15 Ιουνίου 2021 at 11:28

Το δημογραφικό στο δόκανο του πολιτιστικού πολέμου

από

Το δημογραφικό στο δόκανο του πολιτιστικού πολέμου

Του Γιώργου Ρακκά

Σάλος έχει προκύψει με το βίντεο που συνόδευε το διαβόητο πλέον Συνέδριο των Ιωαννίνων για την γονιμότητα. Διασημότητες απέσυραν την συμμετοχή τους, ενώ η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η ΕΡΤ και το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων αποφάσισαν ν’ αποσύρουν την υποστήριξή τους, έπειτα από κύμα διαμαρτυριών από τα κόμματα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το βίντεο στοχοποιήθηκε ως «σεξιστικό». Κατηγορήθηκε ότι προβάλει αποκλειστικά τις γυναίκες ως αναπαραγωγικές μηχανές, και ότι στηλιτεύει την επιλογή τους να δίνουν κατά τη νεότητά τους προτεραιότητα σε πτυχές της ζωής τους πέραν της μητρότητας, όπως η επαγγελματική αποκατάσταση.

Η συσχέτιση της υπογεννητικότητας με τις επιλογές αυτές είναι που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς θεωρήθηκε ότι, μέσω αυτής, εκκλησιαστικοί φορείς οι οποίοι πλαισίωναν το συνέδριο, (Οικουμενικό Πατριαρχείο ή Αρχιεπισκοπή Τυράννων), επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις πρόσφατες κατακτήσεις στην ισότητα των φύλων και την χειραφέτηση των γυναικών, και να παλινορθώσουν την παραδοσιοκρατία.

Το δημογραφικό στο δόκανο του πολιτιστικού πολέμου
Το δημογραφικό στο δόκανο του πολιτιστικού πολέμου

Τι πιο εξαίσια αφορμή, λοιπόν, για να εξελιχθεί ένα ακόμα επεισόδιο του πολιτισμικού, εμφυλίου πολέμου: Το αυτοανακηρυγμένο και ως προοδευτικό στρατόπεδο επιτίθεται συλλήβδην στην «πατριαρχία», την «οικογένεια», και τα κυρίαρχα πρότυπα περί φύλων, προκαλώντας με την σειρά του αντισυσπείρωση του συντηρητισμού και αναβίωση της φονταμενταλιστικής ατζέντας.

Στο μέσον αυτής της διελκυστίνδας βρίσκεται το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, με τις προοπτικές σοβαρής αντιμετώπισής του να χαντακώνονται εξαιτίας της.

Ο πολιτιστικός υπερφιλελευθερισμός χρειάζεται για την αποδόμηση της οικογένειας ή του φύλου να στήνει αντιπαραθέσεις με τους συντηρητικούς κύκλους. Τον βοηθάει να παρουσιάζει ότι υπερασπίζεται επιλογές ανθρώπων εναντίον φορέων της παλιάς εξουσίας. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που κάνει είναι να υπερασπίζεται την ατζέντα της καινούριας εξουσίας:

Η οικογένεια ως θεσμός έρχεται σε αντίθεση με το κυρίαρχο σήμερα κλίμα παροξυστικής κατανάλωσης και εργασιακής εντατικοποίησης. Τοποθετώντας την οικονομία των αξιών, των σχέσεων και των συναισθημάτων στο προσκήνιο, η οικογένεια περιστέλλει την καταναλωτική διαθεσιμότητα, το άτομο ως τον αιώνιο έφηβο που «αγοράζει» διαρκώς εμπειρίες.

Την ίδια στιγμή, η οικογένεια ως αξία φέρνει στο προσκήνιο τις λειτουργίες της φροντίδας και της αναπαραγωγής. Υπενθυμίζει στην κοινωνία ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνον εργαζόμενο όν, αλλά οφείλει να μεριμνά για την ίδια την αναπαραγωγή του, τόσο σε επίπεδο προσώπου όσο και σε κοινωνίας.

Οι αξίες της φροντίδας, με τη σειρά τους, είναι συνδεδεμένες με μια πλειάδα σύγχρονων κοινωνικών κατακτήσεων που σήμερα απειλούνται: Το κοινωνικό κράτος, η σημασία της Εκπαίδευσης και της Υγείας για την ευημερία των κοινωνιών, ακόμα, η έννοια της προόδου μέσα σε μια δημοκρατία έχουν σημασία, γιατί τοποθετούνται στην προοπτική της αλληλοδιαδοχής των γενεών. Ακόμα και τα κινήματα χειραφέτησης του 20ου αιώνα, εθνικά ή κοινωνικά, όλα είχαν την αντίληψη ότι αγωνίζονται για να φέρουν ένα καλύτερο κόσμο στα παιδιά τους, την αυριανή κοινωνία.

Σε αυτόν τον πυρήνα κοινωνικών αξιών επιτίθεται σήμερα ο πολιτιστικός υπερφιλελευθερισμός, και έχει ανάγκη τον συντηρητισμό, προκειμένου να συγκαλύψει και να εξωραΐσει την κοινωνική του αποστολή.

