15 Φεβ 2014 at 23:07

Η ζητιάνα

από

Με αφορμή το τελευταίο ανόητο βιντεάκι της ΚΝΕ για τον Αλέξανδρο Τσίπρα, αναδημοσιεύουμε το επόμενο διήγημα από τον Ριζοσπάστη. Η νεολαία του κόμματος είχε αναλάβει πρωτοπόρα δράση και την περίοδο των χριστιανικών εορτών, ψάλλοντας αγωνιστικά κάλαντα. (Και εδώ) Άλαλα τα χείλη των οπορτουνιστών. Καλή σας διασκέδαση!

Η ζητιάνα

(Μυθιστορία)

Της Καλής ΓΚΕΛΜΠΕΣΗ-ΓΚΙΟΥΝΗ 

 

Σάρκα απ’ τη σάρκα του λαού η Ρηνιώ, ευλογημένο γέννημα της μήτρας της φτωχολογιάς, σαν πάτησε γερά της νιότης τα ποδάρια οργανώθηκε στην ΚΝΕ. Στα δυο χρόνια πάνω έγινε και μέλος του ΚΚΕ. Καλή συντρόφισσα και συνεπής επαναστάτρια. Ερωτας γαρ όμως μέσα σ’ όλα τ’ άλλα κι η όμορφη Ρηνιώ μικροπαντρεύτηκε. Δυο αγγελούδια οι καρποί του επιπόλαιου γάμου της κι όταν ταχιά χώρισε τ’ αντρόγυνο τα παιδιά μείνανε στην απόλυτη ευθύνη της, ηθικά και οικονομικά. 

Σκίτσ: Γρηγοριάδης Κώστας
Σκίτσ: Γρηγοριάδης Κώστας

Πάμφτωχη η Ρηνιώ, άνεργη ή ημιεργαζόμενη, εργαζόμενη ή ημιάνεργη και με την πολιτεία παντελώς απούσα, ανέβαινε ασταμάτητα το Γολγοθά της φτώχειας και της βιοπάλης μετά το διαζύγιο της. Κι όποτε εξασφάλιζε μεροκάματο δούλευε πότε ολημερίς και πότε ολονυχτίς, για να μπαλώσει φτώχεια και χρέη. Μοιραία, λίγο – λίγο άρχισε να χάνεται απ’ την οργάνωση. Οι σύντροφοί της όμως δεν την ξέχασαν. Κάθε που ‘χανε μάζωξη, συνέλευση, εξόρμηση, εκλογές κλπ., την έπαιρναν τηλέφωνο και την καλούσαν να συμμετάσχει. Εκείνη ανταποκρινόταν μα λειψά, αφού πάλευε άνισα με το μερονυχτοκάματο.

Νοίκια, σχολειά, φροντιστήρια, γυμναστήρια, ξένες γλώσσες, διατροφή, ένδυση, υπόδηση, θέρμανση, ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, πού να τα βγάλει πέρα η δόλια με δυο χέρια… Σιμά κόπηκε και το τηλέφωνο, μια κι είναι το πρώτο που αφήνει απλήρωτο ο φτωχός σαν θεριεύει η ανέχεια. Οι σύντροφοί της όμως και πάλι δεν την ξέχασαν. Κάθε που ‘χανε μάζωξη, συνέλευση, εξόρμηση κλπ., την επισκέπτονταν στο φτωχικό της να την καλέσουν να συμμετάσχει. Βέβαια, τα πράγματα είχανε παρασφίξει για τη φτωχολογιά. «Μάαστριχτ» που να πάρει ο διάβολος κι είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατά τ’ αποτελέσματά του. Η ταλαίπωρη η Ρηνιώ τραβιότανε δεκάξι και δεκαοκτώ ώρες το εικοσιτετράωρο μπας και τα καταφέρει οικονομικά.

Ανάποδα πράματα όμως. Ενώ δούλευε όλο και περισσότερες ώρες ημερησίως, τα έσοδά της όλο και μειώνονταν και τα έξοδά της όλο και αυγαταίνανε. Αδύνατον πια ν’ ανταποκριθεί έστω και λειψά στις τυπικές της υποχρεώσεις σαν μέλος του Κόμματος. Συντρίμμια τα κουράγια της που θάψανε τη διάθεσή της κι ο χρόνος αμείλικτος εχθρός κι αυτός. Οι σύντροφοι της όμως δεν την ξεχνούσαν. Κάθε που ‘χανε μάζωξη, συνέλευση, εξόρμηση κλπ., την καλούσαν να συμμετάσχει. Την τελευταία δε φορά που την επισκέφθηκαν της ανακοίνωσαν πως τη διέγραψαν απ’ το Κόμμα γιατί η διαρκής απουσία της εμπόδιζε τη λειτουργία της οργάνωσης. Μεμιάς βουρκώσανε τα μελιά της μάτια, μα έκρυψε την υγρασία τους με του τσιγάρου της τον καπνό που τάχα τα ενόχλησε. Φύγανε οι σύντροφοι της…

Η Ρηνιώ σωριάστηκε στο παλιό ντιβάνι που ‘τριξε απορημένο απ’ τ’ αναφιλητά της πίκρας και της απογοήτευσής της. Καθώς τα δάκρυα ασυγκράτητα αυλάκωναν τ’ ολόδροσο πρόσωπό της, γιγαντώθηκε μέσα της το άσβεστο φίλτρο της αντικειμενικής μάνας. Σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης της και το τελευταίο άτακτο δάκρυ κι αποφάνθηκε πως οι σύντροφοί της αναμφίβολα είναι τίμιοι άνθρωποι, μα κείνο που τους λείπει για να ‘χει αξία η τιμιότητά τους είναι η παραπέρα διαπαιδαγώγησή τους. Πήρε λοιπόν χαρτί και μολύβι κι έγραψε μια επιστολή προς την κομματική οργάνωση της περιοχής της.

