21 Ιανουαρίου 2023 at 20:12

Το σχέδιο της Ρωσίας για την Ελλάδα

από

Το σχέδιο της Ρωσίας για την Ελλάδα

«Μάθε ὅτι εἰς τοὺς χοροὺς τῶν πολέμων,

ὡς ἔσωσεν ἡ ἀνδρεία τὸν στρατιώτην,

οὕτω εἰς αὐτοὺς ἡ ὁμόνοια σώνει τὰ ἔθνη.»

Ανδρέας Κάλβος

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

Όταν οι Έλληνες άρχισαν την Επανάσταση εμφανίζονταν ακλόνητα πεπεισμένοι ότι η Ρωσία θα τους βοηθούσε. Πολλές πράξεις του Αλεξάνδρου του Α’ δικαιολογούσαν αυτή τη γνώμη· άλλωστε, το ίδιο πίστευαν και «πλήθη ευ ηγμένων ανδρών εν τη Εσπερία.» Αλλ΄ οιαδήποτε κι αν ήταν η επιθυμία του Ρώσου αυτοκράτορα, τελικώς, «η πολιτική εκράτησε του αισθήματος.»[1] Ένα μέρος του ρωσικού λαού «έτρεφε σφοδράν επιθυμία» να λάβει τα όπλα κατά του Σουλτάνου, για να προστατέψει τους ομόθρησκους Έλληνες· ωστόσο, η συντηρητική πολιτική του Αλεξάνδρου, η ιδιοτέλεια των υπουργών του και η δύναμη της αστυνομίας του εμπόδιζαν «πάσαν ενεργόν ανάπτυξιν του φιλελληνισμού εν Ρωσία.»

Από το τα τέλη του 18ου αιώνα και ύστερα, η Μοσκοβία εμφανίζεται ως σοβαρή απειλή για την οθωμανική αυτοκρατορία. Μετά τον πρώτο Ρώσο-τουρκικό πόλεμο του 1774, η Ρωσία απέκτησε σημαντικά εδάφη στις εκβολές του ποταμού Δνείπερου, το Ντον και τα στενά του Κερτς. Το 1783, ενώνει τη Μπάλτα, την Κριμαία και την Κουμπάν· ο δεύτερος Ρώσο-τουρκικός πόλεμος τελειώνει με την απόκτηση της παράκτιας λωρίδας μεταξύ του Μπουγκ και του Δνείστερου (1792). Με όλες αυτές τις κατακτήσεις, η Ρωσία έχει πλέον σταθερή πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα· στα 1773, προσαρτώνται στη ρωσική επικράτεια ένα μέρος της Λευκορωσίας, το δεύτερο διαμέρισμα της Πολωνίας (1793), οι επαρχίες της Λιθουανίας και το Δουκάτο της Κουρλάνδης (1795).

Ο όρκος των Φιλικών. Διονύσιος Τσόκος, ελαιογραφία (1849). Εθνικό ιστορικό Μουσείο. Αθήνα.
Ο όρκος των Φιλικών. Διονύσιος Τσόκος, ελαιογραφία (1849). Εθνικό ιστορικό Μουσείο. Αθήνα.

Τα τελευταία 30 χρόνια πριν την Επανάσταση (1790-1820) έφεραν «αξιοθαύμαστον μεταβολή» στις ιδέες και τις ελπίδες των Ελλήνων, προερχόμενη πρωτίστως από δύο αίτια: την αυξανόμενη επιρροή της Ρωσίας στα πράγματα της Ανατολής, μετά την συνθήκη ειρήνης του Ιασίου, και τις συνέπειες της Γαλλικής Επανάστασης. Η Ρωσία παρείχε στους υπόδουλους Έλληνες μια ελπίδα -έστω- εθνικής απελευθέρωσης· επιπλέον, μπορούσαν -ως πρόσωπα- ν’ ανταλλάξουν την υπακοή στην οθωμανική εξουσία με την προστασία της ρωσικής αυλής· η πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη εξέδιδε τα σχετικά έγγραφα και φαίνεται ότι αρκετές χιλιάδες «ραγιάδες» έγιναν υπήκοοι Ρώσοι με αυτόν τον τρόπο.

