31 Μαρ 2016 at 19:06

Το Σούλι και οι Σουλιώτες

από

Το Σούλι και οι Σουλιώτες

Ακριβής συνέχεια από τα προηγούμενα:

Ελληνική Νομαρχία: [Το καλύτερο πολίτευμα και η ανθρώπινη ευδαιμονία]

Ελληνική Νομαρχία: [Η φύση των ανθρώπων, οι νόμοι και ο αγώνας για την ισότητα] 

Ελληνική Νομαρχία: [Η επιστήμη του πολέμου και η ελευθερία της πατρίδας]

Η απόδοση ακολουθεί τη συνέχεια του αρχικού κειμένου.

Ελληνική Νομαρχία: Το Σούλι και οι Σουλιώτες – (απόδοση στα νέα ελληνικά)

Η διαφέντευση των Σουλιωτών εναντίον του τυράννου στην Ήπειρο είναι αρκετή για ν’ αποδείξει ότι η Ελλάς γεννά ακόμη ήρωες σαν τον Λεωνίδα και τον Θεμιστοκλή. Ω, πόσο έκθαμβοι θα μείνουν, αν διαβάσουν τα θαυμαστά κατορθώματα του μεγάλου Φώτου, του ήρωα του Σουλίου, και των άλλων Σουλιωτών· η ανδρεία, η μεγαλοψυχία και ο ζήλος τους για την ελευθερία της πατρίδας αθανάτισαν τ’ όνομά τους κι έφεραν χίλιες φορές σε απελπισία τον εχθρό τους, τον αχρειέστατον τύραννον Αλή πασά!

Όχι! Όχι! Η Ελλάδα δεν είναι στερημένη από μεγάλους ανθρώπους· η αντίσταση του Σουλίου για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια είναι γεμάτη από τόσες και τέτοιες ηρωικές πράξεις, ώστε θα φαινόταν παράδοξο και σ΄ εμάς τους ίδιους, αν δεν ήμασταν αυτόπτες μάρτυρες στα κατορθώματά τους. Οι Σουλιώτες ήταν μόνο χίλιοι μαχητές και για τόσα χρόνια, καθημερινά σχεδόν, έρχονταν σε πόλεμο με τον τύραννο εχθρό τους· αυτός πολλές φορές κινήθηκε εναντίον τους, μέχρι και με δεκαπέντε χιλιάδες στράτευμα, και πάντοτε νικήθηκε.

Πίνακας του Louis Dupré. Ο Αλή πασάς στη λίμνη των Ιωαννίνων. Οι στρατιώτες, αν κρίνουμε από το ξύρισμα των κροτάφων και την ενδυμασία τους, είναι πιθανότατα Σουλιώτες
Πίνακας του Louis Dupré. Ο Αλή πασάς στη λίμνη των Ιωαννίνων. Οι στρατιώτες, αν κρίνουμε από το ξύρισμα των κροτάφων και την ενδυμασία τους, είναι πιθανότατα Σουλιώτες

Βέβαια, έπρεπε να ζούσαν ο Θουκυδίδης ή ο Ξενοφώντας, για να καταγράψουν την ιστορία των πολέμων αυτών και τις κακίες του αιμοβόρου τέρατος, που δεν έπαψε ποτέ να τυραννάει σκληρά και άσπλαχνα τους ταλαίπωρους Ηπειρώτες και τους Θεσσαλούς, από το 1787 μέχρι και σήμερα. Ο Αλής, αφού άρπαξε με διάφορα πονηρά τεχνάσματα το ανεξάρτητο κράτος της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, και γνωρίζοντας στην πράξη τα μέσα που είναι απαραίτητα στους τυράννους, σκεπάστηκε καταρχήν με το ένδυμα της υποκρισίας· έτσι, παραπλανώντας με ψεύτικους επαίνους και ταξίματα τους άρχοντες και τους προεστούς, εξαπάτησε τους πάντες σχεδόν, κι ο καθένας νόμισε, για λίγο καιρόν, πως βρήκε επιτέλους η εύκαρπη γη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας έναν αφέντη και οι κάτοικοι έναν πατέρα.

