Ένας Έλληνας στρατιώτης θυμάται: οι προσφυγιά, το σχολείο και ο πόλεμος του 1940
Ο Δημήτριος (Δημητρός) Δεληγιάς, γόνος Θρακιώτη πρόσφυγα, γεννήθηκε στην Αυγή Κοζάνης το 1925. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις του Εθνικού στρατού μέχρι την αποστράτευσή του, το 1950.
Ο πατέρας μου, ο μακαρίτης o Σταύρος, ήρθε στην Ελλάδα πρόσφυγας από τη Θράκη με χιλιάδες άλλους συμπατριώτες του. Ζούσαν στην περιφέρεια της Καλλίπολης. Πρωτεύουσα ήταν η Καλλίπολη. Παντού γύρω, όσο έβλεπε το μάτι σ’ κι ακόμα πέρα, κάμπος. Ζούσαν καλά εκεί με πολλά ζωντανά και χωράφια. Με τους μουσουλμάνους είχαν καλές σχέσεις, αλλά ζούσαν σε χωριστούς μαχαλάδες· καλός τόπος. Δεν μπόρεσα να πάω κιόλας να δω με τα μάτια μ’. Όλοι πήγαν κι είδαν τον τόπο εκεί. Το παιδί μ’ εδώ όλο μ’ έλεγε, άλλ’ φορά, μπαμπά, πας εσύ. Τώρα έχουμε δουλειές. Κι έτσι, άλλ’ φορά κι άλλ’ φορά, δεν πήγα. Αυτός γύρισε τον κόσμο όλο: Γερμανία, Τουρκία, παντού.

Καντίποτα δε βρήκαν οι δικοί μας, όταν ήρθαν πρόσφυγες εδώ στην Αυλήαννα (Αυγή). Εγώ γεννήθηκα το 1925, Ιούλιο μήνα, εδώ στην Αυλήαννα. Οι μουσουλμάνοι είχαν φύγει. Ήρθαν κι οι Πόντιοι λίγο αργότερα. Αυτοί κατέβηκαν πρώτα στη Θεσσαλία, στα Φάρσαλα. Έκατσαν πέντε χρόνια εκεί. Δεν τους άρεσε ο κάμπος: βάλτος, κουνούπια, αρρώστιες, χαμπάρια. Σηκώθηκαν έφυγαν κι έφτασαν εδώ.
Ο παππούς μ’ από της μάνας μ’ μεριά το σόι, έζησε 102 χρόνια. Στην Θράκη άφησαν κάμπους με χωράφια και χιλιάδες γίδια και πρόβατα, γελάδες, βουβάλια. Ο τόπος εκεί είχε πολλά νερά και βάλτους. Εδώ ήρθε μόνο μ’ ένα ζευγάρι: ένα βόδι και μια γελάδα. Είχε και το κάρο. Τα έζευε μαζί στο χωράφι και στο κάρο, το βόδι και τη γελάδα. Το βόδι ήταν τρανό: ένας βόιδαρος…, άμα βόιδαρος!… Θηρίο… ίσα με κεί πέρα! Το ’χε χρόνια. Καμιά φορά γέρασε. Δεν τραβούσε άλλο. Αυτό το βόδι το ’σφαξα εγώ! Άλλο φάγαμε εμείς, άλλο δώσαμε στο χωριό· μεγάλες οικογένειες, όλοι θέλαμε να φάμε. Τα σπίτια από τους μουσουλμάνους που μας έβαλαν, καλά καλά δε μας χωρούσαν: άνθρωποι, ζωντανά, όλοι μαζί.
Σχολείο πήγα. Ήταν εκεί που έχουμε τώρα το σύλλογο· μεγάλο παλιοτούβαρο με 70 παιδιά. Σε μια αίθουσα όλα τα παιδιά κι έναν δάσκαλο. Ύστερα κάνανε στο χωριό μία ακόμα αίθουσα. Πήγαν οι μικρές τάξεις: Α΄, Β΄. Δάσκαλο είχαμε τον Ταρνανά. Απ’ εδώ απ’ τον Πολύμυλο ήταν. Εφτά χρόνια πήγα στο σχολειό. Έμεινα μια τάξη, γιατί αρρώστησα. Τρεις τέσσερις μήνες δεν μπορούσα να πάω· έμεινα πίσω στα γράμματα που μ’ άρεζαν! Από εκεί ο δάσκαλος είπε στον πατέρα μ’ να ξαναπάω στην ίδια τάξη. Να προχωρήσω καλύτερα την άλλη χρονιά. Κι έτσι έγινε. Έκανα εφτά χρόνια το σχολειό. Πήρα κι απολυτήριο δημοτικού κείνα τα χρόνια. Ίσα λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος με τους Ιταλούς.
