28 Μαρτίου 2013 at 12:28

Οι Βλάχοι κατά τον 10ο και 11ο αιώνα μ.Χ

από

Οι Βλάχοι κατά τον 10ο και 11ο αιώνα μ.Χ

Γράφει η Έφη Γεωργοπούλου

Ι. Ο  ΟΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Στα κείμενα της Βυζαντινής περιόδου  μνημονεύεται ο όρος «Βλάχος» με ποικίλες σημασίες.

Ειδικότερα, αναφέρεται :

            α) Ως  ταυτόσημη πρώτα με τη λέξη νομαδοτρόφος ( Κεκαυμένος, Άννα Κομνηνή, Χωνιάτης),

            β) Ως εθνικό όνομα κατόπιν των Λατινομακεδονόγλωσσων κατοίκων της περιοχής των ελληνικών ‘Αλπεων (οροσειρά της Πίνδου), της Ορεστίδος δηλαδή, η οποία σύμφωνα με  τον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα εκτεινόταν από τη λίμνη της Οχρίδας ως τη Βοιωτία περίπου,

            γ) Ως εθνικό επίσης όνομα όλων γενικά των ομόγλωσσων με αυτούς πληθυσμών της Βόρειας Βαλκανικής (Κίνναμος, Χαλκοκονδύλης),

            δ) Ακόμη, αναφέρεται και ως ταυτόσημη με τις έννοιες παγανός, εθνικός, ειδωλολάτρης, όχι χριστιανός δηλαδή, όπως προκύπτει από τη φράση: «ευλογημένοι χριστιανοί και σεις οι Βλάχοι», κυρίως όμως από τις εκχωρήσεις ατόμων, οικογενειών και φατριών σε εκκλησίες και Μοναστήρια, υπό την ιδιότητα φορολογητέου ενοικιαστού κυρίως, ίσως για να προωθηθεί ο εκχριστιανισμός τους.

Βλάχοι. Φωτογραφικό Αρχείο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας
Βλάχοι. Φωτογραφικό Αρχείο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας

            Ο ακαδημαϊκός  Κεραμόπουλος  υποστήριξε ότι η ονομασία Βλάχος προέρχεται από τη σημιτική λέξη «φελλάχ» που σημαίνει γεωργός και τη χρησιμοποιούσαν οι Εβραίοι μισθοφόροι της Αιγύπτου. Αντίθετα, ο  Σωκράτης Λιάκος ( Λιάκος ,1965)  τονίζει ότι η Αρβανίτικη γλώσσα της χερσονήσου μας, που είναι τόσο αρχαία όσο και η σημιτική, αποκαλεί  και αυτή μέχρι σήμερα «μπούλκ(ου)»(και bujku) το γεωργό, τον οποίο η βλάχικη αποκαλεί “ vargar(u)”  και “ plu·gar(u), όπως plug αποκαλεί και το αλέτρι. Γι΄ αυτό το λόγο,  ακόμη κι αν η λέξη «βλάχος» σήμαινε το γεωργό, δε θα είχαμε ανάγκη να προστρέξουμε στη σημιτική λέξη «φελλάχ». Υποστηρίζει ακόμη πως και στην περίπτωση που θα αποδεικνυόταν ότι η λέξη «βλάχος» είναι ταυτόσημη και με τις έννοιες  «φρουρός, φύλαξ» θα  ήμαστε και πάλι υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε την προέλευσή της στον τύπο «φύλακος (= φύλαξ) του Ηροδότου, απ΄ όπου προέρχεται και το ταυτόσημο «πουλιάκ(ου)» της Λατινομακεδονικής, εφόσον μάλιστα οι Μακεδόνες προτιμούσαν το φθόγγο β αντί του φ. Επίσης, όμως, και στη λέξη velox( βήλωξ κατά Ελληνική μεταγραφή που σημαίνει ελαφρά οπλισμένος μαχητής, εύζωνος, πελταστής) της Λατινικής  απ΄ όπου και η ταυτόσημη “veloce” της Ιταλικής στην οποία ο στρατιώτης λεγόταν και “vallone”. Επειδή, λοιπόν, οι Μακεδόνες κατακτητές της Ασίας και Αιγύπτου είχαν ασύγκριτα ανώτερη στρατιωτική οργάνωση από τους υπόδουλους αυτών Σημίτες και Αιγύπτιους, ήταν επόμενο να επιβάλουν σε αυτούς Μακεδονοελληνικούς όρους στρατιωτικούς και όχι να δανεισθούν αντίστοιχους σημιτικούς.

