19 Μαΐου 2022 at 18:43

«Φράγκο φίλο κάνε, γείτονα μην κάνεις!»

από

«Φράγκο φίλο κάνε, γείτονα μην κάνεις!»

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

Αρχικώς, η ονομασία Φράγκος δόθηκε τον 3ο μ.Χ. αιώνα σε μια ομοσπονδία γερμανικών λαών, με την οποία ενώθηκαν σταδιακά και άλλα ευρωπαϊκά φύλα· επί Βυζαντίου και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Σήμαινε γενικώς όλους τους κατοίκους της δυτικής Ευρώπης, άνευ εθνολογικής διακρίσεως. Φράγκος λέγεται κι αυτός που ανήκει στο δυτικό ή και στο προτεσταντικό χριστιανικό δόγμα: «Δεν είναι ορθόδοξος, είναι Φράγκος.» «Πάμε με τους Φράγκους στο ημερολόγιο.» «Φραγκοράφτης» ήταν ο ράφτης που έραβε τα φράγκικα, δηλ. τα ευρωπαϊκά ρούχα· ο «ελληνορράπτης» έραβε τις ελληνικές ενδυμασίες, καθώς και την παραδοσιακή φουστανέλα. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ο λαός δεν συμπαθούσε τους Φράγκους· εξ ου και οι διάφορες σκωπτικές ή και υβριστικές παροιμίες: «Φράγκο φίλο κάνε, γείτονα μην κάνεις.», «Φράγκον έχεις γείτονα; Κακόν έχεις γείτονα.»[1] κι «Ένας Φράγκος με το φέσι, ποιος αδειάζει να τον χέσει;» Σε άλλη παροιμία της Κρήτης, διακωμωδείται ο φανατισμός των Ενετών· ο Άγιος Μάρκος ήταν ο προστάτης των Φράγκων του νησιού: «Επήγε ο Μάρκος στα Χανιά κι άλλαξε την καπότα.» Το Φράγκος, ακόμη και σήμερα, το βρίσκουμε ως επίθετο ή παρωνύμιο. Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη φαίνεται να κρατάει από φράγκικη γενιά: «Μισοπλαγιασμένη κοντὰ εἰς τὴν ἑστίαν, μὲ σφαλιστὰ τὰ ὄμματα, τὴν κεφαλὴν ἀκουμβῶσα εἰς τὸ κράσπεδον τῆς ἑστίας, τὸ λεγόμενον «φουγοπόδαρο», ἡ θεια-Χαδούλα, ἡ κοινῶς καλουμένη Γιαννοὺ ἡ Φράγκισσα, δὲν ἐκοιμᾶτο, ἀλλ᾽ ἐθυσίαζε τὸν ὕπνον πλησίον εἰς τὸ λίκνον τῆς ἀσθενούσης μικρᾶς ἐγγονῆς της.»

Καφενείο που σερβίρει σερμπέτια στην Αθήνα. (1838)
Καφενείο που σερβίρει σερμπέτια στην Αθήνα. (1838)

Οι «ψαλιδόκωλοι»

Ψαλιδόκωλος λεγόταν παλαιότερα ο φραγκοφορεμένος, αυτός που φορούσε σακάκι με σκίσιμο-ψαλίδι στο ύψος του κώλου. Στον Καπετάν-Μιχάλη του Νίκου Καζαντζάκη, διαβάζουμε: «Σπουδάζει, τι διάολο σπουδάζει; Θα καταντήσει κι ετούτος σαν τον μπάρμπα του τον Τίτυρο, δάσκαλος! Ψαλιδόκωλος, μπουμπουνοκέφαλος, με γυαλάκια. Καλός καλός ο χοίρος μας, μα βγήκε χαλαζάρης! Φτου!» Η φράση «φοράει στενά.» σημαίνει ντύνεται με παντελόνια, ρούχα ευρωπαϊκού τύπου, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ελληνικές ενδυμασίες. Ο Ιωάννης Κονδυλάκης γράφει: «Ο δάσκαλος, που τέτοια εντύπωση είχε κάμει στον πασά, ήτο κι αυτός νέος άνθρωπος και ζωηρός, με πυρρόξανθα γένια, χωρισμένα στη μέση. Γι’ αυτό και ψαλιδογένη τον έλεγαν οι χωρικοί. Φορούσε στενά κι έλεγαν πως είχε κάμει στην Αθήνα.»