Το δάσκαλο τον πλήρωνε το χωριό. Τον ταΐζαμε κιόλας. Αυτός είχε έξι επτά παιδιά· κάνα δυο απ’ αυτά έμαθαν γράμματα. Προχώρησαν λίγο παραπέρα. Έγιναν κάτι. Υπάλληλοι… δε θυμούμαι καλά. Ίσως να ζει και κανένα απ’ αυτή τη φαμίλια. Το μεγάλο παιδί το σκότωσε ο ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Ο δάσκαλος δεν μας άφηνε να πάμε στα γίδια, στα πρόβατα. Μάλωνε τους γονείς, που έπαιρναν τα παιδιά τους απ’ το σχολείο, και τα ’στελναν στα κοπάδια. «Θα τελειώσουν τα μαθήματα κι ύστερα στα ζωντανά», έλεγε στους γονείς μας.
Βιβλία είχαμε κάνα δυο βασικά: αναγνωστικό, αριθμητική. Όλα αγορασμένα. Κάθε Κυριακή πηγαίναμε στην εκκλησία με γραμμή. Κι ο δάσκαλος από πάνω μας. Λέγαμε και ύμνους, τροπάρια και το «Πιστεύω» όλο απέξω. Τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής να δεις, Γιάννη μου, απέξω και τη βέργα από πάνω μας. Ποιήματα στις γιορτές απέξω. Μερικά ήταν και τρανά τ’ άτιμα. Τα μαθαίναμε, τι να κάναμε;… Χτυπούσε ο ρουφιάνος. Τον δικό του, τον μεγάλο γιο, τον πέταξε έξω στη αυλή απ’ το παραθύρι! Πώς δεν το λυπήθηκε το παιδί! Εκεί, να το σκοτώσει! το καημένο. Πολύ νευρικός… τόσο νευρικός άνθρωπος!
Τη γυναίκα μου, τη Σοφία, Θεός να τη συγχωρέσει τώρα, όλοι εκεί θα πάμε, την παντρεύτηκα στο Σοφουλάρ (σήμερα Καπνοχώρι). Από εκεί ήταν εξάλλου. Ήταν 18-19 χρονών τότε. Απολύθηκα από το στρατό και την παντρεύτηκα στο χωριό της, στο Σοφουλάρ το ’50. Τα γίδια τότε τα ’χαμε στο Σοφουλάρ’. Ύστερα τα πήγαμε στο χωριό μας απ’ όπου μας είχαν σηκώσει στον ανταρτοπόλεμο.
Για τον πόλεμο του ’40 με τους Ιταλούς δεν μαθαίναμε τίποτα στο χωριό. Ούτε ράδιο είχαμε ούτε εφημερίδες. Μόνο από κλάματα και φωνές από κάποια σπίτια που έπαιρναν γράμματα με κακά νέα: σκοτωμούς και άλλα τέτοια στενάχωρα. Άλλοι χάθκανε· δε μάθαμε σε ποιο μέρος. Ήμαν και παιδί ακόμα, 15 χρονών. Δεν καταλαβαίναμε και πολλά πράγματα. Ήμασταν και στα γίδια συνέχεια. Ο αδελφός μου ο Χρήστος πολέμησε τους Ιταλούς έξω αυτού στην Ήπειρο, κάτω χαμηλά. Ύστερα γύρισε. Τους Ιταλούς τους κρατήσαμε γερά, αλλά να ευχαριστούν τους Γερμανούς που τους βοήθησαν.
Οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό μας. Τους είχαμε εδώ μέσα στα σπίτια. Ο Τ., ο Ν. τους είχαν στο σπίτι τους. Δεν μας πείραξαν. Μας έπαιρναν τα μουλάρια, κουβαλούσαν τα όπλα, τραβούσαν τα κανόνια στα βουνά. Κατ’ θηρία κανόνια, τα τραβούσαν τα μουλάρια. Από τους Γερμανούς δεν είχαμε θύματα στο χωριό.
Ο Τ. είχε δυο μεγάλα μουλάρια. Τα πήραν οι Γερμανοί. Έμεινε ο φουκαράς με δεμένα χέρια. Δεν μπορούσε να κάνει τις δουλειές του. Εμείς είχαμε τσομπάνο στα ζωντανά τον Φώτη τον Αλεξανδρή απ’ τη Λαβανίτσα. Ύστερα τον πήραν στο στρατό. Τους πήγαν κάτ’ κατά την Τρίπολη. Μέχρι την Πελοπόννησο ποδαρόδρομο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο πατέρας σου, ο Παναγιώτης. Ύστερα τους άφησαν ελεύθερους να φύγουν. Συνθηκολόγησε ο στρατηγός Τσολάκογλου με τους Γερμανούς. Κι έτσι ο στρατός έμεινε αδέσποτος να κάνει ό,τι θέλει ο κάθε στρατιώτης· διαλύθηκαν κι ο καθένας πήγε στο σπίτι τ’, όπως μπορούσε. Απ’ την Πελοπόννησο κι αλλού γύρισαν μέσα απ’ τα βουνά εδώ πάνω στα χωριά τους. Πολλές μέρες, έκαναν μήνα και παραπάν’ να γυρίσουν στον τόπο τους. Νηστικοί, ξυπόλυτοι, ζητιάνευαν κάνα κομμάτ’ ψωμί απ’ τον κόσμο στα ορεινά χωριά. Δεν πλησίαζαν στους δρόμους, γιατί φοβούνταν τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Τέλος πάντων ο κόσμος βασανίστηκε πολύ. Άτιμα χρόνια, ρε παιδί μ’.