Εκτός των άλλων, η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε μεγάλη ζήτηση σίτου στα λιμάνια της Δύσης και η κατάσταση αυτή «παρώξυνε την έμφυτον προς το εμπόριο και τη ναυτιλίαν αγάπη» των Ελλήνων. Τα πενιχρά πλοιάρια των νησιωτών αντικαθίστανται από μεγάλα και ογκώδη σκάφη, τα οποία ταξίδευαν μέχρι τον Εύξεινο Πόντο και τη Μαύρη θάλασσα, συχνά με ρωσική ναυτική «σημαία». Η αυτοκράτειρα Αικατερίνα, διαρρηγνύοντας τα στενά μεταξύ του Ευξείνου Πόντου και της Μεσογείου, δημιούργησε διέξοδο εμπορική για τα σιτηρά της Πολωνίας και της μεσημβρινής Ρωσίας. Η Οδησσός, μια νέα πόλη χτισμένη στην ταταρική στέππα, «προσείλκυε πλήθος Ελλήνων όλως ασχολουμένων εις εμπορικάς επιχειρήσεις».[2] Άλλωστε, ο πόλεμος είχε παραλύσει τον εμπορικό στόλο της Γαλλίας, ενώ η Αυστρία δεν είχε ακόμη ναυπηγήσει τον δικό της.[3] Έτσι, κάποιοι νησιώτες του Αιγαίου ανέλαβαν -σχεδόν άνευ ανταγωνισμού- το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας.

Η αρχική ώθηση εξακολούθησε «μετ’ εκτάκτου δραστηριότητος»· «οίκοι» εμπορικοί ιδρύονται στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη και σε κάθε μεγάλη πόλη τους τουρκικής αυτοκρατορίας· ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις αναπτύσσονται ακόμη και ακμάζουν στην Οδησσό, την Τεργέστη, το Λιβόρνο και τα κυριότερα λιμάνια της Ευρώπης· η αρχόμενη ευημερία των Ελλήνων, γράφει ο Γόρδωνας, «επισκιάσασα όλων των ξένων εμπόρων της Ανατολής, εξήγειρεν εις τα στήθη τούτων μνησίκακον αίσθημα έχθρας, το οποίο υπήρξεν αυτό εαυτού η τιμωρία.»[4] Το εμπορικό αυτό «κίνημα» δεν περιορίστηκε στις παραλιακές περιοχές, αλλά μεταδόθηκε γρήγορα στις μεσόγειες κοιλάδες της Πίνδου, της Όσσας και της Κυλλήνης. Τα μάλλινα υφάσματα της Μακεδονίας και της Ηπείρου, το λάδι της Κρήτης, οι σταφίδες, το μετάξι και άλλα προϊόντα της Πελοποννήσου έφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά στον ελλαδικό χώρο και αναζωογόνησαν τόπους έως τότε φτωχούς και παραμελημένους.

Στα 1816, ανήκαν σε Χριστιανούς υπηκόους της Πύλης περίπου 600 πλοία· ήταν επανδρωμένα με άλκιμους άνδρες, από τα παράλια και τα νησιά της Θράκης, της Μακεδονίας και της κυρίως Ελλάδας, και οπλισμένα με 6.000 κομμάτια κανόνια· πολλά έπλεαν υπό ρωσική ναυτική σημαία, ενώ τα πληρώματα τους υπολογίζονται άνω των 17.000 ανδρών.[5] Εξάλλου, οι εγγενείς Τούρκοι σπανίως έδειξαν αξιοσημείωτες ικανότητες στη ναυτιλία· ο κλάδος αυτός παραδόθηκε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου σε αγήματα ελληνικά και σε κάποιους ξένους εξωμότες, «τα καθάρματα της Ευρώπης». Κατά τα λοιπά, ο τουρκικός στόλος, πολυάριθμος, ισχυρός και με πλοία πάσης φύσεως, ήταν σε θέση ν’ αντιμετωπίζει τα ρωσικά πολεμικά πλοία, εωσότου η ελληνική Επανάσταση «τον εστέρησεν των ναυκλήρων του, και των μόνων αληθών ναυτικών.»[6]

