30 Αυγούστου 2014 at 19:09

Ιστορία της Κοζάνης: Επίσκοπος Βενιαμίν. Φιλική Εταιρεία. Εκστρατεία κατά του Αλή πασά

από

Ιστορία της Κοζάνης: Επίσκοπος Βενιαμίν. Φιλική Εταιρεία. Εκστρατεία κατά του Αλή πασά

Δημοσιεύουμε, σε νεοελληνική απόδοση, αποσπάσματα από το βιβλίο του φιλολόγου Παναγιώτη Λιούφη Ιστορία της Κοζάνης, έκδοση 1924.

Παλιά ταχυδρομική κάρτα με την πλατεία της Κοζάνης
Παλιά ταχυδρομική κάρτα με την πλατεία της Κοζάνης

Κείμενο: Παναγιώτης Λιούφης

απόδοση στα νέα ελληνικά: Δημήτρης Τζήκας*

Τον Διονύσιο που πέθανε διαδέχτηκε στην αρχιερατεία του Επισκοπικού θρόνου Σερβίων και Κοζάνης ο Βενιαμίν. Αυτός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1781, είχε πατέρα τον Αγραφιώτη Δημήτριο Καρίπογλου και ανατράφηκε από την μητέρα του, μετά τον πρόωρο θάνατο του πατρός του. Εκεί ασχολήθηκε με τα εκκλησιαστικά γράμματα και χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Γεράσιμο. Το 1810 χρημάτισε αντιπρόσωπος του αρχιεπισκόπου Ιωσήφ, ο οποίος τον χειροτόνησε αρχιμανδρίτη και το 1814 τον διόρισε καθηγούμενο της μονής Βλαταίων στη Θεσσαλονίκη (Τσαούς Μοναστήρ). Ύστερα από τον θάνατο της μητέρας του, αφιέρωσε το πατρικό σπίτι του στο Ελληνικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, ενώ είχε κι αδερφό, ο οποίος ασχολείτο με το εμπόριο στη Μολδοβλαχία, και αδελφή παντρεμένη στη Θεσσαλονίκη, καλούμενη Δόμινα και αποθανούσα στην Κοζάνη. Σε ηλικία 35 ετών (1815) χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον Ιωσήφ και στάλθηκε στην επισκοπή Κοζάνης, όπου έμεινε αρχιερατεύων μέχρι το 1849, τριάντα τέσσερα έτη. Τα πρώτα χρόνια που ήταν επίσκοπος αναγέρθηκε ο ναός του Αγίου Γεωργίου (1817). Το δε 1818 μετέβη στη Δακία, στην οποία γνώρισε πολλούς λόγιους του έθνους, από τους οποίους μάλιστα έλαβε δωρεά 100 περίπου τόμους συγγραμμάτων για τη Βιβλιοθήκη της Κοζάνης.

Πολιτικά προσόντα του Βενιαμίν

Μετά την επάνοδό του στην έδρα, το ίδιο έτος, διαβληθείς από τον τύραννο της Ηπείρου Αλή πασά, προσκλήθηκε απ’ αυτόν εσπευσμένα και επιτακτικά, διότι τον κατηγορούσαν ότι ενεργούσε εναντίον του. Ο Βενιαμίν, θέλοντας και μη, αναγκάστηκε να μεταβεί στα Γιάννενα, προς μεγάλη θλίψη των πολιτών και των κατοίκων της επαρχίας, οι οποίοι φοβούνταν σκληρή τιμωρία. Όμως, η έξοχη διπλωματική του σύνεση, η δύναμη του λόγου και η σεμνή παρουσία του μετέβαλαν το φρόνημα του τυράννου, ενώ οι κατηγορίες ανασκευάσθηκαν ως ψευδείς, χάρη στη ρητορική ευφράδεια (δια της στωμύλου ρητορείας) του αοίδιμου ποιμενάρχη. Επανήλθε επομένως αβλαβής από τα Γιάννενα στην επαρχία του, προς αγαλλίαση του ποιμνίου του· ανέπτυξε μάλιστα έκτακτη πολιτική σύνεση και διπλωματικό τάλαντο, περισώζοντας την επαρχία που κινδύνεψε επανειλημμένα σε χαλεπούς καιρούς. Κι όχι μόνο αυτά, αλλά και με αφοσίωση επιδόθηκε στη βελτίωση της πόλης και της επαρχίας, αόκνως εργαζόμενος και συστήνοντας παντού σχολεία και ναούς. Και κατά πρώτον περιόρισε τις καταχρήσεις των κηροπωλών, με αυλικό γράμμα, και υποχρεώθηκε το σωματείο να κατασκευάζει καθαρό κι ανόθευτο κερί.

