωμα να ξαναρίξει, το λεγόμενο «φώλι.» Κι αυτό ήταν εξάσκηση σκοποβολής, πολύ χρήσιμη για τα τσοπανούδια, που πετροβολούσαν κάθε τόσο τα ζωντανά, δικά τους ή ξένα, για να ξέρουν πού θα πέσει το λιθάρι. Παρ.: «Ηύρεν η πέτρα την αμάδα.» Σκαρ.: Πού μούδες και πράσιν᾿ άλογα, πού καιρός να παίξεις τις αμάδες | πιθ. αμάδα < σαμάδα < σημάδα ή < ομάδα.

άμαθος -η -ο & αμάθητος -η -ο: που δεν έχει μάθει, δεν ξέρει, δεν έχει εμπειρία, πείρα, δεν έχει συνηθίσει κάτι, άπειρος. Είναι άμαθος από σκληρές δουλειές. Είμαστε άμαθοι στην κριτική. Θα μπορούσε κανείς να μας χαρακτηρίσει και ως απροετοίμαστους ως προς την κριτική των άλλων. Βηλ.: Και την κοιλιά του Μπάκακα σφιχτά σφιχτά αγκαλιάζει· χτυπάει η καρδιά του αμάθητη, πέφτει άθελα το δάκρυ / και θέλει να ήταν βολετό να βρίσκονταν στην άκρη. Παρ.: «Άμαθη παπούτσι εφόρει, κάθε βήμα της το εθώρει» | < μσν. άμαθος < α- < μαθ- (μαθαίνω) -ος. Βλ. & σκαρφίζομαι.

αμάκα: το τζάμπα, το δωρεάν, η τράκα, η απόκτηση αγαθών με τρόπο ανήθικο σε βάρος άλλων· η αιώρα· βρωμιά που συσσωρεύεται σε αντικείμενα. «Θα σας κόψω την αλυσίδα από την …αμάκα και από το … μπέκου [σ.σ. τζάμπα]». Παρ.: «Της αμάκας το ρακί είναι νόστιμο πολύ», «Της αμάκας το τσιγάρο, γίνεται πολύ μεγάλο.» Πβ. «Τζάμπα ξύδι, γλυκό σαν μέλι». Μόνο οι αεριτζήδες και όσοι θέλουν να τη βγάζουν στην αμάκα αντιδρούν σε οτιδήποτε. Πισίνα για ενήλικες και μικρή αβαθής για παιδιά, αιώρα – αμάκα με θέα σε βουνό, θάλασσα και τη Ζάκυνθο. Ο μύλος ας πούμε δε συντηρείται ποτέ. Μαζεύει όλη τη λαδίλα και τη σκόνη που μένει από τα υπολείμματα του καφέ και πιάνει αμάκα. Πλύσιμο του ναργιλέ ώστε να μην δημιουργείται κάποια αμάκα στα μέλη του, ειδικά σε ναργιλέδες που έχουν βιδωτά μέρει τα οποία μπορεί να κολλήσουν μόνιμα κάποια στιγμή | < βεν. a maca: με έξοδα άλλου.

αμακατζής ο: τρακατζής, ο τζαμπατζής, σελέμης. ΦΡ. Αμακατζήδες και τρακαδόρους γεμίσαμε | < βλ. αμάκα η.

αμάλαγος ο: αμαλάκωτος, χωρίς προσμίξειες, ανέγγιχτος, άθικτος, ανέπαφος, ατόφιος, απείραχτος, αγνός, καθάριος. Κρητ.:  Να ᾿χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια, / να πάθιουν τα πατήματα, να ᾿πιανα τα κερκέλια, / να δώσω σείσμα τ᾿ ουρανού, να βγάλει μαύρα νέφη, / να βρέξει χιόνι και νερό κι αμάλαγο χρουσάφι.

αμάλλιαγος -η -ο: χωρίς μαλλιά, τσίτσαρος, τσιτσαροκέφαλος. Καρκ.: Aπό τις χελιδονοφωλιές επρόβαλαν, σαν ακροδάχτυλα λεπρά, τα κεφάλια τους τ᾿ αμάλλιαγα πουλιά κι εζητούσαν με φωνή αδύνατη βοήθεια. Kαι οι γονείς απ᾿ έξω, μύρια εμηχανεύονταν να φθάσουν έως εκεί, να τα συλλάβουν στα νύχια τους, να τα φέρουν μακράν, να τα σώσουν από τον σκληρό θάνατο.

αμανάτι το & αμανέτι το: εγγύηση σε οικονομική συναλλαγή, υποθήκη. Περρ.: …και ο Μπάλιος να δώσει τα ραχένια τους (σ.σ. τους ομήρους) όπου τα έχουν αφήσει αμανετέ (παρακαταθήκην) στο χέρι του. Μακρ.: …κι᾿ ποιος χει διοχτησίαν τν βάνει μανέτι ες τος τοκογλύφους κα δανείζεται τρία τ κατ τν μήνα κα τ διάφορον κεφάλι, κα σ να χρόνο το τρώγει τ ποστατικόν του κα μένει νοικοκύρης κι᾿ γωνιστς διακονιάρης | < τουρκ. amanat. Βλ. & τιμαρεύω.

αμανές ο: τραγούδι με αργόσυρτη ανατολίτικη μελωδία, στο οποίο συχνά επαναλαμβάνεται η λέξη αμάν. Παπαδ.: γαποσαν τ τραγούδια, τ ργανα. Δερβίσης δν πινε κρασί, πινε μαστίχαν. Δερβισάδες σαν κι ατοί. Το επαν ν τραγουδήσ. τραγούδησε. Το επαν ν παίξ τ νάϊ. παιξε. Δν τος ρεσε. , ατς δν τον μανές. Δν τον, πως τν ξευραν ατοί. λλ Δερβίσης τος λεγε τν καθ ατ μανέν | < μανές < τουρκ. mân(i): είδος λαϊκής μουσικής (από τα αραβ.) -ές ίσως και παρετυμ. αμάν.

αμανετζής ο: αυτός που τραγουδάει αμανέδες. Παπαδ.: …μάμην τν Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαχάμην τν Μποχώρηδων ξάρχοντα· μανετζν χηρότατον κα μπατακτσν χληρότατον. Μς λίγωσες π᾿ τ γλύκα τς ψυχς μν | < Βλ. & αμανές ο.

αμανία η: μανία.

αμάρι το: ερμάριο, εταζέρα, ράφι, συρτάρι ντουλάπας. (Κοζάνη) | μσν. ελλ. ερμάριον < αρμάριον.

Αμάρμπης ο: βουνό της δυτικής Μακεδονίας, του ορεινού όγκου των Καμβουνίων, δίπλα στο Λιβαδερό Κοζάνης (Μόκρο)· αναφέρεται και με την ονομασία «Αρχοντική»· έχει ύψος 1473μ. | < πιθ. Ομάρ + μπέης.

αμάχη η: μάχη, φιλονικία, έριδα. Πάλλ.: Κάνε όπως θες! μα κοίταζε μη βγάλει αφτή η διχόνια / ανάμεσό μας έπειτα καμιά μεγάλη αμάχη.

αμελέτητα τα: που δεν μελετούνται, δεν λέγονται, δεν κουβεντιάζονται· μτφ. οι όρχεις των σφάγιων ζώων | < ευφημ.

αμέτι μουχαμέτι: με κάθε τρόπο, πεισματάρικα, με επιμονή, οπωσδήποτε. Στη φράση αμέτι μουχαμέτι / μουχαμπέτι. Τσιφ.: Της δείξανε και το πορτρέτο του Φίλιππα· τρελάρα, γεροντοκόρη και διψασμένη, τον ερωτεύτηκε. Το ᾿βαλε, λοιπόν, αμέτι μουχαμέτι, να τον πάρει κι ό,τι γίνει έγινε | < τουρκ. amet muhabbet -ι.

άμετρος ο: αμέτρητος, άφθονος. Βλ. & μούστος.

αμήγυρος ο: ο αγύριστος, ΦΡ. ας πάει στο αμήγυρο, πού στο αμήγυρο χάθηκες; κ.α.

αμνάδα η: η προβατίνα, αρνάδα. Ροίδης: Ότε δε επεχείρησεν ο ευσεβής Λουδοβίκος να επαναγάγη τας αποπλανηθείσας ταύτας αμνάδας υπό τον ζυγόν του Αγ. Βενεδίκτου, εκείναι απεκρίθησαν εν πληθούση Συνόδω ότι εις μόνην την ηγουμένην των εχρεώστουν υπακοήν. Παπαδ.: Aλλά και αν δεν εκοιμάτο με την αμνάδα, εκοιμάτο όμως εις το αυτό υπόστεγον, όπου και η αμνάς, μικρόν υπόστεγον μη διαφέρον ορνιθώνος εις τον μυχόν της αυλής. Kαι την ημέραν η μεν αμνάς είχε τα αρνία της, η δε Φωτεινή τα παιδία της | < ελνστ. ἀμνάς. ἀμνός: αρνάκι.

αμόλευτος -η -ο: αμόλυντος, ανόθευτος, γνήσιος, καθάριος, αυθεντικός. Χατζ.: Και στ᾿ αλήθεια, μιλούσανε το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ᾿ όλους τους άλλους και το κρατούσαν αμόλευτο στο λεξιλόγιο και στη φωνητική του. Μαβίλ.: Στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει / της λευτεριάς αμόλευτος αέρας.Βλ. & μολεύω.

αμολώ & ξαμολώ / αμολιέμαι: αφήνω κάτι ελεύθερο, χαλαρώνοντας ή λύνοντας τα δεσμά του. Αμόλησαν χαρταετούς οι Καλαμπακιώτες. Αμόλησε κλανίδι. Αμόλησαν και πάλι τους ταύρους στην Παμπλόνα! Αμόλησαν… γουρούνια έξω από το Κοινοβούλιο. Αμολάει κοτσάνες | < βενέτ. mola (προστ. του molar: χαλαρώνω το παλαμάρι) > μόλα > ρ. μολώ· Πβ. βλώσκω, μέλ. μολοῦμαι, αόρ. βʹ ἔμολον, παρακ. μέμβλωκα (αντί μεμόλωκα), πηγαίνω ή έρχομαι· το βλώσκω τίθεται και αντί μολώσκω, μλώσκω. Βλ. & λαγαρός ο, προκάνω.

άμμος ο: η άμμος. Πάλλ.: Είπε, κι ο γέροντας φοβήθηκε κι υπάκουσε στο λόγο· / πήρε βουβός του πολυτάραχου γιαλού τον άμμον άμμο. Βλ. & όχεντρα η.

αμόνι το: σιδερένια συμπαγής βάση όπου γίνεται η επεξεργασία αντικειμένων από μέταλλο. Τον χτύπησαν σα γύφτικο αμόνι. Το αμόνι είναι ένα εξάρτημα απαραίτητο για τους σιδηρουργούς. Είναι κατασκευασμένο από μασίφ ατσάλι και χρησιμοποιείται ως βάση για σφυροκόπημα μετάλλου. Το κόστος του είναι συνήθως υψηλό και μπορεί να φτάσει μερικές εκατοντάδες ευρώ για ένα μεγάλο καλό αμόνι. Παρ.: «Τον γύφτο θέλαν βασιλιά κι αυτός ήθελε αμόνι.» | < μσν. αμόνι(ν) < ελνστ. ἀκμόνιον < υποκορ. του αρχ. ελλ. ἄκμων.

αμπαδίτικα τα: οι αμπάδες, χοντρά μάλλινα καθημερινά ρούχα, μτφ. ρούχα της δουλειάς, πρόχειρα. Παπαδ.: …αφού εκολύμβησε δύο ή τρεις γύρες, επέστρεψεν εις τα ρηχά, επάτησεν εις την άμμον, απέβη εις την ξηράν, και υπό τους αλαλαγμούς του πλήθους έτρεξεν εις την καλύβην όπου εις την στιγμήν ήλλαξε τα βρεγμένα αμπαδίτικα κι εφόρεσε τα κυριακάτικα | < βλ. αμπάς ο.

άμπακος ο: άβακας, σχολικό αριθμητήριο, πίνακας που επιτρέπει εύκολους υπολογισμούς (μαθηματικές πράξεις, εξισώσεις) Παπαδ.: Τί σο χρειάζονται τ τόσα γράμματα κ᾿ ο γκοτσες, τί σ φελον ο γιτες κα τ ψηφιά, τί σο χρησιμεύουν ο γλσσες κα τ κιτάπια κι μπακος; | < αρχ. ελλ. ἄβαξ.

αμπαλωμένος -η -ο: μπαλωμένος | < μσν. μπαλώνω < εμπαλώνω < αρχ. ελλ. ἐμβάλλ(ω): ρίχνω μέσα, βάζω στη θέση του, μπολιάζω.

αμπάρα η: ξύλινος μοχλός πόρτας, θύρας· το παιδικό παιχνίδι αμπάριζα. Να ᾿χαν οι καρδιές αμπάρες, να κλειδαμπαρώνουν. Το βράδυ όµως ασφαλιζόταν µε χοντρή αµπάρα από µέσα, που ήταν ένα µεγάλο χοντρό γερό καδρόνι και που την ηµέρα συρόταν σε άνοιγµα του τοίχου. Το βράδυ µετεκινείτο οριζόντια και εµπόδιζε το άνοιγµα της πόρτας. Ακόµη για ασφάλεια άλλοι, αντί αµπάρες, χρησιµοποιούσαν χοντρά µάνταλα σιδερένια, που στερεώνονταν σε χοντρούς σιδερένιους κρίκους. Ελύτ.: Τα κυπαρίσσια τα κελιά / σου τα ᾿κανα παραγγελιά, / τις πόρτες τις αμπάρες σου / και τις οχτώ καμάρες σου. Πβ. Χρον. Μορέως: κα λέγει τν συντρόφων του· «ρχοντες, τί νι τοτο; / οδν ντρέπεστε ποσς ν παίζωμε ς κοπέλια; / σν παιγνίδιν παίζομεν, τ λέγουσιν μπάρες | < abara < ιταλ. barra. Βλ. & αμπάριζα η, ντάπια η.

αμπάρι το: ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή όπου φυλάσσονταν καρποί, κυρίως δημητριακά, και αλεύρι, σιταποθήκη· κύτος πλοίου. ΦΡ. Τι χαμπάρια; άδεια αμπάρια. Παρ.: «Παπαντούλα χιονισμένη, και τ’ αμπάρια γιομισμένα.» | τουρκ. ampar < ίσως ελλ. εμπόριο. Βλ. & σκαφίδι το, κόφα η, ματσακόνι το.

αμπάριζα η: ομαδικό παιδικό παιχνίδι ανοιχτού χώρου· τα σκλαβάκια, η αμπάρα· παίρνω αμπάριζα: παρασέρνω στο διάβα μου, παίρνω σβάρνα, παίρνω με τη σειρά. Η κάθε ομάδα έχει την αμπάρα της. Με το μαρς βγαίνουν και οι δυο ομάδες και κυνηγιούνται. Κερδίζει η ομάδα που οι παίχτες της θα πιαστούν από τους αντιπάλους. Για να ξεκουραστεί κάποιος που έτρεξε πολύ γυρίζει και ακουμπάει στην αμπάρα και μένει εκεί πίσω από την γραμμή που έχει τραβηχτεί σε μια μικρή απόσταση μπρος από την αμπάρα ώστε να χωρούν όλοι οι παίχτες της ομάδας. Εκεί λοιπόν ξεκουράζεται, παίρνει νέα δύναμη και ξαναβγαίνει στο κυνηγητό. Τους πήρε αμπάριζα και σκόραρε ο Κ. Πήραν αμπάριζα τα κολωνάκια για να παρκάρουν! Τους πήραν οι ταύροι αμπάριζα. Ο κακός χαμός έγινε στο Μαϊάμι, όταν φύσηξε αεράκι και πήρε αμπάριζα το μίνι φόρεμα της εκρηκτικής C. R. | < ίσως αλβ. ambares(e) -α ή < αμπάρα. Βλ. & αμπάρα η.

αμπαρώνω & αμπαρώνομαι: κλείνω καλά, κλειδώνω με αμπάρα, μεταλλική δοκό, σιδερόβεργα, σφαλίζω. Μπαμπάκο, αμπάρωσε την πόρτα μας! Η αμπαρωμένη κύρια είσοδος. Στην κυριολεξία «αμπάρωσε» τη Νομαρχία με την νέα… εξώπορτα η οποία έτσι και κλείσει, δεν έχει να φοβηθεί ούτε από μολότοφ, ούτε από φωτιές, ούτε και από… σπασίματα, αφού είναι γεμάτη κάγκελα! Οι πόρτες κλείδωσαν από μέσα, και αμπαρώθηκαν με σιδερόβεργες. Πανικόβλητοι αμπαρώθηκαν στα σπίτια τους. Οι παίκτες του Ολυμπιακού είναι αμπαρωμένοι στ’ αποδυτήρια, ενώ αυτοί του Παναθηναϊκού έχουν αποχωρήσει. Πήραν τα κλειδιά και αμπαρώθηκαν στα γραφεία. Σήκωσαν μπαϊράκι. | < Βλ. & αμπάρα η.

αμπάς ο: χοντρό λαικό ρούχο, σακάκι, πανωφόρι ή παντελόνι από μάλλινο, χοντρό ύφασμα· χοντροϋφασμένο μάλλινο ύφασμα, τσόχα. Για τα υφάσματα όπως σαγιάκια, αμπάδες, μπρούτζες ιδρύθηκαν εργαστήρια, τα αμπατζίδικα. Τα περισσότερα όμως υφάσματα γινόταν στα χωριά. Με την ονομασία Αμπατζήδικα φέρονταν στη παλαιά Αθήνα τα καταστήματα, τα οποία ασχολούνταν με την επεξεργασία και το εμπόριο χονδροειδών υφασμάτων, που καλούνταν αμπάδες | < τουρκ. aba. Βλ. & αμπατζής ο.

αμπασκαλάρι το: ενισχυμένο σκοινί, φόρτωμα που προσαρμόζεται στις μασχάλες του ζώου για να στέκεται το σαμάρι, μέρος του σάγματος.

αμπασκάλη η: η μασχάλη | < αρχ. ελλ. μασχάλη.

αμπασκάλη η & αμασχάλη: μασχάλη. Γκοτζ.: …κι ετούτος πάει ανεβασμένος σ᾿ ένα κουτσομούλαρο, π᾿ άλλος κρατάει τα γκέμια του οδηγός και παραστάτης, έτοιμος με το πρώτο να τον πιάσει από τις αμασκάλες, άμα του ᾿ρθει θαλαμπωμάρα και βαΐσει, να σωριαστεί κατάστρατα ξερός. Δημ.: Χήρα μ᾿ στα χείλη έχεις ελιά, ελιά στην αμασχάλη.

αμπατζής ο: αυτός που ράβει αμπάδες, ράφτης. Κουκ.: αμπατζής ο: ράπτης ενδυμάτων, ιδίως χωρικών, εκ χονδρού μάλλινου υφάσματος | < τουρκ. abaci.

άμπηγμα το: μπήξιμο, το χώσιμο εντός.

αμπήζω: μπήγω, χώνω, βάζω συνήθ. αντικείμενο επίμηκες και αιχμηρό, μέσα σε στερεό σώμα πιέζοντας ή χτυπώντας το | < μσν. μπήγω, μπήζω < ελνστ. ἐμπηγνύω < αρχ. ελλ. ἐμπήγνυμι.

άμπλαγμα το: τυχαία αλλά επιθυμητή, επιδιωκόμενη συνάντηση, σύλληψη, στρίμωγμα κάποιου.

αμπλάζω: συναντώ, βρίσκω πετυχαίνω κάποιον που ψάχνω, αναζητώ ή καταδιώκω, μτφ. αρπάζω. Τον άμπλαξα στο πανηγύρι | < ίσως από το αρχ. ελλ. μπλακίσκω: ψάχνω, αποτυγχάνω, σφάλλω απ᾿ όπου και τὸ ἀμπλάκημα: λάθος, σφάλμα.

αμπντάλης ο: ηλίθιος, βλάκας· ντυμένος αμελώς, πρόχειρα, ατσούμπαλος, χοντροκομμένος. Ο αμπντάλης παίκτης, ο αδέξιος στις σέντρες και τις πάσες του, χαρακτηρίζεται συχνά από αυτή την εύστοχη έκφραση: Φοράει δύο αριστερά παπούτσια. Κουκ.: αμπντάλης ο: κατά την τουρκική κυριολέξία: επίσης επαίτης, υποκρινόμενος τον άγιον ή θεωρούμενος τοιούτος λόγω ηλιθιότητος | < τουρκ aptal.

αμπντάλικος -ικη -ικο: ανάποδος, ανυπότακτος, ζωηρός. Απτάλικος λέγεται και είδος παραδοσιακού χορού. Όλες οι μελωδίες που τονίζονται σε 9/4 χορεύονται είτε από ένα χορευτή είτε σε κύκλο όπως το απτάλικο Μεσότοπου Λέσβου (χορός συγγενής με το ζεϊμπέκικο και τον καρσιλαμά) | < Βλ. & αμπντάλης ο.

αμπντώ & απηδώ: πηδώ, κάνω άλμα, προσπερνώ τη σειρά, πηγαίνω από το προηγούμενο σε επόμενο παραλείποντας τα ενδιάμεσα. Σχ. (εσύ) αμπντάς, (αυτό) αμπντάει, αμπήτσα, αμπήτσις, αμπίτσι, αμπίτσαμι, αμπήτσιτι, αμπήτσαν, κ.α.· αμπντής: αυτός που πηδάει, ο άλτης. Γκοτζ.: Το τραγί μύριζε βαριά στα τέλη του καλοκαιριού, όταν αμπήδαγε τις γίδες μ᾿ ένα ανασάλεμα των χειλιών του φωναχτό, σημάδι βαρβατίλας, κι όταν έμπαινε ο χινόπωρος φτώχαινε, έτσι λέγαν οι γυναίκες – Το βράδυ που θα γυρίσεις, θέλω να μόρθεις με τα γίδια αμπδούντα και γελούντα! Αμπντάει απ᾿ τόνα στ᾿ άλλo: μιλάει χωρίς λογικό ειρμό. Παρ.: «Χόρεψε κι αμπήντα κι η κοιλιά σανίδα.» | < πηδώ. Βλ. και δοκιούμαι.

αμπόδεμα το: τα μάγια, ενέργειες και μαγικά που έχουν σκοπό να δέσουν το υποψήφιο θύμα. Παπαδ.: ν πρώτοις, γ φερον πρ χρόνων τ σφριγοφόρα – γνωρίζετε τί εναι τ σφριγοφόρα; Εναι ,τι τ μάγια, τ ποα θεράπευον τ πάλαι τ μπόδεμα ες τς μέρας τν προπάππων μας.Θ πς ν το πς;-Δν πάγω. -Διατί; -Εμαι μποδισμένος. -Τότε θέλεις ξαμπόδεμα. -Χρειάζονται μαγικά. – φέντης σου τ ξεύρει. Ας σημειωθεί ότι στην αρχαιότητα τα κακόβουλα μάγια ονομάζονταν κατάδεσμοι (λατιν. defixiones), θεωρείτο δηλαδή ότι έδεναν πλήρως τον άνθρωπο, τα μέλη του, τη φωνή του. Μάλιστα, στην αρχαία Αθήνα, οι πολίτες, για να υποστηρίξουν τις υποθέσεις τους στα δικαστήρια κατατροπώνοντας τον αντίπαλό τους, έκαναν μάγια χρησιμοποιώτας μικρά κουκλάκια όπου έμπηγαν καρφιά και τα άφηναν σε τάφους μαζί με μολύβδινα πλακίδια όπου έγραφαν κατάρες. Υπάρχει πληθώρα τέτοιων ευρημάτων σε νεκροταφεία της κλασικής περιόδου | < Βλ. & αμποδένω.

αμποδένω: δένω τα υποδήματα, τα παπούτσια· μτφ. κάνω μάγια σε κάποιον, τον δένω με μάγια, ουσ. αμπόδεμα Πάλλ.: Και ξύπνησε, κι η θεϊκιά φωνή είτανε χυμένη / γύρω, κι ορθός τινάχτηκε, και βάζει το πανώριο / σκουτί, καινούργιο μαλακό, και την πλατιά του κάπα, / κι ώρια αμποδένει σάνταλα στα παχουλά του πόδια < αρχ. ελλ. αποδένω: δένω εντελώς, με επιρροή και του εμποδίζω | < εμποδίζω + δένω.

αμποδίζω & αμποδώ: εμποδίζω. Πάλλ.: …τι η άλλη αμπόδιζε δουλιά που ο άγριος σήκωσε Άρης, / κι η Έριδα η αχόρταγη κι ο Αργυροδοξάρης. Καζαντζάκ: Μη με αμποδάς να φύγω, ως θέλω το, και μη μου γίνεσαι όρνιο. Πάλλ.: Μόν τρέχα τώρα μέσα εσύ στους λόχους και μη στέκεις, / κι αμπόδιζε έναν ένανε με πειστικά σου λόγια / και μην αφίνεις στο γιαλό να ρίχνουν τα καράβια. Καββ.: Είν᾿ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη. / Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

αμπόλι το: το μπόλι, το τμήμα του βλαστού που χρησιμοποιείται στο μπόλιασμα.

αμπολιάζω & μπολιάζω: εμβολιάζω, ενώνω δύο κομμάτια, συγκολλώ, βάζω στον βλαστό (α)μπόλι για να αναπτυχθεί καινούριο φυτό. Συνθ. συμπολιάζω, ενώνω πρόχειρα, στα γρήγορα, μτφ. λέω ψέματα στο πόδι. Παπαγ.: Θές δέ θές τό ποτό σέ μπολιάζει μέ τό σύνδρομο το φαροφύλακα πού μετά πό μεγάλη μόνωση, ξεσπάει στόν πρτο τυχόντα | αμπολιάζω < υποκορ. του αρχ. έμβολον.

άμποτε & άμποτες: μακάρι, είθε· για ευχή που δεν εκπληρώθηκε ή που δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Αισχύλ.: ένας ο Ετεοκλής, πολλά στην πόλη θάχη / να του ψάλλουν μυριόστομα όλοι μοιρολόγια / καί θρήνους, πού άμποτε απ᾿ αυτό, στ᾿ αλήθεια ο Δίας / διαφεντευτής, τη χώρα μας άς διαφεντεύη. (Γρυπάρης).

άμπουρας ο & άμπουρος ο: ατμός, αχνός, ζεστός αέρας, οι υδρατμοί (της ανάσας), η υγρή βαριά μυρωδιά. Στα βλάχικα, το ρήμα «aburedzu» σημαίνει αχνίζω, παράγω ατμούς ή υδρατμούς. Σιδ.: …κρουστάλλιαζαν τα χνότα στα μουστάκια τους και πολλές φορές ο άμπουρος μόλις που προλάβαινε να βγει από τα χείλια τους. Πβ. Βηλ.: Πλατιά πληγή του άνοιξε στην απαλή κοιλιά του, / και έρρεψαν αμπουριαστά στο χώμα τ᾿ άντερά του. / Αραβαντ.: άμπουρας ο: ατμός, αναθυμίασις, αχνός, ρ. αμπουριάζει: αναδύει ατμούς, αναθυμιάζει.

αμπουριά η: η διέξοδος, μικρή πόρτα, άνοιγμα, κοιλότητα, χαραμάδα, δίοδος, πέρασμα, αγωγός, είσοδος και έξοδος στο μαντρί. Κλείσε την αμπουριά. Πβ.: Άρα, φαγώθκι η Παγώνα, πήγι λέι η γίδα κι ν᾿ έφαγι ν᾿ αμπουριά κι μι ν᾿ κινίχσι, ν᾿ ίδιτι κατ᾿ ιδώ σιακάτ; (χωρ. Μεταξάς Κοζάνης) | αμπουριά < αρχ. ελλ. πόρος: το πέρασμα.

αμπουριά η: η είσοδος ή έξοδος του μαντριού, της στρούγγας, το πέρασμα, ανοίγματα από όπου μπορεί να περάσει κάποιος. Παπαευαγγ.: Οι άντρες σν΄ αμπουριά (έξοδος της στρούγγας) με τα καρδάρια, η Γκουντής, η Μήτρος κι η Παναέτς άρμεγαν κι η Γιαννούλτ΄ς λαλούσι | πιθ. < αρχ. ελλ. πόρος: πέρασμα.

αμπράζικος -η -ο: επιθ. άσχημος, άχαρος στην όψη, ανεπρόκοπος, άχρηστος, ακαμάτης | < ίσως από το άπραγος ή την μπράσκα: είδος μεγάλου βατράχου. Άχαρος κι αμπράζικος.

αμπρί το: κρυψώνα, καταφύγιο, στοά στο χώμα, συνήθως κατασκευασμένη με κορμούς δέντρων. Ν. Βρετ.: Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ᾿ αμπριά | < γαλλ. abri.

άμπωγμα το: σπρώξιμο. Γκοτζ.: Όταν ήταν να γεννήσουν οι μάνες τους, τις φέρναμε μέσα στο σπίτι που είχαμε φωτιά, γιατ᾿ έκανε κρύο στο μαντρί ή μπορούσαν να τις πειράξουν, με κάνα κούτρημα, με κάνα άμπωγμα, οι άλλες. Παρ.: «Όποιος αμπώχνει το καράβι στη θάλασσα, στέκετ᾿ απάνω στο περιγιάλι.» | πιθ. < αρχ. ἄμπωτ(ις): το τράβηγμα των νερών, η φυρονεριά.