Αυτές τις εξελίξεις είχε στο μυαλό του ο εθνομάρτυρας Ρήγας Βελεστινλής, αν και τα τολμηρά του σχέδια περί ελληνικής επανάστασης δεν ολοκληρώθηκαν, αφού συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία, παραδόθηκε στους Τούρκους και θανατώθηκε στο Βελιγράδι. Λίγο αργότερα, οι εκπατρισμένοι Σουλιώτες και οι αρχηγοί των κλεφτών της Πελοποννήσου που βρέθηκαν στα Ιόνια Νησιά -μετά τον μεγάλο διωγμό της κλεφτουριάς του Μοριά- διατηρούσαν τακτική επικοινωνία με τους αρματολούς και τους κλέφτες που βρίσκονταν ακόμη στα βουνά. Ο Κολοκοτρώνης -από κοινού με τον Αλβανό αρχηγό, Αλή Φαρμάκη- οργάνωσαν ένα στρατιωτικό σχέδιο για την κατάληψη της Πελοποννήσου· η επιτυχία του θα ήταν «ασφαλής», γράφει ο Γόρδωνας, αν το υποστήριζαν οι Ρώσοι, οι οποίοι εκείνη την περίοδο πολεμούσαν με την Πύλη. Στα 1806, ξέσπασε στη Θεσσαλία άλλη εξέγερση, με αρχηγό τον αρματολό Ευθύμιο Βλαχάβα· το κίνημα κατεστάλη αγρίως από δυνάμεις του Αλή Πασά, ενώ οι Έλληνες -«κατά το φαινόμενον ήσυχοι και υποτασσόμενοι»- μάταια περίμεναν τη στρατιωτική βοήθεια των Ρώσων· τα μοσχοβίτικα σεφέρια ουδέποτε πέρασαν τον Αίμο. Παρά τις τραγικές απογοητεύσεις, όλα σχεδόν τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας ήταν ένθερμοι οπαδοί της Ρωσίας· όχι τόσο «ένεκα του ομοθρήσκου, όσο «διότι την εγνώριζον ως τον φυσικό εχθρό των τυράννων των.»[7] Αντιθέτως, η Αγγλία, η Γαλλία και η Αυστρία έδειχναν προφανέστατη διάθεση να υποστηρίζουν την Τουρκία και να διαιωνίζουν τη δουλεία της Ελλάδας.

Βιαιότητες των Τούρκων εναντίον Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, μετά το 1821. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Αθήνα.
Βιαιότητες των Τούρκων εναντίον Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, μετά το 1821. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Αθήνα.

Ο αρκτώος αετός

Στο συνέδριο της Βερόνας -στα 1822- συζητήθηκε για πρώτη φορά επισήμως το ελληνικό ζήτημα. Μια δήλωση του Αυτοκράτορα και τα πρωτόκολλα των συνδιασκέψεων διεκήρυσσαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων αφορούσε ολόκληρη την Ευρώπη. Ωστόσο, η περίπτωση της Ελλάδας ταυτιζόταν «λίαν στενώς» με τις επαναστάσεις της Νεάπολης, του Πεδεμόντιου και της Ισπανίας.

Η επανάσταση διένυε -μάλλον νικηφόρα- το τρίτο έτος της και οι Έλληνες συζητούσαν ακόμη για τη μεγάλη στρατιωτική συνδρομή που επρόκειτο να στείλει η ομόδοξη χριστιανική Ρωσία. Φιλέλληνες από πολλές χώρες της Ευρώπη βρίσκονταν ήδη στην Ελλάδα και πολεμούσαν στο πλευρό των επαναστατών· μεγάλες χρηματικές προσφορές στον αγώνα έγιναν από Καθολικούς και Διαμαρτυρόμενους, πλην οι Ορθόδοξοι αδελφοί εγκατέλειψαν τους Έλληνες την ώρα της μεγάλης εθνικής δοκιμασίας. Κατά το 1822, η ένταση μεταξύ Ρωσίας και Πύλης εξακολουθούσε να υπάρχει, αλλά ο Ρώσος αυτοκράτορας πίστευε ότι θα πρέπει να γίνει συμφωνία μεταξύ των συμμάχων μεγάλων δυνάμεων και της Ρωσίας, πριν αναληφθεί οποιαδήποτε δράση εναντίον των Οθωμανών. Κατά τους πρώτους μήνες του 1822, ο Αλέξανδρος ο Α’ καλούσε «το Αγγλικόν Υπουργείον να εξηγηθή και να συνεννοηθεί μετά των λοιπών συμμαχικών ανακτοβουλίων, ίνα αποφασίσουν να συμπράξουν τέλος πάντων μετά της Ρωσίας και εν ανάγκη ενόπλως.»[8] Ο Μέττερνχ ανησυχούσε μήπως η Ρωσία έρθει σε σύγκρουση με την Πύλη και ήθελε ν’ αναλάβει ο ίδιος τις διαπραγματεύσεις στην Κωνσταντινούπολη.