Όμως, αφού ο άσπλαχνος και σκληρός τύραννος στερέωσε τη δυναστεία του, έβγαλε αμέσως τη μάσκα της προσποίησης, και παραχρήμα ξεχείλισε όλη η δυσωδία της τυραννίας του. Τότε, οι Ηπειρώτες άνοιξαν τα μάτια τους, αλλά, αλίμονο, δεν είδαν τίποτ’ άλλο παρά τον φοβερό θρόνο του τυράννου πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Αποχαυνωμένοι λοιπόν από την τυραννική μέθη, δεν αποφάσισαν εν καιρώ να συντρίψουν τέτοιο βαρύ ζυγό· επομένως, αυξήθηκε πολύ και στερεώθηκε τόσο η τυραννία, ώστε και ο τύραννος ο ίδιος απορεί για την αναισθησία των δούλων του· σε ολόκληρη την ιστορία δεν βρίσκεται όμοιός του. Ω, ταλαίπωρη ανθρωπότητα! Ω, ανυπόφορή ντροπή και θέαμα ελεεινό!

Μέσα στ΄ άλλα που φανταζόταν ο ωμότατος τύραννος, και αποδείχτηκαν ψεύτικα, ίσως να νόμιζε πως ήταν ανίκητος και στη γη της δυναστείας του δε βρισκόταν κανένας πλέον που θα μπορούσε να εναντιωθεί στην εξουσία του. Αλλά, ιδού, το ξίφος της ελευθερίας, στην ίδια ετούτη γη, αποδεικνύει τη μικρότητα της τυραννίας του και τον κάνει να φαίνεται ποταπότερος κι απ’ το τυραννικό όνομά του. Πλέον, δεν του χρησιμεύουν οι συνηθισμένες απάτες, ούτε τα χρήματα, ούτε οι δολοπλοκίες, με τα οποία πάντοτε νίκησε και κατέστρεψε τους άνανδρους και ανόητους εχθρούς του.

Ένα μικρό χωριό, το θαυμαστό Σούλι που αναφέρθηκε προηγουμένως, έφερε στο φως την αλήθεια που αγνοούν όσοι ζουν σε καθεστώς δουλείας, δηλαδή το μεγαλείο των κατορθωμάτων της ελευθερίας. Οι Σουλιώτες, άνδρες συνηθισμένοι στους θεληματικούς κόπους μιας ήσυχης ζωής, ανυπότακτοι, από την αρχή της κατοίκησής τους σ’ εκείνα τα ψηλά βουνά, ζουν ευτυχισμένοι, μακριά από την πολυτέλεια και την κακοήθεια των διεφθαρμένων πόλεων, ανδρείοι ως ελεύθεροι, φιλόξενοι ως Έλληνες, στρατιώτες ως υπερασπιστές της πατρίδας τους. Οι ήρωες αυτοί, λέω, η τιμή της υποδουλωμένης Ελλάδας, και βεβαίως η αρχή και η δύναμη της απελευθέρωσης που πλησιάζει, παρακινούμενοι από τον θείο έρωτα της ελευθερίας και της πατρίδας τους, ταπείνωσαν την αυθάδεια του τυράννου· γιατί τον πολεμούν αδιάκοπα και τον νικούν, και διαφεντεύουν έτσι την πατρίδα τους εδώ και δεκαπέντε χρόνια με ανήκουστο θάρρος και μεγαλοψυχία.

Ο Φώτος Τζαβέλας (Σούλι 1770 - Κέρκυρα 1809) ήταν πρωτότοκος γιος του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως.
Ο Φώτος Τζαβέλας (Σούλι 1770 – Κέρκυρα 1809) ήταν πρωτότοκος γιος του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως.