αµπώζω & αμπώχνω: σπρώχνω, διώχνω, απομακρύνω, παραμερίζω, απωθώ, ξεφορτώνομαι. ΦΡ. Άμπωξέ τον ή τον άμπωξε: τον έδιωξε, τον έκανε πέρα, τον ξεφορτώθηκε. Πάλλ.: …στάθηκαν στο νεκρό σιμά βαστώντας τα κοντάρια, / κι όσο κι αν είταν δυνατός φανταχτερός μεγάλος, / πίσω τον άμπωξαν· κι αυτός ανοίγει και κωλώνει. Κοτζ.: Άλλοι έρχονται πίσω από μας και μ᾿ άλλη τόση φούρια θα τους αμπώχνουν οι κατοπινοί. – Πάλε του Κρόνου ο γιος καρδιά ξανάβαλε στους Τρώες / κι ίσια άμπωξαν τους Αχαιούς ως στο βαθύ χαντάκι. Βηλ.: Τι ο Βασιλιάς επρόφτακε, και τ᾿ άρμα οπίσω αμπόχνει, κρυμμένος στην ασπίδα του και το κακό αποδιώχνει. Παρ.: «᾿Ηθελα να πέσω μπάρμπα, κατ᾿ καλά που μ᾿ άμπωξες.» | < αρχ. ελλ. ἀπ-ωθέω, (μέλ. ἀπώσω): σπρώχνω πίσω, ωθώ πίσω· αποδιώχνω, εκδιώκω, διώχνω μακριά από εμένα, εκβάλλω.

αμψιός ο: ο ανιψιός, θηλ. αμψιά, ουδ. αμψίδι το, χαϊδευτικά αμψιούκας ο.

αμώνω: ορκίζομαι, παίρνω όρκο. Πάλλ.: …τότες ν᾿ αμώστε οι άλλοι σας όρκους πιστούς αγάπης, και χαίρεστε την Τροία εσείς, κι εκείνοι πίσω ας πάνε. Όμηρος: …ς φάθ, δ ν χερσ σκπτρον λάβε καί ο μοσσεν· στω νν Ζες ατς ρίγδουπος πόσις ρης (Είπε, κι εκείνος του τ᾿ ορκίστηκε με το ραβδί στα χέρια: «Στο Δία τον ίδιο, το βροντόχαρο της Ήρας άντρα, αμώνω» – Καζαντζ.» Γκοτζ.: Το ξέρω δα πως αμώνεις στ᾿ όνομά της, γειτόνισσα˙ μα ησύχασε, το όνομα της δε θα χαθεί! Παπαδ.: -Ελάτε, παιδιά, ν᾿ αμώσετε στο σπαθί και στο σταυρό, να τον αφήσετε να φύγει, αν με σκοτώσει.- Τέλος ο Τοπτσής και μετ᾿ αυτόν ο Πευκόρραχος, διεμαρτυρήθησαν. -Εγώ δεν αμώνω.Μητ᾿ εγώ | < αρχ. ελλ. ὄμνυμι., αορ. ώμοσα < αρχ. ελλ. ομνύω και ὄμνυμι.

ανάβαλμα το: συκοφαντία, διαβολή, μαναφούκι (Κοζάνη).

ανάβρα η: η πηγή, το πηγάδι, μέρος που βγαίνει νερό. Ο Ροΐδης παραθέτει ένα δημοτικό τραγούδι από την περιοχή της Αττικής: Της πίκρας τ άπιστο νερό, του Χάρου το ποτάμι, κάτω στον Άδη αναβρεί, στο φλογισμένο τόπο, / ποτίζει δέντρα ανήλιαστα, κατακαημένους κήπους, τα δάκρυα μου τα θλιβερά το συχνοκυματίζουν. (Τα είδωλα). Σκαρ.: Και σαν αργονέρι αναβρικό, χύνονταν η πικράδα στην καρδιά τουΣαν μιά κολώνα ολόχρυση, ολόρθα βυθισμένη, θάμοιαζε η αναβρική φεγγοβολιά του μες στη θάλασσα | < ελνστ. ἀναβρ(ύω) < αρχ. ελλ. ἀναβλύζω. Βλ. & μολεύω, αναβρύζω.

αναβροχιά η: έλλειψη βροχής, ανομβρία, ξηρασία. Δεν είναι μόνο η δροσιά του Ιούνη που μας ξενίζει, συνηθίσαμε βλέπεις καύσωνες και αναβροχιές. Το μεροκάματο όμως βγαίνει δύσκολα, φέτος έχουμε κόντρα και τις αναβροχιές. Παρ.: «Απάνω στην αναβροχιά, καλό είν᾿ και το χαλάζι.»

αναβρύζω: αναβλύζω, για νερό ή για άλλο υγρό το οποίο, καθώς πηγάζει, αναπηδά προς τα πάνω. Ο Ερασίνος αναβρύζει από τους πρόποδες του μικρού όρους Χάον, θεωρούμενος από τους αρχαίους ως εκροή του ποταμού Στύμφαλου. Από την κλινοπάλη αναβρύζει η πνευματικότητα. Και μέσα από την χειρωνακτική εργασία φύεται και φυτρώνει. Πάλλ.: Πώς νιο φυντάνι θρέφει ελιάς ο χωριανός σε θέση / ακρότοπη -όπου γάργαρα νερά απ᾿ τη γη αναβρύζουν / πανώριο δροσοστόλιστο, κι αγέρια το χαϊδεύουν | < ελνστ. ἀναβρ(ύω) < αρχ. ελλ. ἀναβλύζω. Βλ. & κόχη η.

ανάβρυσμα το: ανάβρα, πηγή νερού, μέρος που αναβλύζει νερό. Παλαμ.: Και πάντα οι βρύσες ρέουν εκεί του Μύθου κι αναβρύζουν της Ιστορίας οι πηγές, κι είναι τ’ ανάβρυσμά τους. Ελύτ.: Λένε γι᾿ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή, / όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα· | < Βλ. & ανάβρα η.

ανάγκαση η: ανάγκη, προσπάθεια, κόπος, γρηγοράδα. Παρ.: «Η παντρειά και το τσουκάλι θέλει ανάγκαση μεγάλη.»

αναδεξιμιός ο & αναδεξιμιά η: το βαφτιστήρι, ο βαφτισιμιός. Παπαδ.: λλ κουσα π τν Νικολάκην το Διανέλλου, τν στερον γενόμενον Νήφωνα μοναχόν, στις τον ναδεξιμις το μακαρίτου | < μσν. αναδεξιμαίος < αναδέξιμ(ος) -αίος: που με τη βάφτιση έχουμε αναλάβει την ευθύνη του < αναδεξ- (αναδέχομαι) -ιμος· αναδεξιμι(ός) -ά. Βλ. & κολίγος ο.

αναδρομώνω: αλλάζω την κατεύθυνση κάποιου, τον βάζω σε δρόμο να κάνει κάτι, παρακινώ, αναστατώνω, ξεσηκώνω. Ήρθε και μας αναδρόμωσε. Αραβαντ.: ανάδραμε: τριτοπροσώπως μόνο, εις την φράσιν «μου ανάδραμε», μου επανήλθε εις τον λάρυγγα το καταποθέν υγρό.

ανάκατος -η -ο: ανακατεμένος, ανάμεικτος, ανομοιογενής, αναστατωμένος, ακατάστατος. Ανάκατα σχόλια με μια καυτή αφορμή. Παιχνιδιάρικη διάθεση, χρώμα και αισιοδοξία, ανάκατη με τρυφεράδα. Θόρυβοι ανάκατοι με τους ήχους από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Πάλλ.: Τρώες τσακάνε ανάκατοι, πεζούρα κι αμαξάδες (Τρες ρίνονται πιμξ πποι τε κα ατοί. – Όμηρος) | < μσν. ανάκατος, ανάκατα < φρ. άνω κάτ(ω) -ος. Βλ. & μεσοχώρι το.

«ανακατωμένος ο ερχόμενος»: φράση που λέγεται σκωπτικά για μεγάλη ακαταστασία, για ανακατωσούρα | < από την εκκλησιαστική φράση «Ωσαννά (: για να υμνηθεί ο Θεός), ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου..[..].»

ανακατωσιά η: ανακάτεμα, ανακατωσούρα, μίξη, λουμούρα. Σκοτίδα κι ανακατωσιά: νύχτα και ανακατωσούρα, μπερδεμένη κατάσταση. Εφτ.: Τοιμάζει λοιπόν εκστρατεία και κατεβαίνει πρώτα στην Αντιόχεια. Άλλα όμως πρόσμενε κι άλλα βρήκε στην ξακουσμένη αυτή μεγαλόπολη της Ανατολής. Ήταν οι κάτοικοι της ανακατωσιά χριστιανική κι ασιατική.

ανακούρκουδα & ανακούκουρδα: επίρρ. με λυγισμένα γόνατα και με το σώμα να στηρίζεται στα δάχτυλα των ποδιών. Μαρ. Ιορδανίδου: Στους περιβόλους των τζαμιών λιάζουνται Τούρκοι καθισμένοι ανακούκουρδα | < ίσως < ανα- ελνστ. κλωκυδά < αρχ. ελλ. ὀκλαδόν.

αναλαμπριά η: η ξαφνική εμφάνιση του ήλιου, μετά από δυνατή βροχή· συχνά συνοδεύεται από κατεβασιά νερού, χείμαρρο.

«ανάλατες κουβέντες»: λόγια ασυλλόγιστα. Παρ.: «Στ᾿ ανάλατα λόγια χρειάζεται ρίφι.»

ανάλλαγος -η -ο: επιθ. αυτός που δεν έχει αλλάξει ρούχα, ντυμένος πρόχειρα, φτωχικά, απαράλλαχτος, αμετάβλητος. Στίχ.: Παιδιά μ᾿, γιατί είστε ανάλλαγα. Γκοτζ.: Πρόκοψε ο ίδιος, έλεγε, τόσα χρόνια που έκανε το μαραγκό και το βαγενά σεργιανώντας στο Ξερόμερο και στα Καλάβρυτα, όπου τον έτρωγαν ανάλλαγον οι ψείρες. Εφτ.: …πλαγιασμένος τώρα στον ήλιο μισοάνοιγε κάθε λίγο τ᾿ αδυνατισμένα του μάτια να τις δει άλλη μια και να τις χύσει μες στη ψυχή του τις ανάλλαγες, τις αγέραστες ομορφιές της πατρίδας του.Σα να το είχαν ασέβεια να το μολογήσουν, σα να το λυπούνταν κατάκαρδα που τ᾿ Ανατολικό το Κράτος δεν μπορούσε πια να φυλάξει τα ρωμαϊκά τα προσόντα ανάλλαγα στο Βυζάντιο μέσα.

αναλύω & αναλώ / αναλνώ: λιώνω, φθείρομαι, διαλύομαι, λ.χ. το παντελόνι ανάλυσε τελείως, δε φοριέται. Αίν.: «Έχω ένα πιάτο, πέφτει από τα χέρια μου, δεν σπάνει, στο νερό πέφτει, ανελά.» (χειμώνας και χαλάζι, πάγος, χιόνι). Ελύτ.: Μέσα μας αναλύθηκεν η Σιωπή / Ο αρχάγγελός της άγγιξε τα μύχια / Σ᾿ ακατοίκητο χάος κύλησε τη μνήμη.

ανάμερος -η -ο: απόμερος, απομακρυσμένος, απομονωμένος, απρόσιτος, σε κρυφό μέρος. Βηλ.: Σ᾿ ανήλιον τόπο ανάμερον, και σε πυκνό σκοτάδι, / είχε αποκάμη κατοικιά μεσ᾿ σε βαθύ πηγάδι.

αναμερώ: παραμερίζω, πάω στο μέρος, στη μεριά μου. Γκοτζ.: Άμα αναμέραγαν οι άντρες, τραβώντας για το κοπάδι, οι βλάχισσες, πάντα πονόψυχες, πρόσθεταν κάτι παραπάνω, προπάντων για μεσόκοπες γυναίκες που είχαν τσιούπρες για παντρειά.

αναμπουμπούλα η: αναστάστωση, μπερδεμένη, περίπλοκη κατάσταση, λουμούρα. Τσιφ.: Απάνω σ᾿ αυτή την αναμπουμπούλα νάσου και ξεπετάγεται ένας συγγενής του Ισαακίου, ο Αλέξιος ο Ε᾿ ο Μούρτζουφλος | < βενετ. ala babula.

αναντάν-μπαμπαντάν & αλαντάμ παπαντάμ: ως επίρρημα σημαίνει όπως λάχει, μπερδεμένα, χωρίς πρόγραμμα και τάξη. Σύμφωνα με τον Κουκκίδη, σήμαινε από μητρός και πατρός, μητρόθεν και πατρόθεν, εκ παραδόσεως, ανέκαθεν | < τουρκ. anadan-babadan.

αναπαμός ο: η ανάπαυση, ξεκούραση. Δεν έχει αναπαμό.

ανάρια: επίρρ. αραιά, πότε πότε, απλωτά. Παρ.: «Ανάρια ανάρια το φιλί, για να ᾿χει νοστιμάδα», «Οι καλές νοικοκυρές ανάρια μελετούνται.» Δημ.: Περπατάει ανάρια ανάρια, σαν την πάπια στα κλωνάρια. Ανάρια ανάρια τα ᾿ριχναν οι κλέφτες τα ντουφέκια, / ήταν οι δόλιοι λιγοστοί πεντ᾿έξι οχτώ νομάτοι. Καζαντζάκ: Ανάρια ανάρια τον αναθυμόνταν ακόμα οι παλιοί να γυροφέρνει τα κρητικά ακρογιάλια. Καββ.: …καβάλα στς μικρόσωμες Κινέζες στς πιρόγες, / –μετάξι νάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ργες- / φέραμε κενον τν κλεμμένο μπούσουλα π᾿ τν Κίνα. Κρυστάλ.: Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γερο-πεύκος, / και πίνει και ρουφάει δροσιά κι αχολογάει και τρίζει | < μσν. άν-αριος. Βλ. & ζαγάρι το.

ανάριος -ια -ο: αραιός. Καζαντζακ.: Ανάργιο έμπαινε το φως από το σταυρωτό παραθυράκι του ιερού, ο χρυσωμένος Επιτάφιος γυάλιζε απαλά, και τ᾿ αγριολούλουδα που ήταν στολισμένος μύριζαν με ξεπνεμένη γλύκα | < Βλ. & ανάρια.

ανασασμός ο: η ανάσα, αναπνοή, ο ρυθμός της αναπνοής. Καρκ.: Σε λίγο ο ανασασμός έβγαινε από το στηθάκι του ήσυχος, σαν ανασασμός βαλσαμόδεντρου | < ανάσα < μσν. ανασαίνω < αρχ. ἄνεσ(ις): χαλάρωση.

ανασάτι το: η αναφορά, απόδοση λογαριασμού, απολογία, η επεξήγηση. Σιγά μην του δώσω ανασάτι: σιγά που θα του δώσω λογαριασμό για ό,τι κάνω.

ανασκιρνώ: συμμαζεύω, ανασκαλίζω, ευπρεπίζω, συγυρίζω, διευθετώ, τακτοποιώ, ανακατεύω. Ανασκιρνώ τον οντά.

ανασκίρισμα το: περιποίηση, δουλειές του σπιτιού, το συμμάζεμα των κλινοσκεπασμάτων, ρούχων, η τακτοποίηση πραγμάτων κι αντικειμένων.

αναστόμισμα το: η ανταπάντηση, αντίρρηση. (Κοζάνη).

ανάστροφη η: σφαλιάρα, χτύπημα με την εξωτερική πλευρά της παλάμης, χαστούκι με την ανάποδη του χεριού. Τσιφ.: Και σηκώνεται αδερφάκι μου πάνω ο Φάνης ο Κάρδας και του σφίγγει δυο ανάστροφες. Σκύλιασε ο Αραποβλάσταρος, αλλά με τον Φάνη δε καθάριζε | < ελνστ. ἀνάστροφος: αντίστροφος.

ανατρομαή η: μεγάλη τρομάρα. Παπαευαγγ.: Πήρι τέτοια ανατρουμαή η Τσέλιους κι από τότι έφιρνει του Γιουργούλα κάθι μέρα κι ένα μπραγατσούλι μι φαί κι πίτεις απού τ᾿ Τσέλινα!

ανατσαλιά η: ακαταστασία, η κακοφτιαγμένη δουλειά, η έλλειψη τάξης, συστήματος ή φροντίδας, τσαπατσουλιά | < μσν. άτσαλος ίσως < αρχ. ἀτάσθαλος: απερίσκεπτος, παράτολμος.

ανάτσαλος -η -ο: άτσαλος, ακατάστατος, τσαπατσούλης | < μσν. άτσαλος ίσως < αρχ. ελλ. ἀτάσθαλος: απερίσκεπτος, παράτολμος, αλαζόνας, υπερόπτης. Βλ. & ανατσαλιά η.

ανατσιγκρώ: ανακινώ ένα ζήτημα, ξαναφέρνω σε συζήτηση ένα θέμα. Τι τα θες και τ᾿ ανατσιγκράς αυτά, πέρασαν πια.

ανεβατό το & αναβατό το: είδος τυριού, είναι στερεό μοιάζει με φρέσκη μηζύθρα, αλλά έχει διαφορετική γεύση αλλιώς λέγεται και καλό τυρί· ψωμί φτιαγμένο με προζύμι | < μσν ανεβατόν.

ανεβατόρι το: μηχάνημα για την ανύψωση υλικών, συνηθισμένο σε οικοδομικές εργασίες | ανεβαίνω < αρχ. αναβαίνω.

ανεγνωμιά η: απερισκεψία, ασυλλογισιά, αστοχασιά, επιπολαιότητα, αφροσύνη. Βηλ.: Μον᾿ αυτά απ᾿ ανεγνωμιά τους, / παιδιακίσια ακεφαλιά τους, / με τη μάνα τους γελούσαν, τις ορμήνειες δεν ψηφούσαν.

ανέγνωμος -η -ο: απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος, αστόχαστος, επιπόλαιος. Βηλ.: Και με τρόπο να ορμηνέψη, εστοχάστηκε αρκετό του, / για τ᾿ ανέγνωμο μυαλό του. Πβ. Καζαντζ.: …στεκόταν, πα στη γη τα μάτια του κρατώντας στυλωμένα, / και το ραβδί του δεν το σάλευε για μπρος για πίσω διόλου, / παρά το φούχτωνε έτσι ασάλευτο, λες κι άπραγος πως ήταν / για ξεροκέφαλο κι ανέμυαλο τον έπαιρνες αλήθεια | < αρχ. ελλ. γνώμη. Βλ. & ανεγνωμιά η.

ανεθάρρετο -η -ο: επιθ. χαλαρός, χωρίς να χω το νου μου, ανυποψίαστος, ανέμελος, απροετοίμαστος, μπόσικος Τον χτύπησε, ενώ ήταν ανεθάρρετος: εκεί που δεν το περίμενε.

ανέμη η: όργανο της υφαντικής, με οριζόντια περιστρεφόμενη στεφάνη, γύρω από την οποία τεντώνουν τουλούπες (κούκλες) νήματος για να το τυλίξουν σε κουβάρι ή μασούρι· ροδάνι. Παρ.: «Άλλα λέγουν της ανέμης, κι άλλα κλώθει και γυρίζει.» | < ελνστ. ἀνέμη.

ανεμίδα η: το μουστάκι και τα ψιλά περιβλήματα του σιταριού που τα παίρνει ο αέρας κατά το αλώνισμα (Κοζάνη).

ανεμογγάστρι το: ψευδής ή φανταστική εγκυμοσύνη· τυμπανισμός, φούσκωμα της κοιλιάς. Παπαδ.: Καλά, Χατζίνα μ᾿· κόσμος σ εχε γι γγαστρωμένη· κι λες παντέχουν πότε ν γεννήσς τ Χατζόπουλο. Χατζίνα δάγκασε τ χελός της. –κενο δν το τίποτε· τον νεμογγαστριά, Δεσποινού μ᾿· πάει, πέρασε. Παπαγ.: Η παιδεία που επιδαψιλεύεται αφειδώλευτα δημιουργεί κάτι τερατώδες: άτομα με συγκρότηση, αλλά χωρίς κλίση, μήτρες που πάσχουν απλώς από ανεμογκάστρι. Αλλά χωρίς την κλίση και την αληθινή «σύλληψη», τη φλέβα με άλλα λόγια, καμιά δουλειά δεν γίνεται στην εντέλεια | < ανεμο-+ γγάστρι: εγκυμοσύνη < ελνστ. ἐγγάστριον: έμβρυο, ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ἐγγάστριος: μέσα στην κοιλιά. Βλ. & γκλαπάτσα η.

ανεμοζάλη η: σφοδρός άνεμος· θύελλα, σύγχυση, αναστάτωση, αναμπουμπούλα, ανακατωσιά. «Παρ.: «Ο λύκος στην ανεμοζάλη χαίρεται.» | < μσν. ανεμοζάλη < ανεμο- + αρχ. ελλ. ζάλη: η καταιγίδα.

ανεμομάζωμα το: ό,τι μαζεύει, σηκώνει, φέρνει ο άνεμος· μτφ. ό,τι συγκεντρώνεται, αθροίζεται σχεδόν τυχαία, πρόχειρα, εύκολα, χωρίς επιλογή. Τσιφ.: Ο βασιλιάς πήγε να τους χτυπήσει με το στρατό. Ποιό στρατό όμως; Τακτικό στρατό δεν είχε, οι ευγενείς κι ο λαός δεν πηγαίνανε μαζί του, κάτι ανεμομαζώματα συγκέντρωσε και τα ᾿κανε στρατιώτες. Παρ.: «Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα.»

ανεμοπύρωμα το: ο ερισύπελος, επιφανειακή λοίμωξη του δέρματος· ο πάσχων εμφανίζει έντονο επώδυνο οίδημα στο πρόσωπο ή τα κάτω άκρα (Κοζάνη).

ανεμοσούρι το: όγκος χιονιού, φύλλων, σκουπιδιών ή άλλων υλικών που συγκεντρώνονται από το φύσημα του αέρα. Πάλευαν με τα ανεμοσούρια. Γίναμε … Σιβηρία από τα ανεμοσούρια! Μεγάλη ταλαιπωρία το απόγευμα για χιλιάδες οδηγούς. Χιονιάς στην Ευρυτανία. Ανεμοσούρια έπληξαν την Εγνατία. Φωτοδιαδρομή με πολλά ανεμοσούρια πάνω από την Νεάπολη Βοΐου. Αραβαντ.: ανεμοσούρι το: ο μετά χιόνος επερχόμενος άνεμος | < ίσως από άνεμος + σωρός ή ελνστ. ανεμόσουρις.

ανερώτητα & αναρώτα: επίρρ. χωρίς ερώτημα, χωρίς ρητή άδεια. Παπαδιαμάντ: Ο Νάσος έκλεφτεν -ή μάλλον εδανείζετο, αναρώτα την βάρκα.

ανήλιαγος -η -ο: χωρίς ήλιο, που δεν τον βλέπει το φως, σκοτεινός, σκιερός. Πάλλ.: Κι ο ένας βρήκε, ο Σαρπηδός, κατάμεσα τη γούβα, / και διάβηκε ο πικρός χαλκός τη σάρκα ως πέρα πέρα, / και μαύρη νύχτα ανήλιαγη του σκέπασε τα μάτια | < Bλ. & ανήλιο το.

ανήλιο το: μέρος, τόπος, που δεν τον βλέπει ο ήλιος· ανήλιαγο, μέρος κάπως ψυχρό, σκιερό, σκοτεινό. Θα παγώσεις λιγνάτος στ᾿ ανήλιο. Το Ανήλιο είναι ένα ορεινό, βλαχόφωνο χωριό του νομού Ιωαννίνων | < αρχ. ελλ. ἀν-ήλιος, δωρικό: ἀν -άλιος, -ον: ανήλιαγος, σκιερό.

ανήλιος -ια -ιο: ανήλιαγος. Δημ.: Έχω και μήνες και καιρούς τον αγαπώ δεν είδα, / τώρα τον βλέπω κ᾿ έρχεται κάτω σ᾿ ανήλιο κάμπο. Βλ. & ανήλιο το, ανάμερος ο.

ανημπόρετος -η -ο: ανήμπορος, αδύναμος, ακατόρθωτος, ανέφικτος, ανέλπιστος.

ανημπόρια η & ανημποριά η: αδυναμία, ανικανότητα. Ένα γεγονός της ζωής είναι και ο θάνατος. Κάποτε, μοιραία, θα έρθει. Την ανημπόρια δεν θέλω εγώ. Αυτό, φοβάμαι περισσότερο απ᾿ όλα. Η δύναμη και η ανημπόρια της ποίησης. Από την εθνική ανημποριά στην ανάληψη της ευθύνης. «Άνθρωποι σαν τον Ρ. καθρεφτίζουν την αμηχανία και την ανημπόρια μας»

άνθι το: άνθος, λουλούδι, λούδι. Δημ.: Κανελόριζα, της κανελιάς το άνθι / φούντα της μηλιάς, τα μήλα φορτωμένη – Μηλιά μου, στα κλωνάρια σου φωλιά θέλω να στήσω / – Δεν ημπορώ να σε δεχτώ, γεράκι πλουμισμένο, / τι μου τινάζεις τ᾿ άνθια μου και χάνω τον καρπό μου | < αρχ. ελλ. ἄνθος.

ανιµίδα η: το µουστάκι και τα ψιλά περιβλήµατα του σιταριού που τα παίρνει ο αέρας στο αλώνισμα. (Κοζάνη) | πιθ. < άνεμος ο.

άνιφτος -η -ο: που δεν έχει νιφτεί, άπλυτος στο πρόσωπο και τα χέρια. Παπαδ.: …όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Βλ. & νίβω.

ανθίζομαι: μτφ. αντιλαμβάνομαι από πριν, ψιλιάζομαι, υποψιάζομαι, καταλαβαίνω, σακουλεύομαι, παίρνω χαμπάρι, είδηση· την ανθίστηκε τη φτιάξη, τη δουλειά, την παγίδα. Αυτά που λες εγώ τ᾿ ακούω βερεσέ / Τα παραμύθια σου τ᾿ ανθίστηκα πια τώρα / Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε / Ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα. (Γ. Γιαννακόπουλος). Ρεμπέτ.: Απ᾿ την πόρτα σου περνώ, μου κάνεις την κορόιδα, κι αμέσως την ανθίστηκα πως έχεις φάει σκόρδα. (Α. Κωστής). Τσιφ.: Να καθήσει κι ένας κοντά μπας και μας βουτήξει τίποτα. Καθόσον αυτοί οι ευγενείς κάνουνε κάτι απλωτές που σου φεύγει το αντικείμενο και δεν ανθίζεσαι τίποτα | < άνθ(ος) -ίζομαι κατά το μυρίζομαι < αρχ. ελλ. ἄνθος. Βλ. & ξενερώνω.

άνθρακας ο: σοβαρή αρρώστια των ζώων. Ζώο μολυσμένο, αν φαγωθεί, επιφέρει ακόμη και θάνατο. «Μη φοβάστε τον άνθρακα.» Τι λένε οι επιστήμονες για τη διάσημη πλέον νόσο και τις συνέπειές της. Ο άνθρακας είναι μια αρρώστια που προκαλείται από τον βάκιλο του άνθρακα. Yπό συνήθεις συνθήκες μεταδίδεται από μολυσμένα ζώα στους ανθρώπους με την επαφή ή κατανάλωση προϊόντων που προέρχονται από μολυσμένα ζώα. Η ασθένεια του άνθρακα είναι μια επικίνδυνη, οξείας μορφής μολυσματική ασθένεια που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα όπλο μαζικής καταστροφής στο βιολογικό πόλεμο | < αρχ. ελλ. ἄνθραξ, αιτ. -ακα.

ανθρακιά η: θράκα, σωρός από αναμμένα κάρβουνα που μένει μετά το σβήσιμο της φωτιάς, στάχτη. Παπαδ.: μην πλαγιασμένος π ξηρν χόρτων κα χύρων, ες τ χάσμα νς παραθαλασσίου ντρου. νθρακιά, κατόπιν ρτίως σβεσθείσης φλογός, καιεν ντικρύ μου. Καζαντάκ.: …στρώνει τη θράκα κι από πάνω της τις σούβλες βάζει αράδα (νθρακιν στορέσας βελος φύπερθε τάνυσσε) | < αρχ. ελλ. ανθρακιά.

ανθρωπομάνι το: μεγάλος αριθμός, συγκέντρωση, αμέτρητο, ανυπολόγιστο, αναρίθμητο, αρίφνητο πλήθος ανθρώπων· ανθρωπολόι. Ξαπλώστρα, οµπρέλα, ανθρωποµάνι και γενική αυγουστιάτικη σύγχυση. Είχα πιάσει μια γωνιά απαρατήρητος μέσα σ᾿ αυτό το ανθρωπομάνι και παρατηρούσα προσεκτικά τις εκφράσεις του. Παπαγ.: Τρόπος του λέγειν βέβαια, διότι η τύχη ενός εκάστου μέσα στο ανθρωπομάνι δεν κατέχει δική της σφραγίδα, δεν είναι καταγεγραμμένη σε κάποιο αόρατο και δυσεύρετο κιτάπι – απεναντίας γράφεται και ξεγράφεται αενάως καθώς «χτυπάμε στα τυφλά γύρω μας»

ανικώ: νικώ, κερδίζω | < αρχ. ελλ. νικώ.