            Σε αντίθεση με τον Κεραμόπουλο, ο Λιάκος θεωρεί ότι πρέπει να διερευνήσουμε τη λέξη «βλάχος» στη σημασία της «νομαδοκτηνοτρόφος». Σε αυτή, ωστόσο, την περίπτωση, είμαστε υποχρεωμένοι να τη συσχετίσουμε με τις λέξεις «βήλα,belua(=πρόβατα, κτήνη)» της Ελληνικής και Λατινικής. Επίσης, όμως και με τα Εβραίικα( Σημιτικά)ονόματα Άβελ, Ιαβάλ της Π. Διαθήκης, αφού , καθώς αναφέρεται σε αυτή και ο πρώτος ήταν ποιμένας προβάτων και ο δεύτερος « πατήρ τῶν κατοικοῦντων ἐν σκηναῖς και τρεφόντων κτήνη». Η αρχαιοελληνική, εξάλλου, είχε τον τύπο «γαιάοχος (= κύριος, κάτοχος της γης), μπορούσε ωστόσο να έχει και τον τύπο « βηλάοχος(= κάτοχος προβάτων, προβατοκτήμων), ό,τι δηλαδή είναι και οι Βλάχοι, νομαδοκτηνοτρόφοι, αφού μάλιστα υπήρχε και η λέξη «βηλάρχης (=αρχιποιμένας). Τέλος, «βιλλίκους» και «παγκάνους» στη Λατινική αποκαλούνταν ο χωρικός, ο αγρότης, αργότερα δε και εκείνος που διατηρούσε την προχριστιανική θρησκεία, ο ειδωλολάτρης.

Φωτογραφικό Αρχείο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας
Φωτογραφικό Αρχείο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας

             Από εθνική άποψη, το όνομα Βλάχος δηλώνει τον κάτοικο της Βαλκανικής Χερσονήσου που μιλά λατινογέννητο γλωσσικό ιδίωμα. Οι Βλάχοι των ελληνικών περιοχών (Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Παλαιά Ελλάδα)αυτονομάζονται  αποκλειστικά και μόνο «Αρμάνοι». Μπορούμε να τους εντοπίσουμε και με τις ονομασίες «Κουτσόβλαχοι» και «Τσιντάροι».

            Παρ’ όλα αυτά, είναι γενικά αποδεκτή η άποψη του Jirecek (Jirecek, 1901) ότι όχι οι Βλάχοι, αλλά το όνομά τους είναι νιόφερτο στοιχείο του 10ου αιώνα στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι Σλάβοι το έφεραν και το χρησιμοποίησαν για να προσδιορίζουν κάθε είδος ομάδων που μιλούσε λατινικά. Kρίνεται, ωστόσο, αναγκαίο να σημειωθεί ότι με το όνομα «Βλάχοι» δεν αναφέρονταν στις τότε λατινόφωνες μονάδες μόνο, αλλά στις λατινόφωνες μονάδες που αρχικά αποτελούνταν από νομάδες κτηνοτρόφους.

ΙΙ. ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ

Το ζήτημα της καταγωγής των Βλάχων έχει απασχολήσει ιστορικούς και εθνολόγους σε παγκόσμια κλίμακα. Έχουν διατυπωθεί σχετικά ποικίλες απόψεις, συχνά αντικρουόμενες, που οδήγησαν σε αντιδικίες με αποκορύφωμα το λεγόμενο «Κουτσοβλαχικό ζήτημα»,  που στις αρχές του 20ου αιώνα οδήγησε σε προστριβές  Ελλάδα και Ρουμανία.