«Στις εννιά Οκτώβρη, τραβώντας κατά το Πεδίον του Αρεως να πάρω κι εγώ μέρος στο πανελλαδικό συλλαλητήριο του ΚΚΕ ενάντια στη φτώχεια που επιβάλλουν στη λαϊκή οικογένεια οι πλουτοκράτες και τα πολιτικά τσιράκια τους, πέρασα απ’ την Ομόνοια. Περπατώντας γοργά, πάνω στη σκουντούφλα μου σκουντουφλάω σε μια γυναίκα, σαραντάρα στην ηλικία, που καθισμένη οκλαδόν στην άκρη του δρόμου ζητιάνευε. Τη ρωτώ πόσα χρήματα ελπίζει να μαζέψει ολημερίς. Είκοσι ευρώ. μ’ απαντά. Τόσα είχα κι εγώ στην τσέπη. Παρ’ τα, της λέω. Παρ’ τα, μόνο σήκω, την παροτρύνω. Σήκω να πάμε μαζί στο συλλαλητήριο ενάντια στην ανεργία και τη φτώχεια που σε κατάντησε ζητιάνα, της εξηγώ. Σιγά μην τρέχω εγώ σε συλλαλητήρια, μ’ απαντά αποφασιστικά. Εβαλα τα είκοσι ευρώ πάλι στην τσέπη μου και τάχυνα το βήμα μου κατά κει που ανέμιζαν τα κόκκινα λάβαρα της περηφάνιας.

Οχι, αυτή η γυναίκα, Η ΖΗΤΙΑΝΑ, δε χρειάζεται βοήθεια. Βιολογικό καθαρισμό εγκεφάλου, που λέει ο λόγος, χρειάζεται, για να συνέλθει. Ολοι εκείνοι όμως που ζουν γύρω απ’ το όριο της φτώχειας και που αντιμετωπίζουν περήφανα την ταξική τους θέση και κατάσταση, δικαιούνται βοήθεια για ν’ αναπνεύσουν. Και φυσικά, οι σύντροφοί τους που έχουν έστω κι ελάχιστο περίσσευμα οξυγόνου οφείλουν να τους το προσφέρουν.

Θα σας το θέσω ξεκάθαρα, σύντροφοι. Αδυνατώ να πιστέψω πως συνειδητά δε νιώθετε άβολα όσοι από σας έχετε τη δυνατότητα ν’ απολαμβάνετε σε ανεκτό επίπεδο όσα δικαιούται ο άνθρωπος, την ίδια στιγμή που ο σύντροφός σας, δίπλα σας μωρέ κι όχι παραπέρα, βουλιάζει μες στην άγρια φτώχεια.

Αλήθεια, ορέ σύντροφοι, πόσο άνετα νιώθετε όσοι στο σπίτι σας μπαίνουν δυο και τρεις μισθοί, όταν στου συντρόφου σας το σπίτι με το ζόρι μπαίνει μισός, άντε ένας ολόκληρος μισθός; Πόσο άνετα νιώθατε κάθε που διαβαίνατε το κατώφλι του υγρού ημιυπόγειου διαμερίσματός μου; Νοιαστήκατε στα γεμάτα για τα βάσανα μου; Κόμπιασε μια στάλα ο λαιμός σας όταν μάθατε πως είμαι πάλι άνεργη; Και ‘κειο το καφεδάκι που σας φίλευα απ’ το λαρύγγι μου το στερούσα. Το ξέρατε; Οχι! Δεν το ξέρατε, γιατί ποτέ δε νιώσατε σε βάθος τη φτώχεια μου. Μοιρολατρικά τη δεχόσασταν. Αυτό είναι όλο. Κι αυτό εν πολλοίς οφείλεται στο ότι η έννοια της συντροφικότητας, δυστυχώς, αποδεικνύεται αυστηρά περιορισμένη και μόνο σαν υπηρεσιακό κομματικό σας καθήκον. Μη στραβομουτσουνιάζετε, αγαπημένοι μου σύντροφοι, γιατί αν ήταν αλλιώς, εσείς που ζείτε κάπως αξιοπρεπώς οικονομικά, σίγουρα δε θα μ’ είχατε αφήσει αβοήθητη, θα με είχατε βοηθήσει με τις όποιες δυνάμεις σας, στα όποια επίπεδα και τομείς, ώστε να μη βαλτώσω μες στη φτώχεια μου, που σημαίνει πως δε θα ‘χα συρθεί να ρίξω άθελά μου σε δεύτερη μοίρα τις υποχρεώσεις μου την οργανωμένη πάλη. Θα μου πείτε πως ήταν υποχρέωση των συγγενών μου να μου συμπαρασταθούν. Διαφωνώ! Αυτοί δεν είναι κομμουνιστές. Δεν είναι σύντροφοί μου και σαν έρθει η ώρα της μεγάλης ταξικής σύγκρουσης, οι συγκεκριμένοι ή θα κλειστούν στο καβούκι ή θα σταθούν απέναντι, δίπλα στους εχθρούς του λαού.

Αν, λοιπόν, με δική σας πρωτοβουλία, μου ‘χατε προσφέρει λίγο απ’ το περίσσιο οξυγόνο σας ασφαλώς δε θα πάθαινα ασφυξία. Δεν το κάνατε όμως και δε γινόταν να σας το ζητήσω εγώ. Δεν είμαι ζητιάνα. Είμαι τόσο περήφανη και τόσο αποφασισμένη να πολεμήσω ενάντια στο καθεστώς που παράγει ζητιάνες – όποιας μορφής κι επιπέδου – που ενόψει του 17ου Συνεδρίου του ΚΚΕ αποφασίζω να προσφέρω για την οικονομική ενίσχυση του Κόμματός μας όλα μου τα χρήματα…».