Παρακαλώ, άλλη ποιά θα μπορούσε να είναι η αιτία γι’ αυτά, εκτός από τον έρωτα της ελεύθερης ζωής; Μήπως δε βρίσκονταν κι άλλα χωριά στην Ήπειρο, άξια να εναντιωθούν στον τύραννο; Γιατί τάχα όλα σκύβουν το κεφάλι (κλίνουν τον αυχένα); Δεν υπήρχαν χωριά σε καλύτερη τοποθεσία και πιο μεγάλα από το Σούλι; Ε, αδελφοί μου, είναι φανερή η αιτία: όσα χωριά υποδουλώθηκαν από αυτόν ήσαν και πρωτύτερα υποδουλωμένα και μόνον άλλαξαν τύραννο. Το Σούλι όμως, μόνο το Σούλι, δεν υποτάσσεται αλλ’ αψηφεί τον τύρρανο· όσο αγαπά την ελευθερία του, τον πολεμάει, τον νικά και τον πατάει κάτω με τα πόδια του.

Σ’ αυτό λοιπόν ας στρέψουν τα μάτια τους οι δούλοι, ώστε να πειστούν για τα κατορθώματα της ελευθερίας· στο Σούλι θα δουν ενθουσιασμένους από τον έρωτα της ελευθερίας όχι μόνο τους άνδρες και τους νέους, αλλά και γέροντες και παιδιά, κι αυτές ακόμα τις γυναίκες. Θ’ ακούσουν τη φοβερή φωνή της θαυμαστής Μόσχως, η οποία, πολεμώντας και τρέχοντας μέσα στη βουή του πολέμου, βλέπει τον σκοτωμένο γιο της, αγκαλιάζει με θερμή αγάπη το νεκρό σώμα του και λέει: «Γιε μου, καλότυχε, που πέθανες τόσο τίμια. Τ’ όνομα σου γράφτηκε στα κατάστιχα της αθανασίας.» Ασπαζόμενη δε το ματωμένο ηρωικό του πρόσωπο χαίρεται που γέννησε έναν τέτοιο υπερασπιστή της πατρίδας και, παίρνοντας μόνη το σπαθί του στα χέρια της, ορμάει κατά των δειλών και μισθωτών δούλων του τυράννου κι εκδικείται το θάνατο του γιου της.

Ας δουν τον άλλο ήρωα, που για τη σωτηρία της πατρίδας παραδίδεται εκούσια ως όμηρος (ενέχυρο) στον τύραννο, λόγω των συνθηκών που υπέγραψαν μαζί του, και ύστερα από λίγον καιρό φονεύεται μόνος του, επειδή ο άπιστος τύραννος θέλησε να του πάρει τ’ άρματα.

Τέλος πάντων, βλέποντας ένα τόσο μικρό χωριό, με χίλιους μόνο μαχητές που το υπερασπίζονται, χωρίς καμιά μάθηση και προετοιμασία, να φυλάσσεται σώο τόσα χρόνια εναντίον ενός τόσο μεγάλου τυράννου, ας συλλογιστούν προσεκτικά πόσο μεγάλα κατορθώματα φέρνει η ελευθερία κι ας βεβαιωθούν πλέον, ότι το όνομα και μόνο της ελευθερίας φτάνει για να δειλιάσουν οι άνανδρες καρδιές όλων των μιαρών τυράννων της γης.

Δείτε ακόμη: Η πολιορκία και η πτώση του Σουλίου – Ο καλόγερος Σαμουήλ στο Κούγκι

Η φωτογραφία είναι από εδώ: https://el.wikipedia.org/wiki/

(Εμφανιστηκε 1,559 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

0 0 vote
Article Rating
Εγγραφή
Ενημέρωση όταν
guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