Το επόμενο έτος κανόνισε τα λεγόμενα ισνάφια (συντεχνίες), πλην των αρτοποιών και των υφαντών, τα οποία είχαν κανονιστεί βραδύτερα, το 1827· συνδέθηκε μάλιστα φιλικά με τους πέριξ μπέηδες, Ζαήρ βέην και Κιολεμέτ Σαρίγγιογλου, και ιδίως προς τον ισχυρό μπέη των Σερβίων Χατζή Χαλήλ αγά, ο οποίος επιβαλλόταν σε ολόκληρη την επαρχία.

Οι σχέσεις του Βενιαμίν προς τους πέριξ άρχοντες. Φιλική Εταιρεία.

Η φιλική συμπεριφορά του αρχιερέα προς τους Οθωμανούς άρχοντες χρησίμευσε κι ήταν ωφέλιμη σε δύσκολες περιστάσεις, κατά τις οποίες κίνδυνοι περιέζωσαν την πόλη και την επαρχία. Είναι γνωστό σε όλους, ότι η ιδέα για τη σύσταση της Μυστικής Εταιρείας, όπως τη συνέλαβε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αφού κατέφυγε στη Ρωσία, και ενισχυμένη από τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη, έλαβε σάρκα κυρίως χάρη σε τρεις εύτολμους άνδρες, τον Σκουφά, τον Τσακάλωφ και τον Αναγνωστόπουλο ή Ξάνθο, οι οποίοι και θεωρούνται πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, που άρχισε τη δράση της το 1815. Οι τρεις άνδρες διέδωσαν γρήγορα τις αρχές τους παντού στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, και περί τα τέλη του 1819 άπαντες οι εξέχοντες στην Τουρκία ήταν μυημένοι στο Μέγα έργο. Γύρω στις αρχές του 1819 μυήθηκε ο αοίδιμος Βενιαμίν, ο οποίος και άρχιζε να προετοιμάζεται κατάλληλα για τη μέλλουσα δράση.

Πολιτικές και στρατιωτικές μεταβολές

Περί τα τέλη του 1819, η Σουλτανική κυβέρνηση έλαβε γνώση των ενεργειών του Αλή πασά, ο οποίος ετοίμαζε σοβαρό κίνημα· ξύπνησε δε από τον λήθαργο, και απέσυρε την εμπιστοσύνη που είχε μέχρι τότε προς τον επικίνδυνο τύραννο της Ηπείρου, ιδίως μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Πασόμπεη. (1) Πληροφορούμενη δε και τις ύποπτες κινήσεις των Ελλήνων και εκλαμβάνοντας αυτές ως αποτελέσματα των ενεργειών του Αλή, ταχέως απέστειλε έμπιστους διοικητές και στρατηγούς, τους οποίους όρισε σε θέσεις που κατείχαν νωρίτερα ανώτεροι υπάλληλοι του Αλή πασά. Έτσι, στο Μοναστήρι διόρισε Ρούμελη Βαλεσή και Σερασκέρη τον Χουσείν πασά Γκαβανατζόγλου, Γιάννινα βαλεσή βε Δέλβινα τον Ισμαήλ πασά, και σ’ αυτούς ανέθεσε την αρχηγία της καταδίωξης του Αλή. Στη Θεσσαλονίκη όρισε τον Σελήμ πασά, στα Τρίκαλα τον Μαχμούτ πασά Δράμαλη, στη Ναυπακτία Ινεμπάχ βαλεσή Μπαμπά πασά διόρισε τον Μεχμέτ Ρεσήτ, και κάποιους τοπάρχες μαζί με 50.000 στρατό. Διέταξε δε τους πασάδες που αναφέρθηκαν να εκστρατεύσουν από κοινού εναντίον του Αλή, κινούμενοι από διαφορετικά σημεία. Μέσω του Πατριαρχείου, κοινοποίησε ακόμη σε καθέναν από τους τοπικούς μητροπολίτες κι επισκόπους την αποστασία του Αλή και την καταδίωξη του.