Η γνωστή προφητεία, «ο αρκτώος αετός θα καταφάγη την ημισέλινον», έμοιαζε να σπεύδει προς την εκπλήρωση της. Ο Άγγλος ιστορικός Thomas Gordon γράφει: «Φαίνεται πρόδηλον ότι η Ρωσία (απολίτιστος και αυτή μέχρι τούδε) είνε το όργανον το εκλελεγμένον υπό της θείας Προνοίας όπως εκπολιτίση τας μέσας χώρας της Ασίας και ανατρέψη την δεισιδαιμονίαν του Μωάμεθ, ήτις δεν δύναται άλλως να εξαλειφθή ειμή δι’ υποταγής των χωρών όπου είν’ ερριζωμένη. Τοιαύτη λύσις είναι ευκταία δια τους κοσμοπολίτας, όσοι βλέπουσιν πέραν της παρούσης ώρας και υψούσιν τας ιδέας των υπεράνω μικρολόγων αντιζηλιών και παιδαριωδών φόβων.»[9]

Ο Αλέξανδρος Α΄ (γεννηθείς Αλέξανδρος Παύλοβιτς (Александр Павлович) (23 Δεκεμβρίου 1666 – 1 Δεκεμβρίου 1825) από τον Οίκο του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Γκόττορπ, ήταν τσάρος της Ρωσίας από τις 23 Μαρτίου 1801 έως την 1 Δεκεμβρίου 1825 και Βασιλιάς της Πολωνίας από το 1815 έως το 1825, καθώς επίσης και πρώτος Μέγας Δουκας της Φινλανδίας.
Ο Αλέξανδρος Α΄ (γεννηθείς Αλέξανδρος Παύλοβιτς (Александр Павлович) (23 Δεκεμβρίου 1666 – 1 Δεκεμβρίου 1825) από τον Οίκο του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Γκόττορπ, ήταν τσάρος της Ρωσίας από τις 23 Μαρτίου 1801 έως την 1 Δεκεμβρίου 1825 και Βασιλιάς της Πολωνίας από το 1815 έως το 1825, καθώς επίσης και πρώτος Μέγας Δουκας της Φινλανδίας.

Η ανταρσία των Ελλήνων

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, προσπάθησε να στρέψει αυτή την πολιτική προς όφελος του αγώνα των Ελλήνων· σε υπόμνημά του προς τον Ρώσο αυτοκράτορα, γράφει ότι «το Αυστριακόν Υπουργείον δεν είναι καλής πίστεως» και ο Μέττερνιχ -με την παρελκυστική τακτική του- «αποβλέπει εις τους Τούρκους τον απαιτούμενον καιρόν, όπως θέσουν τέρμα εις την ην αποκαλεί ανταρσίαν των Ελλήνων.»[10] Κατά τον Καποδίστρια, οι διαπραγματεύσεις θα οδηγούνταν σε αποτυχία, εφόσον τις αναλάμβανε μόνος ο καγκελάριος της Αυστρίας· οι σύμμαχοι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν «γλώσσαν αποφασιστικήν και κατηγορηματικήν, και εν Λονδίνω και εν Βιέννη.» Πρότεινε ακόμη τη σύμπραξη των συμμαχικών κυβερνήσεων, ώστε η Πύλη ν’ αποδεχτεί τις απαιτήσεις της Ρωσίας. Αν τα διπλωματικά διαβήματα δεν έφερναν αποτέλεσμα, οι σύμμαχοι θα πρέπει να συνεργαστούν με τη Ρωσία, «ίνα εξαναγκασθή η Τουρκία να εφαρμόση τα μέτρα». Ως μέτρα για τον εξαναγκασμό προτείνονται:

-Η άμεση ανάκληση των πρεσβειών από την Κωνσταντινούπολη.

-Συνεννόηση για την ανάληψη κοινών στρατιωτικών επιχειρήσεων, «προς υποστήριξιν των προς την Πύλην διπλωματικών διαβημάτων.»

