«Τα λεφτά πάνε στα λεφτά.»
«Το σελίνι είναι αδέλφι του σελινιού.», «Όλο το νερό τρέχει στο γιαλό και ο παράς στον πλούσιο.»
Διαβάστε περισσότερα ›«Το σελίνι είναι αδέλφι του σελινιού.», «Όλο το νερό τρέχει στο γιαλό και ο παράς στον πλούσιο.»
Διαβάστε περισσότερα ›«Ας προσέχει να μη γεράσει όποιος δεν θέλει να γίνει πάλι παιδί.», «Οι γέροι και οι μεθυσμένοι είναι δυο φορές παιδιά.», «Οι γέροι είναι δυο φορές παιδιά.», «Τα προχωρημένα γέρα είναι δεύτερα μωράδια.», «Οι γέροι γίνονται μωρουδέλια.»
Διαβάστε περισσότερα ›«Όσοι γύρ’σαν απ’ το αλβανικό πόλεμο, οι πλειότεροι δεν τα γλίτωσαν τα ποδάρια τ’ς, γιατί είχαν κρυοπαγήματα! Τ’ς ακρωτηρίαζαν οι γιατροί… για να ξεμπλέν’ (ξεμπλέκουν). Ούτε τα μέσα είχαν, αλλά ούτε και χώρο είχαν… Ποιος θα τ’ς γιατροπόρευε…
Διαβάστε περισσότερα ›Σ’ ένα μαρμάρινο αλληγορικό ανάγλυφο, έργο του Λυσίππου (330 π.Χ.), απεικονίζεται ο «Καιρός», η «Ευκαιρία» δηλαδή, ως νέος άνδρας με φτερά στις πλάτες και μαλλιά μόνο στο μπροστινό μέρος της κεφαλής.
Διαβάστε περισσότερα ›«Ο λύκος έχει δυνατή επιθυμία να γίνει καλόγερος όσο είναι άρρωστος, αλλ’ άμα γιάνει, μεταγνώθει.», «Ο διάβολος σαν αρρωστήσει θέλει να γίνει καλόγερος.», «Ο διάβολος όταν είναι γέρος γίνεται καπουτσίνος.», «Ο ληστής όταν δεν μπορεί ν’ αρπάξει, δέρνει τα στήθια του και παραδίδεται στα θεία.».
Διαβάστε περισσότερα ›Ήταν δυο ξαδέρφια, χωριανοί μ’, κι είχαν μια ιταλικιά χειροβομπίδα, τότε που ’μασταν λιανοπαίδια, 15 χρονών, εκεί γύρα. Τ’ βάρ’γαν από ένα λιθάρι, αλλά δεν έσκασε. Κι όταν τ’ν πήρε το ένα το παιδί στα χέρια, τότε έσκασε! Δεν τ’ κόπ’καν δάχ’λα, αλλά απ’ τ’ λάμψη τυφλώθ’κε! Πάν’ τα φωτερά (μάτια)! Τά ’ταν τα μάτια του, αλλά δεν ήγλεπε ντιπ.
Διαβάστε περισσότερα ›Δε δουλεύω το Σαββάτο, γιατί τρέχω απάνω κάτω / Κυριακή βγαίνω στην πόρτα και ρωτώ αν πιάνουν ρόκα.
Διαβάστε περισσότερα ›Η ανάγκη να κρύβουν τα μυστικά του επαγγέλματος και η ευνόητη επιθυμία τους να συνεννοούνται χωρίς να τους αντιλαμβάνονται οι εκάστοτε «ξένοι» ώθησε τους χτίστες να δημιουργήσουν μια συνθηματική «γλώσσα» της συντεχνίας, άγνωστη στους πολλούς. Άλλωστε, η συμπεριφορά του κόσμου απέναντι στους μαστόρους ήταν συχνά διφορούμενη και μάλλον αρνητική· οι πετράδες μιλούσαν με πίκρα «για μια περιφρόνηση που συναντούσαν απ’ τους ντόπιους πληθυσμούς.
Διαβάστε περισσότερα ›Ύστερα έβαζαν ξηρές στουμπισμένες ρίζες ριζαριού (ερυθρόδανου) ή σιούπκες από φύλλα βαλανιδιάς (παράσιτα σαν καρύδι, κηκίδες) για να σφίξει το χρώμα (να γίνει ανεξίτηλο). Τ’ ανακάτωναν συχνά για να λιώσουν καλά τα χρώματα και να βαφεί παντού ομοιόχρωμα το ύφασμα. Τώρα ρίχνουν λουλάκι της ώρας (σκόνη) στο καζάνι, βουτούν το ύφασμα 2-3 φορές, όταν είναι χλιαρό το μίγμα και τ’ αφήνουν να βράσει πάνω από 24 ώρες.
Διαβάστε περισσότερα ›Το λιοντάρι τη χώρισε σε τρία μερίδια και είπε: «Το ένα θα το πάρω εγώ, σαν πρώτος που είμαι, αφού είμαι βασιλιάς. Το δεύτερο, ως μέτοχος με ίσα δικαιώματα. Το τρίτο μερίδιο θα σου φέρει μεγάλο κακό, αν δε θελήσεις να φύγεις».[
Διαβάστε περισσότερα ›