«Σας είναι γνωστό, άγιε Δεσπότη μας, ότι τα χωρία μας Τρανόβαλτον, Λαζαράδες και Μόκρον τα έκαμεν τσιφλίκια ο τύραννος με δυναστείαν και τζάμπας, χωρίς να δώσει ούτε έναν οβολόν περί τούτων, και έλαβε σενέτια (σ.σ. χαρτιά, έγγραφα) ότι του τα επωλήσαμε με ευχαρίστησίν μας. Τι ημπορούσαμεν να κάμωμεν ημείς;, καθώς και άλλοι, έναν τοιούτον απάνθρωπον και αιμοβόρον; Θέλοντας και μη θέλοντας εκλίναμε τον αυχένα και τω τα εδώκαμεν…»

Εκστρατεία κατά του Αλή

Οι τέως υπαρχηγοί του Αλή πασά Ομέρ μπέης Βρυώνης, Σελιχτάρ Χουσείν Ισά Μπόντας, Άγο Βάσιαρης, Ταχήρ Αμπάζης, Δερβίς Χασάν και Μπεκήρ Τζογαδόρος, εγκαταλείποντας τον Αλή από φόβο, προσκύνησαν και συντάχθηκαν με τη Σουλτανική Διοίκηση. Αλλά και Δερβεναγάδες Αλβανοί, υπεύθυνοι για την ασφάλεια του κάθε μέρους, εκδιώχθηκαν και διορίστηκαν επιτόπιοι φίλοι της κυβέρνησης· ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Χατζή Χαλήλ αγάς, φίλος του Βενιαμίν, τάχθηκε γενικός φρούραρχος στις επαρχίες Σερβίων, Χασίων, Ελασσόνας, Καϊλαρίου και Γρεβενών. Με επιστολή του αναγγέλλει στον αρχιερέα τον διορισμό του και παρέχει χρήσιμες πληροφορίες. Εν τω μεταξύ οι Έλληνες εξακολουθούσαν τις συνεννοήσεις και, με την πρόφαση ότι υποβοηθούν την εκστρατεία κατά του Αλή, επικοινωνούσαν ελεύθερα από πόλη σε πόλη, καταρτίζοντας τη μέλλουσα επιχείρησή τους. Περί τούτου, ο Αλή πασάς είχε διαβιβάσει την είδηση στη Σουλτανική Κυβέρνηση, πολύ καιρό πριν, αλλ’ αφού κατέστη ύποπτος κι έπεσε σε δυσμένεια δεν γινόταν πιστευτός. Είχε δε αναλάβει ο  ίδιος να καταπνίξει το κίνημα, και με απιστία φόνευσε τους Λαμψαίους από την Ελασσόνα, τον καπετάν Νικόλαο Ολύμπιο από την Κατερίνη και τον καπετάν Γιώτη. Οι Καρατάσος και Γάτσος, οπλαρχηγοί της Βέροιας και των Βοδενών αντίστοιχα, ειδοποιηθέντες έλαβαν προφυλακτικά μέτρα. Κι επειδή θεωρούσε τον Βενιαμίν ένοχο από τους πρώτους, έπεμψε ανθρώπους να τον αναζητήσουν· ο Βενιαμίν όμως, με κάποια πρόφαση, πρόλαβε και ήρθε στη Θεσσαλονίκη, ετοιμαζόταν δε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όταν κηρύχθηκε η εκστρατεία εναντίον του Αλή. Μετά την κήρυξη του αγώνα κατά του πασά, ο αρχιερέας μεταβαίνει στη Λάρισα, με εντολή του Πατριαρχείου, για να υποβάλει χαιρετισμούς (προσρήσεις) στον Τρίκαλα βαλεσή και τον Ντερβέν Ναζιρή Μαχμούτ πασά. Μετά δε την καταστροφή του Αλή και την επανάσταση των Σουλιωτών (6 Δεκεμβρ. 1820), στις 20 Ιανουαρίου 1821, εξερράγη η επανάσταση στη Μικρά Βλαχία, υπό τον Βλαδιμηρέσκου και στη Μολδαβία με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Το Πατριαρχείο αποκήρυξε τους αποστάτες και μ’ εντολή της Κυβέρνησης έπεμψε παντού οδηγίες κι επιστολές για πιστή υπακοή και διαφύλαξη της τάξης.