Σηκώνεται ορθή, ανακλαδίζεται να ξεμουδιάσει το ταλαιπωρημένο της κορμί κι ανοίγει το ντουλάπι της κουζίνας. Μισό κιλό φακή, ένα τέταρτο του κιλού μακαρόνια, μισό μπουκάλι σπορέλαιο και λίγο αλάτι, όλες κι όλες οι προμήθειες στα ράφια του. Ανοίγει και το μικρό ξεχαρβαλωμένο της ψυγείο. Λίγο παραπάνω από μισό κουτί γάλα εβαπορέ, δυο ελιές κι ένα κομματάκι τυρί ό,τι κουβαλά στα σωθικά του. Παίρνει βαθιά ανάσα κι αναζητά με το βλέμμα της τη φθαρμένη μα και μοναδική τσάντα της. Κάπου εκεί μέσα έχει φυλαγμένο ένα πενηντάευρω για εξαιρετικά έκτακτη ανάγκη. Χαμογελά και μονολογεί κατά το συνήθειο της, που τ’ απέκτησε ανεβαίνοντας χρόνια τώρα μονάχη το Γολγοθά της φτώχειας της. «Με 50 ευρώ ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου σωνόμαστε. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να σωθούμε: Η ενίσχυση του ταξικού λαϊκού κινήματος. Μα για να δυναμώσει τούτο πρέπει πρώτα να δυναμώσει η μάνα του, το ΚΚΕ. Και για να δυναμώσει το ΚΚΕ χρειάζεται ανθρώπους και χρήμα. Φαντάσου λέει, μαζί με την εξόρμηση, την προκήρυξη και την αφίσα, στους χώρους δουλιάς και τις γειτονιές, να μπορούσε το ΚΚΕ να διαφημίσει την πραμάτεια του και μέσα απ’ τα ηλεκτρονικά κι έντυπα ΜΜΕ που υπηρετούν τους αφεντάδες. Ε, ρε κέφια! Φαντάσου λέει, ο “902” τηλεοπτικός σταθμός κι ο “902” ραδιοφωνικός, να μπορούσαν να σταθούν οικονομικά όπως απαιτείται. Ε, ρε γλέντια! Φαντάσου λέει, να μπορούσε ο “Ριζοσπάστης” να διαφημιστεί μέσα απ’ τις διαπλεκόμενες κεραίες τους και η “Σύγχρονη Εποχή” να ‘χε τη δύναμη να προβάλλει τις εκδόσεις της. Ε, ρε επιτυχίες! Ε, ρε ζόρια που θα τραβήξουνε οι δικομματικοί εταίροι και οι ουρίτσες τους, σαν πάρει σάρκα και οστά η μαζική αφύπνιση του λαού. Εκεί να δεις συναίνεση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ. ΣΥΝ και Λ.Α.Ο.Σ… Με χεσμένα βρακιά θα τρέχουν να προλάβουν το κακό που τους βρήκε, οι κανάγιες»…

Η Ρηνιώ περιεργάζεται το τελευταίο της πενηντάευρω, ανάβει ένα τσιγάρο και ξαναπιάνει το μολύβι ν’ αποτελειώσει την επιστολή.

«… Σύντροφοί μου, δε φτάνει να μπαίνετε στο σπίτι του φτωχού βιοπαλαιστή με “υπηρεσιακή” συνείδηση. Πρώτα πρέπει να χτυπάτε την πόρτα του με διάπλατα ανοιχτά συναισθήματα, ώστε ν’ αφουγκραστείτε το προσωπικό του πρόβλημα. Επειτα να πάρετε διάφανα το πρόβλημά του και μπεσαλίδικα, κομμουνιστικά, να το συνδέσετε με τα κοινά προβλήματα, να νιώσει κι αυτός πως δεν είναι μόνος, ούτε ο μόνος που μαστιγώνεται απ’ τον ιμπεριαλισμό. Και τέλος αν και όπως μπορείτε βοηθήστε τον και παραπέρα. Μόνο τότε θα τον πείσετε πως όντως αγωνίζεστε συνειδητά για τα παιδιά της Παλαιστίνης, του Ιράκ κλπ., άρα και για τα δικά του παιδιά πρώτα. Ισως, τότε σύντροφοί μου νιώσετε κι εμένα…».

Ανάβει ένα τσιγάρο ακόμη, καρφιτσώνει στην πρώτη σελίδα της επιστολής το χαρτονόμισμα και συνεχίζει το γράψιμο.

«…50 ευρώ έχω όλα κι όλα, σύντροφοι. Πάρτε τα. Δώστε τα στο Κόμμα από μένα και κυρίως απ’ το στέρημα των παιδιών μου. Αυτό μπορώ να κάνω μόνο τούτη τη στράτα. Αύριο, αν χρειαστεί, θα δώσω και το αίμα μου, για να γυρίσει ο τροχός και να δρομολογηθεί επιτέλους ο σοσιαλισμός. Και μ’ όλο το σεβασμό και την αγάπη που σας έχω. Είναι νομίζω ανάγκη να ζυγιάσετε κι εσείς στην παρούσα κατάσταση την οικονομική προσφορά σας στο μέλλον. Το δικό μου ζύγιασμα έδειξε 50 ευρώ. Δε γίνομαι φτωχότερη κι ας μην έχω ούτε σέντσι στο πορτοφόλι. Εμπρός, λοιπόν, όσοι δεν είστε αυστηρά μισθοσυντήρητοι κι έχετε ένα κάποιο οικονομικό απόθεμα, ενισχύστε το Κόμμα μας ενόψει του 17ου Συνεδρίου μ’ ένα ολάκερο κόκκινο μισθό. Οι αυστηρά μισθοσυντήρητοι με μισό μισθό. Κι αυτοί που ‘σαστε σαν κι εμένα και ζείτε γύρω απ’ το όριο της φτώχειας, δώστε σύντροφοι ένα κόκκινο μεροκάματο, ακόμη κι αν χρειαστεί να το κόψετε απ’ το γάλα των παιδιών σας, αφού πρώτα είναι συμφέρον των δραματικά φτωχών να δυναμώσει το ΚΚΕ κι έπειτα των υπολοίπων που κι αυτοί βασανίζονται απ’ τον ιμπεριαλισμό.

Πριν κλείσω όμως την επιστολή μου, σύντροφοι, θα σας επιφορτίσω και με δυο λογάκια για την καθοδήγηση του Κόμματος, ξεκινώντας πάντα απ’ την Κεντρική Επιτροπή. Πρέπει επιτέλους ν’ αναλάβει αποφασιστικά κι αποτελεσματικά την ευθύνη της κατακόρυφης αύξησης του αισθήματος της συντροφικότητας».