Ειδικότερα, μελετητές, Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Ούγγροι  και Ρώσοι με βάση την ιστορική πηγή « Στρατηγικό του Κεκαυμένου» κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι όροι Βλάχος και Βούλγαρος ταυτίζονται, γεγονός που, όπως επισημαίνει ο Αβέρωφ είχε οξύτατες  πολιτικές επιπτώσεις, επώδυνες και επικίνδυνες για την Ελλάδα ( Αβέρωφ, 1948), καθώς το ιστορικό του Κεκαυμένου, παρά την ανυπέρβλητη αξία του ως ιστορική πηγή, εμπεριέχει κάποιες ανακρίβειες.  Συγκεκριμένα, ο Κεκαυμένος  στα πλαίσια της  εξεγέρσεως των Λαρισαίων γίνεται ο πρώτος εισηγητής της θεωρίας, κατά την οποία οι Βλάχοι δεν είναι γηγενείς, αλλά Δάκες και Βέσοι, που κατέβηκαν από το Δούναβη στην Ελλάδα ( Λαζάρου, 1976). Ο Gyόny, που σχολίασε προσεκτικά και με λεπτομέρεια το κείμενο του Κεκαυμένου, υπογραμμίζει  ότι όσα αναφέρει ο Κεκαυμένος για τους Δάκες, το Δεκέφαλο και τον Τραϊανό δεν τα έχει λάβει από καμιά λαϊκή παράδοση που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα στους Βλάχους της Θεσσαλίας, τους οποίους είχε γνωρίσει από πολύ κοντά, αλλά τα δανείσθηκε άμεσα ή έμμεσα από το έργο του Δίωνος Κασσίου ( Gyόny, 1954). O Γάλλος Lemerle δέχεται το συμπέρασμα του Gyόny προσθέτοντας ότι η διήγηση αυτή οφείλεται σε γεωγραφική πλάνη του Κεκαυμένου ως προς τη θέση της Τραϊανής Δακίας. Την ίδια περίπου γνώμη διατύπωσε πολύ νωρίτερα και ο Tσεχοσλοβάκος Tomatschek  (Tomatschek, 1882).

Επιπλέον, ο μεγάλος ιστορικός Ιωάννης Λυδός, σύγχρονος του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (Λιάκος, 1965)σχολιάζοντας τη γλωσσική αλλαγή που άρχισε να διαγράφεται στην εποχή του, κατά την οποία άρχισαν να πρωτοκοινοποιούνται  νόμοι, διατάγματα, κρατικές αποφάσεις κ.α. και στα Ελληνικά, καθώς μέχρι τότε την πρωτοκαθεδρία είχε η Λατινική, σημειώνει ότι αρχικά στις ασιατικές επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας χρησιμοποιήθηκε η Ελληνική γλώσσα ως κρατική, επειδή οι επαρχίες αυτές ήταν Ελληνόγλωσσες. Μάλιστα, σύμφωνα με τις πληροφορίες του, η Βαλκανική ήταν Λατινόγλωσση. Όμως, λατινόγλωσση θεωρείται και η  Βλάχικη.

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει και ο Πρίσκος, νεώτερος του Λυδού κατά έναν αιώνα και πρεσβευτής του Βυζαντίου στον Αττίλα. Μιλώντας ο Πρίσκος για τους αιχμαλώτους που είχαν πάρει οι Ούνοι από τη Βαλκανική τονίζει ότι μονάχα εκείνοι που κατάγονται από παραλιακές περιοχές μιλούν την Ελληνική (έκδοση Βόννης, σσ.265).Η μαρτυρία του Λυδού μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην εποχή του ( μέσα 6ου αι.μ.Χ.) οι κάτοικοι της Βαλκανικής χερσονήσου ήταν Λατινόγλωσσοι, όπως άλλωστε και η Βλάχικη είναι λατινόφωνη. Βλαχόφωνοι μάλιστα ήταν οι λεγόμενοι « δημοσιεύοντες», εκείνοι δηλαδή που εργάζονταν σε δημόσιες υπηρεσίες. Ωστόσο, σε αυτήν την περίοδο, από τους κατοίκους της Βαλκανικής Έλληνες θεωρούνται οι Μακεδόνες, οι Ηπειρώτες, οι Θεσσαλοί, οι Ελλαδικοί και οι άποικοί τους στα παράλια της Θράκης και της Ιλλυρίας. Σύμφωνα μάλιστα με τα λεγόμενα του Πρίσκου, οι ¨Έλληνες των παραλίων διατηρούσαν και την ελληνογλωσσία τους. Καθώς, λοιπόν, ήταν δίγλωσσοι , προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι Μακεδόνες, Ηπειρώτες, Θεσσαλοί και Αιτωλοί  της Μεσογείου είναι οι Έλληνες που είχαν καταλήξει αποκλειστικά Βλαχόφωνοι.