-Η συμφωνία των συμβαλλομένων Δυνάμεων» να διατυπωθεί με την υπογραφή συνθήκης ή πρωτοκόλλου.[11]

Ο Μέττερνιχ

Ο Ρώσος αυτοκράτορας ενέκρινε το σχέδιο του Καποδίστρια και του ανέθεσε ν’ ασχοληθεί με την εφαρμογή του· η Πρωσσία και η Γαλλία συμφώνησαν επί του σχεδίου, αλλά ο Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, ο λόρδος Καστέρλεη, «ετήρησε μακράν και επίβουλον σιγήν.»[12] Ο Τατίτσεφ, που είχε σταλεί στη Βιέννη για διαπραγματεύσεις, επέστρεψε στην Πετρούπολη -σχεδόν δυο μήνες μετά την αναχώρησή του- κομίζοντας στον αυτοκράτορα εκτενές σχέδιο του Μέττερνιχ· ο «δεσποτικός» καγκελάριος ζητούσε ν’ αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις στη Βιέννη, και μάλιστα να τις αναλάβει αρχικώς ο ίδιος, μέχρι να φτάσει εκεί ο Ρώσος αυτοκράτορας. Ο Καποδίστριας απέτυχε να μεταπείσει τον Αλέξανδρο και παραιτήθηκε. Ο Μέττερνιχ πανηγύρισε την απομάκρυνσή του από το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών: «Λοιπόν, στρατηγέ μου, η αρχή του κακού εξεριζώθη, ο κόμης Καποδίστριας ετάφη δια το υπόλοιπον της ζωής του. Θα ζήσετε ησύχως εν Επτανήσω και η Ευρώπη θα έχη απαλλαγή των μεγάλων κινδύνων, δι’ ων την ηπείλει η επιρροή του ανδρός τούτου.»[13] Ωστόσο, πραγματικός νικητής ήταν ο Καποδίστριας· ο Μέττερνιχ έχασε την ευκαιρία να καταστείλει την ελληνική επανάσταση στα πρώτα της κρίσιμα βήματα, ενώ οι επαναστάτες αποκτούσαν στέρεες βάσεις στο έδαφος και υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη. Τον Αυγούστο του 1822, αυτοκτόνησε ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας, Κάστλεη· από το σημείο αυτό αρχίζει και η μεταστροφή της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής στο ελληνικό ζήτημα. Νέος υπουργός εξωτερικών ανέλαβε ο Γεώργιος Κάνιγκ, ένα τολμηρός άνδρας και πολιτικός αντίπαλος του Μέττερνιχ.

Η Αγγλία μάλλον ξαφνιάστηκε από την ελληνική επανάσταση και «εθεώρει την έκρηξιν μετά πλείονος αποστροφής ή πάσα άλλη χριστιανική δύναμις.»[14] Τα συμβάντα της Μολδοβλαχίας και οι διαβεβαιώσεις των εταιριστών στο Μοριά έκαναν τον αγώνα των Ελλήνων να φαίνεται ως αποτέλεσμα ρωσικής πλεκτάνης. Επομένως, η άμεση καταστολή της «ανταρσίας» εμφανιζόταν ως ο μόνος τρόπος «όπως εμποδισθή η Ελλάς να πέσει υπό την προστασίαν του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου και κωλυθεί η Ρωσία του ν’ αποκτήση ναυτικούς σταθμούς στη Μεσόγειο.»[15]

Ιωάννης Καποδίστριας (Κέρκυρα, 10 ή 11 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, 27 Σεπτεμβρίου 1831).
Ιωάννης Καποδίστριας (Κέρκυρα, 10 ή 11 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, 27 Σεπτεμβρίου 1831).

Το ανακτοβούλιο της Πετρούπολης έβλεπε ψυχρά την πάλη των Ελλήνων· υπολόγιζε μάλλον στην εξάντληση και τη φθορά των αντιπάλων, ψάχνοντας την ευκαιρία να επεκτείνει την επιρροή της Ρωσίας προς τον νότο και να προσθέσει νέες επαρχίες στην αυτοκρατορία. Ήταν τόσο μεγάλος ο φόβος για την ενίσχυση της ρωσικής παρουσίας στην Ανατολή, ώστε και τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας προέκριναν μάλλον τη νίκη του Σουλτάνου παρά την επέμβαση του Τσάρου. Ο Κάνιγκ έγραφε: «Τι επιχειρήματα όμως να μεταχειριστούμε για να πάρουμε την συγκατάθεση της Ρωσίας, γνωρίζοντας ότι αυτή μπορεί να κατακτήση την Ελλάδα και την Τουρκία όποτε θελήσει;»[16] Εν τω μεταξύ χρόνω, η Ρωσία έπειθε τη Γαλλία καταστείλει την συνταγματική ελευθερία στην Ισπανία, «ως βήμα προς γενικήν παραχώρησιν δικαιώματος έθνους εις το επεμβαίνειν εις τας εσωτερικάς υποθέσεις άλλου έθνους, οπόταν υποπτεύη κίνδυνον εκ πολιτικών δοξασιών.»[17]