Απολύτρωση χωριών της επαρχίας

Μετά την επάνοδό του από τα Τρίκαλα, ο Βενιαμίν δέχεται ευχαριστήρια επιστολή από την επαρχία, σχετικά με την απολύτρωση των χωριών Τρανόβαλτου, Λαζαράδων και Μόκρου (Λιβαδερού), τα οποία είχε εξουσιάσει ο τύραννος με τη βία. Στην επιστολή αναφέρονται τα εξής: «Σας είναι γνωστό, άγιε Δεσπότη μας, ότι τα χωρία μας Τρανόβαλτον, Λαζαράδες και Μόκρον τα έκαμεν τσιφλίκια ο τύραννος με δυναστείαν και τζάμπας, χωρίς να δώσει ούτε έναν οβολόν περί τούτων, και έλαβε σενέτια (σ.σ. χαρτιά, έγγραφα) ότι του τα επωλήσαμε με ευχαρίστησίν μας. Τι ημπορούσαμεν να κάμωμεν ημείς;, καθώς και άλλοι, έναν τοιούτον απάνθρωπον και αιμοβόρον; Θέλοντας και μη θέλοντας εκλίναμε τον αυχένα και τω τα εδώκαμεν…»

Αλλά και στη Νάουσα, όταν φονεύτηκε κάποιος απόστολος της εταιρείας από τον Ζαφειράκη, κατασχέθηκαν έγγραφα, τα οποία αποδείκνυαν την επαναστατική προετοιμασία, ενώ ταυτόχρονα, παντού στην Πελοπόννησο, τη Στερεά και το Αιγαίο κυμάτιζε η σημαία της επανάστασης. Μετά την καταστροφή του Αλή, ο Βενιαμίν επανήλθε στην επαρχία του, αλλά δεν ησύχασε, διότι η κυβέρνηση, επειδή γνώριζε ότι στα Χάσια υπέβοσκε η τάση προς ανταρσία, συνέλαβε τους ιερείς Μεταξά και Δέλινου και κάποιους προκρίτους, και τους απέστειλε δέσμιους στον Χουρσίτ πασά στη Λάρισα. Αυτό ανάγκασε τον ιερέα να μεταβεί στην πόλη κι έπειτα από πολλές παρακλήσεις του Χατζή Χαλήλ αγά, που ήταν φίλος του, και με την εμφάνιση πιστοποιητικού από τους κατοίκους των Χασίων, σώζει τους ιερείς και τους προκρίτους από την αγχόνη· στέλνει ακόμη τα ιλιάμια και μαγζάρια των κατοίκων της επαρχίας προς το Πατριαρχείο, σύμφωνα με αίτησή τους.

Ο πεζόδρομος στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης
Ο πεζόδρομος στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης

Θλιβερή κατάσταση των επαρχιών

Αλλά τα πράγματα έβαιναν προς επανάσταση και φοβερή κατάσταση επακολούθησε στις επαρχίες, μετά τον απαγχονισμό του αοίδιμου Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, τον θάνατο οχτώ εγκρίτων αρχιερέων και τη σφαγή 10.000 χριστιανών. Στρατεύματα στέλνονταν συνεχώς στη Λάρισα και τα Γιάννενα, ενώ οι πόλεις, από τις οποίες διέρχονταν ή στάθμευαν, υπέφεραν τα πάνδεινα από τους εξαγριωμένους στρατιώτες. Ιδίως δε οι πόλεις και οι κώμες της Μακεδονίας δοκίμασαν πολλά δεινά και διέτρεξαν σοβαρό κίνδυνο.

(1) Οι άντρες που στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να δολοφονήσουν τον Πασόμπεη απέτυχαν, συνελήφθησαν και ομολόγησαν τα σχέδια του Αλή.

*Ο Δημήτρης Τζήκας είναι δάσκαλος και ιστορικός.Εργάζεται στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

(Εμφανιστηκε 1.010 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Ένα σχόλιο

  1. Pingback: Ιστορία &...