30 Ιουνίου 2021 at 01:49

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: Απλοί τρόποι. Ποιήματα.

από

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: Απλοί τρόποι. Ποιήματα.

ΑΠΛΟΙ ΤΡΟΠΟΙ. ΕΚΔΟΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Σ. ΖΗΚΑΚΗΣ, ΑΘΗΝΑΙ. 1920.

ΑΦΙΕΡΩΝΟΝΤΑΙ

ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟ

Ο Κωσταντίνος (Κώστας) Χατζόπουλος (11 Μαΐου 1868 - Ιούλιος 1920)[
Ο Κωσταντίνος (Κώστας) Χατζόπουλος (11 Μαΐου 1868 – Ιούλιος 1920)[
Άσ’ τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχη,

ας oρίζη το αέρι τιμόνι, πανί,

τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,

είναι πιο όμορφοι οι άγνωροι πάντα γιαλοί·

η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα· ας το φέρη

όπου θέλει το αέρι, όπου ξέρει το αέρι.

 

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,

γύρω ας φεύγουν που πύργοι, που καλύβας καπνός·

είτε ειδύλλιο γελούμενο απλώνεται η πλάση,

είτε αντάρες και μπόρες κρεμά ο ουρανός,

μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξης,

όπου θέλει το κύμα μαζί του θ’ αράξης.

 

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη και συ το γνωρίζεις;

κι έχεις πιάσει ποτέ σου το τι κυνηγάς;

μη όπου σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις,

δε σκοντάβεις σε ρώτημα σ’ ότι ρωτάς;

Κι ό τι σ’ έχει μαγέψει κι ό τι σου έχει γελάσει

το έχεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;

 

Άσε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζη,

άσ’ τις ζάλες να σέρνουν τυφλά την καρδιά·

κι αν τριγύρω βογκά κι αν ψηλά συννεφιάζη,

κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά,

κι αν πικρό την ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνη,

πάντα κάπου κρυφτή μια χαρά την προσμένει.

 

* * * *

 

Παλιές αγάπες, τη θολή την ώρα αυτή ως περνάτε

και τρεμοφέγγετε στο φως λουσμένες το απαλό,

βαθιούς απόμακρους αχούς σβησμένους μου ξυπνάτε,

σαν τους που στέλνει η θάλασσα σε απάνεμο γιαλό.

 

Μια σα θλιμμένη Παναγιά περνά χλομή· μια πλάνο,

λαύρο σκορπά το γέλιο της και χύνεται φωτιά,

άλλη αεράκι αργογλιστρά πρωινό στη χλόη απάνω,

μιας άλλης χύνει αντάριασμα και τρικυμιά η ματιά.

 

Κάποια σ’ ένα δροσόνερο σκύφτει σιγά και πίνει,

άλλη διαβαίνει ονειρευτή στο κρύο το δειλινό

κι άλλη άπιαστη γοργοπετά και πίσω δεν αφίνει

μηδέ όσο ροδοσύννεφο στον αυγινό ουρανό.

 

Όλες εσείς την ώρα αυτή καθώς σιγοπερνάτε

κι αυλές μπροστά μου φεύγετε και χάνεστε θολές,

ή τα χλωρά στεφάνια σας περήφανες κρατάτε,

ή κουρασμένες σέρνεστε σε λιτανίες δειλές,

 

μες στην ψυχή που ησύχασε, στους πόθους στομωμένη,

όσο κι αν είστε σαν αχοί που πνίγονται μακρά,

φέγγετε μια στιγμή απαλά σαν άνοιξη ανθισμένη·

και σβήτε σα ροδόφωτα σε βραδινά νερά.

 

* * * *

 

Μαύρα βαραίνουν όνειρα βαριά το νου μου ακόμη

ενώ σιγά το βήμα μου φέρνω σε σένα, αυγή,

μόλις του δάσους τη σγουρή χρυσώνει ο ήλιος κόμη

κι η καταχνιά κακό όνειρο κι αυτή γλιστρά απ τη γη

 

Αύρα γλυκειά στους πράσινους βυθούς αργοσαλεύει,

στα ρείκη αρχίζει το σκοπό σιγά ο κορυδαλός,

μα όσο στο φως υψώνεται κι όσο ψηλά αλαργεύει,

το λάλημά του χύνεται ολόηχος κάτω αυλός.