Οι δικοί σας οι Μπακαναίοι βρέθκαν εδώ στα παλιόσπιτα, στα μαντριά στα χρόνια της Κατοχής. Το χωριό σας τη Λαβανίτσα το ’χαν κάψει οι Γερμανοί. Ο παππούς σ’ ο Φώτης όλο σφύριζε. Τον μπάρμπα σ’ το Θανάση τον είχε τσομπάνο ο Λιανός. Ο Λιανός ήταν από την Κέρκυρα. Ήταν γερός ο θείος σ’, ζωηρός, κάπως τσαρλατάνος και περήφανος. Ήταν και αρραβωνιασμένος. Αυτός είχε πολεμήσει και στην Αλβανία. Πάντοτε είχε στο κεφάλι τ’ ένα μπερέ γυρτό να σκεπάζει το ένα αυτί. Δεν ήθελε να φαίνεται, γιατί ήταν μισό. Είχε μαλώσει μ’ έναν αυτού κατά την Αλβανία κι εκείνος ο χαμένος τον δάγκωσε και του έκοψε το μισό αυτί. Ο πατέρας σου πάλι ήταν ήσυχος, συνεννοήσιμος, άλλος χαρακτήρας απ’ τον αδερφό του. Το θείο σ’ τον πήραν στον ΕΛΑΣ ένα βράδυ. Πήραν κι καναδυό άλλους χωριανούς μας. Θυμάμαι και το χωριανό μας τον Κ. Κι αυτός σκοτώθκε. Μου φαίνεται μαζί με τον μπάρμπα σ’ ήταν. Άφκαν γίδια, πρόβατα μέσα στα μαντριά χωρίς να ξέρουν τίποτα οι παππούδες. Οι γονείς δεν ήξεραν τίποτα. Ύστερα έμαθαν ότι τους πήραν στο αντάρτικο. Ο θείος σου σκοτώθηκε απ’ τους Γερμανούς αυτού κατά τα Παλατίτσια (Βεργίνα). Χτύπησαν οι ΕΛΑΣίτες αντάρτες τους Γερμανούς -την άνοιξη του ’44 έλεγαν- και απ’ τους σκοτωμένους αντάρτες ήταν κι ο θείος σ’. Αργότερα μαθεύτηκαν τα μαύρα νέα στο χωριό.
Οι Γερμανοί μάς πήραν γίδια, πρόβατα, γελάδια. Κάτ’ δικοί μας ρουφιάνοι μάς καλούσαν να πάμε τα γελάδια στον Πολύμυλο, τάχα να τα σφραγίσουν οι Γερμανοί. Άκου οι γαμημένοι τι έκαναν; Τους υποψιαστήκαμε τι σχεδίαζαν. Να τα πάμε εκεί και να τα φάν’ αυτοί κι οι Γερμανοί. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς. Κρύψαμε τα περισσότερα κάτω κατά τα πυκνά πουρνάρια, στα βουνά· πήγαμε μόνο μερικά ζώα. Κάποια πάλι τα κρύψαμε στο δρόμο στα πυκνά πουρνάρια και στα κέδρα. Ένα δαμάλι το πήγαμε. Καλό δαμάλι, είπαμε· θα τους αρέσει, δε θα ρωτήσουν για άλλα. Τάχα το σφράγισαν. Μας το κράτησαν, το πήραν. Τ’ άλλα τα κρύψαμε, τα γλιτώσαμε, τα γυρίσαμε πίσω στα μαντριά να τα φυλάξουμε καλύτερα. Κι εκεί δεν ήμασταν σίγουροι, αλλά πού αλλού να πάμε; Εκεί στα βουνά και τα ρέματα φοβούνταν κι αυτοί να πάνε. Τέλος πάντων οι Γερμανοί μάς πήραν το δαμάλι και 18-20 γίδια. Πήραν κι απ’ άλλους. Έκαναν κοπάδ’ μεγάλο από σφαχτά, να έχνε να τρών’ οι καταραμένοι…
Οι ΠΑΟτζήδες στην αρχή δήθεν μας φύλαγαν από τους αντάρτες και τους Γερμανούς. Μερικοί όμως από αυτούς κάτι είχαν με τους Γερμανούς, συνεργάζονταν. Ήταν κάτι καθάρματα απ’ αυτούς: σκότωναν, βίαζαν γυναίκες, άρπαζαν ζώα, μας απειλούσαν. Αυτοί οι άτιμοι ήταν απ’ τα γύρω χωριά. Απ’ τη Σκάφη ήταν πολλοί. Σχεδόν όλοι. Ήταν κάτ’ τουρκόφωνοι, κάτ’ ξυπόλυτοι που έγιναν τάχα μου καπεταναίοι οι μισκίνηδες. Στη Σκάφη ο ΕΛΑΣ σκότωσε καμπόσους ΠΑΟτζήδες. Το χωριό μας δεν είχε θύματα, ούτε απ’ τον ΕΛΑΣ ούτε από τους ταγματασφαλίτες. Κάποιοι ΠΑΟτζήδες με αρχηγό έναν απ’ τη Σιάτιστα -ξέχασα τώρα και τ’ όνομα τ’- μπήκαν στο χωριό: χτύπησαν, βίασαν γυναίκες. Την Π., την Κ., τη Μ., τις ατίμασαν οι ρουφιάνοι.