2 Comments
Παλαιότερα
Νεότερα Ψήφοι
Inline Feedbacks
View all comments
Αλή αλ-Γιουνάνι
Αλή αλ-Γιουνάνι
4 έτη Πρίν

Οι Σουλιότες ήταν χριστιανοί Αλβανοί Τσάμηδες, που προέρχονταν – σύμφωνα με ορισμένους – από το γειτονικό Γαρδίκι και που για να αποφύγουν τις καταπιέσεις των εξισλαμισμένων Τσάμηδων κατέφυγαν στο ορεινό Σούλι. Ο Edmund Spencer αν και θεωρεί τους Αλβανούς ως προερχόμενους από τον Καύκασο και όχι ως απογόνους των Ιλλυριών, γράφει: «Έχουμε δει τους Τσάμηδες, τους δυστυχισμένους Χριστιανούς του Σουλίου και της Πάργας – μια χούφτα ανθρώπων – να υπερασπίζονται επιτυχώς για χρόνια την ελευθερία τους και τους ορινούς τόπους τους ενάντια στις πολυπληθέστερες δυνάμεις των μουσουλμάνων Αλβανών υπό του Αλή πασά των Ιωαννίνων…» (Edmund Spencer, A journey from Ohrid to Janina, 1850)
.
«Οι Σουλιότες ήταν μία φυλή ή μεγάλη φατρία Χριστιανών Αλβανών οι οποίοι κατοίκησαν ανάμεσα σε αυτά τα θεαματικά αλλά αφιλόξενα βουνά κατά τη διάρκεια του δέκατου τέταρτου ή δέκατου πέμπτου αιώνα…. Οι Σουλιότες, όπως οι άλλοι Αλβανοί, ήταν μεγάλοι δανδήδες. Φορούσαν κόκκινους σκούφους, μαλλιαρές κάπες ριγμένες απρόσεκτα πάνω στους, διακοσμημένα γιλέκα, κατακόκκινα σανδάλια, τσαρούχια με αιχμηρές μύτες και άσπρα κιλτ (φουστανέλλες).» (Arthur Foss, ‘Epirus’, Faber (London, 1978), pp. 160-161.)
.
Οι Σουλιότες ήταν Αλβανοί στην καταγωγή και χριστιανοί ορθόδοξοι στο θρήσκευμα. Ήταν Αλβανοί που σιγά-σιγά εξελληνήστικαν. Συνεργάζονταν με όλους αρκεί να είχαν συμφέρον, και με τις επιθέσεις τους στα γειτονικά χωριά προκαλούσαν τρόμο, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Pouqueville. Συνεργάστηκαν με τον Αλή Πασά, ο οποίος τους χρηματοδότησε αδρά. Όταν πλέον η συνεργασία τους μαζί του δεν ήταν προς το συμφέρον τους, εξεγέρθηκαν εναντίον του. Αργότερα, τα ξαναβρήκαν μαζί του αλλά τελικά ο Αλή Πασάς σκοτώθηκε. Αυτά όμως δεν τα διδάσκουν στα ελληνικά σχολεία.
.
Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «…οι Σουλιότες ήσαν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών και εις των επιφανέστερων γόνων του συνοικεσίου των δύο φυλών… Η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανική τα ευγενέστατα ασισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται κατά θάλασσαν…». Ο Μ. Μπενέκος στο Βιβλίο του «Οι αληθινοί Σουλιώτες» (σελ. 2-4) αναφέρει ότι οι Σουλιότες ήταν καθαροί Αρβανίτες, οι οποίοι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Ο Πέτρος Φουρίκης γράφει επίσης ότι «…ακολουθούντες την γραπτήν παράδοσιν και μαρτυρίας ξένων τινών περιηγητών, πιστεύουμε ότι οι πρώτοι καταφυγόντες εις τας κορυφάς των βουνων του Σουλίου ησαν Αλβανοί, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, κατά πάσαν πιθανότητα Τσάμηδες. Εις την αντίληψιν ταύτην συνεπικουρεί και το γεγονός ότι όλα συλλήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά. Συντρέχει επίσης εις την άποψιν ταύτην και το γεγονός ότι οι Σουλιώται εγνώριζον και μεταχειρίζοντο την αλβανικήν γλώσσαν.»