Η Ρηνιώ πεισμένη πως δε λαθεύει, έβαλε σ’ ένα φάκελο την επιστολή με το χαρτονόμισμα και κίνησε για την οργάνωση. Εκεί βρήκε το γραμματέα με άλλα τρία στελέχη της οργάνωσης να συζητούν στο μικρό γραφειάκι αριστερά και τους παρέδωσε το φάκελο. Επειτα έπιασε κι η ίδια την κουβέντα με 4-5 συντρόφους της που βρίσκονταν στο μεγάλο γραφείο. Αφού είπανε τα τυπικά κι αντάλλαξαν και κάμποσες απόψεις για τα τρέχοντα, τους καληνύχτισε και σηκώθηκε να φύγει. Πριν κλείσει την πόρτα πίσω της άκουσε τη φωνή του γραμματέα. «Στάσου Ρηνιώ. Η επιστολή σου μας έκανε όλους να δούμε καθαρότερα τη θέση μας και τις υποχρεώσεις μας τη δοσμένη στιγμή απέναντι στο μέλλον. Ενα κόκκινο βδομαδιάτικο σκόπευα να προσφέρω για οικονομική ενίσχυση του Κόμματος ενόψει του 17ου Συνεδρίου. Λάθος μου, όμως, αφού μπορώ να προσφέρω πολλά περισσότερα και δίχως μάλιστα να ζοριστεί άγρια η καθημερινότητα της οικογένειάς μου. Να… νοικιάζω μια γκαρσονιερούλα σ’ έναν εργένη. Ε, δυο νοίκια απ’ την γκαρσονιέρα μαζί μ’ ολόκληρο το δώρο των χριστουγέννων απ’ τη δουλιά μου θα τα δώσω στο Κόμμα. Ο μισθός μου, ο μισθός της γυναίκας μου και το δώρο απ’ τη δουλιά της θα μας φθάσουν να ψευτοπορευτούμε οικονομικά μέχρι να ματαπληρωθούμε. Κι οι άλλοι τρεις σύντροφοι που μαζί διαβάσαμε την επιστολή σου, αποφάσισαν πως ούτε αυτοί θα προσφέρουν λιγότερο από μισό ως ένα κόκκινο μισθό ο καθένας τους στο Κόμμα. Παράλληλα, αποφασίσαμε να δώσουμε όλοι και κάτι παραπάνω να καλύψουμε και το δικό σου πενηντάευρω. Να γιατί σου ζητώ να πάρεις πίσω τα χρήματά σου. Απλά είναι τα πράματα Ρηνιώ μου. Θα σφίξουμε εμείς λίγο παραπάνω το ζωνάρι της φαμίλιας μας, για να καταφέρεις να πορευτείς κάπως κι εσύ οικονομικά. Κράτα λοιπόν τα λεφτά σου να στήσεις τσουκάλι για τα παιδιά στο σπίτι».

Τη Ρηνιώ την πήραν πάλι τα ζουμιά και πάλι φόρτωσε την υγρασία των ματιών της στον καπνό του τσιγάρου της. Ο γραμματέας την αγκάλιασε και της πρόσφερε καρέκλα να τα πουν με την άνεσή τους, έτσι ίσως όπως δεν τα ‘χαν πει τόσα χρόνια, με μια συντροφικότητα φουντωμένη πυρκαγιά. «Κάτσε Ρηνιώ, να παραγγείλω απέναντι δυο σουβλάκια κι ένα καραφάκι κοκκινέλι. Να τα πούμε με την ησυχία μας», την κανάκεψε και κάτι ψιθύρισε στα πεταχτά στους άλλους συντρόφους που ‘ταν παρόντες. «Πάμε για τα σουβλάκια και το κρασί», είπαν αυτοί και χάθηκαν.

Απόφαγαν κι απόπιαν και πριν αυτή αποχωρήσει, εκείνος της είπε με φωνή βαθιάς υπευθυνότητας κι αντρίκειας αυτοκριτικής, «φτιάξε Ρηνιώ μου ένα καινούριο βιογραφικό και δώσ’ το μας… λάθος μας ήτανε που σε διαγράψαμε». Εκείνη βάσταξε τα τελευταία του λόγια βάλσαμο στην επαναστατική της ψυχή και πετώντας στα ουράνια από ευτυχία έφτασε στο φτωχικό της. Σαν άνοιξε την πόρτα βρήκε τα παιδιά της να καμαρώνουν και τα δυο μπρος στο παλιό καθρέφτη. «Μαμάκα, ήρθαν κάποιοι σύντροφοί σου απ’ το ΚΚΕ. Η οργάνωση μας έστειλε δώρο αυτά τα δύο μπουφάν. Και για σένα μαμά αφήσανε αυτό το φάκελο». Η Ρηνιώ με χέρια ιδρωμένα από αγωνία άνοιξε το φάκελο. Βρήκε μέσα 250 ευρώ κι ένα διπλωμένο λευκό χαρτί Το ξεδιπλώνει και διαβάζει. «Συγνώμη συντρόφισσα».

Ενας κόμπος βαθιάς συγκίνησης κι ασύγκριτου δέους της φράζει το λαιμό και λύνεται μέσα από ένα λυγμό χαράς κι αισιοδοξίας. Τα παιδιά της κουρνιάζουν μες στο βλέμμα της γεμάτα απορία. «Τι συμβαίνει μανούλα»; Τα σφίγγει τρυφερά στην αγκάλη της και τους εξηγεί. «Σε λίγο παιδιά μου ξεκινά το 17ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ του ΚΚΕ. Αυτό συμβαίνει!»

——————————————————————

Σας προτείνουμε ακόμη το ύψιστο ταξικό ταξιδιωτικό πόνημα – Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη διάρκειας τριών σχεδόν βδομάδων περιοδεία στη ΛΔ της Κορέας, με τίτλο: Ο σοσιαλισμός αντέχει και ενισχύει τις θέσεις του

Απόσπασμα:

“Και μπορεί να κατανοήσει κανείς την ειλικρινή αγάπη, με την οποία ο πρόεδρος του συνεταιρισμού Χαξάν διηγούνταν πως οι Κιμ Ιλ Σουνγκ και Κιμ Τσεν Ιρ καθοδηγούσαν επί τόπου το νοικοκυριό τους, θέτοντάς τους ως στόχο να μειώσουν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και το χωριό. Οι καρποί αυτής της καθοδήγησης είναι ολοφάνεροι – ο νέος οικισμός με ωραία τριώροφα σπίτια, ωραίο μέγαρο του πολιτισμού, παιδικούς σταθμούς, σχολεία, εξωτερικά ιατρεία και εξαιρετικό νοσοκομείο στο κέντρο.