Ασπαζόμενοι τη μαρτυρία του Λυδού, ακόμη και οι πιο επίλεκτοι Ιταλοί γλωσσολόγοι απ’ όσους μελέτησαν τη Βλάχικη, την παραδέχονται σήμερα για Νεολατινικό γλωσσικό ιδίωμα, το οποίο όμως γεννήθηκε και διαμορφώθηκε σε περιοχές όπου πριν μιλιόταν η αρχαία Ελληνική. Το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί και με τα πορίσματα Ούγγρων γλωσσολόγων του 19ου αιώνα, οι οποίοι μελετώντας τη Ρουμανοβλάχικη κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι γεννήθηκε σε νοτιοδουναβικές ελληνόγλωσσες περιοχές, που δεν ξεπέρασαν ποτέ τα βόρεια σύνορα  της Μακεδονίας.

Αναμνηστική φωτογραφία της οικογένειας Τριανταφύλλου από τον Κοκκινοπλό Ελασσόνας, την περίοδο μεταξύ 1910-1920. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου η επαρχία Ελασσόνας δέχτηκε βλάχικους πληθυσμούς, που κατέβηκαν από τα ορεινά βλαχοχώρια του Ολύμπου.
Αναμνηστική φωτογραφία της οικογένειας Τριανταφύλλου από τον Κοκκινοπλό Ελασσόνας, την περίοδο μεταξύ 1910-1920. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου η επαρχία Ελασσόνας δέχτηκε βλάχικους πληθυσμούς, που κατέβηκαν από τα ορεινά βλαχοχώρια του Ολύμπου.

ΙΙΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ  ΚΑΤΑ ΤΟ 10Ο – 11Ο ΑΙΩΝΑ Μ.Χ.

Το « Στρατηγικό του Κεκαυμένου» παρά τις τυχόν ανακρίβειες συνιστά τη βασική πηγή του 10ου αιώνα μ.Χ. που μας πληροφορεί για τη ζωή και την οικονομική, κοινωνική και πολιτική οργάνωση των Βλάχων σε αυτήν την περίοδο.

Καταρχάς, κρίνεται απαραίτητο να επισημανθεί ότι οι Βλάχοι δεν ήταν εξαρχής αποκλειστικά κτηνοτρόφοι. Προήλθαν από τους Έλληνες που εκμεταλλεύτηκαν τη διάνοιξη και συντήρηση εμπορικών και στρατιωτικών οδών των Ρωμαίων, την ίδρυση σε καίρια σημεία εμπορικών σταθμών, αποθηκευτικών χώρων, πανδοχείων, ξενοδοχείων, την ανάληψη της φρουρήσεως των στενών και δύσκολων οδικών διαβάσεων, συγκοινωνιακών κόμβων, την ένταξη στο δημοσιοϋπαλληλικό σώμα του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού κράτους, που πέρα από τα οικονομικά οφέλη συνέβαλλαν και στην εκλατίνιση. Η εκλατίνιση οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στη διγλωσσία τους. Ο Gyόny υποστηρίζει ότι η διγλωσσία διατηρείται σε όλο το διάστημα της ιστορίας των Βλάχων.

Σύμφωνα με τον εθνολόγο J.Civijits, οι Βλάχοι υπήρξαν οι πιο εκβυζαντινισμένοι πληθυσμοί της Βαλκανικής και επομένως εκείνοι που διατήρησαν περισσότερο τη μεσαιωνική τους κοινωνική οργάνωση. Ήταν, λοιπόν, κατανεμημένοι σε κάστες που δεν επέτρεπαν να συνάπτουν μεταξύ τους επιγαμίες. Οι κάστες, σύμφωνα και με το κείμενο του Κεκαυμένου, ήταν οι εξής : α) οι κτηνοτρόφοι, β) οι αστοί και γ) οι γαιοκτήμονες.