.
Εδώ ο Πέτρος Φουρίκης λοιπόν μας λέει ότι «όλα συλλήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά». Μερικά από τα τοπονύμια αυτά είναι ‘Σούλι’ (σημαίνει ‘βίγλα’, ‘σκοπιά’), ‘Κιάφα’ ( ‘λαιμός’, ‘πέρασμα’), ‘Γκούρα’ που σημαίνει ‘βράχος’, ‘πέτρα’, ‘Φίριζα’ που σημαίνει ‘φακή’, ‘βάτος’, κ.α., ‘Γκρόπα’ που σημαίνει ‘τρύπα’, ‘Δέμπες’ (σημαίνει ‘οδοντοτός’), ‘Ντάλλα’ (κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το αλβανικό δάλε-α που σημαίνει ‘ξυνόγαλο’), ‘ρέθι’ (σημαίνει ‘περιοχή’), ‘Στρέθεζα’ που μεταφράζεται ως ‘μικρό οροπέδιο’ (προέρχεται από το αλβανικό ‘στρέχε’ που σημαίνει ‘στέγη’ σύμφωνα με το λεξικό του Χριστοφορίδη, ‘καταφύγιο’, ‘προστατευόμενος χόρος’, κ.α.), ‘Στρούμπουλο’ (από το ‘strumbulle’ που σημαίνει ‘τοποθεσία’, ‘μαζεμένος’, ‘στέρεος’, κ.α.), οι κορυφές ‘μπιρα’ (σημαίνει ‘τρύπα’, ‘οπή’), ‘Βετετίμα’ (σημαίνει ‘αστραπή’), ‘Κούγκι’ (σημαίνει ‘μικρός σφηνωμένος πάσσαλος’), ‘Βούτσι’ (σήμαινε ‘φυτό’, ‘αβρότονο’), κ.α.
.
Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν επίσης ορισμένα σλάβικα και βλάχικα τοπονύμια. Π.χ. Σαμονίβα, Γλαβίτσα ή Γκλαβίστα, Ζαβρούχο, Αβαρίκο, Μούργκα, Σκάπετα, Κορίστιανη ή Κορίτιανη, κ.α.
.
Τέλος ο Ι. Λαμπρίδης θεωρεί τον σουλιώτικο πληθυσμό κράμα μιας αρχικής ποιμενικής αλβανικής πατριάς, ήδη εγκατεστημένης στην περιοχή, στην οποία είχε δώσει και το όνομά της, και περιοίκων, αλβανοφώνων και ελληνοφώνων χριστιανών, που κατέφυγαν στο Σούλι στις αρχές του 17ου αιώνα προκειμένου να αποφύγουν οθωμανικές αυθαιρεσίες και συγγενικές αντεκδικήσεις. Αναφέρει σχετικά με την ίδρυση του Σουλίου:
.
«Προς τους κατοίκους του Σούλη, πολλαχού της περιοχής αυτού κατά πάτριας εις 84 οικογεν. σκηνούντας, εχθρούς δε των εξισλαμισθέντων περιοίκων από του 1635 επισήμως κεκηρυγμένους και εκ φύσεως καλώς οχυρουμένους, προσέτρεχον προς αποφυγήν βιαιοπραγιών ή και ματαίωσιν αντιποίνων συγγενικών τιμωριών (γκιάκ) εν τη πατρίδι των ου μόνον Χριστιανοί Τσιάμιδες, Αλβανοί δηλ. κατά το πλείστον αλλά και Ελληνες αλλαχόθεν. Μεταξύ δε των διαφόρων πατριών, αίτινες εκεί μετανάστευσαν από της δης” ιδίως δεκαετηρίδος του ΙΖ” αιώνος μέχρι των αρχών του IH” μνημονεύονται η του «Ζέρβα» εξ ομωνύμου της Λάκκας Λελόβου χωρίου Ζερβό• η του Δράκου εκ του παρά την Καμαρίναν χωρίου Μαρτινιών, ένθα μόνη ανέκαθεν η Ελληνική γλώσσα ομιλείται• η του Τζαβέλα εκ Δράγανης• η του Μπούσμπου εκ Κορίστιανης• η των Πασσάτων εκ Βασταβέτζ• η του Δαγκλή εκ Φαναριού κ.λ.π.» (Ι. Λαμπρίδης, 1971, τ. 10, σ. 20;)