άνιφτος -η -ο: αυτός που δεν έχει νιφτεί, άπλυτος στο πρόσωπο και τα χέρια. Παπαδ.: Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ᾿ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Βλ. & νίβομαι.

ανοιχτομάτης ο & ανοιχτομάτα η: με ανοιχτά τα μάτια, μτφ. έξυπνος. Καρκ.: …εγύριζεν ανοιχτομμάτης και κρυφακουστής ο τελωνοφύλακας μέσα στους άμμους και τα βούρλα της ακρογιαλιάς, σαν φάντασμα. Παρ.: «Κάλλιο ανοιχτομάτα τέχνη, παρά στραβομάρα τύχη.», «Ό έρωτας είναι τυφλός κι ανοιχτομάτες πιάνει.» Πβ. σκιστομάτης, μαυρομάτης, γαλαζομάτης, τσιμπλομάτης, γουρλομάτης κ.α.

ανοιχτοχέρης ο & ανοιχτοχέρα η: γενναιόδωρος, που ξοδεύει τα λεφτά του, σκορποχέρης. Πβ. Εφτ.: Το βέβαιο είναι πως ο Ηρώδης πήγε να ξεπεράση και τους Ρωμαίους, και κάθε άλλον προτερινό ή κατοπινό πλούσιο στην ανοιχτοχεριά.

ανοιχτωσιά η: ανοιχτό μέρος, επίπεδος, τόπος χωρίς πολλή βλάστηση, άπλα, ξέφωτο. Μεγάλα μπαλκόνια με τέντες και θέα σε ανοιχτωσιά | < ανοιχτ(ός) -ωσιά.

ανταίνω: μπλέκω σε δυσάρεστες καταστάσεις, τυχαίνω, έχω τέτοια τύχη, τυχαίνει να βρίσκομαι κάπου. Να μην εντέσεις: ου μπλέξεις, μη σου τύχει, να μην λάχει. Κολ.: Εγώ εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά και έντεσα εκείνη την ημέρα να είμαι εις το Χρυσοβίτσι. Παρ.: «Σε τέτοιο ξύλο που έντεσα, εδώ θα ξημερώσω.» Μακρ.: Κα παραλυσίες πλθος. π τν Μουχτάρπασσα κα Βελήπασσα γλυτώσαμε κα ες τν θικν ατείνων ντέσαμε. – Βλέποντας ατό, π τν λύπη μου – κα πολέμαγα ν τος μπαρκαρίσω, μ πλάκωσαν πολλοί, τ᾿ μουν κα κουτζός, (ντεσα ξυπόλυτος ποφκειανα τ ταμπούρι) μο δίνουν να σκούντημα κα πάγω ες τν πάτο ες τν θάλασσα – Τότε ντεσε δυστυχς σν τ᾿ αγ στ δυ λιθάρια. Κολ.: Ο Νικηταράς έντεσε να είναι εις τα Βέρβενα με 800, έρχεται, δεν έφθασε εις ώρα, τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμε εις τον κάμπον – Εγώ εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά και έντεσα εκείνη την ημέρα να είμαι εις το Χρυσοβίτσι. Σκαριμπ.: Που νάταν η ώρα μαύρη που την άντεσε, που νάταν η μέρα σκοτεινή και κρύα | < αρχ. ελλ. ἀντάω-ῶ και ἀντιάζω: συναντώ, απαντώ, τυχαίνω.

αντάμα: επίρρ. μαζί, συντροφιά. Δημοτ: Σιγά Λιάκο μ᾿ μην βιάζεσαι, κάτσε να πάμε αντάμα, / γιατ᾿ έχουν χιόνια τα βουνά, κλείσαν τα μονοπάτια.. Παρ.: «Αντάμα πάμε, Δέσποτα, και πάμε όπου ορίζεις.», «Απ᾿ τα καλά συναγμένα παίρνει ο διάβολος τα μισά, κι απ᾿ τα κακά συναγμένα παίρνει και τον νοικοκύρη αντάμα.», «Αντάμα κουβεντιάζουμε και χώρια ακούμε.» Βάρν.: Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, / προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα! Πάλλ.: Αδέρφια, κι αν μας γράφτηκε να πέσουμε όλοι αντάμα / κοντά σ᾿ αυτόν τον ήρωα, κανείς μη φύγει βήμα! Ελύτ.: Αντάμα με χλωρές επαύλεις που ανοίγονται στο γέλιο τους και δε βρίσκουν πρωί | μσν. αντάμα < ελνστ. φρ. εν τω άμα < αρχ. ελλ. άμα: αμέσως, μαζί.

αντάρα η: ομίχλη, συννεφιά, θολούρα, σκοτείνιασμα της ατμόσφαιρας, αναστάτωση αναμπουμπούλα, ταραχή., μτχ. ανταριασμένος ο: μτφ. ο θυμωμένος, ο μπουρινιασμένος. Παρ.: «Ο λύκος στην αντάρα χαίρεται.», «Ήλιος κι αντάρα, παντρεύεται η κουμπάρα.» Δημ.: Φύσηξε βοριάς αέρας και τα τίναξε / κι η φουρτούνα του πελάου τ᾿ αποχάλασε / σε παρακαλώ βοριά μου φύσα ταπεινά / για ταπείνωσ᾿ την αντάρα και τον κουρνιαχτό. Μακρ.: ταν κάψη, κα δν φυσοσε τελείως – κι᾿ καπνς τν ντουφεκιν γινε μία ντάρα, καταχνι – θ μς παίρναν λους. Σολωμ.: Παντο φόβος κα τρομάρα / κα φωνς κα στεναγμοί· / παντο κλάψα, παντο ντάρα, / κα παντο ξεψυχισμοί. ταν τόσοι! Πλέον τ βόλι / ες τ᾿ ατι δν τος λαλε. Καζαντζ.: …ουδέ στη δοξαντρούσα επήγαινε τη σύναξη ποτέ του / κι ουδέ στον πόλεμο, μόν᾿ έτρωγε τα σωθικά του η πίκρα, / που εδώ καθόταν, κι ας λαχτάριζεν αντάρες και πολέμους. Καρκ.: Tρεμουλιαστή αντάρα, χωρισμένη σε αργύρου ψήγματα λεπτότατα, εσημάδευε του ποταμού τον δρόμο περιπλεγμένη στα δασά φυλλώματα | < μσν. αντάρα < ανταρ(άσσω) < αρχ. ελλ. αναταράσσω: ανακατώνω, αναστατώνω ή αρχ. ελλ. ανταύρα. Βλ. & κουρνιαχτός ο.

ανταριάζομαι: μτφ. θολώνει ο νους μου, οργίζομαι, θυμώνω, μεθώ. Μτχ. ανταριασμένος: ομιχλώδης, με αντάρα στο μυαλό, νευριασμένος, θυμωμένος, οργισμένος. Πβ. Καζαντζ.: Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα ανεβαίνουν από τη λάσπη ανταρεμένα. Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ανταρεμένα. Παραδοσ.: Αετός σε χώμα δε πατεί / στον κάμπο δε φωλεύει / μόνο γυρίζει στα βουνά, / σ᾿ ανταριασμένες ρίζες. Πβ. Καζαντζ.: Τι βλέπεις; Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα ανεβαίνουν από τη λάσπη ανταρεμένα. Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ανταρεμένα | < αντάρα, βλ.λ.

ανταριάζω: συννεφιάζω, μτφ. θυμώνω, μεθώ.

αντερί το & αντιρί το: μακρύ ανδρικό φόρεμα, εσωτερικός ποδήρης χιτώνας που φορούσαν οι ιερείς κάτω από το ράσο, η εσθήτα των λαών της Ανατολής. Μαλ.: Οι Βαροσλήδες, δηλαδή οι γηγενείς Σερβιώτες, φορούσαν «αντιριά», από ύφασμα μεταξωτό ή αλατζιά ή σατένι, χρώματος παρδαλού ή σκούρου, τα οποία δίπλωναν με το ένα φύλλο απάνω στο άλλο. Στη μέση φορούσαν ζωνάρια μάλλινα ή μεταξωτά ή και λουριά. (Σέρβια Κοζάνης) | < τουρκ. entari ή anteri· ενδεχομένως από το αρχ. ελλ. ἐνδύω: ντύνω, ἔνδυσις, ἔνδυμα.

άντερο το: έντερο. Γκοτζ.: Τι να λέγαμε μεις τα φτωχομαθημένα, που είχαμε τ’ άντερό μας αλίγδωτο. Παπαδ.: γ εμαι κουρασμένος. Γκρού! Χρού!…-Ν βράσω λίγα λάχανα; –Τ ντερά σου ν βράσς, γρυζεν γέρος. Γκού! Μακρ.: Κα πρέπει τζοπάνης νά χη γνώση ταν πηγαίνη πράματα ες τν χασάπη, τ σκυλι ν μν τ παίρνη μαζί του, τι γνωρίζουν τν χασάπη τότε κα θέλουν ν τρνε κοιλις κι᾿ ντερα | < αρχ. ελλ. ἔντερον, τό (ἐντός), έντερο, ἔντερον οἰός: χορδή τόξου από έντερο προβάτου· κυρίως στον πληθ., ἔντερα, έντερα, εντόσθια, σπλάχνα. Παρ.: «Έχει ο σύκος άντερα.» Βλ. & ρεμάλι το.

αντέτι το: η συνήθεια, το έθιμο, το έθος. Περρ.: …προπηλακισθείς ο δυστυχής, και ημιθανής ων υπό του τρόμου, εφώναζε: Πάργιοι: τι έχετε μαζί μου; Τι σας έκαμα; Εγώ ένας δούλος απεσταλμένος είμαι· δε με θέλετε, πηγαίνω οπίσω· εγώ εις παλαιόν χωρίο καινούριον αντάτι (έθιμον) δεν κάμνω.» Παρ.: «Κάθε τόπος και αντέτι κάθε μαχαλάς και τάξη.» Τ᾿ αντέτια και τα ζακόνια μας τα κρατούμε | < τουρκ. âdet (από τα αραβ.) -ι. Βλ. & τσερκένι το.

αντζιάκ: επίρρ. μόλις, ακριβώς | < τουρκ. ancak.

αντηλιά η: ακτινοβολία φωτός ή θερμότητας που προέρχεται από την αντανάκλαση των ηλιακών ακτίνων, το φως του ήλιου που χτυπάει στα μάτια, εμποδίζει την καθαρή όραση. Αναγνώσματα της αντηλιάς, Το παιδί της αντηλιάς | < ελνστ. ἀντήλ(ιος): απέναντι στον ήλιο -ιά.

αντήλιο το: ό,τι μας προστατεύει απ᾿ τον ήλιο, απ᾿ το δυνατό, εκτυφλωτικό φως | < μσν. αντήλιον < ελνστ. επιθ. ἀντήλιος: απέναντι στον ήλιο. Στίχ.: Κάτσε στην πέτρα του γιαλού / βάλε το χέρι αντήλιο / πάρε μια χούφτα θάλασσα / πάρε μια χούφτα ήλιο. (Η. Λυμπερόπουλος).

αντηρίδα η: δοκάρι ή άλλη κατασκευή που μπαίνει ως υποστήριγμα σε κάποιο οικοδόμημα· αντέρεισμα, έρεισμα, στήριγμα, υποστήριγμα, υποστύλωση. Παπαδ.: Η θύρα δεν έκλειε καλώς με το μάνδαλον και η κόρη είχε βάλει μίαν καρέκλαν ως στήριγμα όπισθεν και ένα σιδηρούν μοχλόν ως αντηρίδα. – …φρόντισε ν βάλ πάλιν ες τν θέσιν του ς ντηρίδα τ σιδηρον ργαλεον, κ᾿ πανλθε δι το ατο πάλιν στομίου το στενο, κυκλοτερς πρς τν κάτω δρόμον. – Ο Χριστοδουλής είχεν έλθει ολίγον αργά εις το ναυπηγείον, όταν είχεν αφαιρεθεί η σανίς η χρησιμεύουσα ως κλίμαξ και αι αντηρίδες είχαν ήδη υποσκαφεί | < αρχ. ελλ. ἀντηρίς < ἀντί + ἐρείδω.

αντηριέμαι και αντηριούμαι: ντρέπομαι, είμαι διστακτικός. Παπαευαγγ.: Τουν τρουβά μι τσ΄κρουμδουκιφτέδεις κι τ΄πίτα τν΄έβαλει κατ΄απου τ΄πουδιά γιατί αντιριούνταν. Ο Ανδριώτης αναφέρει «ντηρούμαι»: διστάζω, δειλιάζω, από το μσν. εντηρώ.

αντηριέμαι & αντηριούμαι: διστάζω, συστέλομαι, ντρέπομαι, δειλιάζω, δεν τολμώ, είμαι επιφυλακτικός, δειλιάζω. Δημ.: Ν τ φιλήσω ντρέπομαι, / -βάστα καημένη μου καρδιά- / νιάτα κα πάλι νιάτα, / ν το τ επ ντήριέμαι. Καζαντζ.: Μ᾿ ακόμα τρέμει το σκεβρό κορμί, ντηριέται. Αραβαντ.: αντεριούμαι: συστέλλομαι | αντηριούμαι < ντηρούμαι < μεσν. εν-τηρώ.

αντιγώνι το: πέτρα που έμπαινε στα θεμέλια του σπιτιού, μετά το αγκωνάρι.

αντίδι το: ποώδες φυτό που καλλιεργείται και τρώγεται ως λαχανικό. Μια εύκολη και νόστιμη συνταγή με χοιρινό φιλέτο και αντίδια αυγοκομμένα. Τα αντίδια ή κιχώρια είναι λαχανικά διετή, που ανήκουν στην οικογένεια των συνθέτων. Τα φύλλα τους είναι ανώμαλα και κατσαρά. Πλένουμε καλά τα αντίδια, τα στραγγίζουμε, τα κόβουμε σε λεπτές λωρίδες και τα ρίχνουμε σε μια σαλατιέρα. Καλλιεργήστε μόνοι σας βιολογικά αντίδια σε γλάστρα! | μσν. αντίδι(ν) < αντίδιον < εντ(ίβιον) < υποκορ. του ελνστ. ἔντυβος, ἴντυβος < λατ. intubus.

αντιθεός ο: κυρίως στη ΦΡ. γ..μώ τον αντιθεό σ᾿. Ο Αραβαντ. γράφει αντίθεος ο: ο προστάτης και «έχει θεό κι αντίθεο», δηλ. προστάτην ισχύοντα παρ᾿ ανθρώποις | < αρχ. ελλ. θεός.

αντί το: το ξύλινο εξάρτημα του παραδοσιακού αργαλειού, πάνω στο οποίο τυλιγόταν το στημόνι ή το ύφασμα. «Αντί» λέγεται και το ύφασμα που έχει φτιαχτεί σε αργαλειό. Παρ.: «Εξυλοφάντησε τ᾿ αντί, γειά χαρά τ᾿ ανυφαντή.» | αντί < αρχ. αντίον.

αντικουτώ: αντιλαλώ, αντιβουώ, ακούγομαι πολύ δυνατά, με μεγάλη ένταση, από μακριά, κάνω θόρυβο, αντιδρώ σε κάτι με θάρρος. Βλ. & κοτώ.

αντιλογιέμαι: αποκρίνομαι σε ερώτηση, απαντώ. Στίχ. «Κι η γης αντιλουίθηκε κι η γης αντιλουϊετι

αντιπατώ: πατώ, στέκομαι γερά, στηρίζομαι στα πόδια μου δυνατά και σταθερά. Καρκ.: …αντιπατώντας γερά στις πλάκες, περιγράφοντας με τον ολοστρόγγυλο πισινό της μισάλωνο, και ούτ᾿ έδινεν ακρόαση.

αντιπροψές: πριν από περίπου δυό μέρες, πολύ πρόσφατα. Παρ.: «Πότε, κυρά μ᾿, αρχόντεψες; – Αντιπροψές το βράδυ.» | < ψες < αρχ. ελλ. ὀψέ: αργά το βράδυ.

αντίς: προθ. αντί.

αντίς λουής: αντίς λογής, άλλα αντ᾿ άλλων, λέγεται για πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους, αταίριαστα, ανόμοια.

αντιστύλι το: πλάγια τοποθετημένο δοκάρι που στηρίζει, αντιστήριγμα. Μακιαβ: Όλες οι πολιτείες που κάποτες κυβερνηθήκανε για κάμποσον καιρό από ηγεμόνα απόλυτο, από αριστοκρατία ή από τον λαό (καθώς τώρα κυβερνιέται η δική μας) είχανε για αντιστύλι τους τη δύναμη ανάκατη με τη φρόνηση | < μσν. αντιστύλι < αντι- στύλ(ος) -ι. Βλ. & φτουράω.

αντράδερφος ο: κουνιάδος, ο αδελφός του συζύγου ή της συζύγου κάποιου. Παπαδ.: Η γυνή αύτη είχεν ένα ανδράδελφον όστις ήτο φύλαξ του λοιμοκαθαρτηρίου | < μσν. αντράδελφος < ελνστ. ἀνδράδελφος.

αντράκλας ο & άντρακλας ο: θηριώδης, γεροδεμένος, δυνατός, εύσωμος, σωματώδης άντρας. Γνωρίζω -όπως κι εσείς- άντρακλες στην όψη και στον τόνο της φωνής που στη δύσκολη στιγμή κάθονται σούζα. Ο άντρακλας της ημέρας. Ούτε ο Τσακ Νόρις στα νιάτα του. Βλ. & προγούλι το.

αντράκλα η & αντρέκλα η: είδος λαχανικό, βρώσιμο χορταρικού, η γλιστρίδα. Παπαδ.: Εκεί έσκυψεν η Αρετούλα κι έπιεν, έφαγε τρέφλα, είδος τριφυλλίων ή αγρίας αντράκλας, τα οποία εφύτρωναν σιμά εις την μικράν φλέβα του νερού | < αρχ. ελλ. ανδράχλη.

αντράλα η: ζαλάδα, ζάλη, ζαλούρα, ίλιγγος, αίσθημα απώλειας των αισθήσεων, σκοτοδίνη. Βλ. & κωλώνω, τσιουτίνια η.

αντραλίζω & αντραλίζομαι: ζαλίζω, ζαλίζομαι, σκοτίζω κάποιον· ζαλίζομαι, νιώθω ίλιγγο, σκοτοδινώ. Δημ.: -Να ρίξουμε το δίχτυ να σε πάρουμε. / -Είμαι από τη πείνα κι άντραλίζουμαι. Παπαευαγγ.: Στα Βέροια αντραλίσκει κι απουκοιμήθκει κι ξύπνήσει σ’ Τσαλουνίκ’ στου Βαρδάρη. Βάρν.: – Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου! / – Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου! / – Aντραλίζομαι!.. Πεινώ!.. / – Σουτ! Θα φας στον ουρανό!· μτχ. αντραλισμένος | < μεσαιων. τραλίζομαι < τραυλός, σύμφωνα με τον Α. Κοραή.

αντραλνώ: αντραλίζω, βλ.λ.

αντρειά η: ανδρεία, ανδρειοσύνη. Πάλλ.: …μήπως αλάργα απ᾿ το καστρί βαστάξει το Διομήδη, / άγριο στρατιώτη, της σφαγής ατρόμητο τεχνίτη, / που στην αντριά ξεπέρασε θαρρώ όλους τους Αργίτες. Παρ.: «Η παντρειά θέλει αντρειά.»

αντρέπομαι: ντρέπομαι, αισχύνομαι. Παρ.: «Ν᾿ αντρέπομαι τον έναν, ν᾿ αντρέπομαι τον άλλον, εκεράτωσα τον άνδρα μου.»

αντρ(ι)εύω: γίνομαι άντρας, γίνομαι δυνατός, δυναμώνω | < μσν. άντρας < αρχ. ελλ. ἀνήρ.

Αντριάς ο: ο μήνας Δεκέμβριος. ΦΡ. Τον Αντριά αντριεύει το κρύο. Παρ.: «Ήρθ᾿ ι Αντριάς, τράβα στα μαντριά σ᾿, ήρθ᾿ ι Απρίλτς, φέγα απ᾿ το μαντρί σ᾿.» Βλ. & πυρομάχος ο.

αντρίκειος -ια -ιο: ανδρικός, που ταιριάζει, πρέπει σε άντρα· επιρρ. αντρίκεια. Αντρίκειες κουβέντες. Οι πιο αντρίκειες περιπέτειες των τελευταίων χρόνων. Αντρίκεια συγνώμη. Αντρίκειο να πληρώσουμε τα χρέη μας.

αντριλίκι το: η ιδιότητα του άντρα, ανδρεία, ανδρειοσύνη, παλικαριά. Όμως, πρέπει να σου πω ότι το αντριλίκι δεν είναι και ο πιο εύκολος ρόλος στη ζωή. Τσιφ.: Το μόνο που δούλευε άφθονα και πληθωρικά ήτανε «ο νους», η σκέψη, το πνεύμα. Και το αντριλίκι, που αντιμετώπιζε νικηφόρα ορδές από Ασιάτες επιδρομείς, σε δυσανάλογους αλλά νικηφόρους αγώνες.

άντρο το: φυσικό κοίλωμα σε βράχο, κυρίως όταν χρησιμοποιείται ως κατοικία άγριων ζώων· τόπος όπου βρίσκουν καταφύγιο κακοποιοί. Κωρύκειο Άντρο: Σπήλαιο στον Παρνασσό. Μαρτυρία: Στο άντρο των τεράτων. Η χώρα είναι άντρο τρομοκρατών. Παπαδ.: Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν | < αρχ. ελλ. άντρον: η σπηλιά.

αντρογύναικα η & αντρογυναίκα η: γυναίκα με χαρακτηριστικά άντρα, δυναμική γυναίκα, μεγαλόσωμη. Τσιφ.: Τούτη η κοπέλα λένε πολλοί ότι ήτανε ερμαφρόδιτη, αντρογυναίκα. άρρωστη, υστερικιά, παλικαρού και αντάρτισσα, θρησκόληπτη, αμόρφωτη, βοσκοπούλα, είδε, λέει, οράματα κι άκουσε μυστικές φωνές θεϊκές, ότι πρέπει να λευτερώσει τη Γαλλία.

άντροι οι & άντρηδες οι: άντρες. Οι άντροι κάθονταν στο καφενείο | < μσν. άντρας < αρχ. ελλ. ἀνήρ, αιτ. ἄνδρα.

αντροπή η: ντροπή. Τον έπιασαν οι αντροπές.

αντρόχι το: στήριγμα, αντέρεισμα, σε φράχτη με σκίζες, ξύλινο δοκάρι, αντιστύλι· η πέτρα ή το ξύλο που μπαίνει μπροστά στη ρόδα κάποιου αμαξιού που έχει σταθμεύσει σε κατηφόρα, προκειμένου να μην κυλήσει το αμάξι. Το φυσικό αέριο «αντρόχι» στις τουρκικές φιλοδοξίες. Θα μας βρουν αντρόχι στην θεσμοθέτηση της κοινωνικής εξαθλίωσης. Το αντρόχι της κληματαριάς έσπασε από τον αέρα.

αντύνομαι: ντύνομαι, φοράω ρούχα, μτχ. αντμένος. ΦΡ. Αντύς τα κόσια: ντύσου αμέσως, σβέλτα, στα γρήγορα.

ανυφαντής ο: αυτός που υφαίνει, υφαντής. Κατά την Ενετοκρατία υπήρχαν οι λεγόμενοι ανυφαντές, δηλαδή επαγγελματίες υφαντές.

ανυφαντής ο: υφαντής σε αργαλειό. Πβ. Παροιμ: «Όσες βαρούν το πέταλο ανυφαντούδες είναι;»

ανώι το: ανώγι, η βεράντα, το μπαλκόνι, ο επάνω όροφος στις αγροτικές κατοικίες. Παρ.: . «Έπαψαν όλα τα λόγια, που ᾿λεγαν ψηλά στ᾿ ανώγια.», «Ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια.» Αντιθ. κατώι το. Καζαντζ.: Μυρίζει καπνό, κρασί κι ίδρωτα. Βλαστημάει, πεινάει, γεννάει παιδιά, δεν μπορεί να κοιμηθεί, φωνάζει στ᾿ ανώγια και στα κατώγια της γης και φοβερίζει. | < μσν. ανώγιν < αρχ. ελλ. ανώγαιον.

ανωφέλετα: ανωφέλητα, ανώφελα. Καβ.: Την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου / που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου / που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

ανωφέλητος ο: ανώφελος. Πάλλ.: Μά᾿ ναι ντροπής ν᾿ ακούσουνε αφτό και τα παιδιά μας, / έτσι άδικα τέτοιος λαός των Αχαιών και τόσος / να πολεμά ανωφέλεφτο σεφέρι με μιά χούφτα / μονάχα οχτρούς, κι άκρη καμιά δε φάνηκε ως στα τώρα.

ανώφλι το: δοκός, μικρός κορμός, χτισμένος πάνω από το παράθυρο για να κρατάει το βάρος του τοίχου, οριζόντιο, ξύλινο, πέτρινο ή μαρμάρινο δοκάρι, που κλείνει το επάνω μέρος ενός ανοίγματος και συγκρατεί τα βάρη της τοιχοποιίας. Η εταιρεία μας δραστηριοποιείται στο χώρο της δόμησης και είναι πρωτοπόρος στα μεταλλικά ανώφλια από το 1969. Τα μεταλλικά πρέκια (ανώφλια) αποτελούν οριζόντια μεταλλική κατασκευή που σχεδιάστηκε ώστε να φέρνουν πάνω τους την τοιχοποιία εσωτερικών και εξωτερικών ανοιγμάτων.

αξάδερφος ο & αξαδέρφη η: ξάδελφος.

αξάι το: το ξάι, ξάγι, το μερίδιο σε είδος που δίνεται ως αμοιβή στο μυλωνά, το αλεστικό δικαίωμα του μυλωνά, δοχείο, συνηθ. αλευροκόσκινο, το οποίο αποτελούσε μέτρο υπολογισμού των δημητριακών. Βλ. ξάγι το.

αξαίνω: αυξάνομαι, μεγαλώνω, αναπτύσσομαι. Παραδοσ.: Mυρίζει κι βασιλικός / π᾿ αξαίν᾿ ᾿πού τα χαντάκια, / μυρίζει του τριαντάφυλλου / π᾿ αξαίνει απού τ᾿ αγκάθια. Παρ.: «Αξαίνουν τα παιδάκια μου κι αξαίνουν τα φαρμάκια μου», «Πώς πάν᾿ τα παιδιά σου κόρακα; -όσο αξαίνουν και μαυρίζουν.» Βλ. & δροπικιάρης ο.

αξαμώνω: ξαμώνω, σιμώνω, απλώνω το χέρι να πάρω κάτι, ζυγώνω, σιμώνω, πάω κοντά, πλησιάζω· μτφ. πλησιάζω γυναίκα με πονηρές προθέσεις, πασπατεύω, θωπεύω. Παπαευαγγ.: Η νύφη τηρούσι μια ιμένα, μια τ᾿ πιθιρά, μια τουν πιθιρό που τουν καταλάβινι πιρισσότιρου, αφού ήξιρι μια κλούτσα γράμματα, αλλα δεν ξάμουνι να φάει, πουτί αντιριούνταν. Παπαδ.: πεκος μοιάζει μ νθρωπον πο δν κάρη τν κόμην ες λην τν ζωήν του. π τριακοσίων χρόνων κα πλέον κανες δν ξάμωσε ν κόψ φύλλον π τ γιγαντιαον δένδρον. κε κάτω π τ Δεσποτικόν, ν γυιόπαιδον ξάμωσε τν χερα δι ν το ρπάσ να πενηνταράκι. Κοτζ.: Εδώ κι εκεί κανένας γέρος έχει μείνει, / ξαμώνει στον αέρα και παραμιλά. ΦΡ. Δεν αξάμωσε: δεν πλησίασε· αξάμωσε να φας: ζύγωσε να φας κάτι | < μεσν. εξαμώνω < λατιν. examinare: μετρώ, στέκομαι δίπλα ή αρχ. ελλ. αξαμώ.

αξιάδα η: αξιοσύνη. Γκοτζ.: Η θειάκω Ζωίτσα δεν πίστευε τα μάτια της, όταν είδε τη γίδα ζωντανή, γλιτωμένη με την αξιάδα της βάβως. Παρ.: «Καθένας εις το είδος του έχει και την αξιάδα.», «Άντρα, μού ᾿ρθαν οι αξιάδες, φέρ᾿ τα γένια σου να γνέσω.»

αξιάλη η: βουκέντρα, η ξύλινη βέργα, μεγάλο, μακρύ ξύλο με μεταλλική αιχμή (καρφί) για να κουμαντάρουν τα βόδια στο όργωμα, για να τα τσιγκλάνε. Σιδ.: …μ’ ένα λαμπερό ήλιο που είχε σκάσει μισή ξιάλη απ’ του δεσπότη τη ράχη | < πιθ. αξίνα.