Παλιά διαφήμιση Αδελφοί Λαμπρόπουλοι.
Παλιά διαφήμιση Αδελφοί Λαμπρόπουλοι.

Τα «ψαλιδοκέρια»

Ψαλιδοκέρια είναι μτφ. αυτοί που φορούν παντελόνια και σακάκι, οι ψαλιδόκωλοι.

Σύμφωνα με το Μέγα Λεξικό του Δημητράκου: Ψαλιδοκέρι είναι η λαβή προς καθαρισμόν της άπτρας του κηρίου. Σκωπτικώς, κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως ο ευρωπαϊκός σκιστός επενδύτης και ο φέρων τοιαύτην ενδυμασίαν, όθεν ο επιδεικτικός ο επιπόλαιος.

Καθώς φαίνεται  το ψαλιδοκέρι ήταν ειδικό ψαλίδι για να κόβουν το καμένο φιτίλι του κεριού. Ο Μπάμπης Αννίνος γράφει για την Αθήνα του 1850: «Τω καιρώ εκείνω είχεν ήδη εισαχθεί και οσημέραι περισσότερον διεδίδετο εις τους κατοίκους Αθηνών και Πειραιώς η ευρωπαϊκή ενδυμασία, ώστε να μην προξενή πλέον εντύπωσιν όπως άλλοτε η εμφάνισις εις τα αποκέντρους συνοικίας διαβατών φραγκοφορεμένων, οίτινες εκαλούντο χλευαστικώς υπό του λαού μας ψαλιδοκέρια, έτρεχον δε εξόπισθεν των οι αγυιοπαίδες φωνάζοντες προς αυτούς: Φράγκο, λελέγκο!»][2] Εντύπωση φαίνεται ότι έκαναν και τα πρώτα γυαλιά, που φορούσαν συνήθως οι «γραμματιζούμενοι». Τεσσαρομάτης λέγεται αυτός που φοράει γυαλιά οράσεως, ο διοπτροφόρος. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σημειώνει: «Ἔχει δίκιον ὁ κύριος Μαῦρος νὰ λέγη αὐτό, ὅτι ὅταν πολεμούσαμεν ἐμεῖς καὶ σκοτωνόμαστε, ὁ κύριος Μαῦρος πῆγε εἰς τὴν Εὐρώπη μὲ δυὸ μάτια καὶ γύρισε μὲ τέσσερα – σπούδαξε κι᾿ ἔβαλε καὶ γυαλένια μάτια.»

Ο Δημήτρης Τζήκας είναι δάσκαλος και ιστορικός.

Παραπομπές 

[1] Ο Κρητικός Πόλεμος (1645-1669). Ή συλλογή των ελληνικών ποιημάτων Ανθίμου Διακρούση Μαρίνου Ζάνε / συλλεγέντων και εκδιδομένων υπό του αρχιμανδρίτου Αγαθαγγέλου Ξηρουχάκη. Εν Τεργέστη: Τύποις του αυστριακού Λόϋδ, 1908.

[2] Αι Αθήναι κατά το 1850. Εντυπώσεις δύο Γάλλων περιηγητών / Υπό Μπάμπη Άννινου. Άγνωστο έτος έκδοσης (πιθ. γύρω στα 1910). Σελ. 45.

Περισσότερες παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις μπορείτε να βρείτε στο αρχείο μας ΕΔΩ.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ομάδα του facebook Παροιμίες & γνωμικά.

Αν θέλετε να γίνετε μέλη της ομάδας, επισκεφτείτε τη διεύθυνση: https://www.facebook.com/groups/2285257741730850/

(Εμφανιστηκε 685 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.