Κατηγορία: Λογοτεχνία

Το βυζαντινό «Κάστρο» των Σερβίων, βρίσκεται στις δυτικές απολήξεις των Πιερίων. Είναι χτισμένο σε οχυρή θέση, στον ανατολικό από τους δύο δίδυμους λόφους, οι οποίοι υψώνονται πάνω από τη σύγχρονη πόλη, αφήνοντας ένα μικρό άνοιγμα για το χείμαρρο που περνά ανάμεσα τους.

Ένας «θρύλος» για το Κάστρο των Σερβίων

Κατά την παράδοσιν, χριστιανός εξωμότης υπόσχεται τω πολιορκούντι Τούρκω βασιλεί την άλωσιν της πόλεως, απαιτών μόνον ωραίαν τινά κόριν, έχουσα λαμπράν οικίαν μετά παραθύρων υάλινων. Εκβαλών δε τα πράσινα τουρκικά ενδύματα, και ιερατικά περιβαλλόμενος, εξαπατά τους φύλακας, και εισχωρήσας διευκολύνει την εισβολήν των πολιορκούντων.

Διαβάστε περισσότερα ›
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Αλεξ. Παπαδιαμάντης: Η νοσταλγία του Γιάννη

Τὰ παιδιά, οἱ θεαταὶ τῆς ψυχαγωγίας αὐτῆς ἐπευφήμουν, ἄλλα μὲ παιδικὴν εἰρωνίαν καὶ ἄλλα μὲ ἀφελῆ θαυμασμὸν τὸν χορὸν καὶ τὴν μουσικὴν ταύτην. Ὁ Σαραφιανὸς ἔφερνε γύρους ἀνάμεσα εἰς τὸν χορὸν καὶ τὸν ὅμιλον, ἔδιδε κέρματα εἰς τοὺς χορευτὰς κι᾿ ἔρριχνε πειράγματα εἰς τὸν Λιοσαῖον. – Ὤμορφα, ὤμορφα Γιάννη· κύτταξε μὴ σκάσῃ ἡ γκάϊδα καὶ τότε τί θὰ γίνουμε!

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Ελένη αναγνωρίζει τον Τηλέμαχο. Jean-Jacques Lagrenée (18 September 1739 in Paris – 13 February 1821 in Paris)

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ρ’

Ένας αχρείος τον άλλονε μα την αλήθεια σέρνει / κι έτσι παντοτινά ο θεός όμοιο στον όμοιον φέρνει. / Πού τάχα, ω βρώμικε βοσκέ, τον πάς αυτόν τον χάφτη / τον παλιοζήτου-λα, μωρέ, των τραπεζιών τη λώβα;

Διαβάστε περισσότερα ›
Αθήνα, ο Παρθενώνας στα 1821. Edward Dodwell: Views in Greece, London 1821

Η ποίηση του Παν. Σούτσου

Η Αθήνα απετέλεσε την νέα πρωτεύουσα του μικρού ελληνικού βασιλείου. Από την εποχή του Όθωνα, άρχισαν να εγκαθίστανται στην πόλη αυτή λόγιοι, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την λογοτεχνία και, οι περισσότεροι εξ αυτών κατάγονταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο Όμηρος, ελληνικό γραμματόσημο

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία π’

Όλη απ’ εμένα, τέκνο μου, θ’ ακούσης την αλήθεια. / Με φέραν εδώ Φαίακες θαλασσοξακουσμένοι, / που κάθε ξένον προβοδούν που φτάση στο νησί τους• / με το γοργό καράβι τους, καθώς γλυκοκοιμόμουν, / ήρθαν στο Θιάκι, μ’ έβγαλαν, και με λαμπρά μ’ αφήκαν / δώρα, χρυσά και χάλκινα, και με φαντά περίσσια• / όλα κρυμμένα σε σπηλιά με θεϊκιά βοήθεια.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οδυσσέας και Καλυψώ. Luca Giordano «Ulisse e Calipso».