αξινάρι το & ξινάρι το: το τσεκούρι, η αξίνα· εμπειρική μονάδα μέτρησης εδάφους, όσο μπορούσε να σκάψει ένας εργάτης σε μία μέρα. Παπαδ.: Ήτον γυνή απ᾿ τα βουνά, σύζυγος ποιμένος, του Θοδωρή του Τσολοβίκου, από εκείνας τας αρχαϊκάς, τις πρωτινές ή παλαιικές, καθώς τας έλεγαν. Είχε ζήσει εις τα ήμερα βουνά τα εγγύς της πολίχνης όπου ο παρείσακτος νεωτερισμός ακόμη δεν είχε ποδάρια δια ν᾿ αναρριχηθεί, ωνόμαζε το πιάτο πινάκι, την σουπιέρα λοπάδα, το μπαρμπούνι τριγλί, το τσεκούρι αξινάρι, την πουλάδα νοσσίδα, και την κουμπάρα, εις την οποία ωμίλει, την προσηγόρευε «συντέκνισσα.» Εκείνη την εποχή, είχαν μεγάλα κτήματα -την έκταση των οποίων υπολόγιζαν σε αξινάρια (τo κάθε αξινάρι, 484τ.μ.). Πάλλ.: Και πια το ξινάρι τώρα στέκει κοντά στη ρίζα των δέντρων·κάθε λοιπόν δέντρο που δεν κάνει καρπό καλό κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά. Παρ.: «Γενάρη και Φλεβάρη καταβολάδα και ξινάρι.», «Αν πέσει τ᾿ αξινάρι στο νερό, μας μένει το στειλιάρι.»

άξινος & άξικας: άκλιτο, σκωπτική, κάπως επιθετική απάντηση στο επιφώνημα «α»!

αξούγγι το: το ξίγγι, το ζωικό λίπος | Κριάς όλο αξούγγι < λατιν. axungia.

αόριστος -η -ο: αυτός που δεν ορίζεται, δηλαδή δεν ακούει, δεν εκτελεί αυτά που του λένε, συνήθως οι οικείοι, γονείς, συγγενείς κλπ· ανυπάκουος, ατίθασος, απρόθυμος, που δεν δέχεται εντολές, διαταγές. Αυτό το παιδί, ντιπ αόριστο· μια δουλειά να του πεις δεν κάνει.

αούτος ο: Πόντιος, ο κάτοικος του Πόντου, αυτός που κατάγεται από τον Πόντο. Ο αούτος, οικολόγος δήμαρχος στο ξεκαρδιστικό θεατρικό του Φανού Αγίου Δημητρίου! Χιουμοριστικό, σκωπτικό δίστιχο: «Το αούτο το παιδίον έφαγε το λαχανίον.» Πιθανόν έχει σχέση με τη χρήση της αρχ. ελλ. αντωνυμίας ούτος: αυτός στην ποντιακή διάλεκτο.

αουτλάρι το: κοροϊδευτικά ο Πόντιος, ο αούτος. Ο Νικόλας Άσιμος, στιχουργός και μουσικό με καταγωγή από την πόλη της Κοζάνης, έγραψε το στίχο: «τα αουτλάρια είναι αρχάρια και ψαρεύονται ως τα ψάρια.», το τραγούδι έχει τίτλο Τα βλαχαδερά.

απάγκιο το: μέρος που προστατεύεται από τον άνεμο και γενικά την κακοκαιρία. Να βρει απάγκιο κι απανέμι. Το εστιατόριο-ταβέρνα Απάγκιο βρίσκεται, όπως δηλώνει και το όνομα του, σε μια απο τις πιο όμορφες και ήρεμες γωνιές του νησιού των Παξών | < απ(ο)- αρχ. ελλ. ἄγκος, -εος, το: κάτι που παρουσιάζει κλίση ή καμπή· κατ᾿ επέκταση, ορεινή χαράδρα, φαράγγι, κοιλάδα.

απάκι το: καπνιστό κρέας, είδος παραδοσιακού αλλαντικού. Μια γρήγορη τηγανιά με απάκι, φρέσκα λαχανικά και γραβιέρα Κρήτης. Το απάκι είναι χοιρινό κρέας καπνισμένο με άγρια βότανα. Το απάκι κρεμιέται σε ειδικό χώρο όπου καπνίζεται με αρωματικά φυτά και τυλίγεται σε ένα στρώμα από μπαχαρικά και μυρωδικά, αποκτώντας έτσι χαρακτηριστική υπόξινη και αρωματική γεύση | < τουρκ. apak.

απάλα η: ορισμένη ποσότητα χόρτου, δύο απάλες έκαναν ένα δεμάτι.

απαλάμη η: παλάμη του χεριού. Δημ.: – Με τι ποδάρια η μαύρη να σκωθώ, και χέρια ν᾿ ακουμπήσω; / – Βάλε τα χέρια σου τσαπιά, τις απαλάμες φτυάρια, / ρίξε το χώμα από μεριά, την πλάκα από την άλλη. Καζαντζ.: Ποιός σ᾿ έφερε εδώ; έκαμε τέλος κι έβαλε την απαλάμη στα χείλια του, να κρύψει το γέλιο | < αρχ. ελλ. παλάμη.

απαντέχω: προσδοκώ, ελπίζω, νομίζω, περιμένω, προσμένω, υπολογίζω. Καζαντζ.: Ωχού μου, καυκησιάροι, Αργίτισσες! τι Αργίτες πια δεν είστε! / Αληθινά βαριά, κατάβαρη ντροπή μάς απαντέχει, / αν Αχαιός κανείς τον Έχτορα δε βγει ν᾿ αντιπαλέψει. Καρκιδ.: …μηδέ να κένταες τον Τηλέμαχο στη βράση του θύμου του, / δώρο στο σπίτι σου απαντέχοντας κανένα μη σου στείλει (οδέ κε Τηλέμαχον κεχολωμένον δ᾿ νιείης, / σ οκ δρον ποτιδέγμενος, α κε πόρσιν) | < από + αντέχω. Βλ. & παντέχω, παντεχαίνω.

απαντιέμαι: συναντιέμαι, ανταμώνομαι με κάποιον. Παρ.: «Όποιοι αγαπιώνται συχν᾿ απαντιώνται

απαντοχή η & παντοχή η: προσμονή, ελπίδα για βοήθεια, στήριξη, συμπαράσταση. Γκοτζ.: Σ᾿ αυτούς είχε κρεμάσει την απαντοχή του τώρα στα στερνά, κι έλεε πως δε θα τον αφήκουν οι παλιοί του φίλοι δίχως λάδι, κι ελιές θα του γιομίσουν για το σπίτι μια προβιά, φτάνει να βρίσκουν αγγειά για φκιάσιμο κι αυτός θα στρώνονταν στα ξένα σπίτια διπλοπόδι. Λειβαδίτ..: Το `δερνε αγέρας κι η βροχή / μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή / Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή. Παπαδ.: Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, τον χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε.» Βλ. παντέχω.

απάντρευτος -η -ο: ανύπαντρος. Παρ.: «Άνθρωπος απάντρευτος είναι μισό ψαλίδι.ι.»

απαντώ: υποστηρίζω, βοηθώ ενεργητικά, παίρνω το μέρος κάποιου σε μια διαμάχη, καυγά ή άλλη ανταγωνιστική υπόθεση· συναντώ. Όταν έπεφτε ξύλο, οι μεγάλοι απαντούσαν τα μικρά παιδιά της γειτονιάς. Μακρ.: Καμμίαν πενηνταρι εχα τριγύρω τ᾿ λογό μου κα τος παντοσα μ μεγάλα κλάματα π τος νθρώπους πο γύρευαν ν τος γυμνώσουνε. τι γνωριζόμουν μ τος περισσότερους κα λυπέταν ψυχή μου. Γκοτζ.: Απαντήσαμε ένα πρωί κοντά στο ρέμα εγώ κι η Βασίλω του Παταριά δυο αγνώστους. Φορούσαν κάτι αλλόκοτα ρούχα, ούτε χωροφυλακίστικα ούτε στρατιωτικά. Βαλ.ίτ.: Τ᾿ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη / με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ᾿ απαντιέται / αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβήωνται, πάνε. Δημ.: Χθες τον είδαμε, τον απαντήσαμε, μες του παπά το χάνι. Πβ. Χρον. Μορέως: κε τον τότε πρίγκιπας κενος Γυλιάμος· / τ μάθει τι λθε βασιλες λθεν ες παντήν του. Παρ.: «Τον διάβολο απάντησες και τον σταυρό σου κάμε.» | < αρχ. ελλ. ἀπαντῶ: συναντώ, αντιμετωπίζω ερώτηση, ανταποκρίνομαι σε πρόσκληση.

απαρατώ: παρατώ, αφήνω, εγκαταλείπω· μτχ. απαρατμένος: παρατημένος, χωρισμένος, διαζευγμένος. Βλ. & παντιέρα η.

απασάλωτος -η -ο: που δεν είναι δεμένος σε πάσαλο· μτφ. ξαμολυμένος, χωρίς έλεγχο. Παπαδ.: …κατόπιν πείραξε μίαν χήραν «πασσάλωτην», τν ποίαν εδε καταβαίνουσαν δι πλαγίου δρόμου ες τν βράχον τν πέραν τς γορς, ξεκάλτσωτην κα μ κοντν φουστάνι.

απατεωνιά η: απάτη, ενέργεια, πράξη απατεώνα, κόλπο, λουμπινιά. Κάποιος που έχει κάνει την απατεωνιά επάγγελμα ξέρει ακριβώς που να χτυπήσει. Θα περίμενε κανείς ότι δεν θα ήταν εύκολο να κλέψεις σε μια ιπποδρομία, μιας και τα άλογα δεν καταλαβαίνουν από απατεωνιές. Απάντηση στις πολιτικές απατεωνιές | < απατεώνας < αρχ. ελλ. ἀπατεών.

απαυτός ο: ο κώλος, λέγεται για ό,τι που δε θέλουμε να ονομάσουμε ακριβώς, ευθέως. Τσιφ.: Βρε κέρατα, Άμα δε χτίσω κάστρα, θα σηκωθούν οι Έλληνες, όπως κάνανε στη Σαλονίκη, και θα μας κόψουνε τον απαυτό.

απαυτώνω: γαμώ, κουτουπώνω. Τσιφ.: …να βαρέσουμε το Βυζάντιο, να κάνουμε μια αυτοκρατορία να γλείφεις τα δάχτυλά σου; – Καλά, κι ο Μπαλντουίν; Δεν τον απαυτώ… τον Μπαλντουίν; Βλ. & απαυτός ο.

απέλα η: σχετικά λεπτή, πλανισμένη, ξύλινη σανίδα, η σκίζα· πέλα, πέταυρο, σανίδι κατώτερης ποιότητας που χρησιμοποιείται στις σκεπές των οικοδομών.

απεικάζω: μαντεύω, καταλαβαίνω, ακούω, συμπεραίνω, υποθέτω, φαντάζομαι, μαντεύω, αντιλαμβάνομαι. Οι γιαγιάδες έλεγαν αινίγματα αρχίζοντας με τη στερεότυπη φράση «Σαν απεικάεις τι είναι αυτό που..» Πβ.: Πρτα τηροσι τ δόντγια τ᾿, γι ν πεικάσ᾿ σν πόσου τραν θ ταν. (Μικρόβαλτο Κοζάνης). Πάλλ.: …σαν το Διομήδη αφτόν εγώ τον απεικάζω σ᾿ όλα, / απ᾿ την ασπίδα κρίνοντας κι απ᾿ το χαλκένιο κράνος / κι απ᾿ τ᾿ άτια· μα καλά θεός κι αν είναι δεν κατέχω. Δημ.: «Δώδεκα χρόνους έκαμα αρματολός και κλέφτης κανένας δεν απείκασε πως ήμουν κοριτσάκι.» Κολ.: Οι Τούρκοι, οι εμπροστινές φύλαξες, περίμεναν να φύγουν οι Έλληνες, καρτερώντας ώρες και ακούοντας φρικτόν πόλεμον οπίσω, επείκασαν ότι οι Έλληνες εκλείσθηκαν και πολεμάν. Γκοτζ.: Δέρνω τ᾿ αστήθι, την καρδιά που δεν είχε απεικάσει / πως τα συνόμοια βρίσκονται σ᾿ αμάχη εδώ στην πλάση. Χρον. Μορέως: πε ν εσαι γνωστικς κ᾿ ξεύρεις τ σ γράφω, / κα γροικος ες τν γραφήν, τ λέγω ν πεικάζς. Αραβαντ.: ᾿κάζεται: εις την φράσιν «μου ᾿κάζεται πώς τον είδα: νομίζω ότι τον είδον· ριζ. εικάζω | < αρχ. ελλ. εικάζω. (απ᾿ όπου και ἡ εἰκών). Βλ. & καμώνομαι, κατέχω, μονοκοπανιά η.

απεικαστά τα: μυστικά, πικάντικα κουτσομπολιά, μαναφούκια. Παπαδ.: …ετέρπετο καθήμενος εν μέσω χορού μεσηλίκων γυναικών, και ακούων, καθώς ισχυρίζετο ο Κρεμέζος, διαφόρους χαριεντισμούς και «απεικαστά», όχι όλα, αλλά τα μετέχοντα κνίσης και κέντρου. -Και χορταίνει ακούοντας απεικαστά; | < απεικάζω: μαντεύω, βρίσκω την απάντηση.

απένταρος -η -ο: χωρίς πεντάρα (κέρμα αξίας πέντε λεπτών της δραχμής) άφραγκος, «πανί με πανί», «καθαρός.», αδέκαρος. Τσιφ.: …όλοι ετούτοι οι μεγάλοι σταυροφόροι με τα φουσάτα τους μαζευτήκανε τώρα εδώ στη Βενετιά και απένταροι όπως είναι θ᾿ αρχίσουνε σε λίγο να μας κάνουνε ζημιές. – Κανένας δεν έδινε σημασία στο δελφίνο. Ήτανε απένταρος, χωρίς στρατό, χωρίς δύναμη, χωρίς θέληση | < α στερ. + πεντάρα η: νόμισμα αξίας πέντε λεπτών

απερνώ: περνώ, προσπερνώ. Κολ.: ρβανίτης τν ποσχέθη ν τν λευθερώσει, ν προσπεράσει τος λλους πηδώντας, λλ᾿ ατς τ πεσχέθη ς νέλπιστον. πήδησε, τος πέρασε κα τν φηκαν λεύθερον. Παπαδ.: Εσαι κόμα στν κκλησι δάσκαλος; επεν Ζσος. Γιατ τν περασμένη Κυριακ δν σ εδα. Φυλλ. Μεγαλέξ.: Ο Αλέξανδρος όλον τον κόσμον επήρε τον με την φρονιμάδα του και ημείς τον εγελάσαμεν και μας άφηκεν, οπού το κρέας μας είναι νοστιμότερον από όλα τα πετούμενα και τετράποδα και το κουφάρι μας γέμει πολύτιμα λιθαρόπουλα και χοντρό μαργαριτάρι και το πετζί μας σίδερον δεν το απερνά. Παρ.: «Ο ακαμάτης άνθρωπος τον κλέφτη απερνάει.» Βλ. & κύρης ο, ομοιάζω.

απετάζομαι: πετάγομαι, παρεμβαίνω απότομα, ξαφνικά, απρόσκλητα σε μια συζήτηση, μπαίνω ανάμεσα, στη μέση. Απετάζεται σαν πορδή | < ελνστ. πετῶ < αρχ. ελλ. πέτομαι.

απήγανος ο: αρωματικό φυτό. Παπαδ.: γερο-Παρθένης εχεν οκίσκον ες μίαν κρην τς πολίχνης, κα δίπλα ες τν οκίσκον τον να χάλασμα κατάλυμα, κα παρέκει να πηγάδι, κα δυ λυγαριές, κ νας πήγανος, κα δύο λλα δένδρα. Ο απήγανος φύεται στις περιοχές της Μεσογείου και της βόρειας Αφρικής προτιμώντας ηλιόλουστες τοποθεσίες. Καλλιεργείται επίσης σαν καλλωπιστικό προστατευτικό φυτό των κήπων και ως φαρμακευτικό φυτό | < μσν. απήγαν(ον) < αρχ. ελλ. πήγανον. Βλ. & ρούτα η, φλόμος ο.

απηλοή η & απηλογιά η: απόκριση, απολογία, απάντηση. Παπαδ.: Ο άλλος, ο Αποστόλης ο μεγαλύτερος, έλειπε χρόνια εις τους ωκεανούς. «Ούτε γράμμα ούτε απηλογιά Καζαντ.: Και τότε ο θεόμορφος Αλέξαντρος απηλογιά του δίνει (τν δ ατε προσέειπεν): «Έχτορα, αλήθεια δίκια τα ᾿βαλες, όχι άδικα μαζί μου…» Δημ.: Μισεύει το πουλί μου, μα δε μ᾿ αφήνει γεια / Μισεύει και πηγαίνει απάνω στη Βλαχιά. / Ουδέ γραφή μού στέλενει, ουδέ απηλογιά. Χρον. Μορέως: πρεν σα το δωκεν λογάριν κα φουσστα· / πηλογίαν το ζήτησεν κι ποχαιρέτισέ τον.

απηλουϊούμαι & απηλογιέμαι: αποκρίνομαι, απαντώ. Δημoτ. Βρίσκω μια μηλιά στον δρόμο, με τα μήλα φορτωμένη. [..] άπλωσα να πάρω ένα. Κι η μηλιά μ᾿ απηλοήθκε, μη μου παίρνεις, μη μ᾿ αφήνεις.[..] τα ᾿χει ο αφέντης μετρημένα. κι η κυρά λογαριασμένα. Καζαντζ.: Κι απηλογήθη των αθάνατων και των θνητών ο κύρης. Φρόνιμος εσαι, Κωνσταντή, μ᾿ σκημα πηλογήθης. Κι μρτει, γιέ μου, θάνατος, κι μρτει γιέ μου ρρώστια, ν τύχει πίκρα γ χαρά, ποις πάει ν μο τ φέρει; Παπαδ.: Κ᾿ κείνη μ᾿ ποκρίθηκε κι᾿ κείνη πελογήθη· / «τον νήλιαστη, τυχε, μέρα πο γεννήθης· / λλοι πραν τν νθ κα σ τ ίζα πρες· ντας σ πλασ᾿ θες δν εχεν λλαις μοίραις.»

απίδι το: το αχλάδι, ο καρπός της απιδιάς. Παρ.: «Το καλύτερο τ’ απίδι αγριγούρουνο το τρώει.» Παπαδ.: …εκοκκίνιζον άωρα και ημωδίαζον τους οδόντας προκλητικά τα μήλα, τα κεράσια, τα απίδια, και ύστερον τα σταφύλια. Δημ.: Σαράντα κλέφταις ήτανε τριγύρω ξαπλωμένοι, / κ᾿ ένα μικρό κλεφτόπουλο, ντυμένο ᾿ς το χρυσάφι, / απίδια μας εφίλεψε και κρύο νερ᾿ απ᾿ τη βρύση. / «Σύρτε, κορίτσια, ᾿ς το καλό κι ανθρώπου μην το πήτε.» | < μσν. απίδι(ν) < ελνστ. απίδιον υποκορ. του αρχ. ελλ. άπιον

απιδιά η: αχλαδιά. Παπαδ.: …παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερικοκκιάν και συκήν και απιδέαν. Παρ.: «Σε παινεμένη απιδιά, μην πας με μέγα σάκο.» | μσν. απιδιά < απιδία, απιδέα. < απίδ(ιν) -έα > -ιά.

απιθώνω: τοποθετώ, ακουμπώ κάτι κάτω· αποθέτω. Καρκιδ.: Ψωμί κι η σεβαστή κελάρισσα του κουβαλάει και πλήθος, / φαγιά απιθώνει, απ᾿ ό,τι βρέθηκε καλό φιλεύοντάς τον. (στον δ᾿ αδοίη ταμίη παρέθηκε φέρουσα, / εδατα πόλλ᾿ πιθεσα, χαριζομένη παρεόντων)

απίκου: σε ετοιμότητα· (ναυτ.) κάθετα, κατακόρυφα, για την αλυσίδα της άγκυρας. Στέκομαι απίκο: σε στάση εγρήγορσης, στην τσίτα, έτοιμος να κάνω κάτι, να υπακούσω σε εντολές. Καββ.: πίκου πάντα ο γκυρες κα ο κάβοι πάντα ντούκια. / ρθο πάντα κι λύγιστοι στν νεμορριπή, / μασώντας, σν τ ζωντανά, μπανάνες κα φουντούκια, / κατάβαθα πιστεύοντας: μάρτημα ντροπή | < ιταλ. a picco.

απίπκα: επίρρ. ανάσκελα, ύπτια, με τη ράχη προς τα κάτω, λ.χ. κοιμήθηκε τ᾿ απίπκα.

απίσκαρα: επίρρ. τρόπος με τον οποίο πετούσαν τις πέτρες με το χέρι, ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω. Τα παιδιά έλεγαν «ταπίτσκου.»

απίστομα & τ᾿ απίστομα: επίρρ. επίστομα, μπρούμυτα, με το κεφάλι, το πρόσωπο προς τα κάτω, πρηνηδόν. Αραβαντ.: επί στόμα: τανάπαλιν του ανάσκελα. Καζαντζ.: (..πολλο γρ Τρώων κα χαιν ματι κείν / πρηνέες ν κονίσι παρ λλήλοισι τέταντο)..τι πλήθος Τρώες κι Αργίτες πίστομα μαθές τη μέρα εκείνη / στη σκόνη ξαπλωμένοι εκοίτουνταν ο ένας στον άλλον πλάι – Κι εκείνος έξω από το αμάξι του πλάι στον τροχό, στη σκόνη, / μπρούμυτα, απίστομα, κυλίστηκε᾿ κι ήρθε ο Μενέλαος μπρος του, / ο γιος του Ατρέα, με το μακρόισκιωτο κοντάρι του κι εστάθη. Πβ. Σολωμ.: να λείψανο νεβαίνει / τεντωτό, πιστομητό, / κι λλο ξάφνου κατεβαίνει / κα δν φαίνεται, κα πλι. Παπαδ.: …νεκροί ευρέθησαν εις τα πέριξ κείμενοι περί τους πεντήκοντα και τούτων οι πλείστοι έκειντο επίστομα ως να ήθελον ν᾿ απευθύνωσι προς τον Αλλάχ το τελευταίον ναμάζι (σ.σ. προσευχή των μουσουλμάνων) – Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς την γην και, επιστομιζόμενοι εις το κύμα, εμάνθανον πρακτικώς να κολυμβώσι.Τ Πετρ εχε κυλισθ δεκαπέντε ργυιές, κ᾿ τον τ᾿ πίστομα κε κάτω πο βλέπετε, στν χτο, μς στ ρέμα. Ζωντανή, λαβωμένη, πεθαμένη; Πβ. Καρκ.: Στον λόγο και το διαπεραστικό βλέμμα του η κόρη εκοκκίνισε σαν τη φωτιά και απιστομήθηκε κατά γης, ανάμεσα στα φουστάνια των άλλων γυναικών, με νευρικό και ακράτητο γέλιο | < επί + στόμα.

άπκος -η -ο: αφύσικος, αταίριαστος, άσχημος, άτοπος. Λ.χ. δεν είναι κι άπκο το σπίτι: δεν είναι και άσχημο, αταίριαστο. Αραβαντ.: άπεικος ο: ανάρμοστος, άτοπος | < ίσως από α στερητ. + εικός: το πιθανό, το λογικό, το φυσικό.

άπλα η: άνεση χώρου, ευρυχωρία, απλοχωριά, ανοιχτωσιά | < απλ(ώνω) -α. Βλ. & χνώτο το.

απλάδα η & απλάς ο: μεταλλικός, διακοσμημένος, ρηχός δίσκος σερβιρίσματος· τόπος, μέρος με άπλα, άνεση. Καρκιδ.: …φαγιά απιθώνει, απ᾿ ό,τι βρέθηκε καλό φιλεύοντάς τους. / Απλάδες κρέατα πήρε κι έφερε κι ο τραπεζάρης μπρος τους / λογής λογής, και πλάι τους έβαλε μαλαματένιες κούπες (εδατα πόλλ᾿ πιθεσα, χαριζομένη παρεόντων. / δαιτρς δ κρειν πίνακας παρέθηκεν είρας / παντοίων, παρ δέ σφι τίθει χρύσεια κύπελλα). Εφτ.: Απλάδα κι αυτή περιξάκουστη, ως τρεις χιλιάδες πόδια του ύψου, τέσσερα μίλια φάρδος, και πέντ᾿ έξι μάκρος, και τα βουνά ολοτρόγυρα ακόμη πιο απόψηλα και πιο περήφανα. Πάλλ.: ...πάγαινε με το τρίδοντο στα χέρια, και πετούσε / στο κύμα όλα τα θέμελα, θες κούτσουρα θες πέτρες, / πούδρωσε κι᾿ έβαλε ο στρατός, κι᾿ εκεί έτσι τάκανε όλα / απλάδα στον Ελλήσποντο τον πελαγοδαρμένο.

απλοχέρης ο: που απλώνει το χέρι, γενναιόδωρος· επίρρ. απλόχερα: γενναιόδωρα, πλουσιοπάροχα, δαψιλώς. Βλ. & απλοχεριά η.

απλοχεριά η: γενναιοδωρία, σπατάλη, χουβαρνταλίκι. Ελύτ.: Εκεί να γείρουμε το μέτωπο. / τ᾿ αστραφτερά μας πράγματα να ᾿ναι κοντά / Στην πρώτη απλοχεριά του πόθου.

απλυσιά η: το να μην πλένεται κάποιος, βρώμα του σώματος. Γκοτζ.: Μαυρογόνατους έλεγαν τους κάτοικους της αντικρινής Τζούμας, τάχα είχαν μαύρα τα γόνατα απ’ την απλυσιά, σάμπως οι δικοί μας πλένονταν συχνότερα από κείνους. Πβ. Παρ.: «Το ξύλο κι η βρισιά δε βγαίνουν με την πλυσιά.»

απόβαρο το: το βάρος της συσκευασίας ενός εμπορεύματος· η διαφορά που προκύπτει αν από το μεικτό βάρος αφαιρεθεί το καθαρό (Τριανταφ.) Απόβαρο χωρίς οδηγό: 1115 kgr. Μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος: 1660 kgr. Επειδή το επιτρεπόμενο μικτό βάρος στους δρόμους είναι περιορισμένο, επαγγελματικά οχήματα με χαμηλό απόβαρο μπορούν να μεταφέρουν μεγαλύτερο φορτίο. Πετρ.: Τ ληθς πβαρον νς νθρπου σοται μ τς γπες, τν οκτο κα τν ηδα πο νιωσε στ ζωή. Δο μεγλες δικες γνρισα: τν φτχια κα τν ρωτικ καταφρνια.

απόβρασμα το: μτφ. υβριστικός χαρακτηρισμός, κάθαρμα, καθίκι, μπατάκι, λέρα, κοπρίτης, άνθρωπος ανήθικος. Τσιφ.: Έτσι φούντωσε το έγκλημα και να μην ξεχνάμε ότι αυτοί που πρωτοπήγανε στην Αμερική ήτανε όλα τα αποβράσματα που είχανε πάρε-δώσε με τη δικαιοσύνη.

αποδιαλέγω: διαλέγω από τα τελευταία, απ᾿ αυτά που απόμειναν. Πβ. Παρ.: «Όποιος πολύ διαλέγει, τα αποδιαλεγούδια παίρνει.»

αποθαίνω: πεθαίνω, αποθνήσκω, πεθνήσκω. Παρ.: «Όποιος βόσκεται μ᾿ ελπίδα αποθαίνει από την πείνα.»

αποθερίζω: ολοκληρώνω, τελειώνω το θερισμό, θερίζω τα τελευαία που έμειναν. Παρ.: «Όσο καιρό θερίζαμε «Βασίλη και Βασίλη» και σαν αποθερίσαμε, «όξω, μωρέ κασίδη!»

απόθoρρος ο & απόθαρρος ο: μτφ. η τρομάρα, η λαχτάρα μετά από μια επαφή με κάτι, αποθάρρυνση, η απογοήτευση κυρίως στη ΦΡ. Πήρε τον απόθορρο: δεν πλησιάζει κοντά, δεν τολμάει. Παπαευαγγ.: Πουτί κλαίς μα γραμμένη μ ΄ άρχισαν να την παρηγορούν όλες… Ευτυχώς ήρθε ο Μπαρμπανικόλας (ο πατέρας μου) κι πήρι λίγου τουν απόθουρου | < πιθ. από το από + θάρρος.

απόϊρας ο: κατεβασιά νερού, τα ορμητικά νερά της βροχής που παρασέρνουν χώματα, πέτρες κλπ | πιθ. < απόνερα.

αποκαής ο: αποκαμένος, καμένος, κουρασμένος, εξαντλημένος «χθεσινός» απ᾿ το ποτό και το γλέντι. Παπαδ.: Είχε προσαχθεί το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του «αποκαής» ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην και δεν εχρειάσθη περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύσει εντελώς.

αποκάνω & αποκάμνω: αόρ. απόκαμα και απόκανα· αποκαμωμένος: κουράζομαι, εξαντλούμαι από (την) κούραση. Απόκαμα, όλη μέρα στο χωράφι. Παπαδ.: Ες τς ρας κείνας το μυστηρίου κα τς σιγς, ταν αρα σπεριν εχεν ποκάμει ν πνέ κα νεμος ρθριος δν φύσα | < μσν. αποκάνω < αρχ. ελλ. ἀποκάμνω· ἀπο-κάμνω, μέλ. -κᾰμοῦμαι: κουράζομαι υπερβολικά, καταβάλλομαι από την κούραση ή εξουθενώνομαι· ἀποκάμνω ζητῶν: έχω καταπονηθεί ψάχνοντας· ἀποκάμνω πόνον: αποφεύγω τον κόπο, δειλιάζω μπροστά στον μόχθο.