Το υπόμνημα της Ρωσίας

Στο υπόμνημα που υπέβαλε η Ρωσία -στα 1823-, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε: «Μετά την κατάπαυσιν των κατά την μεσημβρινήν Ευρώπην ταραχών, αίτινες τόσον επικινδύνως προώδευσαν, ο αυτοκράτωρ φρονεί ότι ήλθεν η ώρα και της ειρηνεύσεως της Ελλάδος· η παύσις των ταραχών αυτής είναι αναγκαιοτάτη, διότι εξ αιτίας αυτών βλάπτεται καιρίως το κατ’ εκείνο το μέρος εμπόριον της Ρωσσίας και παραλύεται η βιομηχανία μεγάλου μέρους των επαρχιών του ρωσσικού κράτους.»

Σύμφωνα με το ρωσικό σχέδιο, συστήνονταν τρεις ηγεμονίες, φόρου «υποτελείς» στην Πύλη· μια τέταρτη ηγεμονία θ’ αποτελούσαν στο μέλλον τα νησιά του Αιγαίου, τα οποία θα εξακολουθούσαν να διοικούνται «δημογεροντικώς»: «Η αυλή της Ρωσσίας προβάλλει ως μέσον όρον τον ακόλουθον τρόπον της ειρηνεύσεως παρέχοντα τοις μεν τας αναγκαίας εγγυήσεις, τη δε ωφελείας πραγματικάς αντί κυριαρχίας σαλευούσης. Φρονεί λοιπόν, ότι κατά τα παραδείγματα αυτού του τουρκικού κράτους συμφέρει να συστηθώσι τρεις υποτελείς τη Πύλη ηγεμονείαι επί της στερεάς Ελλάδος, η μεν εκ Θεσσαλίας, Βοιωτίας και Αττικής, ο εστί της ανατολικής Ελλάδος, η δε εξ Ηπείρου και Ακαρνανίας, ο εστί της δυτικής Ελλάδος, της άλλοτε ενετικής παραλίας, εξαιρουμένου του υπό το σκήπτρον της Αυστρίας μέρους· η δε εκ Πελοποννήσου και Κρήτης, ο εστίν εκ της μεσημβρινής Ελλάδος· αι δε νήσοι να διοικώνται δημογεροντικώς, καθώς και μέχρι τούδε.»[18]

Η ελληνική «ελευθερία» περιοριζόταν στην «ελευθερία» του εμπορίου· ο Πατριάρχης θα παρέμενε -κατά κάποιον τρόπο- πνευματικός ηγέτης των Χριστιανών και αντιπρόσωπος του ελληνικού έθνους: «Φρονεί δε η Ρωσσία, ότι και αι ελπίδες των Ελλήνων περιορίζονται ευλόγως εντός τούτων των όρων, διότι υπ’ αυτούς ελεύθεροι θα είναι και αυτοί και ελεύθερον διόλου και το εμπόριόν των υπό την εθνικήν σημαίαν των· ο δε Πατριάρχης των Ελλήνων, όστις θα εδρεύει εις το εξής εν Κωνσταντινουπόλει, θ’ αντιπροσωπεύει κατά τινα τρόπον το έθνος

Το κάστρο των Ιωαννίνων και το σεράι του Αλή Πασά, επί τουρκοκρατίας. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Αθήνα.
Το κάστρο των Ιωαννίνων και το σεράι του Αλή Πασά, επί τουρκοκρατίας. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Αθήνα.

Ασφαλώς, τα στρατιωτικά σώματα και τα πλοία των επαναστατών θ’ αφοπλίζονταν, ενώ τα κάστρα που με τόσες αιματηρές θυσίες κατέλαβαν οι Έλληνες θα παραδίδονταν στους Οθωμανούς. Κατά το πρότυπο περίπου της Μολδοβλαχίας, δεν προβλέπονταν Οθωμανοί διοικητές αλλά -εξωνημένοι και απόλεμοι- Έλληνες, οι οποίοι θα διορίζονταν κατευθείαν από τον Σουλτάνο. Τακτικός οθωμανικός στρατός θα στρατοπέδευε στα κάστρα: «Φρουραί τουρκικαί θα κάθηνται μόνον εντός τινων φρουρίων εν ωρισμένη περιφερεία, αλλ’ ούτε πασάς ούτε διοικητής Τούρκος θα στέλλεται· πάσα δε ηγεμονεία θα δίδει φόρον ανάλογον ως προς την έκτασίν της και τους πόρους της· δευτέρα δε σύσκεψις των Δυνάμεων θα κανονίσει τα του εσωτερικού διοργανισμού των ηγεμονειών.»