Η επίδοση των αστών στα ποικίλα χειρωνακτικά επαγγέλματα ομολογείται και από τον Τh. Capidan,  ο οποίος τους θεωρεί ασυναγώνιστους εμπόρους και τεχνίτες, βεβαίως στα μεταγενέστερα χρόνια. Σημειώνει, μάλιστα, ότι οι Βλάχοι επέκτειναν το εμπόριό τους πέρα από  τα Βαλκάνια, αρχικά στα λιμάνια της Μεσογείου (Capidan, 1937). Αργότερα, επεκτάθηκαν στην  ηπειρωτική Ευρώπη ιδρύοντας υποκαταστήματα στη Βιέννη, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, Μόσχα Λειψία και αλλού, ενώ η ισχύς τους ήταν πολύ μεγάλη.

Χάρτης των Βαλκανίων α) κατόπιν της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (1913) και β) μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913).
Χάρτης των Βαλκανίων
α) κατόπιν της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (1913) και
β) μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Οι Βλάχοι ήταν αυτόχθονες, όμως ήταν παράλληλα ενταγμένοι στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο της περιοχής, όπου κατοικούσαν. Δεν αισθάνονταν διαφορετικό έθνος, ούτε και επιχειρούσαν εξεγέρσεις για εθνικιστικούς λόγους. Είχαν εθνική συνείδηση κοινή με τους κατοίκους της περιοχής όπου ζούσαν. Μάλιστα, όπως κάθε κάτοικος του Βυζαντινού κράτους, έτσι και οι Βλάχοι υπάκουαν στους νόμους του και ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν πολύ βαριούς φόρους στον αυτοκράτορα. Γι΄ αυτό το λόγο, το 1066 μ.Χ. εκδηλώνεται στη Θεσσαλία μια εξέγερση κατά του ηγεμόνα, στην οποία πρωτοστατούν Βλάχοι που ανήκαν κυρίως στην κάστα των κτηνοτρόφων. Όπως παρατίθεται σχετικά στο «Στρατηγικό του Κεκαυμένου» το αρχηγείο της επανάστασης ήταν η κατοικία του Λαρισαίου Βλάχου Βεριβόη . Επίσης, αναφέρεται σχετικά ότι το μήνα Ιούνιο οι Βλάχοι κτηνοτρόφοι είχαν μεταφέρει τα γυναικόπαιδα στα βοσκοτόπια της Μακεδονίας, προκειμένου να αποφύγουν τις δυσάρεστες συνέπειες της εξέγερσης, στοιχείο που παράλληλα πληροφορεί για το νομαδικό τρόπο ζωής τους.

Σε άλλη πηγή της εποχής ο Ιωάννης Σκυλίντζης ( Scylitzae, 1973) μας πληροφορεί για άλλες πτυχές της ζωής των Βλάχων. Μιλά για τα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα. Ειδικότερα, ο 10ος αιώνας στα Βαλκάνια αποτελεί εποχή των αγώνων μεταξύ του βασιλιά και των Βουλγάρων, ειδικά εναντίον του Σαμουήλ. Οι πόλεμοι κατά των Σλάβων και εναντίον του Σαμουήλ απαιτούν όχι ναυτικό, αλλά πεζικό και κάστρα. Οι Βλάχοι είναι χρήσιμοι στρατιώτες. Η Λάρισα είναι κάστρο. Ο Άγιος Αχίλλιος είναι προστάτης και των δυο και ταυτόχρονα αποτελεί ιδεολογικό και πνευματικό δεσμό μεταξύ του ιερού αυτοκράτορα και του τοπικού βλάχικου δυναμικού.

Η Κωνσταντινούπολη θεωρούσε τους Θεσσαλούς Βλάχους ως foederati( Ρίζος,1992). Δηλαδή, οι στρατιωτικές αυτές ομάδες υπηρετούσαν στο στρατό του Βυζαντίου έχοντας ως διοικητή – αρχηγό έναν δικό τους Βλάχο. Ο αρχηγός ονομαζόταν « ἂρχων τῶν Βλάχων τῆς Έλλάδος» και ξεχώριζε από τον τοπικό αρχηγό του Θέματος της Ελλάδος.