αποκόβω: απογαλακτίζω ένα ζώο από τη φυσική του μητέρα, διακόπτω, παύω το θηλασμό.

αποκοτώ: αποτολμώ. Χριστόπ.: Κι η Χάρη με θυμόν, / απ᾿ τα μαλλιά μ᾿ αρπάζει, / αυθάδη με φωνάζει! / πώς τάχ᾿ αποκοτάς; / Εφτ.: Να πάει όμως μέσα στο χωριό και να πει πως εγώ είμαι ο Τάδες, αυτό δεν τ᾿ αποκοτούσε. Βλ. & αποκούμπι το.

αποκούμπι το: στήριγμα. βοήθεια, προστασία, στήριγμα, εξασφάλιση για κάποιον που έχει ανάγκη. Παπαδ.: Δν ξέρεις τι τά χω καλ μ τς γάδες; χουν λλον π μένα δ στ χωρι κόνσολα κι ποκούμπι; γ εμ᾿ δ. Ποις θ᾿ ποκοτήσ ν σς πειράξ; | < μσν. αποκουμπ(ώ) -ι.

αποκρεύω: περνώ, γιορτάζω τις Αποκριές, τηρώ τα έθιμα, τις συνήθεις της Αποκριάς. Αποκρεύω, δεν κάνει να φάω κρέας. Παπαδ.: «Δεν έχουν τάχα πού ν᾿ αποκρέψουν, οι δυστυχισμένοι;» Είτα πάλιν εσκέφθη: «Αναμφιβόλως θα έχουν πού ν᾿ αποκρέψουν, αλλά προτιμούν να βλέπουν τα φωτισμένα παράθυρα.» –Κύριε Σπύρο, επ μητέρα μου, δν κοπιάζεις κάτω, ν ποκρέψουμε, ν γαπς; Παρ.: «Ο φτωχός ο Φίλιππος στο χωράφι απόκρευε.» ή «…την ημέρα δούλευε και το βράδυ απόκρευε

αποκώλωμα το: οι πρόποδες, το κατώτερο τμήμα ενός υψώματος (βουνού ή λόφου), το σημείο όπου αρχίζουν οι πλαγιές. Λ.χ. Ξέκανέ τ᾿ απ΄του φρύδι, να πιάσν᾿ τ᾿ απουκώλουμα.

απολειφάδι το: υπόλειμμα. από κάτι που χρησιμοποιήθηκε, που καταναλώθηκε· απομεινάρι. Σίγουρα δεν είναι αυτό το «αντισυστημικό νέο» που επαγγέλλεται στη δημόσια ζωή του τόπου, αλλά μάλλον το «συστημικό απολειφάδι» του χθες με το οποίο ταυτίζεται. Τσιφ.: Εκείνος ο κύριος είχε εργοστάσιο σαπωνοποιίας. Η κυρία ήταν απολιφάδι. – …λέγανε ότι το απολιφάδι κατάγεται από αριστοκρατικήν οικογένεια της Θεσσαλίας | < από + λειφ-άδιον < λείπω.

απολέγω: ξαναλέω, επαναλαμβάνω, τελειώνω την κουβέντα, τη συζήτηση. Παρ. «Έλεγε κι απόλεγε η γριά πεπόνι.» Αραβαντ.: απόειπε: κατέπαυσε τον λόγον. Και εις την φράσιν «Είπε κι απόειπε»: έπαυσε του ζην | μσν. λέω < αρχ. ελλ. λέγω.

απολησμονιάρης ο: αυτός που απολησμονεί, ξεχνά. Δημ.: Κάτω στους κάμπους που θωρείς, στα πράσινα λιβάδια, / που ναι τα δέντρα ολόχρυσα κ᾿ οι ρίζες ασημένιες, / εκειδά μέσα κάθεται ο απολησμονιάρης, / όπου μ᾿ απολησμόνησε και πια δε με θυμάται. Βλ. & απολησμονώ.

απολησμονώ: λησμονώ, ξεχνώ εντελώς. Δημ.: Παλιά στράτα δε χάνεται, καινούρια δεν πατιέται / ουδέ παλιά αγαπητικιά δεν απολησμονιέται.

απόληψη η: λιποθυμία, ζαλάδα, ίλιγγος. ΦΡ. Μου ήρθε απόληψη.

απολνώ & απολνιέμαι: απολύω, αμολώ, ελευθερώνω, τελειώνω, λήγω· ξαμολιέμαι, αφήνω τον εαυτό μου, εφορμώ, επιτίθεμαι. Απόλυκε η εκκλησία;= σχόλασε η εκκλησία; ή σας απόλυκε ο δάσκαλος;: σας άφησε; σχολάσατε;. Χριστόπ.: Κι ουδέ την κόρη απόλυκε, ουδέ τα λύτρα εδέχθη. Βηλ.: Στον Κομματά με μάνιωμα ακράτιγο απολνιέται, / το μυτερό κοντάρι του στον οφαλό του χώνει. Παρ.: «Κάνε το παιδί σου παπά, κι απόλα το στο λόγγο.» | < από + λύω. Βλ. & χεριάζω.

αποπαίρνω: μαλώνω, επιπλήττω, μιλώ άσχημα, συμπεριφέρομαι επιθετικά. Αρχικά, η παρέα τον αποπήρε αποκαλώντας τον «Πινόκιο». Τηλεφώνησα στον πατέρα σου και με αποπήρε, είχε δουλειά κι ήταν άυπνος. Πάλλ.: Έχτορα, πάντα, όταν μιλώ, σαν κάπως μ᾿ αποπαίρνεις, / κιάς λέω σωστά, τι τάχας μου μηδέ ταιριάζει, εγώ όντας απλός πολίτης, σε βουλές ή μάχες ν᾿ αντιστέκω. Βλ. & σκιάζω.

απόπατος ο: το αποχωρητήριο, αφοδευτήριο, ο χαλές, «το μέρος.» Η Ανατολική Αττική δεν είναι ο απόπατος της Αθήνας. Απόπατος κατάντησε η Κουμιδιά. Τσιφ.: Είχανε και μια κάμερη τα σκαθαράκια, μια τόση δα καμαρούλα, βρώμικη κι ελεεινή, στα Λεμονάδικα μεριά, μια καμαρούλα, δίπλα ήτανε ο απόπατος και μύρζε άσκημα. Παπαγ.: Η σπαζοκεφαλιά δεν αφορά βέβαια τη σκέψη «θέλω να πάω στον απόπατο» ή «δεν πρέπει να αργήσω γιατί έχω δουλειά στο σπίτι.» Αυτά είναι συνηθισμένα πράγματα, προσιτά, καθημερινότατα | αρχ. ελλ. απόπατος < από + πατώ.

αποράκι το: το τελευταίο απόσταγμα της ρακής· θεωρείται κατώτατης ποιότητας και συχνά χρησιμοποιείται ως καθαριστικό ή διαλυτικό. Το βράσιμο στο καζάνι συνεχίζεται έως ότου πάρουμε και το αποράκι, εδώ αυξάνουμε τη φωτιά και παράλληλα το νερό στο βαρέλι για να αντιμετωπίσει την αυξημένη φωτιά. Το αποράκι είναι το τελευταίο μέρος που θα πάρουμε από την καζανιά και το ελάχιστο των βαθμών που μπορεί να έχει είναι κάτω από 17 και έως 15 περίπου βαθμούς. Το αποράκι θα το ρίξουμε στην επόμενη καζανιά για να την ενισχύσουμε. Αν το μπερδέψουμε με το τσίπουρο που έχουμε ήδη παράγει κινδυνεύει να πάρει έντονο άρωμα με ίσως όχι καλά αποτελέσματα.

απορίχνω: αποβάλλω, ρίχνω το παιδί, το νεογνό, κάνω έκτρωση. Λ.χ. Η γίδα απόριξε: η γίδα απέβαλε το κατσικάκι. Πβ. Παρ.: «Απορριξιμιό καράβι πρώτο στο λιμάνι αράζει.», «Η καμήλα του φτωχού, αντί να γεννήσει, απόριξε

απόσκιο: μέρος σκιερό, προφυλαγμένο από την ακτινοβολία του ήλιου, σκιά. Δημ.: Απόψε ν εκοιμήθηκα στη βάρδια του σπαθιού μου / κι είδα όνειρο στον ύπνο μου / δεν ήξερα που ήμουν / στη ρίζα του βασιλικού, στ᾿ απόσκιο του βαρσάμου. – Πήραν τ᾿ απόσκια στην αυλή, πήραν στο παραθύρι / και συ Λουλούδα μ᾿ άργησες στο μύλο για να πάγεις. Μαβίλ.: Μόνο εδώ νερά δροσάτα μουρμουρίζουν / εις τ᾿ απόσκια μες την πλούσια πρασινάδα. Κρυστ.: Αι δε πολύπτυχοι κατωφέρειαι των πέριξ βουνών άρχισαν να σκιάζωνται, δηλαδή, καθώς λέγουν οι χωρικοί, ήρχισαν να παίρνουν τ᾿ απόσκια στα ριζά | < αρχ. ελλ. σκιά.

αποσπερνός -η -ο: βραδινός. Παρ.: «Τον αποσπερνό θυμό κρύψε τον για το πουρνό.»

αποσπόρι το: στερνοπαίδι, τελευταίο παιδί στη σειρά γέννησης· η τελευταία σπορά. Παρ.: «Σαν πετύχει τ’ αποσπόρι, χαίρονται οι χωριάτες όλοι.»

αποσταίνω: κουράζομαι, εξαντλούμαι, αποκάμνω, απαυδώ. Πβ. Παπαδ.: -Τώρα θ σο π. φησέ με ν ξαποστάσω, επε καθίσας. –Ξαπόστασε, καημένε Τρέκλα. Κα ατς σκύλος πς ερέθη; Μακρ.: Τ Σεπτεβριανν στοιχεον κι᾿ πολιτικς ρχηγός, Μεταξάς, πόστασε. Εφτ.: Θα ᾿λεγες πως αναστήθηκε μαζί με το νου του και τ᾿ αποσταμένο κορμί του. Παρ.: «Άλλος τραβάει το ζυγό και άλλος αποσταίνει», «Όλο το βόδι φάγαμε και στην ουρά αποστάσαμε.» | < αορ. αποστάθηκα < μσν. αποστέκω < αρχ. ελλ. ἀφίσταμαι: αποτραβιέμαι, παύω. Βλ. & κάμα το, στρατολάτης ο.

αποσταμός ο: κάματος, κόπωση, κούραση. Παρ.: «Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν.»

αποστασίλα η: απόσταμα, κούραση, κόπωση. Κολ.: π τος 19, δυό μου πρτα ξαδέλφια, μν μπορώντας πλέον ν βαστάξουν τν πείναν κα τος κόπους (ποστασίλα) κρύφθησαν, κα ες λίγας μέρας τος ερήκανε κα τος σκότωσαν κα μείναμε 17.

αποσώνω: τελειώνω, αποτελειώνω κάτι που έχω αρχίσει, ολοκληρώνω μια δουλειά· ξοδεύω ή καταναλώνω κάτι εντελώς. Παπαδ.: Και εις τον φούρνον, όστις ήναπτε δις και τρις της ημέρας, αυνηθροίζοντο όλαι αι γυναίκες της γειτονιάς, νεοΰπανδροι, χήραι και γραίαι, και ανεκοίνουν προς αλλήλας τα νέα της ημέρας, και ηρώτων και εμάνθανον και διηγούντο, και αβγάτιζαν και απόσωναν. – Οι «αποσώστρες» εξείχον εις το επάγγελμα του ν᾿ αποσώνωσι διά συντόνου ραπτικής και ποικιλτικής τα προικιά της νύμφης, όταν επέκειτο ο γάμος, και ο γαμβρός, αφού έκαμε τον κακιωμένον επί εβδομάδας, είχε δηλώσει αποτόμως ότι την απάνω Κυριακήν ήθελε να στεφανωθεί. Αμφότερα τα επιτηδεύματα ταύτα τα μετέφερον ευκόλως εις τον φούρνον..

«απ᾿ του κούκου τη ρέντζα»: η ΦΡ. σημαίνει: από πολύ παλιά, προ αμνημονεύτων χρόνων, «από τότε που βγήκαν οι λάσπες», ανέκαθεν, παλαιόθεν.

αποτρυγώ: τρυγώ τα τελευταία κλήματα, όσα έμειναν ατρύγητα· παίρνω το μέλι που έμεινε στην κυψέλη, στις κηρήθρες. Παροιμ,: «Ο κόσμος αποτρύγαγε κι η γριά έπλεκε σφεντόνα.», «Όταν οι άλλοι αποτρυγούσαν, η Μαρία έπλεκε καλάθι.» | < αρχ. ελλ. τρυγῶ.

αποφόρι το: ρούχο παλιό, μεταχειρισμένο, που δεν το φοράμε πια. Παπαδ.: Ες τν Σάλβον, τν βραον, μ τν ποον τ εχε καλά, κατ᾿ ατν τν ποχήν, Πούπης, διδεν ,τι εχε δι πώλημα, παλαι ργαλεα, παλαι ποφόρια, νδύματα διατηρούμενα κόμη.

(α)ποχειρίζω: τελειώνω μια δουλειά, περνώ το τελευταίο χέρι. Αποχείρισε τα πλαστάρια.

Απριλομάης ο: Απρίλης και Μάης. Σκαρ.: Μπόγια κολώνες, φρύδια σπαθιά, μάτια μαχαίρια. Απριλομάης κι άνοιξη, ζουμπούλια μενεξέδες… Παρ.: «Να μη ζηλέψεις γυναίκα τη Λαμπρή και τον Απριλομάη φοράδα.»

Απριλομάρτης ο: το δίμηνο Μαρτίου και Απριλίου· Πβ. Απριλομάης, Μαγιάπριλο κ.α. Γκοτζ.: Tου Απριλομάρτη το ηλιοπύρι ετίναξεν αρκετά επίβουλα τα φιλήματά του στα βαρυστοιβαγμένα χιόνια των βουνών.

ά ρα: ά(ντε) ρε. Λ.χ. Ά ρα, Γκουντή, πάλι άργησες να έρθεις.

αραγανιάζω – ραγανιάζω: μτφ. κάνω κάποιον να αγανακτεί, να θυμώνει ή να στενοχωριέται, τυραννώ. Παθήτ.: τυραννιέμαι, βασανίζομαι πολύ. Λ.χ. με ραγάνιασε | πιθ. < ραγάνι το: τρυπάνι, ανεμοστρόβιλος < τουρκ. urağan (< γαλλ. ouragan) -ι.

αραγάνιασμα: τυράννια, συνεχές βάσανο, στενοχώρια. Βλ. & αραγανιάζω.

αράδα η: σειρά, γραμμή, ο στοίχος, γραμμή τυπωμένη σε τετράδιο. Ως επίρρ.: συνεχώς. Λ.χ. Ο γαλομέτρος κρατούσε τρεις αράδες. Πβ.: πραματιφτς κάν᾿ το σταυρό τ᾿ κι κινάει γι ν μπουριφτ ᾿μ πραμάτχια τ᾿. κείνους π᾿ πααίν᾿ μνι μπρουστά, δγυ τς πίσους κι ράδα κλουθουγυρνιέτι δν μπουρε ν νταλντήσ᾿ κι ν γέν᾿ μπουρας, γι ν πλάη στ παζάργια. (Μικρόβαλτο Κοζάνης). Μακρ.: Ες τν δρόμον ηρανε τέσσερους Πελοποννήσιους κα τος πιάνουν κα μ τν ράδα πέρασαν τος μισος π τ᾿ σκέρι ες τ νμο τους (ο λλοι εχαν ζα κα πέρασαν) – Τος επα· « μιλία δν εναι δι δόξες, εναι δι προφύλαξή μας, κα δν θέλω ρχηγίες· ποτε εναι ράδα μου, ς πλς πολίτης φυλάγω κ᾿ γώ.» Καζαντζ.: Όλους αράδα εκεί τους έστρωσε στη γη την πολυθρόφα | < μσν. αράδα < βενέτ. arada: περιεχόμενο αλωνιού, αλετριά.

αραδιάζω: βάζω πρόσωπα ή πράγματα στη σειρά, σε (ευθεία) γραμμή· διηγούμαι, εκθέτω κάτι με κάποια σειρά, απαριθμώ με λεπτομέρεια. Μπροστά στα πεινασμένα μου μάτια αράδιασε πήλινα πιατάκια με μύδια αχνιστά. Μία… καραβιά παίκτες αράδιασε η Καβάλα! Ένα σωρό σαχλαμάρες αράδιασε ο Π. στο προσωπικό του ιστολόγιο. Δημ.: …για πάρτε με και σύρτε με ψηλά στην κρύα βρύση, / που ᾿ναι τα δέντρα τα δασιά, τα πυκναραδιασμένα | < αράδ(α) -ιάζω. Βλ. & γιουρούσι το.

αραδώ & αραδίζω: βάζω σε αράδα, σε σειρά, μτφ. περνώ με τη σειρά, διέρχομαι, φοιτώ, συχνάζω, διαβαίνω, τρέχω. διαρρέω (για υγρό). Ουσ. η γραμμή, η σειρά, ΦΡ. μτφ. Απέμεινε μόνος κι έρημος, δεν τον αραδάει (: δεν τον φροντίζει) κανένας ή ποιός θα σε αραδίσει;: ποιός θα σου δώσει σημασία, ποιος θα σε φροντίσει; Στίχ. «Τρία τουφέκια του ᾿ριξαν, τα τρία αράδα αράδαΦΡ. Αραδούσαν (: έφευγαν) ένας ένα κρυφά. Παρ.: «Το καυκί (: το κύπελλο) με την αράδα στο τραπέζι τριγυρίζει.» Πβ.: «Γίδα κατ᾿ ιδώ δε φάνκι μπαρμπα-Γούλα», απηλουιέτι ου Μήτσιους κι κλείν του μάτι τα πιδιά. Αν αράτσι πάλι κι δε ν᾿ ίδαμι…. Τι να σι πω…. (Μεταξάς Κοζάνης) Παπαδ.: -Από κει που αραδίζομε πάντα παιδάκι μου, έλεγεν εις την κόρην της, τι θελά-πάθει; Τ᾿ ήταν αυτό; – Μην ήτον πιωμένος κι έπεσε πουθενά με τα χιόνια; Ηπίτ.: ραδίζω: (διάλεκτ. Ηπείρου) φοιτώ, συχνάζω, διαβαίνω, περνώ· «δρόμος που ραδίζουν διαβάτες», ίσως εκ του αραδίζουν, ήτοι περνούν αράδα, αράδα. Λέγεται επίσης και επί των ιχθύων, οίτινες ερχόμενοι εις τας ρηχίας ρίπτουσι τα ωά αυτών | < αράδα η, βλ.λ.

αράθυμος -η -ο: αυτός που θυμώνει, αρπάζεται εύκολα, οξύθυμος, βίαιος. Φταίνε και οι δύο γιατί και οι δύο αρπάζονταν με το παραμικρό, ήσαν και οι δύο αράθυμοι. Γκοτζ.: …τεχνίτης, βαγενάς και μαραγκός, ο μάστρο Κώστας, άξιος και πιτήδιος (λίγο αράθυμος μονάχα), πο᾿ψελνε κιόλα, στο ζερβί στασίδι, κάθε Κυριακή για την ψυχή του. Καρκ.: Ο αράθυμος πολεμιστής, που κρύβει καθένας μέσα του, μπουχτίζει της Αφροδίτης τα κάλλη και θέλει να πετάξει στους γαλάζους κόσμους της γνώσης και της σπουδής | < μσν. αράθυμος < αρχ. ελλ. ῥᾴθυμος: ελαφρόμυαλος, αυτός που παίρνει τα πράγματα αφρόντιστα, που τα θεωρεί εύκολα, αδιάφορος, οκνηρός, βραδύς, αργοκίνητος.

αραθυμώ & ξαραθυμώ: επιθυμώ, λιμπίζομαι, λιχουδεύομαι, ορέγομαι, θυμάμαι και επιθυμώ, νοσταλγώ. Λχ. Αραθύμσα να φάω κεράσια: επιθύμησα να φάω κεράσια, αραθύμσα πίτα με λάχανα. Παπαευαγγ.: Τάχα η θειά μ΄η Τζέπου αραθύμσει τ᾿ ανίψια του Γιώρ΄κι τουν Ιώτα που ήταν σ΄τ Σαλουνικ΄. Δεν ήλιγει πως χάλευει γκιζέρια. Γκοτζ.: Κάνει έτσι ο Πανταζής, γλέπει απανωσάμαρα ένα άσπρο καρβέλι. Το ξαραθύμησε, μπορεί και να μην είχε δοκιμάσει ποτέ του ο χριστιανός. Καρκ.: Ο γέρος κάπου κάπου τράβαγε και κανένα κρασάκι· η γριά θύμωνε και μουρμούριζε: -Πιε ντε! Πιε ναν το ξαραθυμίσεις. Πβ. Παπαδ.: Επειδή όμως ήταν πολύ αράθυμη, και όταν θα θύμωνε, θα φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!» για να μην κολάζει την ψυχή της, έκαμε καλύτερα να το διώξει | αραθυμώ < αρχ. ελλ. ραθυμώ.

αραϊάς ο: πράγμα της προκοπής, άξιο, σημαντικό κι αξιοσημείωτο, μτφ. ο νοικοκύρης, αυτός που διαχειρίζεται τα οικονομικά του σπιτιού με σύνεση, χρηστός, προκομμένος οικογενειάρχης. Μη θαρρείς τι αραϊάς είναι, ψωμί δεν έχουν να φάνε.

αράζω: δένω το πλοίο σε λιμάνι, κάθομαι, τεμπελιάζω, μένω κάπου για πολύ καιρό. Περίπου 50-60 πλοία αράζουν στην μαρίνα της Θεσσαλονίκης όλο τον χρόνο. Θα πουν ότι επιδοτούμε τζαμπατζήδες, που αράζουν σε καφετέριες στις παραλίες. Ελύτ.: Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως / Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη – Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου / Στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων. Παρ.: «Απελπισμένο καράβι σε καλό λιμέν’ αράζει.» Βλ. & φρεσκαδούρα η, αραλίκι το, απορίχνω.

αραλίκι το: άραγμα, τεμπέλιασμα, ραστώνη, περίοδος αναψυχής, διακοπών. κατάσταση ανάπαυσης, απραξίας· καθισιό | < αράζω: κάθομαι ή ξαπλώνω κάπου για να ξεκουραστώ ή χωρίς να κάνω τίποτε άλλο | < τουρκ. aralιk: διακοπή, παύση, διάστημα, απόσταση < πιθ. αράζω < μσν. αράζω < αρχ. ἀρά(σσω): χτυπώ.

αραμπαδιά η: ολόκληρο φορτίο του αραμπά, της άμαξας | Βλ. & αραμπάς ο.

αραμπάς ο: η άμαξα, το ζεμένο κάρο. Εδώ και 100 χρόνια, στην πλατεία που τελειώνει ο κεντρικός πεζόδρομος της αγοράς του Αϊβαλιού, είναι το σημείο που αράζουν οι αραμπάδες. Eισιτήρια φωτιά και «αραμπάδες» έδιωξαν τους τουρίστες. Εκεί που σήμερα περιμένουν κίτρινα ταξί, τότε συγκεντρώνονταν αραμπάδες, δηλαδή κάρα που μετέφεραν τον κόσμο και τα προϊόντα σε διάφορες γωνιές της πόλης. Καζαντζάκ: Χαμάληδες πηγαινόρχουνταν ανάμεσα σε λαδοβάρελα και κρασοβάρελα και σωρούς χαρούπια και φώναζαν, βλαστημούσαν, φόρτωναν, ξεφόρτωναν αραμπάδες. Παρ.: «Ο Τούρκος με τον αραμπά πιάνει το λαγό.» | < τουρκ. arampa.

αραμπατζής ο: αυτό που κατέχει ή οδηγεί αραμπά, αμαξάς, αμαξηλάτης, αγωγιάτης, κιρατζής. Οι αραμπατζήδες, όρθιοι στο μπροστινάρι του αραμπά, με το καμουτσί στο χέρι, είχαν έναν αέρα σα να κουμαντάρανε το ντουνιά. Εκεί σύχναζαν οι λεγόμενοι «καραγωγείς», δηλαδή οι εμπορικοί μεταφορείς της εποχής με κάρα που τα έσερναν άλογα (αραμπατζήδες ή αμαξηλάτες). Παραδόσ.: Αραμπάς περνά, αραμπατζής λωλός, / στη μπάντα κοριτσάκια / να μη σας πάρει ομπρός. Βαμβ.: Βρέθηκα σε μια παρέα με φίλους, στα Αθάνατα του Άι Γιωργιού, πλάι στην Ανάσταση, ο ένας ο Αντώνης ο αραμπατζής, ο άλλος ο Μήτσος ο καραβομαραγκός, ο άλλος ο Βασίλης ο κουλός, λιμενεργάτης | < Βλ. αραμπάς ο.

αραποσίτι το: ο αραβόσιτος, το καλαμπόκι· αλλού λέγεται και αραπόσταρο, σιταροπούλα, σίταρος, τσίχρος. Καρκ.: …να επιβλέπη τις αποθήκες και το κονάκι, όπου είχεν αποθηκέψη πολύ αραποσίτι του περασμένου χρόνου – Όταν οι ακμαίοι άντρες έλειπαν στα ταξίδια και οι γυναίκες έξω στις περίγυρα κρεμνόρραχες εβολάκιαζαν τα φθισικά αραποσίτια τους, οι εβδομηντάρηδες να συνάζουν τα παιδιά στο χοροστάσι και να τα γυμνάζουν στης ζητιανιάς τα καμώματα. ψηνεν ραποσίτια, να καλοκαίρι | < υποκορ. του αραβόσιτος. Βλ. & καρδαμώνω.

αράτσι το: κρύο, ψυχρός (καιρός).

αραφάδα & αραφατάδα η: χαραμάδα, σχισμή, συνηθ. της κλειστής πόρτας, μεγάλη ραγισματιά. Παπαευάγγ.: Η Πανάιου τηρούσει απ΄ ᾿ν αραφάδα (σχισμή πόρτας) να δει τουν Νάτσιου που πιρνούσει κάθι βράδυ κι σφύρζει τ΄ καραγκούνα | ίσως < ραφή: το σημείο (ή η γραμμή) της σύνδεσης κομματιών (από ύφασμα ή άλλο υλικό), Πβ. οι ραφές του κρανίου: οι γραμμές σύνδεσης των οστών του κρανίου | < αρχ. ελλ. ῥαφή.

αρβάλι το: η λαβή του τέντζερη, του κακαβιού· τοξοειδές χάλκινο έλασμα, κινητό, εξαρτώμενο από δύο αντικρυστούς κρίκους. Η λαβή χρησιμεύει και για να κρέμεται ο τέντζερης πάνω σε φωτιά. Βλ. & τέντζερης ο.

αρβανίκος ο: το πηγάδι, φρέαρ (Κοζάνη). Αρβανίκος της αυλής. Ήρθε διαταγή να παραδοθούν τα όπλα, αλλά δεν τα παρέδωσαν όλοι. Πολλοί τα έκρυβαν στα μαντριά, στις αχυρώνες ή στον αρβανίκο | < πιθ. αναβρύω: αναβλύζω.

Aρβανίτης ο & Aρβανίτισσα η: αλβανικής καταγωγής Έλληνας (που παράλληλα με τα ελληνικά μιλάει και τα αρβανίτικα)· μτφ. χαρακτηρισμός ανθρώπου πεισματάρη και ξεροκέφαλου, «κεφάλι αρβανίτικο.» Παρ.: «Άλλα λέει ο Αρβανίτης κι άλλα λέει ο ταμπουράς του.» | < μσν. Aρβανίτης < τοπων. Άρβαν(α), περιοχή της Aλβανίας -ίτης. Βλ. & νίβομαι, ραμαζανλής ο.

αργάζω: κατεργάζομαι, επεξεργάζομαι δέρματα ή τομάρια ζώων, ωριμάζω· αναδεύω, ζυμώνω, παθήτ. αργάζομαι. ΦΡ. μτφ. Του άργασε το τομάρι: τον έδειρε πολύ, τα χέρια του ήταν αργασμένα από τη δουλειά. Χατζ.: Σ᾿ όλο το μάκρος του μαχαλά, μέσα στο νερό της λίμνης, αραδιαζότανε τα τομάρια, τεζαρισμένα καλά σε ξύλινα τελάρα και τα παίρναν ύστερα, άμα μουλιάζαν και τ᾿ αργάζανε μέσα στ᾿ αργαστήρια -στα ταμπάκικα. Παπαδ.: στερα κόπιασε, ν γαπς, ν ργάζς τομάρια. Τ δικό μας τ τομάρι ργασε πιά, ργασε… –Καλ ργασμένο τ δικό σου, μαστρο-Παλε, αθαδίασε πάλιν πηρέτης, ανιττόμενος σως τς μεταξ το Παύλου κα το γυναικαδέλφου του σκηνάς. Παρ.: «Αν δεν τ᾿ αργάσεις το πετσί, παπούτσι δεν το κάνεις.» | < αρχ. ελλ. ὀργάζω.