Από την άλλη, ο τελευταίος εγείρει πάντοτε το δημογραφικό ζήτημα, την υπεράσπιση της οικογένειας, της μητρότητας και της πατρότητας μέσα σε μια οπτική αυτοδικαίωσης της δικής του πολιτισμικής ατζέντας. Ο λόγος του είναι κυρίως ενοχικός, γιατί στοχεύει στο να διεκδικήσει τη ρεβάνς από τις συλλογικές κατακτήσεις που κατοχυρώθηκαν στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Είναι σίγουρο όμως ότι κάτι τέτοιο ελάχιστα θα συμβάλει στην επί της ουσίας αντιμετώπιση της δημογραφικής κατάρρευσης: Τα σύγχρονα ζευγάρια, δεν θα μπουν στο δόκανο ενός πολιτιστικού πολέμου, προκειμένου να προχωρήσουν στο χτίσιμο μιας οικογένειας, με δεδομένες τις δυσκολίες της σημερινής ελληνικής κοινωνίας,

Απαιτείται θετικός λόγος, και όχι ταύτιση με τα μεγάλα ιδεολογικά στρατόπεδα του παρελθόντος: Σίγουρα η υπογεννητικότητα συνδέεται με το γεγονός ότι οι Έλληνες σήμερα αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια πολύ αργότερα από τους Γάλλους για παράδειγμα, στα 35-45. Σε αυτήν την ηλικιακή κατηγορία, το πιο πιθανόν (βιολογικά, από την σκοπιά του τρόπου ζωής, της διαθεσιμότητας και των αντοχών) είναι να κάνει κανείς μόνον ένα παιδί. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία εισέρχεται στα δημογραφικά της ελλειμματικής υποκατάστασης των γενεών, κι έτσι μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο γήρανσης και συρρίκνωσης.

Για να μπουν σε διαδικασία οι Έλληνες να κάνουν παιδιά νωρίτερα, χρειάζεται να υπάρξει πολιτική παρέμβαση σε τρία πεδία.

Το πρώτο, να μην θεωρείται απαγορευτικό ένα τέτοιο σενάριο από τον τρόπο που θέτει τις απαιτήσεις της στους σύγχρονους ανθρώπους η αγορά εργασίας, καθώς και ο αποτρεπτικός ρόλος που παίζει το έλλειμμα κοινωνικών υποδομών, κυρίως στην προσχολική εκπαίδευση και απασχόληση των παιδιών: Ως προς την εργασία, τα βήματα που κάνει ως προς την εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας είναι εξαιρετικά ανεπαρκή και υπερβολικά ενδεικτικά.

Το ίδιο συμβαίνει και με το χαμηλό επίπεδο των εισοδημάτων. Πολλοί αρνούνται ευθεία συσχέτιση, παραπέμποντας στις εμπειρίες παλαιότερων γενεών ή σ’ εκείνες άλλων περιοχών του πλανήτη (π.χ. Παλαιστίνη). Ωστόσο, η οπτική αυτή δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της τον βαθμό εμπορευματοποίησης και την εκτόξευση του κόστους ανατροφής των παιδιών κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ιδίως στις μεγάλες ελληνικές πόλεις (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα). Εξαιτίας της γενικής κατάστασης (έλλειψη δημόσιων χώρων, εγκληματικότητα κ.ά.) τα παιδιά αναγκάζονται να μεγαλώνουν σε επιτηρούμενα περιβάλλοντα, όσο και στο ότι οι αθλητικές, δημιουργικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες, που πλέον θεωρούνται απαραίτητες σαν εφόδια δεξιοτήτων και  ισορροπημένης σωματικής ανάπτυξης των παιδιών, κοστίζουν πάρα πολύ.

Σε ό,τι αφορά δε στις υποδομές, τα πράγματα είναι εφιαλτικά, μ’ ένα αξιοσημείωτο κομμάτι των εργαζόμενων οικογενειών να μην μπορούν να εξυπηρετηθούν από την διαθεσιμότητα των νηπιαγωγείων και των ΚΔΑΠ. Για τα εργαζόμενα ζευγάρια, μεταξύ των 35 και 45, ωστόσο, που έχουν ένα παιδί, η έλλειψη των υποδομών αυτών παίζει πολύ καθοριστικό ρόλο, ώστε να μην προχωρήσουν τις προσπάθειές τους για να κάνουν και δεύτερο. Είναι ένα από τα κρίσιμα, επομένως, σημεία για την δημογραφική ανασυγκρότηση.

Το δεύτερο πεδίο, αφορά στην εστίαση των ευρύτερων πολιτικών για το δημογραφικό στο δεύτερο παιδί. Δεν είναι δυνατόν ο εθνικός στόχος επί του δημογραφικού να προσδιορίζεται σ’ ένα ρυθμό γεννήσεων μεταξύ 2,0 και 3,0 (από το 1,0+ που βρισκόμαστε τώρα) και η δημογραφική πολιτική να μην περιλαμβάνει κανένα θετικό μέτρο για την γέννηση δεύτερου παιδιού. Επιπλέον, [χρειάζεται] να ενισχυθούν οι διευκολύνσεις για τις τρίτεκνες και τις πολύτεκνες οικογένειες, οι οποίες επλήγησαν σημαντικά μέσα στην μνημονιακή δεκαετία που μας πέρασε.