Αυτοί οι τουρκόφωνοι ήταν με την ΠΑΟi. Στις Κρανιές, στο μονοπάτι για τη Σκάφη, έπιασαν οι ΠΑΟτζήδες 7-8 άτομα, ήταν κομμουνιστές είπαν. Τους εκτέλεσαν οι εγκληματίες στη ράχη, στους «Σκοτωμένους» που το λέμε τώρα. Ένας θεός ξέρει από πού ήταν τα θύματα.
Μια μέρα ήρθαν 5-6 νομάτοι καβαλαραίοι με τα όπλα απ’ τα χωριά. Από ξένα χωριά. Βίαιη επιστράτευση από τον ΕΛΑΣ. Όσοι αρνούνταν να πάνε… μαχαίρι! Έναν ρουφιάνο που ατίμασε την Π. Τ, τον γνώρισε η ίδια, όταν τον είδε. Είχε κρυφτεί σ’ ένα σπίτι. Φοβήθηκε τους αντάρτες. Αυτή, η Π.Τ. το είπε στους αντάρτες ότι τη βίασε ένας που τώρα είναι κρυμμένος. Έδειξε το σπίτι· οι ΕΛΑΣίτες τον έπιασαν. Στο «Σταυροδρόμι» τον σκότωσαν. Ήταν μαζί τους κι ένας καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Από τη Σιάτιστα έλεγαν ότι ήταν. Δε θυμάμαι τώρα πώς τον έλεγαν. Πέρασαν και τα χρόνια μ’.
Η Σκάφη (Κίζοβα) είχε πολλούς ΠΑΟτζήδες, γερμανόφιλους. Μια νύχτα επιτέθηκε ο ΕΛΑΣ. Σκότωμα να δεις! Άλλους έριξαν μες τα πηγάδια κι άλλους τους σκόρπισαν εδώ κι εκεί στα χαντάκια και τ’ αυλάκια. Κακό μεγάλο έγινε! Άνθρωποι σφάχτηκαν σαν ζωντανά! Θρήνος! σου λέω, Γιάννη μου. Πήγαμε και εμείς απ’ εδώ από την Αυλήαννα. Μεγάλα παιδιά ήμασταν. Πολλούς τους ξέραμε, γειτονιά ήμασταν. Κάποιοι φταίγαν, τζάμπα πήγαν κι αθώοι. Μισκίνικα πράγματα έγιναν, ρε παιδί μ’. Ούτε θέλω να τα θυμούμαι.
i . ΠΑΟ: Πατριωτικές Αντιστασιακές Ομάδες
Δείτε ακόμη:
Ένας Έλληνας στρατιώτης θυμάται: Η μάχη της Κόνιτσας και «το κράτος του Γράμμου».
Πηγή: Η εισαγωγή και το απόσπασμα είναι από το βιβλίο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤ. ΔΕΛΗΓΙΑΣ. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ (1947-1950). Επιμέλεια: Μαγνητοφώνηση-απομαγνητοφώνηση-καταγραφή αφήγησης- επιμέλεια αφήγησης-σημειώσεις-ενδεικτική βιβλιογραφία. Δρ Ιωάννης Π. Μπάκανος., δάσκαλος-φιλόλογος-Σχολικός Σύμβουλος Π. Ε. © Ιωάννης Π. Μπάκανος (ιδιωτική έκδοση). Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: Σόλων Γρηγοριάδης. Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας (4 τόμοι). Εκδ. POLARIS 2011.















