Αλή αλ-Γιουνάνι
Αλή αλ-Γιουνάνι
4 έτη Πρίν

Ας δούμε τι είπε και ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, συγγραφέας, αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη: «…Αυτά έλεγαν στους ξένους, οι οποίοι ευκόλως πείθονταν, και ένας ένας ερχόντουσαν και προσκολλούνταν στον ένα και στον άλλο εξ’ αυτών, ο μεν δηλαδή στον Μαυροκορδάτο, ο δε στον Νέγρη, και ο άλλος σε άλλον, στον Δημήτριο Υψηλάντη, όμως δεν πλησίαζαν, διότι αυτός ήταν ενωμένος με το στοιχείο του τόπου, και γι’ αυτό δεν τον εμπιστεύονταν ούτε ο Νέγρης, ούτε ο Καρατσάς, ούτε ο Μαυροκορδάτος. Κατά δυστυχία όμως με τούς τελευταίους αυτούς συμφώνησαν όλη η φυλή των Αλβανών-Ελλήνων-Σουλιωτών…» (Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858: Τύποις και βιβλιοπολείω Π. Δ. Σακελλαρίου)
.
Αναμφίβολα, μέσω της ελληνορθόδοξης εκκλησίας αλλά και των κοινών αγώνων που έδωσαν οι χριστιανοί ορθόδοξοι Σουλιότες μαζί με τους Έλληνες εναντίον των Οθωμανών, απέκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση, η καταγωγή τους όμως ήταν αλβανική. Ο Pouqueville αποκαλεί τους Σουλιότες ως Έλληνες, επειδή ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Το καταλαβαίνουμε αυτό επειδή τους μουσουλμάνους του Αλή Πασά που επιτέθηκαν στους Σουλιότες, τους αποκαλεί Αλβανούς. (François Charles Hugues Laurent Pouqueville, Travels in Greece and Turkey: Comprehending a Particular Account of the Morea, Albania, &c., 2nd edition (London: Henry Colburn and co., 1820), p. 390-394) Οι Σουλιότες δηλαδή ήταν Αλβανοί, που μέσω της Ορθοδοξίας και της εν-μέρη συμμετοχής τους στην ελληνική επανάσταση, εξελληνίσθηκαν.
.
Θα ξέραμε πιο πολλά για το Σούλι αλλά παρακρατικοί με τον Μαμούρη και τον Παπακώστα έκαψαν το αρχείο της Σουλιότικης φάρας των Μποτσάρι, που μέχρι το 1932 διατηρούσε ο Νώτης Μπότσαρης στην Άμφισσα. (Λεόντιος Λεοντίου, Το Αλβανικόν Ζήτημα, σελ. 135, 1897)
.
«Σουλιότες, η πιο αξιοσημείωτη φυλή Αλβανών Ορθοδόξων» είχε πει ο George Finlay το 1861. (George Finlay, A History of Greece, vol. 6, Cambridge University Press, 2014)
.
«Οι εντυπώσεις του Finlay από τα τέλη του 19ου αιώνα μας δίνουν κάποιες εικόνες της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε αυτή την περιοχή. Όσο για τους Σουλιώτες (δοξάστηκαν από τον Byron και στην ελληνική εθνική ιστορία για τον ρόλο τους στην απελευθέρωση της Ελλάδας) ήταν {κλάδος των Τσάμηδων, μία από τις τρεις μεγάλες υποδιαιρέσεις των Τόσκηδων} (Finlay 1939:42), με άλλες λέξεις κυρίως μιλούσαν αλβανικά… ερώτηση εδώ περί της εθνικής (τους) ταυτότητας, δύσκολα θα μπορούσε να τεθεί.» (Laurie Kain Hart, “Culture, Civilization, and Demarcation at the Northwest Borders of Greece”, American Ethnologist, Vol. 26, No. 1 (Feb., 1999), pp. 196-220. Blackwell Publishing on behalf of the American Anthropological Association)