– Δεν είναι χειρότερα από την πόλη!, επισημαίνω.

– Ξέρετε, δε ζηλεύουμε τους κατοίκους της πόλης και, φανταστείτε, οι κοπέλες μας δε θέλουν να παντρευτούν παιδιά από την πόλη. Αντίθετα, οι κοπέλες από την πόλη ευχαρίστως παντρεύονται παλικάρια μας.

– Εχετε αρκετούς γαμπρούς;

– Εχουμε. Και, μάλιστα, υπάρχει ένα τραγούδι για το πώς μια καλλονή από την πόλη παντρεύεται ένα αγροτόπαιδο, βάζει τα γέλια ο πρόεδρος.”

(Εμφανιστηκε 561 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

0 0 vote
Article Rating
Εγγραφή
Ενημέρωση όταν
guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

6 Comments
Παλαιότερα
Νεότερα Ψήφοι
Inline Feedbacks
View all comments
AΝΕΡΓΟΣ και ΑΦΡΑΓΚΟΣ

Προς ΕΡΑΝΙΣΤΗ (ήτοι συλλέκτη περικοπών…)

Αν θέλεις να μου κάνεις διαφήμιση, εκτός απ’ το διήγημά μου το οποίο δημοσιεύεις, σου προτείνω και το εξής: ΜΑΝΑ ΕΜΠΛΕΞΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ.
Είναι ένα διήγημα που περιλαμβάνεται μαζί με έξι ακόμη στο βιβλίο μου …ΑΓΙΑ ΠΕΘΕΡΑ.
Άλλα βιβλία μου, εάν θέλεις να τα προωθήσεις διαφημίζοντάς τα, είναι: ΡΕΒΑΝΣ ΓΙΑ 2, ΕΛΟ ΚΑΡΑΜΕΛΟ, ΑΦΕΛΙΔΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΙΔΕΣ, Δ΄ ΤΡΑΓΟΥΔΟΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΕΛΙΚΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΕΡΑΥΝΟΒΟΛΟΣ.
Αν όμως δεν θέλεις να προωθήσεις τα έργα μου και είναι άλλοι οι σκοποί σου, τότε βάλε και την υπογραφή σου αν ξανασχοληθείς μαζί μου, για να με βγάλεις απ’ τον κόπο να την αναζητήσω εγώ…

Κατάλαβες κύριε συλλέκτη περικοπών;
Έχω όμως και μια απορία.
Τόσο πολύ τρέμετε εσύ και οι όμοιοί σου το ΚΚΕ;
Τι είσαστε μωρέ; Τι;;;
Μέτοχοι μονοπωλιακών ομίλων;;;

Καλή Γκέλμπεση – εργάτρια – συγγραφέας – μέλος τής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

ΑΝΕΡΓΟΙ ΚΑΙ ΑΦΡΑΓΚΟΙ

Προς ΕΡΑΝΙΣΤΗ (ήτοι συλλέκτη περικοπών…)

Στην παρούσα ανάρτησή σου προλογίζεις το διήγημά μου επακριβώς έτσι: “Με αφορμή το τελευταίο ανόητο βιντεάκι της ΚΝΕ για τον Αλέξανδρο Τσίπρα, αναδημοσιεύουμε το επόμενο διήγημα από τον Ριζοσπάστη”.

Εγώ είμαι λοιπόν καχύποπτη, ή εσύ υποτιμάς της νοημοσύνη μου;;;

Για το ότι δεν πρόσεξα ότι υπάρχει το ονοματεπώνυμό σου, έχεις απόλυτο δίκιο να με κατσαδιάσεις. Γι’ αυτό όμως και μόνο γι’ αυτό!
Λάθος μου έστω και κατά λάθος και το αναγνωρίζω, ακριβώς για να μην επαναλάβω σε οποιαδήποτε περίπτωση όμοιο ή παρόμοιο λάθος.
Άλλωστε, όπως ξέρεις, οι κομμουνιστές μελετάνε τα πεπραγμένα τους, στην καθημερινότητα και την ιστορία τους, μη φοβούμενοι ν’ αναγνωρίσουν λάθη, ακριβώς για να διδάσκονται απ’ αυτά και να μην ξαναλαθέψουν. Κι όπως επίσης γνωρίζεις, τα συμπεράσματά τους απ’ αυτές τις μελέτες, να δημοσιοποιούν και δεν τα κρύβουν κάτω απ’ το χαλί τάχαμου ως αλάθητοι θεοί…
…Κι ανθρώπινα λάθη κύριε Δημήτρη Τζήκα, μόνο οι πεθαμένοι δεν κάνουν…

Άλλο πράμα όμως το λάθος, επειδή δεν ερμήνευσες, δεν έψαξες, δεν υπολόγισες σωστά κάτι,
κι άλλο πράμα η σκοπιμότητα…

Κι εσύ σ’ αυτήν την ανάρτηση κύριε Δημήτρη Τζήκα, κύριε Ερανιστή, κύριε συλλέκτη περικοπών…, δεν κρύβεις την σκοπιμότητά σου…

Σε διαβεβαιώ πάντως, ότι το διήγημά μου που δημοσιεύεις, σε τίποτα δεν προσβάλλει το ΚΚΕ.
Αντίθετα, αναγνωρίζοντας το ΤΙΜΗΜΕΝΟ, για το παρελθόν και το παρόν του, ΚΚΕ, ότι η έμμεση κριτική μου την συγκεκριμένη στιγμή δεν ήταν κι εντελώς άστοχη,
δημοσίευσε χωρίς φόβο και με πολύ πάθος αυτό το διήγημα στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ!!!