Στο υπόμνημα γίνεται λόγος για την ενδεχόμενη ήττα της τρέχουσας εκστρατείας των Οθωμανών κατά των Ελλήνων κι εξασφαλίζονται τα «τακτικά εισοδήματα» της Πύλης: «Αληθή ωφέλειαν παρέχει ο συμβιβασμός ούτος· η επί του δ’ τούτου έτους εκστρατεία δεν θα είναι πιθανώς ευτυχεστέρα των παρελθουσών, εν ώ ο προβαλλόμενος συμβιβασμός ασφαλίζει την ειρήνην, την ησυχίαν και τα τακτικά εισοδήματα της Πύλης δια της πληρωμής των φόρων των διαφόρων ηγεμονειών

Ως προς την πολιτική ελευθερία των υπόδουλων, το σχέδιο είναι ξεκάθαρο· οι Έλληνες υποτίθεται ότι θα «λυτρώνονταν» από τις αυθαιρεσίες, τις σφαγές και τους βίαιους εξισλαμισμούς, αλλά οι αξιώσεις τους «περί πλήρους ανεξαρτησίας» καταπνίγονταν οριστικώς: «Μωάμεθ ο β’ ανέδειξε τας νήσους απλώς υποφόρους· το σχέδιον τούτο είναι τόσω μάλλον άξιον της παραδοχής των συμμάχων, καθ’ όσον, εγγυώμενον την λύτρωσιν των Ελλήνων εμμένει εντός των όρων της πολιτικής των συμμάχων, και δεν φαίνεται ενισχύον τας περί πλήρους ανεξαρτησίας αξιώσεις των Ελλήνων.» Όπως είναι γνωστό, οι Έλληνες -ούτως ή άλλως- ουδέποτε καταλάμβαναν αξιώματα στρατιωτικά στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό, για προφανείς λόγους.

Εφόσον το σχέδιο γινόταν αποδεκτό, οι μεγάλες Δυνάμεις -σε σχετικό υπόμνημά τους- θα έπρεπε «να παραστήσωσι τω σουλτάνω, ότι η σύστασις τριών ηγεμονειών διαιρεί τας δυνάμεις της Ελλάδος, και επειδή θ’ ανατεθή εις αυτόν ο διορισμός των ηγεμόνων, θ’ αποβλέπουν εις αυτόν αι επισημότεραι οικογένειαι των Ελλήνων». Η προηγούμενη παράγραφος μαρτυρεί ότι αυτοί που συνέταξαν το σχέδιο «ειρήνευσης» γνώριζαν πολύ καλά τα ελληνικά πράγματα και -κυρίως- τα ήθη πολλών Ελλήνων της εποχής· ηγεμόνες των υποτελών περιοχών θ’ αναλάμβαναν Έλληνες γνωστών «αριστοκρατικών» οικογενειών· άλλωστε, ιδιοτελείς, άνευ ηθικών αρχών, φίλαρχοι και φιλοχρήματοι άνθρωποι βρίσκονται σε όλα τα έθνη και αφθονούσαν στην -πλήρως διεφθαρμένη- οθωμανική αυτοκρατορία.

Κλέμενς φον Μέττερνιχ (15 Μαίου 1773 - 11 Ιουνίου 1859). Αυστριακός διπλωμάτης, στο κέντρο των ευρωπαϊκών υποθέσεων για τρεις δεκαετίες ως υπουργός Εξωτερικών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας.
Κλέμενς φον Μέττερνιχ (15 Μαίου 1773 – 11 Ιουνίου 1859). Αυστριακός διπλωμάτης, στο κέντρο των ευρωπαϊκών υποθέσεων για τρεις δεκαετίες ως υπουργός Εξωτερικών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας.