.
«Οι Σουλιώτες ήταν ένα σύνολο χριστιανών Αλβανών, οι οποίοι ανέπτυσαν περίπου 1500 πολεμηστές στην καλύτερη των περιστάσεων και ήταν ανεξάρτητοι από την Πύλη [την Οθωμανική Αυτοκρατορία], όπως είναι οι Μιρδίτες σήμερα. Ανήκαν στη φυλή των Τσάμηδων και σε αναλογία με τη δύναμη τους και το ιδιαίτερο φυλετικό αίσθημα του ανήκειν, υπαρκτό στους Αλβανους, είχαν τους σκληρότερους αντιπάλους τους σε μία άλλη τοσκική φυλή, τους Λιάπηδες, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων τους με τον Αλή [τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων]. Κατά τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας είχαν υποταχτεί, όπως και οι άλλες φυλές γύρω τους και για πολλούς αιώνες συνέχιζαν να πληρώνουν το χαράτσι [φόρο υποτέλειας]. Δεν ήταν παρά τον 18ο αιώνα που βρήκαν τους εαυτούς τους σε θέση να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους και το δικαίωμα τους να φέρουν όπλα…» (“Researches in the highlands of Turkey: Visits to mount Ida, Athos, Olympus and Pelion, to the Mirdite Albanians and other remote tribes”, by the Henry Fanshawe Tozer. Vol. 2, p. 210, London 1869)
.
«Το γένος των Αλβανών ή Αρβανιτών, Αρναούτων και όπως λέγονται στη γλώσσα τους Σκιπετάρων, όσοι κατοικούν ιδιαίτερα στην επαρχία της Αλβανίας, στην πρώην μακεδονική Ιλλυρία και στην Ήπειρο και διασκορπισμένοι σε διάφορες άλλες ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού βασίλειου. Έχουν αρχαία ιλλυρική καταγωγή, είναι πολύ ρωμαλέοι, μάχιμοι, τραχείς στα ήθη και λιτότατοι κατά τη διατροφή. Εύθυμοι και εραστές του χορού και της μουσικής, διάγουν βίο κυρίως ένοπλο και αθλητικό…το μεγαλύτερο μέρος τους πρεσβεύει το Κορανικό δόγμα. Διαχωρίζονται μεταξύ τους σε φυλές με επικρατέστερους τους Γέγες ή Γκέγκιδες και τους Μιρδίτες, που κατοικούν μεταξύ των συνόρων της Σερβίας και του Δρίνου ποταμού, τους Τόσκηδες (ή Τόσκους ή Τόξιδες) που ζουν πιο νότια από τους προηγούμενους, έχοντας ως κέντρο τους το Μπεράτι, σλαβικής καταγωγής σύμφωνα με ορισμένους [θεωρείται ότι η ονομασία Μπεράτι προέρχεται από τη σλαβική ονομασία Βέλεγκραντ], τους Ιάπυγες ή Λιάπηδες ή Λάπηδες που κατικούς στην κάτω Αλβανία και στα Κεραύνια όρη, που διασώζουν τον αρχαίο σκληρό τους χαρακτήρα και τη ληστρική ζωή, και πρεσβεύουν οι περισσότεροι το δόγμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και τους Τσάμηδες ή Τσιάμηδες που κατοικούς γύρω από τον ποταμό Αχέροντα και από τους οποίους προέρχονται οι Σουλιώτες και οι Παργηνοί, ευφυέστεροι και ημερότεροι των άλλων.» («Νεώτατη Διδακτική Γεωγραφία, προς εύχερη γνώσιν όλων των μερών και κατοίκων της γης» -συγκεντρώνει στοιχεία από τις νεώτερες γεωγραφίες και στατιστικά συγγράματα των Σομμέρ, Α.Βάλβη, Ρεττέρου, Κανναβίχου, Φρ.Σχιουβέρτου και άλλων- του Νικόλαο Λωρέντη, Β τόμος, σελ. 373-374, εκδ. Γκαρπολά και Ρεφερενδάρη, Βιέννη 1838)