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία o’

Άμποτε όσο σ’ αγάπησα να σ’ αγαπάη κι ο Δίας, / που απ’ τη βαρειά του ζήτουλα κακομοιριά με σώζεις. / Έρμος στα ξένα σα γυρνάς, χειρότερο δεν είναι• / μόνε για μιά παλιοκοιλιά τόσα τραβούν οι ανθρώποι, / σαν τους πλακώνη η ρήμαξη κι η συφορά κι ο πόνος.

Διαβάστε περισσότερα ›
Το συμβούλιο των θεών στον Όλυμπο. Ομήρου Οδύσσεια. Peter Paul Rubens, Concilio degli dei, 1602, olio su tela. Praga, Collezione d’Arte del Castello di Praga.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ξ’

«Τρώγε, καλέ μου ξένε, εσύ και τα καλά μας χαίρου• / το ένα ο θεός χαρίζει μας, και τ’ άλλο μας τ’ αρνιέται / όπως στο νου του βουληθή, τι δύνεται τα πάντα.» / Αυτά είπε, κι έκαψε απαρχές στους θεούς τους παναιώνιους, / κι έσταξε, κι έβαλε καυκί λαμπρό κρασί γεμάτο / μες στου Οδυσσέα του κουρσευτή τα χέρια•

Διαβάστε περισσότερα ›
Αλκίνοος και Αρήτη οργανώνουν γιορτή φιλοξενίας στον ναυαγό Οδυσσέα. Ο βασιλιάς της Ιθάκης σκεπάζει τα δάκρυα που του προκαλεί το συγκινητικό τραγούδι του Δημόδοκου (δεξιά με τη λύρα). Francesco Hayez, 1814 -15. Μουσείο Νάπολης. Ιταλία.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ν’

Πετιέται απάνω, στέκεται, κοιτάζει την πατρίδα, / και τότε θλιβερά βογγάει, και τα μεριά βαρώντας / με τις παλάμες, κλαίγεται και λέει μοιρολογώντας• / «Αλλοίς μου, και σε τι λογής ανθρώπων ήρθα χώρα; / νά ‘ναι άραγες ασύστατοι κι αδικοπράχτες κι άγριοι, / ή νά ‘χουνε φιλοξενιά και θεοφοβιά στο νου τους;

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο μέρμηγκας δουλεύει σκληρά μέσα στη ζέστη όλο το καλοκαίρι, κτίζοντας το σπίτι του και μαζεύοντας προμήθειες για τον χειμώνα. Ο τζίτζικας τον θεωρεί βλάκα που δουλεύει τόσο σκληρά, ενώ ο ίδιος παίζει κιθάρα και τραγουδάει.

«Ζ ί ν ζ ι ρ α ς και Μ υ ρ μ ή γ κ ι.»

Θέρος ήταν κι ο Ζίνζιρας όλος / στης φωνής του το μέριμνο μόνο, / μες τον ίσκιο των δένδρων κρυμμένος· / τον καιρό του διαβαίνει λαλώντας. / Το φιλόπονο ωστόσο μυρμήγκι, / με δουλειάς συγκρατούμενης κόπο, / μέρα νύχτα στιγμή δε σιγάει / στη φωλιά του θροφές να συνάζει.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οδυσσέας και Σειρήνες. Herbert James Draper (1909).

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία μ’

«Έλα, καμάρι των Αχαιών, πολύμνητε Οδυσσέα, / το πλοίο σου κράτα, τη γλυκειά φωνή μας για ν’ ακούσης, / Δεν πέρασε απ’ εδώ κανείς με μελανό καράβι, / χωρίς ν’ ακούση από κοντά το γλυκολάλημά μας, / παρά μισεύει χαίροντας που έμαθε κι άλλα ακόμα, / τι ξέρουμε όσα τράβηξαν μες στην πλατειά Τρωάδα / και Τρωαδίτες κι Αχαιοί, καθώς οι θεοί τα ορίσαν.»

Διαβάστε περισσότερα ›