Με τι μέτρα μετράς λοιπόν εσύ, τη δική μου ψυχή όταν έγραφα τη ΖΗΤΙΑΝΑ;;;
Με τι μέτρα μετράς τη ΛΕΒΕΝΤΙΑ τού ΚΚΕ να δημοσιεύσει στο ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, αυτό το διήγημα;;;

Ελπίζω να σε βοήθησα να ερμηνεύσεις πράματα που μόνο μπροστά μπορούν να σε πάνε ταξικά ως άνθρωπο.
Και να είσαι σίγουρος, πως όταν η ταξική σου συνείδηση πάρει την ανηφόρα, μόνο κέρδος έχεις λαμβάνεις σ’ όλο το φάσμα τής ζωής σου!

ΥΓ
Θα σου στείλω και το διήγημά μου ΜΑΝΑ ΕΜΠΛΕΞΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ.
Κι έχε υπόψη σου, ότι δεν φοβάμαι την κριτική των έργων μου. Αντίθετα, την επιζητώ για να γίνομαι καλύτερη.
Εκείνο που δεν δέχομαι ως ταξικά τοποθετημένη εργάτρια, ως κομμουνίστρια δηλαδή, μα και ως συγγραφέας που έχω στρατεύσει την πένα μου στη Λαϊκή υπόθεση, είναι να με χρησιμοποιούν για να χτυπήσουν τη Λαϊκή υπόθεση.
Γιατί όποιος στρέφεται ενάντια στην πρωτοπορία τής εργατικής τάξης, ενάντια δηλαδή στο ΚΚΕ, στρέφεται εκ των πραγμάτων ενάντια στην ίδια τη Λαϊκή υπόθεση. Ενάντια στην εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα.
Κριτική στα έργα μου λοιπόν, κάνε όση θες. Όχημα για άλλου είδους σκοπιμότητες όμως, μην τολμήσεις να με κάνεις!
Ξέρεις γιατί;
Διότι εφόσον δεν είσαι πλουτοκράτης, εκμεταλλευτής δηλαδή, (συνεπώς είσαι εκμεταλλευόμενος), μαζί σου δεν έχω τίποτα να χωρίσω.
Αντίθετα, έχουμε να ενώσουμε μεταξύ μας την αντίσταση και επίθεσή μας ενάντια στην όλο και σκληρότερη εκμετάλλευσή μας απ’ τα μονοπώλια, απ’ τον καπιταλισμό εντέλει, μέχρι να τον ανατρέψουμε!
Καλή σου μέρα.

ΚΑΛΗ ΓΚΕΛΜΠΕΣΗ – ΕΡΓΑΤΡΙΑ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ-ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ.

ΑΝΕΡΓΟΙ ΚΑΙ ΑΦΡΑΓΚΟΙ

Προς ΕΡΑΝΙΣΤΗ (ήτοι συλλέκτη περικοπών…)

Πάλι πέφτεις σε λάθη…
Πρώτον, το διήγημα έχει τίτλο ΜΑΝΑ ΕΜΠΛΕΞΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ…
Δεύτερον, η Λαϊκή υπόθεση δεν είναι τού ΚΚΕ, αλλά τού λαού. Και το ΚΚΕ δρα μέσα στο λαό και μαζί με το λαό.

Τώρα περί των υπολοίπων που γράφεις, συμπάθα με κι εσύ, μα δεν θ’ αναλωθώ μαζί σου. Ό,τι είχα να σου πω στο είπα.

Το μόνο που απομένει, είναι να σου στείλω ένα συγκεκριμένο διήγημα, όπως δεσμεύτηκα.
Χαιρετώ.