.
Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι οι Σουλιότες δεν είναι Τσάμηδες αλλά Γκέγκηδες Αλβανοί, προερχόμενοι από την Δίβρη (Dibër) της κεντρικής Αλβανίας. Οι Σουλιότες ξύριζαν τους κροτάφους τους, που είναι συνήθεια γκέγκικη και φορούσαν τη γνωστή μας φουστανέλλα που είναι το συνηθισμένο φόρεμα στην κεντρική Αλβανία. Ο Αν. Γούδας βλέπει να καταφεύγει στην περιοχή του Σουλίου στρατιωτικό απόσπασμα ορθοδόξων Αλβανών από τη βόρεια Αλβανία, οπαδών του Σκεντέρμπεη: «Μετά την καταστροφήν του Σκεντέρμπέη, απόσπασμα ορθοδόξων Αλβανών εκ 200 περίπου μάχιμων συγκειμένον, διεσώθη εν Ηπείρω και απεφάσισε να εγκατασταθεί εν αυτή. Οι προϊστάμενοι του αποσπάσματος, Μπότσαρης και Τζαβέλλας, εξελέξαντο τα απρόσιτα όρη του Σουλίου, ίνα διατηρήσωσι εν αυτοίς το τε μάχιμον ήθος και την θρησκείαν.» (Αθ. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι», 1876, τ. Η1, σ. 46-47;)
.
Την παράδοση αυτή επιβεβαιώνει μέσω μαρτυριών Σουλιωτών και ο Λεόντιος Λεοντίου. («Το Αλβανικόν ζήτημα», 1897, σελ. 122 επ.)
.
«Τέτοιοι ήταν οι άνθρωποι του Σουλίου, χριστιανοί Αλβανοί οι οποίοι ποτέ δεν υποτάχτηκαν μέχρι το 1803, όταν ηττήθηκαν από τον Αλή των Ιωαννίνων. Ήταν μία κατάκτηση Χριστιανών από μουσουλμάνους, αλλά δεν ήταν κατάκτηση χριστιανών από Τούρκους. Ήταν στην πραγματικότητα μία κατάκτηση Αλβανών από Αλβανούς. Ο Αλή ήταν βάναυσος και άπιστος τύραννος. Ακόμα, δεν ήταν Τούρκος αλλά Αλβανός. Στασίασε κατά του Σουλτάνου και μέχρις αυτού ήταν ένας έμμεσος φίλος των εχθρών του Σουλτάνου.» (Henry Noel Brailsford, ‘Macedonia: Its Races and their future’, London: Methuen & Co. – 1906, p. 222)
.
Ας δούμε τι είπε και ο Richard Clogg, από τους παγκοσμίως πιο έγκριτους ειδικούς σε θέματα της νεώτερης Ελλάδας: «Οι Σουλιότες ήταν μία πολεμοχαρής αλβανική χριστιανική κοινότητα which που αντιστάθηκε στον Πασά στην Ήπειρο στα χρόνια που άμεσα προηγήθηκαν του ξεσπάσματος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας το 1821.» (Richard Clogg, Minorities in Greece: Aspects of a Plural Society, Hurst & Company Publishers, London 2002, p.178)
.
«Η περιοχή του Σουλίου, του οποίου οι κάτοικοι αποκαλούνταν Σουλιότες, όλοι Χριστιανοί, όχι Έλληνες αλλά Αλβανοί στη γλώσσα, τα έθιμα και την καταγωγή.» (Ibrahim Manzour Efendi, Mémoires sur la Grèce et l’Albanie pendant le government d’Ali-Pacha, (Paris: Paul Ledoux, 1827) – Translated from the French by Robert Elsie)

2
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x