άργανο το: το μουσικό όργανο. ΦΡ. μτφ. Να γίνει άργανο: να γίνει γλέντι, χαμός, αναστάτωση. Δημ.: Βάλτε νερό και λούστε τη, σύρτε τη στο χαμάμι, / αλλάχτε τη, στολίστε τη την πρώτη τη στολή της, / και να βαρέσουν τάργανα και τα γλυκά παιχνίδια. Παρ.: «Τον γύφτο τον έκαναν βασιλιά κι αυτός ρωτούσε που κρεμούν τ᾿ άργανα

αργαστήρι το: εργαστήρι, εργαστήριο. Δημ.: Ενύχτωσε και βράδιασε και κλείσαν τ᾿ αργαστήρια, / και βγαίνουν οι μελαχρινές από τα παραθύρια Παρ.: «Τ’ αργαστήρι θέλει κουτσό νοικοκύρη.» | < μσν. εργαστήρι(ν) < αρχ. ελλ. ἐργαστήριον.

αργατιά η: εργατιά, οι εργάτες. Δημ.: Κι από το βρόντο τ᾿ αργαλειού κι απ᾿ τα όμορφα τραγούδια / ο ήλιος σκανταλίστηκε, δε θέλει να βασιλέψει, / τον καταριέται η αργατιά π᾿ αργεί να βασιλέψει.

αργατίνα η: η εργατίνα, εργάτισσα, εργάτρια.

αργάτης ο & αργάτισα η: εργάτης, βοηθητικό εξάρτημα που προσαρμόζεται στο τιμόνι μεγάλων οχημάτων. Παρ.: «Πήρ᾿ αργάτισσα κι αυγάτισα.» | < ελνστ. ἐργάτης, αρχ. ελλ. σημ.: γεωργός.

αργάω: αργώ, καθυστερώ. Παρ.: «Όπου λαλούν πέτοι πολλοί, αργάει να ξημερώσει.»

αργός -η -ο: που είναι σε αργία, που δε δουλεύει, κάθεται, αράζει, τεμπέλης, ακαμάτης. Παρ.: «Αργός εργάτης αλλάζει δρεπάνι.», «Αργό μυαλό, εργαστήρι του διαβόλου.», «Για τους αργούς είναι πάντα γιορτή.»

«Αργύρης ο»: μτφ. το ασήμι, ασημένια νομίσματα, λεφτά, χρήματα· στη φράση «Είναι ο Αργύρης άρρωστος»: δεν υπάρχουν λεφτά.

αρεντεύω: τρέχω στο δρόμο. Παρ.: «Κάθοντας δούλεψες, μάστορα, αρεντεύοντας θα πάρεις τους παράδες.» Βλ. & ρεντεύω, κοσσεύω.

αρεσκιά η & αρεσιά η: αρεσκεία, αυτό που αρέσει σε κάποιον, η προτίμηση, το γούστο. Δημ.: -Αν έχης πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της, / θα κάμω τη Λιογέννητη να ᾿ρθεί στην αγκαλιά σου. -Εγώ ‘χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της, / εγώ ‘χω την πλεξίδα της, τ᾿ ολόχρυσο γαϊτάνι.Για πες μου, ένδοξε, πώς λένε τ᾿ όνομά σου / για να σου κάμω χάρισμα, να `ναι της αρεσκιάς σου. Καζαντζ.: …το ανυφαντό, που πιο της φαίνεται πανώριο και μεγάλο / απ᾿ όλα όσα φυλάει στο σπίτι μας, το πιο της αρεσκιάς της, / να το πιθώσει στης ωριόμαλλης της Αθηνάς τα γόνα | < μσν. αρέσω (Πβ. μσν. αρέζω) < αρχ. ελλ. ἀρέσκω.

αρέτσκας ο: η γνωστή μπαστραβίτσα, σκληρό εξόγκωμα στα χέρια· αλλού σημαίνει σκορπιός | πιθ. < λατιν. ericius: σκαντζόχοιρος.

αρζάρι το & ριζάρι το: φυτό που χρησιμοποιούσαν ως συστατικό σε φυτικές βαφές, ρίζα αγριάδας που δίνει κόκκινη χρωστική ουσία («σάπιο μήλο»)· αλλού λέγεται αλιζάρι και στην Κύπρο «μπογιά»· ο Ηρόδοτος αναφέρει το φυτό ως ερευθέδανον και ο Διοσκουρίδης ως Ερυθρόδανον: «ρίζα εστίν ερυθρά, βαφική· η μεν τις αγρία, η δε σπαρτή» | < μσν. ριζάριν < ελνστ. ριζάριον υποκορ. του αρχ. ρίζ(α) -άριον. Βλ. & κιλίμι το.

αρζαρί το: το χρώμα σάπιο μήλο. Βλ. & αρζάρι το.

αρζαρίσιος -ια -ιο: επιθ. αυτός που έχει το χρώμα «σάπιο μήλο». Βλ. & αρζάρι το.

άργητα η: αργοπορία, καθυστέρηση. Μακρ.: «Οι Τούρκοι άρχισαν να υποπτεύωνται και δεν είναι δέκα ημέρες οπού ζήτησαν ένα δάνειον και τους έδωσα εκατόν-πενήντα-χιλιάδες γρόσια ως δανεικά να τους αποκοιμάμε. Όμως, μου λέγει, «το πράμα δεν δέχεται άργητα.» – Μου λέγει «Τι στοχάζεσαι, αυτό το Ρωμαίγικο θα κάμη άργητα να γένη; Θα κοιμηθούμε με τους Τούρκους και θα ξυπνήσουμε με τους Ρωμαίγους».

αριά: επίρρ. αραιά, σπάνια. «Αριά και που κόρη ξανθή να ᾿χει και μαύρα μάτια.» Βλ. & αρύς ο.

αριβάρω: καταπλέω, καταφτάνω. Κολ.: ντας ριβάραμε ες τ᾿ νάπλι, μ᾿ πρόσταξε ν βγω ξω ες τ᾿ νάπλι κα γ το ποκρίθηκα, τι: «Στ᾿ νάπλι δν βγαίνω, γιατ εμαι μαλωμένος μ τν Γρίβα | < ιταλ. arrivar(e) –ω.

αρίδα η: εργαλείο του μαραγκού, είδος τρυπανιού, το πόδι, το σκέλος. ΦΡ. Άπλωσε την αρίδα του: άπλωσε το πόδι του ή τέντωσα την αρίδα: μτφ. άραξα να ξεκουραστώ. Παρ. «Η αρίδα βρήκε ρόζο»: παρουσιάστηκε εμπόδιο, πρόβλημα | < μεσν. αρίδα < αρχ. ελλ. αρίς.

αριάνι το: το ξυνόγαλο, γιαούρτι αραιωμένο με νερό. Το αριάνι ή αϊράνι ή επί το ελληνικότερον ξυνόγαλο, είναι ένα κρύο ρόφημα, που παρασκευάζεται από γιαούρτι με προσθήκη κρύου νερού και αλατιού. Κουκ.: το αριάνι: το απομείναν μετά την αποβουτύρωσιν του γάλακτος υγρόν ή γιαούρτι, αραιωμένον με (ayran). Φέρ᾿ να πιούμε αργιάνι | < τουρκ. aryan.

άριν ούριν: άρον άρον, στα γρήγορα, ταχύτατα, όπως όπως, τα κόσια, στα σβέλτα, εκτάκτως και με αγωνία. Έφυγα άριν ούριν | < φράση της Καινής Διαθήκης <  προστακτική του αρχ. ελλ. αἴρω= παίρνω, απομακρύνω. ρον ρον, σταύρωσον ατόν. λέγει ατος Πιλτος· Τν βασιλέα μν σταυρώσω; πεκρίθησαν ο ρχιερες.

Αρίνταγας ο: περιοχή, μέρος στην Κοζάνη, που βρίσκεται ΒΔ της πόλης και εκτείνεται από το ίσιωμα του Αηλιά, ως το «Σμάθκου» και γειτονεύει με το Σιώπατο. Αγριοπερίστερα υπήρχανε μπόλικα στον Αρίνταγα, κάτω απ᾿ τον ψηλό Άη Λιά, και σε κείνους τους βράχους σκαρφαλώνανε τα παιδιά και μάζευαν τ᾿ αυγά για τα σπίτια τους. Πήγε στον Αρίνταγα: πολύ μακριά, χάθηκε (Κοζάνη) | πιθ. έχει σχέση με το αγάς, βλ.λ.

αρίτσιος ο: σκαντζόχοιρος· μτφ. άνθρωπος με μαλλιά καρφάκια. Μαλλί σαν αρίτσιος | πβ. βλαχ. ariciu < λατιν. ericius: σκαντζόχοιρος.

αρίτσιωμα το: θυμός, ένταση.

αριτσιώνομαι: μου σηκώνεται η τρίχα, γίνομαι σαν αρίτσιος, σκαντζόχοιρος, μτφ. οργίζομαι, αγριεύω, βρίσκομαι σε ένταση, επιφυλακή θυμώνω· αριτσιωμένα μαλλιά: σαν τ᾿ αγκάθια του σκαντζόχοιρου | < Βλ. & αρίτσιος ο.

αρκάτος -η -ο: ο άνετος, χωρίς βάρη και υποχρεώσεις, που δεν κρατάει τίποτα στα χέρια του και κινείται άνετα, μτφ. ελεύθερος. Ο Αραβαντ. αναφέρει αρκάς: υποστηριχτής, προστάτης και αρκάτησσα: η απαλλαγμένη από φροντίδες τέκνων γυνή.

άρκλα η: ξύλινη (εντοιχισμένη) ντουλάπα για την κουζίνα. Αίν.: «Άρκλα, πανάρκλα, κόρη παίζει μέσα. Τι είναι;» (Τα μάτια – Βέροια) Αραβαντ.: άρκλα η: πινάκιον τροφών κεκλεισμένον διά πώματος | < λατιν. arcula.

αρκουδιάρης ο & αρκουδιάρισσα η: αυτός που εκγυμνάζει αρκούδες και τις παρουσιάζει ως θέαμα στους δρόμους, σε πανηγύρια κτλ. Σαν αρκούδα από τις παλιές, που τις περιέφεραν οι αρκουδιάρηδες στις γειτονιές. Η εμφάνιση των αρκουδιάρηδων αναστάτωσε ευχάριστα τους ρυθμούς της πόλης. Πώς κοιμάται η Αλίκη με τον Παπαμιχαήλ; Πώς φιλάει ο Αλεξανδράκης την Τζένη Καρέζη; Με αυτά και άλλα ευτράπελα παραγγέλματα πρόσταζαν οι αρκουδιάρηδες. Παπαγ.: Τόν ρκουδιάρη τόν θέλεις ρκουδιάρη, δέν μπορες νά σκέφτεσαι τι εναι πάλληλος τραπέζης πού τίς λεύθερες ρες του βγάζει σεργιάνι τήν ρκούδα. Παρ.: «Ό,τι κάνει ο αρκουδιάρης το κάνει κι η μαϊμού του.» | < αρκούδα < μσν. αρκούδα < αρκούδ(ιν).

αρμάζω: ερμάζω μαζεύω, συγκεντρώνω, τακτοποιώ. Τι να κάνω και τι ν᾿ αρμάξω. Παρ.: «Τάζω τ᾿ αμπέλια μου για ν᾿ αρμάσω τα παιδιά μου | < πιθ. < μαζεύω.

αρμαθιά η & αρμάθα η: αριθμός, σύνολο όμοιων ή ομοειδών πραγμάτων μικρών διαστάσεων, που είναι περασμένα (στη σειρά) από νήμα, σύρμα κτλ., ο ορμαθός. Καζαντζακ.: …μια αρμαθιά κυδώνια κρέμουνταν από ένα δοκάρι, είχαν αρχίσει να σαπίζουν κι όλο το κελί μοσκομύριζε κυδώνι και κυπαρισσόξυλο. Πβ. Παπαδ.: Κατόπι στν ρμάθα τν γραιν, / στν λυσίδα τν νυφάδων, στν παιδιν τ σύννεφο / θελα ν τρέξω κ᾿ γώ, / ν περπατήσω ρες κα ν φτάσω. Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ᾿ όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα. -Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκουρού ! … η χαρχαλού, η πετειναρού !.. η μουρλουλού, η ζουρλουλού ! Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ού.» | < αρμάθι < ορμάθι < υποκορ. του αρχ. ελλ. ορμαθός.

αρμαθιάζω: βάζω σε αρμαθιές. Γκοτζ.: Ξερομερίτισσες στεγνές απ᾿ τα καπνά, της γης φαρμάκι, π᾿ αρμαθιάζαν, θησαυρό τους. Παπαδ.: …ο Χριστοδουλής τα έκοπτεν ασπλάχνως, ανά δύο και τρία, μεμειγμένα με χόρτα, και τα εστοίβαζεν επί της ωλένης της χειρός του, μεταβαίνων από βουρλιάν εις βουρλιάν, βλέπων τα βούρλα και αναστενάζων, διατί να μην έχει αλιεύσει με τας χείρας του τόσες πέρκες, και τριγλία, όσα βούρλα έβλεπε, και διατί να μη δύναται να χρησιμοποιήσει ταύτα όπως ορμαθιάσει εκείνα. Δημ.: Ανάμεσα τρεις θάλασσες, πύργος θεμελιωμένος / κι επάνω κόρη κάθονταν και τα φλουριά αρμαθιάζει | < Βλ. & αρμαθιά η.

αρμάνι το: ορμάνι, βλ. λ.

άρματα τα: όπλα, η στρατιωτική δύναμη, η ισχύς· θωρακισμένα πολεμικα αυτοκίνητα οχήματα· η πολεμική, επίσημη φορεσιά. Μακιαβ..: …κι όποιος καλοπρόσεξε τις ανατροπές των βασίλειων και τους αφανισμούς των χωρών και των πολιτειών, άλλην αιτία δε βρήκε που γινήκανε παρ᾿ εκτός ότι λείψανε τα άρματα ή το μυαλό (Κονδύλ.) Παρ.: «Όλοι μιλούν για τ᾿ άρματα κι ο Γιάννης για την πίτα.» | < αρχ. ελλ. άρμα.

αρμάτα η: η καλή φορεσιά, τα καλά, πολυτελη ρούχα και κοσμήματα· η λαμπρή, καλή αρματωσιά. Παρ.: «Η αρμάτα βγάζει νιάτα.», «Του νιού πρέπουν τα νιάτα, του γέρου η αρμάτα

άρματο το: το ρούχο, ό,τι φοράμε στο σώμα μας.

αρματώνω & αρματώνωμαι: εξοπλίζω. Παρ.: «Η χήρα καράβι κι αν αρμάτωσε, πάλι χήρα την είπανε.» Βλ. & άρματα τα.

αρματωσιά η: τα άρματα, οπλισμός, φορεσιά. Εφτ.: Ξάστραψαν τα σπαθιά κ᾿ οι αρματωσιές από τα φώτα των πολυελαίων καθώς πρόβαλαν οι στρατιώτες και χυμίξανε μέσα. Καρκ.: Έβγαλεν ακόμη ένα πιτούρι κι ένα πισιλί από γαλάζιο πανί· ένα ζουνάρι και άλλα χίλια μύρια των Kαραγκούνηδων τα γιορτινά αλλαξίμια και των γυναικών τις πολύτιμες αρματωσές. Βλ. & άρματα τα.

αρμεγή η: το άρμεγμα, η ώρα που αρμέγουν.

αρμένι το: αγριολούλουδο που μοιάζει με χαμομήλι, χαμομήλι. Κάτω από το προσκέφαλο της τοποθετούν «τ᾿ αρμένια», δηλαδή χαμομήλι, που το μαζεύουν στα γενέθλια του Ιωάννου του Προδρόμου και θυμίαμα. Η λεχώνα για να μη φέρη απότομα γάλα δεν έτρωγε κρέας.

αρμενίζω: ταξιδεύω στη θάλασσα, πλέω, πορεύομαι. Παπαδιαμάντ: …η λωρίς αύτη έβαινε στενουμένη έως του Αργύρη του Μπαρμπαπαναγιώτη τον ανεμόμυλον, όστις με την αενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερή πτέρυγά του με τα τριγωνικά ιστία, εφαίνετο ως να προεκάλει τα εν τω λιμένι ηγκυροβολημένα πλοία, λέγων προς αυτά: «Να, εγώ αρμενίζω και στη στεριά!.» Σ. Μάλαμ.: Τα βράδια είναι ατέλειωτοι αιώνες μαζεμένοι / μέσα στον ύπνο το βαθύ πολυταξιδεμένοι / άλλοι γυρνάνε με το νου και άλλοι στα εμπόδια / άλλοι ψηλά αρμενίζουνε έχουν φτερά στα πόδια. Μακρ.: Δι ν γνωρίσω τί τρέχει κα μ τί δικαιοσύνη θ᾿ ρμενίσωμεν κανα τν κουτ κ᾿ δειχνα κι᾿ φοσίωσιν πολλή. Παρ.: «Αρμένιζε ανάλογα με τον καιρό.», «Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν.» | < αρμεν-ίζω < αρχ. ελλ. άρμενον.

άρμενο το: το πανί του πλοίου, ιστίο.

άρμη η & άλμη η: νερό με αλάτι, σαλαμούρα· λεπτό στρώμα αλατιού που δημιουργείται πάνω σε διάφορες επιφάνειες ύστερα από την εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Η καλύτερη συντήρηση για τη φέτα είναι μέσα σε άλμη. Παπαδ.: Κα πο ν βρίσκεσαι σ μι σκάφη μεσάνυχτα, ν σ χορεύ θάλασσα, ν σ δέρν μπόρα, ν στάζς ρμη κ δρωτα κι φρό, κα νά χς τν ψυχ στ δόντια! | < μσν. άρμη < αρχ. ελλ. ἅλμη. Βλ. & πουδονάρι το.

αρμιά η: άρμη ή άλμη, διάλυμα με αλάτι, που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση τροφίμων. Έτσι παστώνανε τα κρέατα, κάνανε τα φρούτα γλυκά του κουταλιού ή μαρμελάδες, τα λάχανα σε αρμιά και άλλα διάφορα. Η αρμιά όπως είναι γνωστό είναι το κύριο συστατικό για τα γιαπράκια, το εθνικό φαι της Κοζάνης, μετά τους κεφτέδες και τα κιχιά | < μσν. άρμη < αρχ. ελλ. άλμη.

Αρμιόνη η: Ερμιόνη.

αρμός ο: η συναρμογή, σύνδεση, συνένωση, δύο αντικειμένων κατά ένα τμήμα της επιφάνειάς τους, άρθρωση, σύνδεσμος· η σχισμή ή το κενό διάστημα στο σημείο σύνδεσης των επιφανειών. Διαστελλόμενο κορδόνι νατριούχου μπεντονίτη συμβατό με άλατα, για αρμούς διακοπής σκυροδέτησης. Αρμοί διακοπής εργασίας σε υποστυλώματα. Νανοτεχνολογία για τσιμέντο, επιχρίσματα, αρμούς, πέτρες, εσωτερικούς ή εξωτερικούς τοίχους. Καθαριστικό για αρμούς πλακιδίων | < αρχ. ελλ. ἁρμός. Βλ. & λιθάρι το.

αρνάδα η: το θηλυκό αρνί, αμνάδα | < αρνί. Βλ. & κατσικάδα η.

αρνάρι το: η λίμα, εργαλείο με ανώμαλη επιφάνεια που χρησιμοποιείται για τη λείανση ή τη λέπτυνση επιφανειών ή αντικειμένων. Τα εργαλεία του πεταλωτή ήταν: το «σατράνι»,(ήταν γυριστή λεπίδα πολύ κοφτερή με χερούλι), το «καλιγοσφύρι», η «τανάλια»,(που έπιαναν τα πέταλα), το «αρνάρι» (ήταν φαρδιά λίμα, ράσπα την λέγανε, για το λιμάρισμα των νυχιών).

αρνεύω & αρνάρω: χρησιμοποιώ το αρνάρι, λιμάρω. Το άλλο πόδι το σήκωνε ο βοηθός ή ο ιδιοκτήτης και το «αρνεύαμε» (λιμάραμε), για να έρθει στα ίσα με το πέταλο και να ομορφήνει, γινότανε κούπα! Βλ. & αρνάρι το.

αρνέκι το: δείγμα γυναικείου εργόχειρου· υπόδειγμα εργόχειρου για αντιγραφή (ιδίως στα τσιγκελωτά) | < πιθ. τουρκ. arnek: δείγμα, πηγή.

αρνίθι το & ορνίθι το: η όρνιθα, η κότα, το κοτόπουλο. Θερμική καταπόνηση και βιταμίνη C σε παχυνόμενα ορνίθια. Η χρήση της ρίγανης στη διατροφή των κρεοπαραγωγών ορνιθίων. Παπαδ.: Δν πρόφθασεν γραα ν σο ποκριθ τι αριον, τώρα, τ ταχύ, ταν λαλήσ τ᾿ ρνίθι θ σ πάρ ν πτε στ καμίνι κα σ πεκοιμήθης δη. – Τν χειμνα το τους 19…, ταν εχαν πατήσει τν αλν ρνιθοκλόποι δι νυκτός, κα τς εχαν κλέψει 26 κεφάλια ρνίθια. Δημ.: Κυρά, τ᾿ αρνίθια δε λαλούν, καμπάνες δε σημαίνουν, / κι η εδική σου εκκλησιά νε ψέλνει, νε σημαίνει. Ελύτ.: Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ᾿ αγκάθια / Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια / Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς. Παρ.: «Δεν πεθαίνει ο αετός ποτέ του σαν αρνίθι», «Όποιος έχει ορνίθια, με την αλουπού μαλώνει.» | < αρχ. ελλ. όρνις.

αρπάγι το: αρπάγη, αγκύλι, ο γάντζος· αλιευτικό εργαλείο· απόχη. Παλαμ.: και τ’ αρπάγια δε με πιάνουν της σκλαβιάς. Παπαδ.: -Τσούλα, γάπη μου! σ παντρεύουν; Τ μαθα λα!… Πάρε ατν τν σκάλα πο σο ρριξα… ξετύλιξέ την… κάρφωσέ την καλά, κα τ δυ τ᾿ ρπάγια της στ ρίζα το χονδρο σχοίνου! | < ελνστ. ἁρπάγιον. Βλ. & χλαίνα η.

αρραβωνιάρης ο & αρραβωνιάρα η: αρραβωνιαστικός. Τσιφ.: Φόραγε κιόλας το κρεμεζί του ράσο το δογικό, αρραβωνιάρης της θάλασσας, επίσημος με δαχτυλίδι.

αρσίζης ο & ασίζης ο: αναίσχυντος, αναιδής, ανήσυχος, ζωηρός. Αρσίζικο βγήκε το παιδί μας | < τουρκ. arsiz.

αρταίνω & αρταίνομαι: δίνω σε κάποιον να φάει απαγορευμένη τροφή σε καιρό νηστείας: Γιατί άρτυσες το παιδί πριν μεταλάβει;·προσθέτω στο πρόχειρο ή στο συνηθισμένο φαΐ κάτι γευστικό (συνήθ. καρυκεύματα) για να το κάνω νοστιμότερο· παραβαίνω τη θρησκευτική νηστεία τρώγοντας απαγορευμένες τροφές: Aρτύθηκα και δεν μπορώ να κοινωνήσω. Έφαγε αρτυμένο φαΐ και πήγε να μεταλάβει. Γκοτζ.: – Τρως μια χαψιά ψωμί στο σπίτι της, τρως μια χουλιαρά φαΐ και σου πιάνεται. Ξέρει και τ᾿ αρταίνει, δεν είναι σφιχτή. Παρ.: «Αν αρτυθείς να είν᾿ αρνί, αν κλέψεις ναν᾿ χρυσάφι κι αν αγαπήσεις και καμιά, να τη ζηλεύει η γειτονιά.» | < μσν. αρτ(ώ) μεταπλ. -αίνω < αρχ. ἀρτ(ύω): μαρινάρω κρέας.

άρτζι μπούρτζι και λουλάς: η φράση δηλώνει ακαταστασία, ανακατωσούρα, ανοργανωσιά. Τσιφ.: …περί το μεσημεράκι, πάει ο αυτοκράτορας, είχε γίνει άρτζι μπούρτζι και λουλάς η αυτοκρατορία. Βλ. & λουλάς ο.

αρτιρνώ & αρτιρίζω: αρχίζω να ξετυλίγω, ξηλώνω νήμα ή σκοινί, περισσεύω, πλεονάζω, προεξέχω, είμαι φαρδύς, μπόλικος. ΦΡ. Αν δεν φτάσει, ας αρτιρίσει. Λ.χ. Το τραπεζομάντιλο αρτιρνάει ή αρτιρνούσε το κουβάρι. Ηπίτ.: αρτίρδισμα το: προσθήκη τιμής εις το μεζάτι, πλειστηριασμός, υπερθεματισμός, υπερθεμάτισις και αρτιρδίζω: υπερθεματίζω, υπερβάλλω, προσθέτω τιμή εις το μεζάτι, πλειστηριάζω. Κουκ.: άρτικ: περισσεύων, υπόλοιπος, τέλος πάντων, άι λοιπόν (artik)· ο ίδιος καταγράφει και το αρτιρντίζω: αυξάνω την τιμή, υπερθεματίζω, αξιώ υπέρ το δέον, κάμνω θόρυβον, παρακάμνω, πολλαπλασιάζω (< τουρκ. artimak) | < Αραβαντ.: αρτιρίζει: περισσεύει, πλεονάζει· υπέρ το άρτιον ή τουρκ. artik: υπόλοιπο.

αρτυμή η: μη νηστίσιμο φαγητό. Παρ.: «Πότε αυγά, πότε τυρί δεν μας λείπει η αρτυμή.». Άρτα, αρτυμή του κόσμου | < αρχ. ελλ. ρήμα αρτύω > αρτύνω > αρτυσιά > αρτυμή. ἄρτῡμα, το: καρύκευμα, σάλτσα, μπαχαρικό.

αρύς -ιά -ύ: αραιός. Αρύ ύφασμα, μείγμα.

αρύς -ιά -ύ: επιθ. αραιός. Αρύ μαλλί, ύφασμα· αριώνω: αραιώνω. Πβ. Γκοτζ.: Εκείνες τις ώρες ήταν ήσυχος και ταπεινός, με το αριό του το γενάκι, με το κεφάλι σκυμμένο | αρχ. ελλ. ἀραιός, -ά, -όν: αραιός, λεπτός, στενός, ελαφρός, λίγος, ισχνός, ψιλός, Λατ. tenuis. Βλ. & επίρρ. αριά.

αρφανός ο -η -ο: ορφανός. Παρ.: «Αρφανή στα σπάργανα και στο στεφάνι χήρα.» | < αρχ. ελλ. ὀρφανός.

αρχάνω: δροσίζομαι (Κοζάνη).

αρχιδοκρέμαση η: λέγεται για ηλικιωμένο χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα· η κήλη.

αρχινώ: αρχίζω. Δημ.: Σαν αρχινήσω και σου πω παινέματα και χάρες / από τα νύχια ως την κορφή, σου βρίσκω νοστιμάδες. Βλ. & διπλαριά η.

αρχονταίνω: γίνομαι, φαίνομαι άρχοντας, αρχοντοστολισμένος, μεγάλος, μεγαλοπιάνομαι. Παρ.: «Που πεινά για ν᾿ αρχονταίνει, μόνο η πείνα τ᾿ απομένει.», «Σαν αρχοντήνει ο άνθρωπος, θαμπώνεται το φως του, και δεν γνωρίζει το φτωχό, αν είναι κι αδελφός του.» Βλ. & αντιπροψές.

αρχοντιλίκι το: η αρχοντιά, αρχοντική καταγωγή. Τσιφ.: Όπως γίνεται πάντα -ψέμματα να μη λέμε- υπάρχουν μερικοί κακοί Έλληνες. Άρχοντες. Όχι όλοι. Είναι τούτοι, που για να κρατήσουν το αρχοντιλίκι, την περιουσία τους, την καλοπέρασή τους, γίνανε φίλοι και υπηρέτες του κατακτητή. Καμιά φορά και προδότες.

αρχοντολόι το: οι άρχοντες, οι κεφαλές ενός τόπου. Παπαδιαμάντ: Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ᾿ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Βλ. & ροβολώ.

αρχότη η & αρχότι το: δροσιά, η δροσερή σκιά, αεράκι, η ευχάριστη ψύχρα, η δροσερή θερμοκρασία. Πιάσαμε τ᾿ αρχότι.

αρρωστιά η: αρρώστεια. Παρ.: «Η κακή η συντροφιά φέρνει αγιάτρευτη αρρωστιά.» Δημ.: Πέφτω σ᾿ αρρωστιά, σε κίνδυνο μεγάλο / κράζω το γιατρό, τον πόνο μου να γιάνει / με τον έβαλε μιας χήρας μαυρομάτα | < μσν. αρρώστια < αρχ. ελλ. ἀρρωστία.

αρωτώ: ερωτώ, ρωτώ. Πάλλ.: Μον σύρε εκεί το Νέστορα κι αρώτα, Πάτροκλέ μου, / ποιόν τάχα αυτόν απ᾿ τη σφαγή να φέρνει λαβωμένο;

ασαράντιστος ο -η -ο & ασαράντιγος -η – ο: που δεν έχει κλείσει σαράντα μέρες. Εάν συναντηθούν δύο ασαράντιστες, για να τους ζήσουν τα μωρά πρέπει να αλλάξουν σημάδια (δακτυλίδια ή καλτσοδέτες). Τα σημάδια θα τα κρατήσουν έως ότου διαβαστούν. Παρ.: «Ασαράντιγο παιδί σαν αλεύκαντο πανί.» Βλ. σαραντίζω.