Το τρίτο πεδίο αφορά στο πεδίο των κοινωνικών προτύπων. Η οικογένεια αναβάλλεται για ένα μεγάλο κομμάτι των νέων γενεών, γιατί έχει ταυτιστεί από τον κυρίαρχο πολιτισμικά λόγο με το «τέλος της νεότητας». Της προνομιακής χρήσης του ελεύθερου χρόνου, της διασκέδασης και της αυτοπραγμάτωσης που επιφυλάσσει στους ανθρώπους. Η αμφισβήτηση αυτής της γελοίας ναρκισσιστικής νόρμας, που επί της ουσίας λέει στους ανθρώπους ότι αν αναθρέφεις παιδιά, μπαίνεις σε διαδικασία να εκμηδενίζεις τον εαυτό σου, μπορεί να γίνει όχι απαραίτητα υπό το πρίσμα της παραδοσιοκρατίας.

Εξ άλλου, Το επίδικο για την αναπαραγωγή της κοινωνίας είναι πολιτικό ζήτημα. Η γήρανσή της επηρεάζει την φυσιογνωμία της ποικιλοτρόπως: Δημοσιονομικά  (αύξηση κοινωνικών δαπανών, ασφαλιστικό), παραγωγικά (κόπωση αγοράς εργασίας), κοινωνικά (επιμονή στις παθογένειες και δυσανεξία στην αλλαγή), πολιτιστικά (με την καθήλωση που βιώνουμε ως κοινωνία στις κουλτούρες και τα ήθη των τελών του προηγούμενου αιώνα).

Προσφάτως και καθόλου τυχαία, σε έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποίησε την Ελλάδα ότι κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στην αναπτυξιακή παγίδα της δημογραφικής συρρίκνωσης: Ισχνοί ρυθμοί ανάπτυξης, γύρω στο 1%, θα εκφράζουν ποσοτικά μια οικονομία χαμηλών προσδοκιών και μειούμενων προοπτικών. Από κοντά έρχεται φυσικά και το γεωπολιτικό, και εθνικό διακύβευμα, καθώς δημογραφική συρρίκνωση για την Ελλάδα στην εποχή μας σημαίνει απειλή διάρρηξης της πολιτιστικής συνέχειας του Ελληνισμού, και σύνθλιψή του από την δημογραφική έκρηξη-επέκταση της Ανατολής και του φτωχού Νότου, έναντι της Δύσης και του πλούσιου Βορρά.

Οφείλουμε, λοιπόν, να υπερασπιστούμε την μητρότητα και την πατρότητα, τον οικογενειακό βίο, την αξία της φροντίδας και της αναπαραγωγής των ανθρώπων όχι όμως με τη γλώσσα ενός πολιτισμικού πολέμου. Αλλά μ’ εκείνην μιας κινητοποίησης για την βελτίωση της βιωσιμότητας της χώρας, και από εθνική, και από κοινωνική σκοπιά. Η αύξηση της γεννητικότητας σήμερα θα επιτρέψει στον ελληνισμό να εξέλθει της πολιτιστικής παρακμής, θα τον ενισχύσει γεωπολιτικά, ενώ παράλληλα θα οδηγήσει σε μια κοινωνία με λιγότερες ανισότητες και περισσότερες προοπτικές ευημερίας. Με λίγα λόγια, μια Ελλάδα με βιώσιμους ρυθμούς γεννητικότητας είναι καλύτερη χώρα σε σχέση με μια Ελλάδα με υπογεννητικότητα.

Η Γαλλία, το Ισραήλ ή οι ΗΠΑ, αποτελούν παραδείγματα χωρών που, παρά την σφοδρή αντιπαράθεση της υπερφιλελεύθερης πολιτικής ορθότητας με την παραδοσιοκρατία, οι αξίες της μητρότητας, της πατρότητας και της οικογένειας συνεχίζονται να βρίσκονται στην βάση του πολιτικού προγραμματισμού: Στις ΗΠΑ, κάθε κουβέντα για τις κοινωνικές ανισότητες, την καταβαράθρωση των μεσαίων και των κατώτερων τάξεων γίνεται υπό την οπτική της οικογένειας –ακόμα και όταν μιλούν για τις φτωχές κοινότητες των λατίνων και των αφροαμερικάνων, ο λόγος των κυβερνήσεων εστιάζει σε αυτήν. Στη Γαλλία, η συζήτηση για την οικογένεια παραμένει κεντρική για τον προγραμματισμό του κοινωνικού κράτους, ενώ στο Ισραήλ είναι η βάση της ακριτικής λογικής που διέπει την κοινωνία, δίχως η τελευταία να διολισθήσει απαραίτητα στην πολιτιστική ατζέντα των υπερορθοδόξων. Διόλου τυχαία, είναι τρεις περιπτώσεις με δημογραφικές επιδόσεις καλύτερες από τις δικές μας…

Πηγή: https://ardin-rixi.gr

(Εμφανιστηκε 162 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.