 

Και δες: με τις παλιές χαρές η νέα μέρα αρχίζει·

στη χλόη νέα άνθη, νέοι βλαστοί στο γέρικο κορμό,

και γύρω τους μυριόφτερος κόσμος ξυπνά, σκορπίζει

και το τραγούδι της ζωής βουίζει το θερμό.

 

 

Και το πουλί λες σήμαντρο ψηλά στον όρθρο κράζει·

μέσα στον δάσους το ναό γονατιστή η ψυχή

σαν παλιό κρίμα μια στιγμή τη θλίψη της τινάζει

σε μια άφωνη προς το γλαυκό του απείρου προσευχή.

 

* * * *

 

Το μυστικό δε σου ένιωσε κανείς, ψυχή φτωχή·

το φάντασμά σου όλοι είδανε μονάχα, είδαν δυο χέρια

λευκά, χλομά ν’ απλώνονται θαρρείς σε προσευχή

προς κάποια απάνω αθώρητα χαμένα αδέρφια αστέρια.

 

Όλοι το διάβα σου είδανε να φεύγη σιγανό

και να περνά με φόβο λες κάπου να μην αγγίση,

σαν πλανημένο σύννεφο στο βραδινό ουρανό

που αργογλιστρά τρεμάμενο μη, πριν αράξη, σβήση.

 

Κι όλοι τα μάτια σου είδανε θλιμμένα και θολά,

γλαρά άνθη που μαράθηκαν σ’ ένα στεγνό ανθογυάλι,

ν’ ανοίγουν σα ν’ αντίκρυζαν χαμένα και δειλά

προς κάποιο πέρα μακρινό κι απόνειρο ακρογιάλι.

 

Κι άκουσαν το τρεμούλιασμα της σιγαλής φωνής

σα φαρφουρί που ράγισε ήχο βραχνό ν’ αφήνη,

αλλά τη θλίψη σου, ψυχή, δεν ένιωσε κανείς,

το μυστικό σου κανενός καημός δεν έχει γίνει.

 

Μόνο εγώ, που όμοιος μέσα μου πόθος με τρώει κρυφός,

ακούω το απόηχο από ένα πια πεσμένο μαϊστράλι

και βλέπω πως τα μάτια σου ζητούν σταξιά απ το φως

που σιγοτρέμει σβήνοντας στο μακρινό ακρογιάλι.

 

* * * *

 

Καθόμαστε· από πάνω μας ο θόλος του ουρανού

άπλωνε τη γαλήνη του στη θάλασσα όλη πέρα·

Μάης ήταν, και το πέρασμα σύννεφου μηδέ αχνού

δε θόλωνε τον ξάστερο πρωινό γλαυκόν αιθέρα.

 

Το αέρι μόλις άγγιζε το ολόστρωτο νερό,

μόλις των πεύκων γύρω μας τ’ ακρόκλωνα κινούσε

κι ο ήλιος, δίνοντας, χρυσά στο βραδινόν αφρό

και στ’ αρμηρίκια του γιαλού ροδόκρινα σκορπούσε

 

κι έδειχνε ανάερο φάντασμα στο φάρο εκεί πλευρά

του μύλου τα λευκά πανιά ασάλευτα απλωμένα.

Όλα λευκά κι ασάλευτα· και μόνο τα φτερά

των γλάρων στο νερό κοντά σάλευαν ξυπνημένα.

 

Και μόνο δυο ναυτόπουλα στην αμμουδιά είχαν βγει

απ τα καΐκια που άραζαν ριγμένα στο ακρογιάλι,

και τα γυμνά τους τα κορμιά ξάπλωσαν στην αυγή

και το καράβι κοίταζαν που είχε μακριά προβάλει

 

και προχωρούσε ολάρμενο κι αργό και σιγαλό

κι ολόλευκο σαν την αυγή που ανέβαινε ολοένα

και θέρμαινε και τη ζωή ξυπνούσε στο γιαλό,

και τα κλειστά παράθυρα άνοιγαν ένα ένα.

 

Καθόμαστε· σε κοίταξα, με κοίταξες αργά·

το βλέμμα σου έφεγγε θαμπό σα σκοτεινό πετράδι.

Μου φάνηκε πώς έτρεμε μη φύγη η αυγή γοργά

και φτάση η μέρα σέρνοντας κοντά της το αχνό βράδυ.

 

(Εμφανιστηκε 128 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.