ασαράφλιαστος -η -ο: ασυλλόγιστος, άσκαστος, που δε νοιάζεται, χωρίς έγνοιες και φροντίδες· επίρρ.: ασαράφλιαστα: ασυλλόγιστα, χωρίς πολλή σκέψη.

ασημοκάντηλο το: ασημένιο καντήλι. Παπαδ.: ριστερ στ τέμπλο στέκεται / εκόνα σου μεγάλη θεωρς / λη σημένια λη, Παναγία μου, / μ τ᾿ σημοκάντηλά της.

ασημόκουπα η: ασημένια κούπα. Δημ.: Να γένω γης να με πατάς, γιοφύρι να διαβαίνεις, / να γένω κι ασημόκουπα, να πίνεις το κρασί σου, / εσύ να πίνεις το κρασί, κι εγώ να λάμπω μέσα.

ασημώνω: καλύπτω με ασήμι, επαργυρώνω· πληρώνω, δίνω χρήματα, (ασημένια) νομίσματα, ως κέρασμα, φιλοδώρημα. Ασήμωσε την εικόνα της Παναγιάς. Ο πεθερός ασήμωσε τη νύφη. Ο νονός ασήμωσε το βαφτιστήρι του.

ασίκης ο & ασίκισσα η: λεβέντης, παλικάρι· παλικαράς· πλανόδιος καλλιτέχνης, μουσικός. Παπαδιαμάντ: . Τ πάγγελμα τοτο δν τν μπόδιζε ν εναι καλλωπιστής, λας τς Κυριακς κα τς ορτάς, θεωρούμενος ς σίκης, ραος νέος. Βεβαίως, ν τον λλη καμμι «μερακλίδισσα» «σίκισσα», νάμεσα ες τς νέας το θαλασσινο χωρίου, τον κ᾿ ρχοντούλα, τν ποίαν Γιαννάκης, χλωμήν, λεπτήν, μελαχροινήν, γάπησεν χι δι κάλλος προκλητικόν, λλ᾿ π μυστηριώδη λξιν κα όριστον ψυχικν συνάφειαν. Πάλλ.: Κι αυτός ποιός είναι ο Δαναός, ο αψηλός κι ασίκης, / που στο κεφάλι ξεπερνάει τους άλλους και στους ώμους; O απλός λαός θεωρούσε τους ασίκηδες σοφούς και αγνούς ανθρώπους. Οι Ασίκηδες σχετίζονται με το τάγμα των περιστρεφόμενων δερβίσηδων. Οι ασίκηδες είναι οι περιπλανώμενοι λαϊκοί καλλιτέχνες της Ανατολίας, που εκπροσωπούν τη γνήσια λαϊκή μουσική | < τουρκ. aşιk: ερωτευμένος, λαϊκός τραγουδιστής (από τα αραβ.) -ης· ασίκ(ης) -ισσα. Βλ. & λογιάζω, μπόλια η.

ασκαίνομαι: σιχαίνομαι, αορ. ασκέθκα, σιχάθηκα, μπούχτισα, βαρέθηκα, αηδίασα. Μτχ. ασκισιάρης, ο σιχασιάρης, ο υποχόνδριος | < ελνστ. σικχαίνω.

άσκαστος ο: αυτό που δεν σκάει, δε στενοχωριέται για τίποτα, που πέρασε χωρίς βάσανα, σκασίλες, έγνοιες, φροντίδες, κόπους. Είμαστε κι εμείς οι άσκαστοι που παρά τα όσα γίνονται ξυπνάμε και λέμε ότι η ζωή είναι ωραία. Βρέθηκε άσκαστη βόμβα του Β᾿ Παγκοσμίου Πολέμου! Είναι άσκαστος, θα ζήσει εκατό χρόνια.

ασκέρι το: στράτευμα, τμήμα στρατού, πλήθος στρατιωτών ή ενόπλων· όχλος, συρφετός, πολυμελής ομάδα. Τουρκικά ασκέρια θέλει ο Ντ. στη Συρία. Δημοτικές Εκλογές – Κόμματα ασύνταχτα ασκέρια! Παπαδ.: Τν μέραν κείνην, κα τς λλας μέρας τς ρχς το αρος, καραβάνια γυναικν, σκέρια, φουστα γυναικν, νερπον, νέβαινον, νήρχοντο πάνω στν ρεματιάν. Περρ.: Ω, βεζύρ πασά, αν έχεις κι άλλο ασκέρι ωσάν αυτό στείλε το, ημείς ούτε τα φυσέκια ακόμη ετελειώσαμεν, ούτε η όρεξίς μας ελιγόστευσε από το να σκοτώνομεν Τούρκους | < τουρκ. asker -ι. Βλ. & έβγα το., ζορμπάς ο, κιοτεύω, μολεύω, κοντό το.

άσκεφτος ο -η -ο: που δε σκέφτεται, δεν προνοεί. Παρ.: «Άσκεφτος ο νους, διπλός ο κόπος.», «Γέλιο άσκοπο, μυαλό άσκεφτο

ασκηταριό το: η καλύβα του ασκητή· σκήτη, το ασκητήριο. Το ασκηταριό του Αγίου Βασιλείου είναι σπηλαιώδης ιερή κατασκευή, μεγάλης πνευματικής σημασίας. Δημ.: – Μα το σταυρό, κυρά μου, μα την Παναγιά, / εγώ δεν είμαι Τούρκος ουδέ Κόνιαρος / είμαι καλογεράκι απ᾿ ασκηταριό.

ασκητεύω: ζω σαν ασκητής, ερημίτης, μοναχός που ζει απομονωμένος σε σκήτη. Λιτανεία στο Μοναστήρι που ασκήτεψε η Οσία Σοφία. Δημ.: Δώδεκα χρόνους έχω, όπ᾿ ασκήτευα, / χορτάρι εβοσκούσα, σαν το πρόβατο, / κι ήρθα να πάρω λάδι για τις εκκλησιές.

ασκί το & ασκός ο: δερμάτινο σακούλι. Ανοίγω τους ασκούς του Aιόλου: δημιουργώ μια κατάσταση που μπορεί να έχει απρόβλεπτη και ανεξέλεγκτη εξέλιξη· Ο μυθικός Αίολος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του και τους άφηνε μετά από εντολή του Δία. Τ᾿ ασκιά ή δερμάτια ή τομάρια, ή τομαράκια, ή τουλούμια, φτιαγμένα από αρνοτόμαρα ή κατσικοτόμαρα. Μέσα σ᾿ αυτό βάζουν το τυρί που θα κρατήσουν για το κονάκι η θα το πουλήσουν στο παζάρι. Μακρ.: Τος σουρτούκηδες τος γέλαγε Βαλλιάνος μ᾿ σκι γιομάτα γέρα κι᾿ π τ λλο μέρος παιρνε χρήματα που ερισκε κι᾿ πάταγε πολλούς. Παρ.: «Από γουρνασκί ούτε κρασί ούτε τυρί..» Καββ.: Το θεο τ σκί, το Αόλου, μς σκορπάει κατ διαόλου. Παρ.: «Όταν χτυπιώνται δυό ασκιά, έν᾿ απ᾿ τα δυό θα σπάσει.» | < ασκίον < μσν. ασκίν < αρχ. ελλ. ασκός.

ασλάνι το: λιοντάρι, μτφ. ασλάνης ο: γενναίος, ανδρείος, θαρραλέος άντρας· παλιό ασημένιο νόμισμα της Πολωνίας με παραστάσεις λιονταριών, το οποίο κυκλοφορούσε στην οθωμανική αυτοκρατορία. Ο,τι κινδύνευσε να χάσει ο Παναθηναϊκός από την κακή του απόδοση, το έσωσε ο Α. Α. (1-0), που ήταν χτες το… ασλάνι. Κουκ.: ασλάνης ο: λέων, ανδρείος. Ρήγας: Του Μισιργιού ασλάνια, για πρώτη σας δουλιά, / Δικόν σας ένα μπέη, κάμετε Bασιλιά | < τουρκ. aslan.

ασμπούριστος -η -ο: επιθ. λέγεται μτφ. ο ακοινώνητος, αυτός που συναναστρέφεται δύσκολα τους ανθρώπους, αδιάφορος, άπειρος σε κοινωνικές συναναστροφές, ακοινώνητος, αμίλητος, χωρίς τρόπους, άσμιγος, απότομος στη συμπεριφορά. Σιδ.: Ποτέ όμως δεν τον είδε απότομο κι ασμπούριστο. Μ’ όλους ήταν καλόκαρδος κι ένα πραγματικό γκισέμι στο «ποίμνιό» του | < σμπουρνώ: χτυπώ κάποιον με το κεφάλι, με τα κέρατα, λέγεται κυρίως για ζώα < σερβ. ajbor (;).

άσπορος -η -ο & άσπειρος: χωρίς να σπείρει, δίχως σπορά στο χωράφι, άσπαρτος. Βυζαντ. Παρ.: «Άσπορος αγρός, αμέριμνος οικονόμος.» Βλ. & άθερος ο.

ασπράδι το: άσπρο πράγμα, σημάδι, σχήμα, στίγμα· το λεύκωμα του αυγού, το άσπρο υδαρές περίβλημα μέσα στο οποίο υπάρχει ο κρόκος· ο άσπρος αδιαφανής χιτώνας του βολβού του ματιού. Ο σκληρός χιτώνας ή ασπράδι του ματιού, περιβάλλει τον κερατοειδή και καλύπτεται από μια λεπτή, διάφανη μεμβράνη, τον επιπεφυκότα, που σκεπάζει και το εσωτερικό των βλεφάρων. Οι πρωτεΐνες στο ασπράδι του αυγού | < μσν. ασπράδι < άσπρ(ος) -άδι.

άσπρο το: ασημένιο νόμισμα. Παρ. «Άσπρα στο πουγγί, ψάρια στο βουνί» και «Τ᾿ άσπρα για τις μαύρες μέρες.», «Η γριά έδωκε ένα άσπρο για να μπει στο χορό και για να βγει δέκα.», «Τ’ άσπρα κατεβάζουν τα’ άστρα.», «Καλά γαμείς, καλόγερε. Με τ’ άσπρα μου ο καημένος.» Παπαδ.: Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν | < μσν. άσπρο(ν): άσπρο νόμισμα, νόμισμα μικρής αξίας < πληθ. άσπρα < λατ. aspra: πρόσφατα νομίσματα. Βλ. & γκαμήλα η, κορδώνομαι.

αστάρι το: υλικό με το οποίο καλύπτουν μια επιφάνεια, που πρόκειται να ελαιοχρωματιστεί, να βαφτεί. Το αστάρι μετάλλων είναι υψηλής ποιότητας ταχυστέγνωτο υπόστρωμα βερνικοχρωμάτων κατάλληλο για μεταλλικές επιφάνειες. Υποστρώματα & αστάρια και πολλά άλλα είδη σε μεγάλη γκάμα και απίστευτες τιμές. Κουκ.: αστάρι το: υπόραμμα, φόδρα (astar), κατά τινά ετυμολογίαν είναι η ελληνική λέξη ιστάριον | πιθ. < τουρκ. astar ή < αρχ. ελλ. ιστάριον, υποκορ. του ιστός.

αστοχιά η & αστόχια η: αποτυχία, αρρώστια. Αστοχιά στο λόγο μου! Παπαδ.:Τν ρα πο λέει ατν τ λόγο παπάς, τν ρμηνεύει ν π μέσα της τρες φορές: «στοχι στ λόγο σου, παπά μ, δάκω τ γλσσά σου!»

αστοχώ & ξαστοχώ: ξεχνώ, λησμονώ, παραβλέπω, δεν θυμάμαι, παραλείπω, παθήτ. ξαστοχιέμαι· μτχ. αστοχημένος: αυτός που ξεχνάει. Παπαευαγγ.: Τ΄γράπώνει η Μήτρους κι αιπάν που έβγαζαν τα τζιούβια (απαυτώνονταν), αστόησαν τα φασούλια κι τσίκνισαν. Παπαδ.: Ν μν στοχήσς ν ψωνίσς κ φωτίκια π᾿ τ μετόχι τ᾿ γιου Τάφου, στν Πόλη, π᾿ τν Γιορδάνη ποταμό. Ν φέρ᾿ς κ «τς Παναϊς τ φιλί.» Μακρ.: …πῆρε καὶ καμμιὰ ὀγδοηνταριὰ χιλιάδες δραχμὲς ἀπὸ τὴν Κυβέρν ηση – γύρισε μὲ τοὺς ξένους κι᾿ ἀστόχησε τὴν Τρίτη Σεπτεβρίου. Σεφ.: Με τους καινούργιους ροδαμούς / οι γέροντες αστόχησαν / κι όλα τα παραδώσανε / αγγόνια και δισέγγονα / και τα χωράφια τα βαθιά / και τα βουνά τα πράσινα / και την αγάπη και το βιος / τη σπλάχνιση και τη σκεπή / και ποταμούς και θάλασσα. Ελύτ.: Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος / Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο / Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν! Δημ.: Κ᾿ εμένα ο νους μου τό βαλε, παντρεύουν την καλή μου, / με κάποιον άλλον τη βλογούν κ᾿ εκείνη δεν τον θέλει, / παντρευαρραβωνιάζουν την κ᾿ εμένα μ᾿ αστοχούνε | < ελνστ. αστοχώ.

αστραπόβροντο: αστραπή και βροντή. Αυγουστιάτικη καταιγίδα με αστραπόβροντα. Οι πανίσχυρες αυτές καταιγίδες συνοδεύονται από αστραπόβροντα, θυελλώδεις ανέμους κατά τόπους, αλλά και χαλάζι. Παρ.: «Αστραπόβροντο όντ᾿ ακούσεις, τα πουλιά σου μην τ᾿αφήνεις.»

αστρέχα η: η άκρη της σκεπής ενός σπιτιού, διαδρομή στην οποία τρέχουν τα νερά της βροχής, υδρορροή. Λέγεται, επίσης, ο χώρος μεταξύ του τοίχου και του τμήματος της στέγης που προεξέχει, το μέρος που δεν το πιάνουν τα νερά της βροχής. Μτφ. σημαίνει τον στεγασμένο, προφυλαγμένο χώρο. ΦΡ. Έβαλε το κεφάλι του κάτω από την αστρέχα: είναι στοιχειωδώς ασφαλής, προφυλαγμένος. Γκοτζ.: Ήταν απάνου απ᾿ το καλύβι μας αυτή, στην ευρύχωρη κοιλότητα που εσχημάτιζε αποκάτου της μια πέτρα, απ᾿ όπου άρχιζε άλλος πάλι μικρός τοίχος, υψωμένος ως ένα μέτρου πάνου απ᾿ την οστρέχα, ίσα ίσα για να τη χωρίζει από τη γύρω της περιοχή. Καρκ.: Tο φως της ημέρας ήρθεν αργά, λογχίζοντας τ᾿ ακάρφωτα ξυλοκεράμιδα της σκεπής και τις ορθάνοιχτες αστρέχες ...με τα σκοτεινά και ορθάνοιχα σαν άσαρκες σαγόνες χάσματα των αστρεχών – Άρχισε λοιπόν αμέσως να γυρίζη εδώ κι εκεί ακούραστος, να κοιτάζη άγρυπνος παντού, χάμω στη γη και ψηλά στον αιθέρα, στις κούφιες αστρέχες είτε στη σκεπή επάνω είτε στου τοίχου τις τρύπες, ανήσυχος μήπως εύρη έξοδο και φύγη απ᾿ εκεί ο φοβερός βρυκόλακας. Πβ. Δεν έχουμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας | αστρέχα < όστρακα < αρχ. όστρακον < ή από το σλαβ. streha.

άστρι το: άστρο, αστέρι. Δημ.: Ποιός σ΄ το΄ πε, δεντρουλάκι μου, / δε σ΄αγαπώ, πουλάκι μου; Αν σ΄ το΄ πε ο ήλιος να σβηστεί, / τ΄ άστρι να μην ξημερωθεί…Η Τρίτη, η μικρότερη, / κι απ᾿ όλες διαβολότερη / κεντούσε το κανάρι. / Τ᾿ άστρι και το φεγγάρι. – Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι· / κοιμήσου, που να σε χαρεί ο νιος που θα σε πάρει | < μσν. αστρίον ελνστ. ἄστριον: αρχιτεκτονικό στολίδι < υποκορ. του αρχ. ἄστρον. Βλ. & κανακεύω, βιγλίζω.

αστρίτης ο: είδος μικρού δηλητηριώδους φιδιού που συγγενεύει με την οχιά και ζει σε ξερά και ηλιόλουστα μέρη με αραιή βλάστηση. Οι αστρίτες, οι οχιές και οι πύθωνες βρίσκονται ανάμεσα στα φίδια που μειώνονται. Δημ.: Φίδια στρώνει το φάρο της κι οχιές τον καλιγώνει, / και τους αστρίτες τους κακούς τους βάνει φτερνιστήρια | < άστρ(ο) -ίτης.

αστροπελέκι το: ο κεραυνός· μτφ. ο βλάκας, ανόητος, μειωμένης αντίληπτικής ικανότητας, που πετάει μπαρούφες. Αστροπελέκια στο σκοτάδι. Αστραπόβροντα και αστροπελέκια. Πάλλ.: Μα αν δεν πειστεί στα λόγια μου κι αψήφιστα σ᾿ ακούσει, / ας λογαριάσει κι ας σκεφτεί πως, δυνατός κι αν είναι, / δεν έχει να μ᾿ αντισταθεί σαν πιάσω αστροπελέκι. Το αστροπελέκι ξαναχτύπησε: Η συνέντευξη της Ρ. Κ. στο Bloomberg, για γέλια ή για κλάματα; Παρ.: «Όσες φορές βροντά δεν πέφτει αστροπελέκι | < μσν. αστροπελέκι(ν) < αστραποπελέκιν (Πβ. μσν. στραποπελέκιν) < αστραπ(ή) -ο- + πελέκι(ν).

αστροφεγγιά η: ξάστερη νύχτα, νύχτα που φωτίζεται μόνο από την έντονη λάμψη των άστρων· ξαστεριά. Οι αστροφεγγιές και τα θερινά σινεμά αποτελούν μια κάπως μακρινή ανάμνηση. Τίτλος τηλεοπτικής σειράς: Αστροφεγγιά. Δημ.: Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια, / νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι. Παπαδ.: το λάμπουσα στροφεγγιά, δ σελήνη φθίνουσα μελλε πρς ρθρον ν᾿ νατείλ. Ελύτ.: Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή / Και πίσω απ᾿ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη.

ασύριστος ο: άπειρος, άβγαλτος, αφελής. Ασύριστο πουλί: το άπειρο, μικρό παιδί, πουλί που δεν κελάηδησε ακόμη, νεοσσός (Κοζάνη).

ασφάκα η: είδος θαμνώδους φυτού. Η Φλωμίς, κοινώς ασφάκα, με τον πολυπληθή πληθυσμό στους λόφους, ειδικά ανατολική Αττική όπου κυριαρχεί, ομορφαίνει και ντύνει την άνοιξη τις βραχώδες περιοχές στο χρώμα του κίτρινου. Από πίσω απ᾿ την ασφάκα, αυγά έκλωθε κάποια πάπια. (γλωσσωδέτης) | < ελνστ. ὁ σφάκ(ος).

ασχημίζω: ασχημαίνω, αχαραίνω. Τα μπροστινά μου ούλα είναι στραβά και ασχημίζουν το χαμόγελο μου. Το κακό ασχημίζει τη ζωή. Παρ.: «Η κόρη κι αν ασχήμισε τα μαύρα μάτια τάχει.»

άσωτος -η -ο & άσωστος: ατέλειωτος, αυτός που δε σώνει, άφθονος. Λ.χ. έχει λεφτά άσωτα: που δεν τελειώνουν, πάρα πολλά. Παρ.: «Άσωστα τα βάσανά του, μ᾿ άσωστα και τα κακά του.»

ατζαμής ο: αδέξιος, άπειρος, αμαθής, πρωτάρης, πρωτόβγαλτος, για πρόσωπο που δεν ξέρει ή που δεν κάνει καλά την τέχνη του, το επάγγελμά του ή άλλη ασχολία. Παπαδ.: Βέβαια ο Μήτρος ήτο νέος κυβερνήτης. Έως τότε είχε ταξιδεύσει επί χρόνους ως ναύτης εις μεγάλα πέλαγα, με την σκούναν του πατρός του. Επόμενον ήτο να είναι «ατζαμής», και να μην ηξεύρει καλά ούτε από ακτοπλοΐαν, ούτε πώς να «σιγουράρει» το πλοίον του εις τον λιμένα, αφού μάλιστα εκοιμάτο κατ᾿ οίκον. π τν λλη μπάντα, ζ!.. βάρα! Σία, σύ, τζαμή! Δν ξέρετε κόμη πς ν ζυγώσετε στ καράβι.. Κοιτχτε, μ σς βουλιάξ γουργούλα, κα χάσ᾿ Πόλη γάϊδαρο! Δημ.: Είμαι μικρό το μαύρο, και ατζαμίτικο, / κι από σεβντά δεν ξέρω / το κακομοίρικο. Σκαρίμπ: Τη θάλασσα αυτός τη σπούδασε. Που κρατάει το ψάρι και πότ᾿ έχει αναψαριά – ας είν᾿ καλά κι άστους να βουρλίζονται οι ρέστοι. Αυτός κάτεχε την τέχνη του, δεν ήταν κανένας αντζαμής | < τουρκ. acami < acemi (από τα αραβ.) -ς· ατζαμ(ής). Βλ. & λαχαίνω.

ατζαμίδικος -η -ο: φτιαγμένος, καμωμένος από ατζαμή, προχειροφτιαγμένος, ελλατωματικός. Ατζαμίδικη δουλειά, σε δυό μήνες έτρεχα πάλι στα συνεργεία. Περρ.: Ορισμός του υψηλοτάτου Α. Πασά. Εις εσάς Παργιώτας, άλλο δε σας γράφω, μοναχά το χαρτί (το γράμμα) που με εστείλετε είναι ατζαμήτικον (αμαθέστατον) και μαγρούρικον (υπερήφανον), και δεν είναι φρόνιμο χαρτί και η γνώσις ακόμη δεν ήρθεν εις το κεφάλι σας.

ατζαμοσύνη η: ιδιότητα, χαρακτηριστικό του ατζαμή. Πόσο θα πληρώσουμε την ατζαμοσύνη του; Η ατζαμοσύνη του Μπατίστα, η παλιά σιγουριά του Γκάλη και η νέα απειλή του Ντούσκο. Παπαδ.: Αλλά δεν του διέφυγε και η ατζαμωσύνη του Νίκου, όστις δεν ήξευρε ν᾿ αβαράρει κανονικά καθώς έπρεπε, και χωμένος μέσα εις τους καλαμώνας ο παιδικός φίλος σου εστέναζε κι έλεγεν: «Α! να ήμουν εγώ!…» | < Βλ. & ατζαμής ο.

άτι το: ωραίο και εύρωστο αρσενικό (αμουνούχιστο) άλογο. Κολ.: …τον μελαψότερος, μονοκόκκαλος, δυνατός, γλήγορος, μ να καθάριο τι δν τν πιανες. Παρ.: «Η γυναίκα και το άτι θέλουν άξιο καβαλάρη.» | < τουρκ. at -ι.

ατιμάρευτος -η -ο: απεριποίητος. Βλ. & τιμαρεύω.

ατός ο -η -ο: μοναχός, μόνος. «Ο λύκος έχει το σβέρκο του χοντρό γιατί κάνει τη δουλειά του ατός του.», «Ό,τι είχα ατός μου, το ‘λεγα τ’ αντρός μου.»

άτιστι & άστε: πάμε να φύγουμε, ας πάμε, ας ξεκινήσουμε.

ατού το: τραπουλόχαρτο της φυλής που κερδίζει τις άλλες, πλεονέκτημα.

ατόφιος -ια -α: που δεν του λείπει τίποτα από ποσοτική ή ποιοτική άποψη· ολόκληρος, ακέραιος· ολόκληρος, αναλλοίωτος· γνήσιος, καθαρός, αμιγής (Τριαντ.) Ατόφιες οι συμμετοχές των ασφαλισμένων. Ελιές πράσινες ατόφιες. Οι λαμπάδες κατασκευάζονται εξολοκλήρου από ατόφιο κερί. Μεγάλη περιεκτικότητά τους σε ατόφιες φυτικές ίνες σιταριού. Στις αμιγείς, ατόφιες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες το μέσο ίσως παίζει δευτερεύοντα ρόλο | < μσν.(;) αυτόφυος < αρχ. αὐτοφυής: που γίνεται μόνος του, φυσικός. Βλ. & ζαργάνα η.

ατσίγγανος ο: αθίγγανος, τσιγγάνος, γύφτος, γκουρμπέτης. Καββ.: Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω; / φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό / στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω / κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό. Παρ.: «Τον ατσίγγανο τον κάναν βασιλιά κι αυτός θυμήθηκε τα τσάμια. [σ.σ. τα πεύκα (;)]» | < μσν. αθίγγανος < ατσίγγανος < αρχ. θιγγάνω: αγγίζω (αυτός που δεν πρέπει να τον αγγίζουμε).

ατσίδας ο & ατσίδα η: επιτήδειος, ικανός, έξυπνος, επιδέξιος, γάτος· πονηρός. Τσιφ.: Το μεταφέρανε και το εμπορευόντουσαν καλά οι Βενετσιάνοι και οι Γενοβέζοι, ατσίδες στη δουλειά, κι όσο να πεις ο κόσμος βολευότανε. Μαρ.: Δεν ήταν καθόλου κουτός, τουλάχιστον στη δουλειά του. Την «είχε φέρει» σε ανθρώπους που τους θεωρούσαν ατσίδες στην αγορά. Στίχοι: Ήρθαν τα μαντάτα σου / πάτησες τη γάτα σου / επήγες κι έπεσες μες στους ατσίδες / και σου τα τρώγανε οι παπατζήδες (Τόλης Χάρμας) | < μσν. ατσίδα (Πβ. μσν. ατσίδι): νυφίτσα < ελνστ. ἰκτίς, αιτ. -ίδα. Βλ. & καταπέτασμα το.

ατσίκιστος -η -ο: ατσάκιστος, λέγεται για κάποιον που καλοδιατηρείται, χωρίς τσάκες, ζάρες, χωρίς να φαίνεται το πέρασμα του χρόνου πάνω του· που δεν έχει ταλαιπωρηθεί στη ζωή του· μτφ. άθικτος, ακέριος, υγιής, σφριγηλός, ακμαίος. Ατσίκιστος ο μπάρμπα Νάτσιος, αγέραστος!

ατσούμπαλος -η -ο: αδέξιος και ζημιάρης, ασουλούπωτος, κακοφτιαγμένος, απεριποίητος· επιρρ. ατσούμπαλα. Είναι ατσούμπαλος, τα παίρνει όλα σβάρνα.

άτχα: άτυχα, στη ΦΡ. Μου ᾿ρθε άτυχα: η οποία σημαίνει ανακατεύτηκε το στομάχι μου, με ενοχλεί, έχω τάσεις για εμετό. Παπαδ.: Της νύμφης της, της Γιάνναινας, «της είχεν έρθει άτυχα», εβεβαίου η γριά Παντελού. Άμα είδε το απίστευτον θέαμα η πτωχή γυνή, έτρεξε με τρεμούσας κνήμας, με την γλώσσαν κρεμάμενην έξω, λευκή ως σινδών, έτρεξεν επάνω εις την οικίαν, κι έπεσεν αμέσως εις την στρωμνήν πυρέσσουσα. «Της ήρθε άτυχα.» Είχε χτυπηθεί. Και δεν της επήρε μεν η Καντίνα την μιλιά της, διότι με την γλώσσαν παραλυθείσαν δεν εδυνήθη ν᾿ αρθρώσει κραυγήν, αλλ᾿ έμεινε τραυλή διά βίου | < επιθ. άτυχος.

αυγαταίνω / αυγατώ & αυγατίζω: πολλαπλασιάζω, μεγεθύνω, πληθαίνω, μεγαλώνω. Γκοτζ.: Το κονάκι δε χάνεται απ᾿ το λίγο που θα φάει ο ξένος. Ο Θεός άμα θέλει στέλνει μια βροχούλα κι αβγατάν τα γεννήματα· Παπαδιαμάντ: Κα δν λεγε μόνα τ λάττώματά της, λλ τ αγάτιζε· δν το μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στερα, νύμφη της, τοτο δν ρκει, λλ το παστρη, πασσάλωτη, ξετσίπωτηλ ατ τ διηγοντο ο μάγκες πως τ εχον κούσει π τς προμήτοράς των, κα μάλιστα τ βγάτιζαν κ ο διοι μ τν παιδικν ψευδομανίαν των. – Πβ.- Ο «βγατίστρες» διέπρεπον ες τν τέχνην το ν βγατίζωσι κα μματίζωσι τ στημόνι ες τν ργαλειόν, ταν τ νμα δν σωνε. Τσιφ.: Καθόσον εσύ τώρα έχεις κατάστημα. Και θα προκόψεις αδερφούλη μου, είσαι γελαστός, σ᾿ αγαπάει ο κόσμος, -είδα γω πέντε μέρες τώρα πως αυγαταίνει η πελατεία σου. Παρ.: «Το καλό τ΄άλογο αυγατάει την ταή (:την τροφή του)»

αυγάτιση η & αυγάτισμα: πολλαπλασιασμός, επαύξηση | < αρχ. ελλ. ὠόν: αβγό.