ΚΑΛΗ ΓΚΕΛΜΠΕΣΗ

ΑΝΕΡΓΟΙ ΚΑΙ ΑΦΡΑΓΚΟΙ

ΜΑΝΑ ΕΜΠΛΕΞΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ…

…Μόλις τ’ άκουσες, γύρισες και κοίταξες τη φωτογραφία τού πατέρα μου. Του αγαπημένου σου Αντρέα. Τσαγκάρης αυτός, παραδουλεύτρα σε πλουσιόσπιτα εσύ, κουτσά-στραβά έβγαινε το μεροδούλι-μεροφάι. Τι τού ’ρθε να φύγει στα βαπόρια…; 21 Απρίλη 1967 ήταν, κι ούτε(!) που μ’ αποχαιρέτησε. Από σένα τό ’μαθα, γυρνώντας απ’ το σχολειό. Θυμό που του είχα! Ενώ εσύ μάνα, όλο άναβες το καντήλι να τον έχει ο Άι-Νικόλας γερό.
«Μην μπλέκεις με τους κομμουνιστές γιε μου», με συμβούλεψες. Ήταν στα δεκατρία μου, το 1968, κι ό,τι είχαν έρθει στο σχολειό δυο παιδιά από άλλο προάστιο τής εργατούπολης.
Αυτό το μελαγχολικό κορίτσι κι εκείνο το πάντα σκεπτικό αγόρι, κέρδισαν αμέσως τη φιλία μου, κι εγώ την εμπιστοσύνη τους. Στις αρχές που μου δώσατε εσύ κι ο πατέρας το χρωστάω, μα και στο ένστικτό τους. Τούτα ήταν που τους διαβεβαίωσαν πως δεν είμαι εκκολαπτόμενος ρουφιάνος.
Τότε μάνα, επειδή σ’ εκτιμούσα βαθιά, σου εμπιστεύτηκα το λόγο που τα μάτια τους ήταν τόσο περήφανα!!!
Οι γονείς τους, ήταν κομμουνιστές! Κρατούμενοι στο κολαστήρι τής Γυάρου, γιατί το ΚΚΕ ήταν «παράνομο».
«Μην μπλέκεις με τους κομμουνιστές γιε μου», με συμβούλεψες με την αγωνία ζωγραφισμένη στ’ αργασμένο απ’ την σκληρή βιοπάλη πρόσωπό σου. Τό ’πες όμως τόσο σιγανά… Μα και κακό λόγο γι’ αυτούς, δεν ξεστόμισες. Μόνο έσφιγγες τα δόντια μην κλάψεις. Γιατί;
Πέρασαν άλλα πέντε χρόνια που όλα τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, για να μάθω ότι τα μαύρα δεν τα φόραγες από γούστο. Ότι ο πατέρας μου δεν βρισκόταν σ’ αυτό το ατέλειωτο μπάρκο…
Γιατί μου τά ’κρυβες βρε μάνα;!
Ήταν τ’ απόγιομα της 16ης Νοέμβρη 1973, ανήμερα των γενεθλίων μου. Γινόμουν δεκαοκτώ χρονών.
«Πού πας πάλι(!!!) γιε μου; Η αλήθεια…», σωριάστηκες στο χωματόδρομο έξω απ’ το φτωχικό μας. Γύρισα, γιατ’ ίσως ήταν η στερνή μας κουβέντα γλυκιά μου μάνα. Ναι, θ’ ακολούθαγα το χαραγμένο δρόμο μου.
Έτσι, έμαθα γιατ’ ήσουν μοναχοπαίδι. Οι γονείς σου δεν πρόλαβαν να ζήσουν τη ζωή και τον έρωτά τους. Εκτελέστηκαν το 1950 απ’ το μετεμφυλιακό καθεστώς. Κυβέρνηση Πλαστήρα…
Ούτε τα τριάντα δεν είχαν πατήσει… Δασκάλα εκείνη, συγγραφέας αυτός. Αντάρτες τού τιμημένου ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και μετά μαχητές τού διπλοτιμημένου ΔΣΕ!!.
Οι «νικητές», (αστική τάξη, πολιτικοί εκφραστές της και Παλάτι), τούς κήρυξαν εχθρούς τής «πατρίδας». Των θησαυροφυλακίων τους δηλαδή…
Δέκα χρονών παιδάκι έμεινες πεντάρφανη. Σε κλείσαν σ’ ένα απ’ τα κολαστήρια, τις γνωστές παιδουπόλεις τής βασίλισσας Φρειδερίκης, που εμπνεύστηκε κι επέβαλε το παιδομάζωμα, να «αναμορφώσει» τα παιδιά των κομμουνιστών…
Τα φασιστοειδή, (οι ναζίδες, χίτες, ταγματασφαλίτες, κουκουλοφόροι και λοιποί δοσίλογοι), που απολάμβαναν δόξα, τιμές και χρήμα επειδή συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, σε βάλαν στο σημάδι δεκατετράχρονο παιδόπουλο. Για να σε σώσουν απ’ το …κληρονομικό σου κομμουνιστικό «μικρόβιο», σε βίασαν. Τρία κτήνη με τη σειρά! Επί κυβέρνησης Παπάγου…
«Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος;», μουρμούρισες σα να μονολογούσες.
Απ’ αυτόν το βιασμό γεννήθηκα εγώ… «Μάνα, τι λες; Κι ο μπαμπάς; Ο Αρίστος…!», σ’ έσφιξα στα μπράτσα μου, που ’νοιωσα να δυναμώνουν όμοια με φτωχού εργάτη, που στύβει την πέτρα να βγάλει λάδι για τη φαμίλια του! «Δολοφονήθηκε με φριχτά βασανιστήρια απ’ τη φασιστική δικτατορία, που τον συνέλαβε 21 Απρίλη 1967, γιατ’ ήταν κομμουνιστής! Κι εγώ γιε μου, κομμουνίστρια είμαι!», όρθωσες επιτέλους πελώριο(!) τ’ ανάστημά σου, μικροκαμωμένη μαυροφορεμένη μάνα.
«Λάθος κυρα-Αντρέαινα! Δεν είμαι γιος βιασμού εγώ! ‘Βιολογικός’ μου πατέρας είναι ο κομμουνιστής Αντρέας!», σου αποκάλυψα πως ήδη ήμουν μέλος τής παράνομης Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας! Της ΚΝΕ!
«Περίμενε τότε λεβέντη μου!», όρμησες σπίτι και ξαναβγήκες, έχοντας βγάλει τα μαύρα…
«Μαζί θα πάμε στο Πολυτεχνείο γιε μου. Όλοι για έναν κι ένας για όλους!!!», έχωσες καλύτερα τη φωτογραφία τού Αντρέα στην τσέπη σου.
Εκεί, στο Πολυτεχνείο, 17 Νοέμβρη 1973 πριν το ξημέρωμα, μια φασιστική σφαίρα σ’ έσμιξε πάλι με τον Αντρέα σου…
Τό ’μαθα την επομένη, που με συνέλαβε η χούντα. Μου το πληροφόρησαν οι βασανιστές μου γελώντας σαρκαστικά. Εκεί, στα μπουντρούμια τής ασφάλειας, την ώρα που οι σοσιαλδημοκράτες Ντερτιλήδες τού «Πλαστήρα» και οι φασίστες Ντερτιλήδες τού «Παπάγου», με δολοφονούσαν όπως εσένα, τον Αντρέα, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου, για να προασπίσουν τον καπιταλισμό και τα κέρδη των καπιταλιστών. Μόνο που πλέον είχαν τη μούρη τού φασιστοναζί Γεώργιου Παπαδόπουλου και της συμμορίας του. Ή μήπως τού φασιστοναζί Ιωάννη Μεταξά; Ή μήπως τού αρχιφασιστοναζί Χίτλερ; Ή μήπως…