Ένδοξος θάνατος ή αίσχιστος ζυγός

Η αγγλική κυβέρνηση -εμμέσως πλην σαφώς- απέρριψε τις εν λόγω προτάσεις της Ρωσίας, δηλώνοντας ότι «δεν θα εναντιούτο, αν το τοιούτον σχέδιον επροτείνετο εν καιρώ δέοντι.» Οι επαναστάτες εμφανίστηκαν ανένδοτοι «προς πάντα συμβιβασμόν μη στηριζόμενον επί της εθνικής των ανεξαρτησίας»· ο σουλτάνος αρνείτο οιαδήποτε συνδιαλλαγή με τους Έλληνες, χαρακτηρίζοντάς τους «ραγιάδες» – στα τουρκικά, η λέξη «ραγιάς» σημαίνει κοπάδι. Η επαναστατική κυβέρνηση, σε μια επιστολή της προς τον Άγγλο υπουργό εξωτερικών, Γεώργιο Κάνιγκ, «διακηρύττει πανδήμως ότι προτιμά θάνατον ένδοξον παρά τον αίσχιστον ζυγόν εις τον οποίον θέλουν να το κάμουν να υποκύψη.» Οι Έλληνες, διαβάζουμε στην ίδια επιστολή, αποτίναξαν «τον βαρβαρικόν ζυγόν» προς μεγάλη έκπληξη της Ευρώπης και όλων των εθνών· ξεκίνησαν τον πόλεμο κατά του σουλτάνου, «χωρίς να έχουν τους τρόπους δια να τον κάμουν», αφού πείστηκαν «ότι άλλως δεν εδύναντο να απολαύσουν την ανεξαρτησίαν των παρά με πολυαρίθμους θυσίας»· απέκτησαν φρούρια, πόλεις και «μέγαν αριθμόν θέσεων, αίτινες ευρίσκοντο εις χείρας βαρβάρων δεσποτών αυτών»· κατέστρεψαν με μερικά εμπορικά πλοία «τον πολυάριθμον και φοβερόν στόλον των Τούρκων» και «σύστησαν νόμους ομοίους με τους των πολιτισμένων εθνών»· μπορεί «τις πλέον να αμφιβάλλη την σήμερον εάν οι Έλληνες είναι άξιοι της ελευθερίας;»

Ο Δημήτρης Τζήκας είναι δάσκαλος και ιστορικός. Είναι διαχειριστής στην ιστοσελίδα https://eranistis.net/wordpress/

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέος Ερμής ο Λόγιος» (τχ. 25), με αφιέρωμα: «ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Εκστρατεία», που κυκλοφορεί στα περίπτερα και τα βιβλιοπωλεία.

«Νέος Ερμής ο Λόγιος» (τχ. 25), με αφιέρωμα: «ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Εκστρατεία»
«Νέος Ερμής ο Λόγιος» (τχ. 25), με αφιέρωμα: «ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Εκστρατεία»

Πηγές και παραπομπές

[1] Γεώργιος Φίνλεϋ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Μεταφρ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εκδ. Δόμος. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. Αθήνα, 1997. Τομ. Β. Σελ. 9.

[2] Θωμά Γόρδωνος (Thomas Gordon). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Μετάφραση: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. ΜΙΕΤ. Αθήνα, 2015. Τομ. Α’. Σελ. 84

[3] Λίγο αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής επανάσταση, η Αυστρία διέθετε «ακμάζοντα» ναυτικό στόλο.

[4] Θωμά Γόρδωνος (Thomas Gordon). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Α’. Σελ. 95.

[5] Θωμά Γόρδωνος (Thomas Gordon). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Α’. Σελ. 95.

[6] Θωμά Γόρδωνος (Thomas Gordon). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Α’. Σελ. 82.

[7] Θωμά Γόρδωνος (Thomas Gordon). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Α’. Σελ. 111.

[8] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΒ’. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα, 1976. Σελ. 286.

[9] Θωμά Γόρδωνος (Thomas Gordon). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Α’. Σελ. 83.

[10] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΒ’. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα, 1976. Σελ. 287.

[11] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΒ’. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα, 1976. Σελ. 287.

[12] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΒ’. Σελ. 287.

[13] Επιστολή προς τον Μαίτλαντ, Διοικητή των Επτανήσων. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΒ’. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα, 1976. Σελ. 287.

[14] Γεώργιος Φίνλεϋ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Β. Σελ. 10.

[15] Γεώργιος Φίνλεϋ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Β. Σελ. 9.

[16] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΒ’. Σελ. 313.

[17] Γεώργιος Φίνλεϋ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τομ. Β. Σελ. 11.

[18] Ολόκληρο το έγγραφο υπάρχει εδώ: Σπυρίδωνος Τρικούπη. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Έκδοσις Τρίτη. Εκδ. Παναγιώτης Ασλάνης. Εκ. του τυπογραφείου της ώρας. Εν Αθήναις, 1888.

(Εμφανιστηκε 282 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.