αυγοκόβω: βάζω σε ένα φαγητό αυγολέμονο. Σε πολλές συνταγές ζητείται να «αυγοκόψουμε». Οι έμπειρες νοικοκυρές γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν, οι νέες όμως πελαγώνουν. Χτυπάμε το αυγό που ζητάει η συνταγή σ’ ένα μπολάκι ή σε ένα μπλέντερ. Ρίχνουμε σιγά σιγά, σχεδόν σαν κλωστή, ζουμί από το φαγητό μας και ανακατεύουμε καλά. Ρίχνουμε σιγά σιγά κι άλλο ζουμί τόσο ώστε η σούπα ή το φαγητό να έχει περίπου την ίδια θερμοκρασία με το μείγμα του αυγού. Ρίχνουμε το μείγμα στο φαγητό, ανακατεύουμε και κατεβάζουμε από τη φωτιά. Καλό είναι να μη ξαναβράσουμε ή να ζεστάνουμε τα φαγητά που έχουμε αυγοκόψει.

αυγομάνα η: το προσφώλι, το αβγό που τοποθετείται στη φωλιά για να γεννήσουν εκεί οι κότες.

αυλαγάς ο: αστέγαστος υπαίθριος χώρος, κήπος κοντά στην αυλή, μεγάλη αυλή, προαύλιο, ανοιχτός χώρος κοινής χρήσης. Μαλ.: Τα τραγούδια αντηχούσαν στο «πλάι», στην «κοκκινόη», στα «πλατάνια», στο «λουτρό» και στους «αυλαγάδες | < ελνστ. αὐλή < αρχ. ελλ. αὐλή.

αυλόθυρα η: θύρα, πόρτα της αυλής. Οι αυλόθυρες την ηµέρα ήταν συνήθως ξεκλείδωτες. Μπορούσες µε µια σιδερένια ή ξύλινη βέργα, που ήταν τοποθετηµένη µόνιµα στο µέσον της πόρτας να σηκώσεις το γλωσσίδι, που βρισκόταν στο επάνω µέρος και να την ανοίξεις.

αυξαίνω: αυξάνω, μεγαλώνω, μεγεθύνω. Παρ.: «Όσο καθίζει ο κερατάς, το κέρατό του αυξαίνει

αΰπνωτος -η -ο: επιθ. αυτός, που δεν έχει κοιμηθεί, άγρυπνος, ξάγρυπνος, που του λείπει ύπνος. Δημ.: Μοσκοκαρφένιε μ᾿ έμορφε, γλυκύτατη κανέλα / τρεις νύχτες κάνω αΰπνωτη, να ομιλώ με σένα / τρεις νύχτες κάνω αϋπνωτη, αγάπη σου με θρέφει / μου φαίνεται πως περπατώ με τ᾿ ουρανού τα νέφη.

αυτού: λειτουργεί ως τοπικό ή χρονικό επίρρ. ΦΡ. Τι ψάχνεις αυτού (:εκεί) ή κοίτα αυτού (:εκεί) να τελειώσεις τη δουλειά· αυτού (:την ώρα) που καθόμασταν έπιασε σουλότα. Παπαδ.:κρουσε δ ρέμα κα συνεχς. Οδεμία φων κούσθη.-Ποία εσαι ατο μέσα; ρώτησεν Βεάτη. Ανδρούτσος: «Τι τρούπωσες, ορέ Καλόγερε, αυτού στη Φραγκιά και με ευχές και κατάρες θέλεις να βοηθήσεις τη δυστυχισμένη πατρίδα; Σαν την αγαπάς έλα εδώ να ιδείς τις πληγές της και να τη βοηθήσεις!» | < αρχ. ελλ. επίρρ. αυτού: εκεί, γεν. του αυτός.

αυτουνού, αυτουνούς, αυτουνών: αυτούς, αυτών. Σκαρ.: Η επακολουθήσασα λευτεριά, τίποτις αυτουνών δεν τους χρωστάει. Αν, από τη θέλησή τους αυτό ξαρτιότανε, ακόμα φέσι θα φοράγαμε. Εφτ.: Τρέχει τότες ο λαός στο παλάτι, τρέχουν οι δυο οι φατρίες, και γυρεύουνε συχώρεση για τους δυο αυτουνούς.

αΰφαντος -η -ο: που δεν έχει υφανθεί. Βλ. & άγνεστος ο.

αφαλοκόβομαι: κόβεται ο αφαλός μου· μτφ. τρομάζω πολύ.

αφαλοκόβω: κόβω τον αφαλό, τον ομφάλιο λώρο βρέφους που μόλις γεννήθηκε. Μόλις γεννιόταν το παιδί του έδεναν τον αφαλό (αφαλόκοβαν) με καρούλι (κλωστή λεπτή) και του έρριχναν άλας σ᾿ όλο το σώμα για να γίνη γερό.

αφαλός ο & αφάλι το: ο οφαλός. Παπαδ.: …»εχε λυθ φαλός της» π να «σφάχτη», δριμν πόνον πο τν πιασεν ξαφνα σ᾿ λα τ σωθικά της, π τ «χουλιαράκι» της κα κάτω. Καββ.: «Όλο αρμενίζει ο γιόκας μου, που την ευχή μου να `χει…» / Κι όσοι είδαμε απ᾿ την κουπαστή, μας λύθηκε το αφάλι | ομφάλιον < μσν αφάλι < υποκορ. αρχ. ελλ. ομφαλός.

αφάνα η: φουντωτό μαλλί· θάμνος για προσάναμμα. Ελύτ.: Σπούσαν πίσω της αφάνες φως κι άφηναν μες στον ουρανό κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου σήματα | μσν. φάνα < φανός.

άφαντος ο -η -ο: αφανής, αφανισμένος, ξεχασμένος, που εξαφανίστηκε, χάθηκε και δε φαίνεται πια. Άφαντες οι αποζημιώσεις των πλημμυροπαθών επιχειρήσεων. Άφαντοι παραμένουν οι δράστες κινηματογραφικής ληστείας. Παπαδ.: Κα νεαρς ναύτης, στις εχεν λθει μ τν μοτσον τώρα π τν σκούνα, πο τον στ πανιά, γίνετο φαντος | < αρχ. ελλ. ἄφαντος.

άφεγγος -η -ο: που δε φωτίζεται, δεν φέγγεται, που δεν έχει φέγγος, φως ή λάμψη· σκιώδης, σκιερός, σκοτεινός. Παρ.: «Παρασκευή και Σάββατο, ποτέ άφεγγο δε μένει.» | < αρχ. ελλ. ἀφεγγ(ής).

αφεντιά η: ο αφέντης, το αφεντικό· ο εαυτός. Μακιαβ..: Για τούτο κι ένας μυαλωμένος νομοθέτης, που ᾿χει την προαίρεση να ωφελήσει όχι την αφεντιά του μα το κοινό καλό, όχι τους κληρονόμους του μα την κοινή πατρίδα, έχει χρέος να φροντίσει και να πάρει όλη την εξουσία μοναχός του, στα δικά του χέρια (Κονδύλ.) | μτγν. αυθεντ-ιά < μσν. αφεντιά < αυθ-έντης.

άφερτος -η -ο: που δεν ξέρει να φέρεται σωστά, ευγενικά, ακοινώνητος, άνθρωπος χωρίς τρόπους, αγενής. Ντιπ άφερτος ο Ντόλας. (Κοζάνη).

άφημα το: το ν’ αφήνεις, να παρατάς κάτι, η παραμέληση· το να επιτρέπεται κάτι. Η δουλειά δε θέλει άφημα, πρέπει να γίνει. Κολ.: Τ φημα ατ γινε πρς φελος τν λλήνων.

αφιόνι το: η ναρκωτική ουσία όπιο και το φυτό από το οποίο παράγεται· δηλητήριο. Παπαδ.: γερο-Γατζνος μο καμε καφέν, χωρς ν το παραγγείλω. Δν το ρα τώρα δι᾿ μιλίαν. Ες τς ρας το ροδίνου λυκαυγος κανν τοιοτον δν χει τν τόπον του. Δν εχε σκάσει κόμη τ᾿ φιόνι. [σ.σ.: δεν είχε φύγει ακόμα η ζάλη, η νάρκη του ύπνου, οι στιγμές που ο άνθρωπος περνάει από τον ύπνο «στον ξύπνιο»] το ρα δι μαχμουρλίκι τουρκικόν· Αφιόν Καρά Χισάρ: περιοχή της Τουρκίας. Κολ.: Ατς τ πρε τ γράμμα, τ νοιξε, κα εδε τι δν θελα ν πάγω, κα τότε ποφάσισε ν βάλει ες τ κρασ φιόνι | < μσν. αφιόνι(ον) αντδ. < τουρκ. afyon -ι(ον) < περσ. < ελνστ. ὄπιον (υποκορ. του αρχ. ελλ. ὀπός).

άφκος ο: το μπιζέλι, ο αρακάς. Άφκος με πατάτες και καρότα. Αραβαντ.: το πίσον | < αρχ. ελλ. αφάκη.

αφκριούµαι: αφουγκράζομαι, αντιλαμβάνομαι, παρακολουθώ, ακούω, κρυφακούω, προσπαθώ να ακούσω. Αφκριάσου τι σε λέω. Πβ. Χρον. Μορέως: τν θύραν κριοχτύπησεν δι ν τν φραστοσιν, / κα επεν οτως πρς ατούς· «ρχοντες, φκρασττε | < μσν. αφουκρούμαι < αφακρώμαι < απακρώμαι < μσν επακρώμαι < αρχ. επακροώμαι: ακούω με προσοχή.

αφνούς: αυτούς, αυτουνούς, ετούτους. Τους βλέπεις αφνούς;

αφόντας / φόντας / φόντα: επίρρ. από όταν, όταν, την ώρα που. Δημ.: Που ᾿σουν, ξένε μ᾿, το χειμώνα, φόντας κρύωνα και μου ήρθες καλοκαίρι που ζεσταίνομαι. Τότες, μάνα μ᾿ θ᾿αναστηθώ, φόντας χτυπούν καμπάνες. Τότες, μάνα μ᾿ θ᾿ αναστηθώ, με το Χριστός Ανέστη. Φόντας χαντρίζει η ανατολή. Παπαευαγ.: Φόντας έφτασαν στου σπίτι, καλοί ξιδιαλεγμένοι. – Ήσασταν μόλαβα πιδιά; ρωτάει η τρανός. Δημ.: Αφόντας εγεννήθηκα, / με πίκρες με φαρμάκια. / Μικρός εξενιτεύτηκα, / μικρός στα ξένα πήγα. Πβ. Χρον. Μορέως: πολλ λαφρ τος θέλουσιν σκοτώσει τ λογά τους· / κι φν ψοφήσουν τ λογα κα πέσουν ο καβαλλάροι, / σν γυνακες κα παιδία τος

θέλουσιν κερδίσει. Παρ.: «Η νύφη αφόντας γεννηθεί της πεθεράς της μοιάζει.» | < μσν. αφόντου < αφού + όντας (< όταν). Βλ. & πόρεμα το.

αφορεσμένος -η -ο: αφορισμένος από την Εκκλησία. Τσιφ.: Είχε κάνει και τη μπακοτίλια (σ.σ.: είσπραξη, καβάντζα χρημάτων, απόθεμα) του καλά, ήτανε κι αφορεσμένος από την Εκκλησία γιατί της έμπαινε.

αφριά η: ο αφρός. Έβγαζε αφριές απ᾿ το στόμα του, λύσσαξε.

άφτουρος -η -ο: που δε φτουράει, δεν αντέχει, αδύναμος, που δεν αρκεί. Καρκ.: Τ ρούφηξε λα Μαύρη θάλασσα. Τόρα δν χεις τίποτα παρ τ χαμόσπιτο, μένα τν φτουρη κα τ Θεό | < βλ. & φτουρώ.

αχαΐρευτος ο: αυτός που δεν κάνει χαΐρι, ανεπρόκοπος, ακαμάτης, καψοκαλύβας. Παπαδ.: δ μανία των πετάθη, ταν μαθον τι καθηγητς εχε νυμφευθ ες τς θήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικν τ δόγμα, καταγομένην κ Βαυαρίας. γραα ρχισε ν τν καταρται. χαΐρευτος, χαΐρι κα προκοπ ν μν δ! Καζαντζ.: Όλο της το έχει το ξεκοκάλισε στα λούσα και στα γλέντια ο αχαΐρευτος ο ομορφονιός ο αδερφός της με τη χρυσή ρολόγα | < Βλ. & χαΐρι το, σκιάζω.

αχαμνά τα: οι όρχεις, κυρίως του ανθρώπου, η ευαίσθητη περιοχή γύρω από τα γεννητικά όργανα. Επίρρ.: αδύναμα. Γκοτζ.: – Τι έχεις και τεντώνεσαι; με ρωτούσαν απ᾿ το σπίτι. – Να, μόρχεται αχαμνά. – Θαρρώ σε τρυγάει πάλι η θέρμη… Μακρ.: τι ν εμαι στραβός, κα πατρίδα μου εναι καλά, μ θρέφει· ν εναι πατρίδα μου χαμνά, δέκα μάτια νά χω, στραβς θ ν εμαι. Καζαντζ.: …μες στο αντρομάζωμα του ρίχνει το κοντάρι / το μυτερό, μα δεν τον πέτυχε, μον᾿ βρίσκει στ᾿ αχαμνά του. Καρκ.: —Μωρ ϊντε πόρρρ !.. σες ν πάτε ν βυζάχτε γάλα κ᾿ στερα ν ᾿ρθτε ν μιλστε μεταμένα. μή!.. τν καιρ πο γ ρμένιζα τ πέλαγα, σες δν σαστε μουδ σπόρος στ᾿ χαμν το πατέρα σας! | < Bλ. & αχαμνός o.

αχαμνά: ως επιρρ. αδύναμα, σε δύσκολη θέση. Μακρ.: τι ν εμαι στραβός, κα πατρίδα μου εναι καλά, μ θρέφει· ν εναι πατρίδα μου χαμνά, δέκα μάτια νά χω, στραβς θ ν εμαι. Βλ. & αχαμνός ο.

αχάμνισμα το: η κήλη, βλ. λεβήθρες.

αχαμνός -η -ο: ισχνός, λιπόσαρκος, στερημένος, αδύνατος, αδύναμος, υπερβολικά ευαίσθητος, αδύναμης κράσης, δειλός. Λ.χ. Δεν είμαι χαμνός από παράδες. Γκοτζ.: Και σα μερμήγκια, λέω, ποδοπατιούντ᾿ οι ανθρώποι / πιο ανυπεράσπιστοι απ᾿ τα ζούδια τ᾿ αχαμνά. Καζαντζ: Φοβάμαι, θα θυμώσω κάποιον μας, πού τους Αργίτες όλους / περίσσια ξεπερνά στη δύναμη και του αγρικοϋν το λόγο᾿ / τι αλί στον αχαμνό που τα ᾿βαλε τρανός μαζί του ρήγας!Οι αμαξολάτες πρώτοι εστέκουνταν με τ᾿ άτια και τ᾿ αμάξια / πίσω οι πεζοί, πολλοί κι αντρόκαρδοι, στον πόλεμο να στέκουν / πύργος γερός στη μέση ο Νέστορας τους αχαμνούς κρατούσε – Άλλος θεός μια τέτοια απόφαση μπορεί και να φοβόταν, / αν ήταν πιο αχαμνός στη δύναμη και στην καρδιά από σένα (λλός κέν τις τοτο θεν δείσειε νόημα, / ς σέο πολλν φαυρότερος χεράς τε μένος τε·). Καββ.: Τ φς γεννιέται π παντο μ εναι χαμν / κα τ σκοτάδια τ ξεγνέθουν κα σο γνέφουν. Παρ.: «Ο αχαμνός ο λόγος κι ο κάλπικος παράς μένουν στο νοικοκύρη.» | < μσν. αχαμνός: αδύναμος < αρχ. ελλ. χαῦνος: πορώδης, αραιός. Βλ. & θωριά η.

αχαμπάριστος -η -ο: αυτός που δεν έχει χαμπάρι, ο ανίδεος, που δεν ξέρει μια δουλειά, ο άσχετος με κάτι. Στα μαθηματικά είμαι ντιπ αχαμπάριστος, γκτζιούπι (:κούτσουρο) | < βλ. χαμπάρι.

αχάραγα: επιρρ. πριν τη χαραυγή, πριν να φέξει. Γκοτζ.: Κίναε Δευτέρα αχάραγα, έβρεχε κρατούσε, μ᾿ ένα λειψό μεράδι στο σακούλι, με δυο αυγά να προσφαΐσει.

αχαραίνω: γίνομαι άχαρος, κάνω κάτι άχαρο, ασχημίζω, φέρομαι άχαρα, ανάρμοστα. Κάτσε φρόνιμα, μην αχαραίνεις. Πβ. Δημ.: Άχάριανε το σπίτι μου, άνόστισε γη αυλή μου, / ανόστισ᾿ η δική μου αυλή, κ᾿ εφούμισε του ξένου.

αχαριά η: η έλλειψη χάρης, ασχήμια, σιχασιά, αλατζαβιά, τσαπατσουλιά, απρεπής συμπεριφορά | < άχαρος.

άχαρος ο -η -ο: χωρίς χάρες, άσχημος στην όψη. Μου ᾿ρχεται άχαρα: άσχημα, ανακατεύομαι, ζαλίζομαι. Πάλλ.: …τέτοια άλλη πίκρα δε θα δει ως που να πάω στον τάφο. / Μα τώρα ας κάτσουμε άχαρα λίγο ψωμί να φάμε, / κι άμα χαράξει πρόσταξε, τ᾿ Ατρέα γιε, τους άντρες. Παπαδ.: Τ σανίδια λείπουν π᾿ ξω, πόρτα τς κκλησις κλειδωμένη, κι ορλιάσματα χαρα κούονται μέσα. Σύνθ. Παράχαρος: πολύ άχαρος, μτφ. αγενέστατος. Δημ.: Εγώ είμαι γέρος κι άχαρος, ταξίδια δε μου πρέπουν, / μα για χατίρι της κυράς, να μακροταξιδέψω, / οπού μ᾿ ακριβοτάγιζε στο γύρο της ποδιάς της | < α + χάρη. Βλ. & σύβραση.

αχείλι το: χείλι, χείλος, καθεμιά από τις σαρκώδεις προεξοχές που περιβάλλουν το στόμα και που καλύπτονται από λεπτή, ρόδινη επιδερμίδα (Τριαντάφ). Χριστόπ.: Αν γεμίσει ως τ᾿ αχείλι, / καθώς λεν εδώ οι φίλοι, / ίσια παίρνει δύο κάδες, / καθεμιά προς δέκ᾿ οκάδες. Καββ.: ,τι γαποσα ρνήθηκα γι τ πικρό σου χείλι | < χείλιν < αχείλιν · (πληθ. χείλη: λόγ. < αρχ. τά χείλη).

αχμάκης ο & αχμάκισσα η: ανόητος, βλάκας, ελαφρόμυαλος, βραδύνους. Κουκ.: αχμάκης o: ανόητος, ελαφρόνους | < τουρκ. ahmak. (Κοζάνη).

αχνάρι το: ίχνος. Καζαντζ.: Μα ό βοσκός γέλασε: Τά ᾿χεις χαμένα, κακομοίρη, μού ᾿πε· είναι τ᾿ αχνάρια του λύκου· λύκος πέρασε από δω. Ελύτ.: …φωτιά σκορπίζεται μέσα σου με παρμέν᾿ από τον ήλιο αχνάρια! Και ούριος πνέει ο κόσμος των εικόνων. Παρ.: «Αν ελογάριαζε ο λύκος τ’ αχνάρια του, έπεφτε και ψόφαε.» Βλ. & χνάρι το.

αχνάτος -η -ο: α. αεράτος, άνετος, ξένοιαστος. Αχνάτος – παχνάτος: λέγεται για τον ευδιάθετο που δεν βιάζεται να κάνει κάποια δουλειά.

αχός ο: συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος, κρότος, ηχώ. Ξαφνικά, ακούστηκε αχός μεγάλος από το δρόμο, που όλο το παλάτι έτριξε και οι καλεσμένοι τρόμαξαν. Δημ.: Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν. / Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; / Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι, / η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ᾿ αγγόνια | < αρχ. ελλ. ἠχῶ > μσν. αχώ. Ελύτ.: Γιατί έγινε κιόλας / Ποίημα στίχος μ᾿ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή / δάκρυα και λόγια. Παρ.: «Φτωχού καμπάνα δεν αχάει, πλούσιου δεν ανασαίνει.» | ἀχά, Δωρ. αντί ἠχή, ἡ βλ. αχός ο.

αχολογώ: αντιλαλώ, αντηχώ, βάζω· λέγεται για ήχους δυνατούς και παρατεταμένους. Οι ψαλμωδίες κορυφώνονται. Οι καμπάνες αχολογούν σ’ όλο το Μυστρά. Βλ. & ανάρια.

αχούρι το: σταύλος, στεγασμένος και αποθηκευτικός χώρος, στο σπίτι ή κοντά, δίπλα σε αυτό. Εκεί έμεναν οικόσιτα ζώα, μαγείρευαν, πύτιαζαν τα τυροκομικά ή αποθήκευαν διάφορα. Δημ.: Κλαίνε τ᾿ αχούρια για άλογα και τα τζαμιά για αγάδες. Παπαδ.: Όχι πως έχουν κάτι παλιοκοτέτσια εκεί, που δεν είναι χειρότερ᾿ από αχούρια, και σε βρίσκουν στην ανάγκη και σε πνίγουν και σου ζητούν δεκατρείς και δεκαπέντε δραχμές νοίκι! Καρκ.: – Aχ, εσένα, κυρά μου, δε σώπρεπε να κάθεσαι σ᾿ αυτό το αχούρι. Σώπρεπε να είσαι αρχόντισσα και να μπαίνης σε παλάτια. Καρκ.: -Τον Πάλλα και λοιπούς να τους κλείσεις στ᾿ αχούρι του παρέδρου. Δε θα βγουν, αν δεν καθαρίσουμε την υπόθεση. Αίν.: «Έχω ένα αχούρ᾿ που χ᾿ όλο άσπρα αλόγατα.» (στόμα και δόντια – Θράκη) | < τουρκ. ahur < ίσως κι από το αρχ. ελλην αχύριο.

αχράντης ο: αχρείος, κακόβουλος, αθυρόστομος· απότομος στους τρόπους, ανικανοποίητος (Κοζάνη).

αχρειόστομα το: στόμα που ξεστομίζει αχρειότητες, βωμολοχίες, βρισιές ή αισχρόλογα· αθυρόστομος, ξεδιάντροπος άνθρωπος. Δεν το κλείνει το αχρειόστομα | < αχρείος: αισχρός, ανήθικς, ανέντιμος < αρχ. ελλ. αχρείος: άχρηστος, κατώτερος + στόμα.

αχρειόστομος ο: ο βωμολόχος, αισχρολόγος, που μιλάει υβριστικά και προσβλητικά | < Βλ. & αχρειόστομα.

αχρόνιστος -η -ο: που δεν έκλεισε χρόνο. Τις χρονιάρες μέρες, τα Χριστούγεννα και το νέο έτος, μοίραζαν για τους αχρόνιστους νεκρούς στην εκκλησία γλυκά και πίτες και το Πάσχα αυγά κόκκινα.

αχταρμάς ο: πρόχειρο ανακάτωμα, μείξη, συγκέντρωση, χαρμάνι από ποικίλα υλικά, χωρίς συγκεκριμένες αναλογίες· διαμετακόμιση, μεταφόρτωση. Τα έκανε όλα έναν αχταρμά | < τουρκ. aktarma: διαμετακόμιση, μεταφόρτωση.

άχτι το: επιθυμία για εκδίκηση, λαχτάρα για κάτι. Παρ.: «Βάσανα έχει η ρόκα κι άχτι, όσο να γεμίσ᾿ τα᾿ αδράχτι.» Παπαδ.: –Άνοιξε, Μαριώ μ᾿, την πόρτα! … Έ ! Κατερνιώ μ᾿! άνοιξε. Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο Βαγγέλης ήρχισε να μονολογεί έξωθεν της θύρας: -Ξένοι στα ξένα, κυρά μ᾿ ! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να ξενυχτίσω;» … Αχ! Είναι κακός ο κόσμος, κυρά μ᾿ ! δεν μπορεί να πει κανείς τον πόνον του! … Σεβντάς, άχτι, καημός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά ᾿μ! … «Σ᾿ αφήνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! Και στ᾿ όνειρό σου! …» Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις | τουρκ. ahd: υποχρέωση | < τουρκ. ahd, ahit: όρκος, υπόσχεση (από τα αραβ.) -ι.

αχυρώνα η: ο αχυρώνας. Παρ.: «Στραβός βελόνα γύρευε σε μια παλιοαχερώνα, και ο κουφός του έλεγε την άκουσα που εβρόντα.» | < ελνστ. ἀχυρών ὁ, αιτ. -ῶνα· μσν. αχυρώνα (Πβ. μσν. αχερώνα) < αχυρώνας.

αχώ: ηχώ, κροτώ, παράγω ήχο, ακούγομαι. Πάλλ.: Κι έπεσε μπρούμτα, κι άχησε βαριά η αρματωσά του. Δημ.: Εκεί βιολιά δεν παίζουνε, λαγούτα δεν αχάνε. / Στέκουν οι νιούδες ξέπλεκες κ᾿ οι νιοί ξαρματωμένοι | < μσν. αχώ < αρχ. ελλ. ἠχῶ· ἠχώ, Δωρ. χώ, γεν. (ἠχόος) ἠχοῦς, Δωρ. ἀχῶς, αιτ. ἠχώ, Δωρ. ἀχώ, Δωρ. κλητ. ἀχοῖ· ἠχή, ήχος: κυρίως ο ήχος που επιστρέφει, που κάνει αντίλαλο, ηχώ.

αχώρια: επίρρ. χώρια, χωριστά, εκτός από, χωρίς να υπολογιστεί, αφού αφαιρεθεί κάποιος. Μακρ.: Κ᾿ τρωγαν σους νθρώπους εχα μαζί μου, κι᾿ χώρια ο λαβωμένοι κα ο λλοι, ταν ρθε Κριτζώτης κα τ ταχτικόν, πο κατήντησε κατ γρόσια κ τ βούτυρον κα τ᾿ λλα τ᾿ ναγκαα κα δν βρίσκονταν | < μσν. χωριά < αρχ. ελλ. χωρίς (σαν επίρρ.).

αψάδα η & αψιάδα η: η ευθιξία, οξυθυμία, δριμύτητα, δύναμη, ζωηράδα. Γκοτζ.: …γιατί τ᾿ αγέρι πο᾿ρχεται απ᾿ τις ράχες τις ψηλές κατηφορίζοντας στα σκίνα χάνει την αψιάδα, ξεθυμαίνει, γίνεται κι αυτό καμπίσιο, αμύριστο και σάμπως μολεμένο | < Βλ. & αψύς ο.

αψηφώ: δεν ψηφώ, δεν υπολογίζω, δεν μετρώ, δε δίνω σημασία, αδιαφορώ. Αντίθ. ψηφώ, βλ.λ. Παρ.: «Όποιος αψηφά το βελόνι χάνει και το καρφί.» Πβ. Ελύτ.: Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη / Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας | < ψήφ(ος) (< α-ψηφ(ώ) -ος) -ώ.

αψύς -ια -υ: οξύθυμος, εύθικτος, ευερέθιστος, ορμητικός, δριμύς, ευέξαπτος χαρακτήρας, λέγεται και για φαγώσιμο που έχει πολύ έντονη και πικάντικη γεύση ή οσμή, που ερεθίζει έντονα το αισθητήριο της γεύσης ή της όσφρησης. Δημ.: Κι ένας γρίβας, παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος, / κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει: / – Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος, να πάω όθε κι αν είναι. Σεφ.: Πς Βισκούντης ταν τίμιος κα πιστς / βέβαια τ ξέραν· μως βιάστηκε, / φέρθηκε στόχαστα μοιαστα τσαλα. / ταν ψς ρήγας, πς δν τ λογάριασε; Πβ. Όμηρος: Ποιά σου ‘ρθε συφορά, Πολύφημε, κι αψοφωνάζεις έτσι / μέσα στη θεία τη νύχτα κι άσκωσες και μας από τον ύπνο; (Καζαντ. – Καρκιδ.). Παρ.: «Tο αψύ το ξίδι το αγγειό του χαλάει»: άνθρωπος οξύθυμος άνθρωπος βλάφτει τον εαυτό του | < αρχ. ελλ. ἁψίκορος (ἅπτομαι: αρπάζω) με νέα ανάλυση αψι- + κόρος· ἁψί-κορος, -ον (ἅπτομαι, κόρος), αυτός που ικανοποιείται με το άγγιγμα, δηλ. εύθικτος, ευερέθιστος, εκλεκτικός, σε Πλάτωνα.· τὸ ἁψίκορον, δυστροπία, παραξενιά, ευθιξία, σε Πλούταρχο., Λουκιανό. Βλ. & αψυώνω.

αψυώνω: θυμώνω, ανάβω, εξάπτομαι | < αψύς < αρχ. ελλ. ἁψίκορος (ἅπτομαι: αρπάζω και ανάβω) < με νέα ανάλυση αψι- + κόρος, κατά το σχ.: οξύθυμος – οξύς, εύθικτος, ευερέθιστος, εκλεκτικός· στον Πλάτωνα: τὸ ἁψίκορον: δυστροπία, παραξενιά, ευθιξία.

(Εμφανιστηκε 12.229 φορές, 6 εμφανίσεις σήμερα)