Κατηγορία: Λογοτεχνία

«Μάνα, γιατί δε στέκεσαι που θέλω να σ' αδράξω, / να κρατηθούμε αγκαλιαστά μέσα στον Άδη οι δυό μας / να βρούμε κάν παρηγοριά στο κρύο το μοιρολόγι; / Για τάχα να 'σαι φάντασμα που η θεία η Περσεφόνη, / μου 'στειλε, ακόμα πιο πικρά για να βαριοστενάζω;»

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία λ’

«Περίλαμπρε Οδυσσέα, / το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνης. / Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου /μικρού, με δίχως βιός πολύ, παρά στον Άδη να είμαι, / και βασιλέας να λέγουμαι των πεθαμένων όλων.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Κίρκη προσφέρει το ποτήρι στον Οδυσσέα (1891) του Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία κ’

Ώ Κίρκη, πως ζητάς εγώ να σου φερθώ με γλύκα, / που χοίρους στα παλάτια σου τους φίλους μου έχεις κάμει, / κι εμένα εδώ κρατώντας με πονηρευτά καλείς με / στο θάλαμό σου, τάχα εκεί μαζί σου να πλαγιάσω, / κι έτσι, σα γυμνωθώ, αντρειά και δύναμη μου πάρης;

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο Γιάκομπ Γιόρντενς (φλαμανδικά: Jacob Jordaens, 19 Μαΐου 1593 – 18 Οκτωβρίου 1678) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος, χαράκτης και σχεδιαστής ταπισερί, γνωστός για τους πίνακες με ιστορικά θέματα, θέματα καθημερινότητας και τις προσωπογραφίες του. Ο Οδυσσέας στη σπηλιά του Πολύφημου, λάδι σε μουσαμά, 76 × 96 εκ., Μουσείο Πούσκιν

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ι’

Κύκλωπα, αν άνθρωπος θνητός κανένας σε ρωτήξη / πως έτυχε το μάτι σου κακοτυφλιά να πάθη, / τό ‘χει τυφλώσει να τους πης ο κουρσευτής Δυσσέας, / του Λαέρτη ο γιός, που βρίσκεται στο Θιάκι η κατοικιά του.

Διαβάστε περισσότερα ›
«Μεσιακό γομάρι, το τρώει ο λύκος.»

«Είμαστε για τον γάιδαρο καβάλα.»

Ο βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης (760 – 818) περιγράφει με ποιον τρόπο «πείραζαν οι Πράσινοι τον δύστυχο εκείνονα πούμοιαζε του Μαυρίκιου, και που αφού τονέ φορέσανε «σαγίον μαύρον» και τονέ στεφανώσανε με σκόρδα, τονέ καθίσανε σε γαδούρι και τον κορόιδευαν.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Οι Σειρήνες ήταν γυναικείες θεότητες που σχετίζονταν με το νερό, τον έρωτα και τον θάνατο.

«Νόστιμον ἦμαρ»

«Όμως περίσσια λαχταρώ, και το ζητώ ολοένα, / να πάω στον τόπο, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα. («οἴκαδέ τ᾿ ἐλθέμεναι καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι.») / Κι αν με χτυπήσει οργή θεού στα μελανά πελάγη, / έχω καρδιά βασταχτερή, κι απομονή θα κάνω· / έπαθα που έπαθα πολλά και ‘πόφερα άλλα τόσα / στις μάχες και στις θάλασσες· ας μου γενεί και τούτο.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Ομήρου Οδύσσεια. Homer's Odyssey.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία θ’

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία θ’ Οδυσσέως σύστασις προς Φαιάκας. Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη      Έφεξ’ η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα, κι ο Αλκίνος ο τρανόψυχος σηκώθη από τον ύπνο· σηκώθη κι ο διογέννητος, ο κουρσευτής Δυσσέας· κι ο Αλκίνος ο τρανόψυχος τον […]

Διαβάστε περισσότερα ›
Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ζ'

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ζ’

Αλλοίς μου, και σε τί λογής ανθρώπων να ήρθα χώρα; / να ‘ναι άραγες ασύστατοι κι αδικοπράχτες κι άγριοι, / ή να ‘χουνε φιλοξενιά και θεοφοβιά στο νου τους; / Σάν κοριτσιών ψιλή φωνή στ’ αυτιά μου να βουΐζη, / σα νύφες, που έχουν κατοικιά ψηλά στα κορφοβούνια…

Διαβάστε περισσότερα ›
Ομήρου Οδύσσεια. Οδυσσέας και Καλυψώ. Ulisse e Calipso, William Russell Flint.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ε’

…αφού κανένας το θεϊκό Οδυσσέα δε θυμάται / μες στο λαό που σα γονιός με αγάπη κυβερνούσε. / Πάς σε νησί αυτός κοίτεται και δέρνεται από πόνους, / στης θέαινας της Καλυψώς, που με το ζόρι εκείθε / κρατάει τον, και δε δύνεται να δή γλυκειά πατρίδα•

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Πηνελόπη και οι μνηστήρες από τον John William Waterhouse (1912)

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία δ’

Τότες αυτό σοφίστηκε του Δία η κόρη Ελένη• / απ’ όπου πίνανε κρασί τους έριξε βοτάνι, / συχαστικό κι ανέχολο, που κάθε πόνο πνίγει. / Όποιος αυτό το καταπιή σμιγμένο στο κροντήρι, / ολημερίς δε χύνεται στο μάγουλο του δάκρυο, / μα κι άξαφνα αν η μάνα του ή ο κύρης του πεθάνη, / ή κι ομπροστά στα μάτια του με το μαχαίρι άν κόβουν / αγαπημένο αδέρφι του, ή γιό μονάκριβό του. / Τέτοια ‘χε γιατροβότανα καλά του Δία η κόρη.

Διαβάστε περισσότερα ›
Ι. Θ. Κακριδής: Η ασπίδα του Αχιλλέα

Ι. Θ. Κακριδής: Η ασπίδα του Αχιλλέα

Ένας μεγάλος δημιουργός, όπως στάθηκε ο Όμηρος, είναι πάντα πολύφωνος· γι’ αυτό μπορεί και κλείνει μέσα στην ψυχή του όλο τον κόσμο, όλες τις ομορφιές του, όλες τις χαρές του κι όλους τους πόνους του. Ωστόσο σαν να ήθελε να υποδηλώσει πως όσο και να ψάλλει πολέμους, μια φορά η καρδιά του δεν ανήκει σ’ αυτούς, πως η αγριότητα τους είναι ξένη με την ψυχή του.

Διαβάστε περισσότερα ›