Ίδιοι όλοι τους…
Ευτυχώς μάνα, οι σφαίρες των Ντερτιλίδων με πήραν ξώφαλτσα. Οι επιπτώσεις όμως απ’ τα βασανιστήρια στο κορμί μου, με συνοδεύουν ακόμη. Μα δεν τους δίνω σημασία. Όλο το νοιάξιμό μου, μα και της κυράς μου, είναι τα εγγόνια σου! Το μέλλον τους, που δεν είναι η βαρβαρότητα του καπιταλισμού που σάπισε εντελώς, αλλά ο νέος(!) κόσμος, ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός!
Ευτυχώς για τα παιδιά μας, ξέρουμε την ταξική μας θέση και κατανοούμε ότι όλες οι κυβερνήσεις στα πλαίσια τού καπιταλισμού, την εξουσία των μονοπωλίων υπηρετούν, από «Δεξιά» ή «Αριστερά»… Κι εμείς, χρειαζόμαστε τη δική μας. Την Εργατική-Λαϊκή Εξουσία, ώστε να ζούμε χωρίς στερήσεις. Χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο! Κι απαλλαγμένοι απ’ τα καπιταλιστικά δεσμά, θ’ απολαμβάνουμε τα κόπια μας, που τώρα κλέβουν «νόμιμα» οι καπιταλιστές. Κι οι δάσκαλοι μάνα θά ’ναι λεύτεροι(!) να «χτίζουν» ανθρώπους με «Α» κεφαλαίο(!!!), να γίνετ’ ο κόσμος καθημερνά ομορφότερος! Όχι όπως τώρα, που με το πιστόλι στον κρόταφο καταναγκάζονται να διδάσκουν την ιστορία με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω…
Ναι μάνα, βουνό(!) το δίκιο σου όταν μουρμούραγες, τι Πλαστήρας, τι Παπάγος… Κι εγώ το βροντοφωνάζω(!) στη μούρη των σύγχρονων γκεμπελίσκων, που το επικαλούνται ανάποδα, προβοκατόρικα ενάντια στους κομμουνιστές. Μα αν έχουν μια στάλα τσίπα, ας πουν την αλήθεια.
Επειδή όμως δεν έχουν, την αποκαλύπτουμε εμείς. Οι κομμουνιστές! Εμείς, που αποδείξαμε και με το αίμα μας, πώς και πόσο αγαπάμε την πατρίδα και το λαό μας!
…Ο σοσιαλδημοκράτης, ο «κεντρώος» αριστεροδέξιος Πλαστήρας, υπήρξε ένθερμος οπαδός τού Μουσολίνι. Επιχείρησε στρατιωτικά πραξικοπήματα με τον Ελ. Βενιζέλο. Ήταν πρωθυπουργός στην εκτέλεση των: Μπελογιάννη, Αργυριάδη, Καλούμενου, Μπάτση. Πρόσδεσε την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ. Με μυστική εντολή του εντάθηκαν τα βασανιστήρια στη Μακρόνησο κλπ, κλπ.
Διέφερε η «αριστερή» διαχείρισή του, απ’ τη «δεξιά» τού Παπάγου; Ναι. Στα λόγια… Όχι Γιάννης, Γιαννάκης…
Αστικά κόμματα εξουσίας αμφότερα, κι οι επιμέρους διαφορές τους «φερετζές» τού δικομματικού-διπολικού «παιχνιδιού», για να εγκλωβίζεται ο λαός στο κατεστημένο. Να ψηφίζει πότε τον ένα πότε τον άλλο, ως το μικρότερο κακό τάχα, μην αφυπνιστεί κι οδεύσει προς το καλό…
Μην αφυπνιστεί και χτίσει αποφασιστικά τη Λαϊκή Συμμαχία, οδεύοντας συνειδητά για τη Λαϊκή Εξουσία.
Πλέον όμως, δε χωράνε αυταπάτες. Βρωμάει μπαρούτι… Η νέα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση βαθαίνει, σπέρνοντας ανεργία και φτώχεια σαν πανδημία πανούκλας. Για να ξεπεράσουν συνεπώς οι καπιταλιστές την κρίση τους, τσακίζουν τούς εργαζόμενους. Με φωτιά και σίδερο θα επιβάλλουν τη σύγχρονη δουλεία, οδηγώντας μετά σιδηροδέσμιους τούς λαούς σε γενικευμένο πόλεμο. Όπως επί Χίτλερ… Για τούτο ο καπιταλισμός ματαξαμόλησε το πιο λυσσασμένο σκυλί του. Το φασισμό. Τους φασιστοναζίδες. Τους «Ντερτιλήδες». Τα κτήνη των φασιστοναζιστικών μορφωμάτων, που στο βρώμικο στόχαστρό τους έχουν πρώτα τούς κομμουνιστές, επειδή παλεύουν να οργανώσουν τον πληθυσμό ν’ ανατρέψει τον καπιταλισμό.
Κι όσοι βιώσαμε άγρια στο πετσί μας τη βαρβαρότητα του σάπιου καπιταλισμού, το φασισμό, ξέρουμε ότι δεν φτάνει δαύτον μόνο να πολεμάς, μα και τη μήτρα που τον γεννά. Τον καπιταλισμό.
Σ’ αυτήν την κατεύθυνση οργανώνεται κι ο ταξικός αγώνας μέσα και απ’ τη λαϊκή συμμαχία, για την επίτευξη της μοναδικής φιλολαϊκής διεξόδου απ’ την καπιταλιστική κρίση, που απειλεί πιότερο από ποτέ τις σημερινές και αυριανές γενιές. Τούτην την απειλή είναι που πρέπει να ξεδοντιάσουμε…
Ναι τιμημένη μου μάνα! Υπάρχει φιλολαϊκή λύση! Για σήμερα!!! Την ξέρεις, όπως όλοι οι αλύγιστοι της ταξικής πάλης εδώ, μα κι εκεί, στο πάνθεον των ηρώων!
Μάνα, μπήκαμε στο 2013-14-15… κι ο τάφος τού Αντρέα δε βρέθηκε ακόμη. Αφήνω λοιπόν πάλι στον δικό σου δυο κατακόκκινα γαρύφαλλα. Να του δώσεις το ένα από μένα. Το γιο του! Κι έχε πρόχειρα τα στρωσίδια μου μήπως χρειαστούν σύντομα… Ξεμπρόστιασα μια καμουφλαρισμένη φασιστοναζιστική συμμορία και απειλεί τη σωματική μου ακεραιότητα.
Μα δεν σκιάζομαι, μήτε το βάζω κάτω! Αισιοδοξώ, μ’ εμπιστοσύνη στην πλειοψηφία τού πληθυσμού που δε βρωμίζεται. Που θα χτίσει τη λαϊκή συμμαχία στη βάση. Όλοι για έναν κι ένας για όλους!!!

ΚΑΛΗ ΓΚΕΛΜΠΕΣΗ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΜΕΛΟΣ ΕΕΛ

6
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x