Orthodox woman at the Labuniste market looking at wool for sale next to Muslim man on her left, he is a farmer who used to have a kafana for twenty years in the village, now he carts wool on his horse. ( Vlach woman from Labuniste selling her wool). Village: Labuniste Date: 1962
Orthodox woman at the Labuniste market looking at wool for sale next to Muslim man on her left, he is a farmer who used to have a kafana for twenty years in the village, now he carts wool on his horse. ( Vlach woman from Labuniste selling her wool).
Village: Labuniste
Date: 1962

Τους Βλάχους, όμως, τους χρειαζόταν και ο Σαμουήλ ως στρατιώτες. Πολλοί από τους Λαρισαίους που ο Σαμουήλ μετέφερε και εγκατέστησε στην περιοχή που έλεγχε, γύρω από τη λίμνη Πρέσπα, πιθανότατα ήταν Βλάχοι. Αυτοί πήραν μαζί τους τα λείψανα του προστάτη τους Αγίου Αχιλλίου. Ο Σαμουήλ έχτισε μια μεγάλη βασιλική σε μια νησίδα της Πρέσπας, η οποία ονομάστηκε Achil, για να διαφυλάξει τα ιερά οστά και να κολακέψει τους Λαρισαίους προκειμένου να τους κερδίσει με το μέρος του. Οι Βλάχοι του Σαμουήλ, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν γύρω από την Πρέσπα, αναφέρονται στο χρυσόβουλο του Βουλγαροκτόνου Βασιλείου, που εξέδωσε για χάρη του επισκόπου της Αχρίδας, ύστερα από τη νίκη του κατά του τσάρου το 1020 μ.Χ. οι Βλάχοι αυτοί της Πρέσπας, κατά πάσα πιθανότητα ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους Λαρισαίοι, διότι η λατρεία του Αγίου Αχιλλίου  διατηρήθηκε ακόμη και κάτω από την ηγεμονία Σέρβων βασιλέων και έφτασε τελικά στην πόλη Arilje, παράφραση στα σέρβικα του ονόματος Αχίλλιος. Όσον αφορά τα θρησκευτικά τους πιστεύω,  πολύ γρήγορα εκχριστιανίστηκαν.

Τέλος,  οι Βλάχοι της Νότιας Βαλκανικής, οι τέως «Ιταλιώτες» μετανάστες στη Θεσσαλία και γύρω από την Πρέσπα, έμειναν υποτελείς στα σλαβικά και στα ρωμαϊκά πολιτικά κέντρα και τους πολιτικούς κύκλους. Η γλώσσα που μιλιόταν στα κέντρα αυτά, η βλάχικη, δεν ήταν ποτέ στην πρώτη γραμμή. Επρόκειτο απλώς για μια διάλεκτο που δεν καταγράφηκε ποτέ, αλλά έμεινε μέχρι σήμερα μια γλώσσα αποκλειστικά προφορική. Όπως παρατηρεί και ο Ρίζος, «η περίπτωση των Βλάχων αποτελεί παράδειγμα μαζικής μετανάστευσης και μόνιμης διαρκούς εγκατάστασης, η οποία όμως δεν οδήγησε στη δημιουργία ενός κράτους ή σε εθνογένεση με την πολιτική έννοια».

Δείτε: ΒΛΑΧΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΕΤ3

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. ΠΗΓΕΣ

  1. 1.                          «CECAUMENOS STRATEGICON»,ed.WASSILIEWSKY – JERNSTEPT
  2. 2.                          IOANNIS SCYLITZAE,” SYNOPSIS HISTORIARUM”,ed.I.Thurn,Βερολίνο 1973
  3. 3.                          G. CEDRENOS

 

B. ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. 1.      Ε.Αβέρωφ, « Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος», Αθήνα, 1948. Α.Ι.Χρυσοχόου, « Η κατοχή ἐν Μακεδονίᾳ», Βιβλίον Γ΄, « Ἡ δράσις τῆς ἰταλορουμανικῆς προπαγάνδας», Θες/νικη 1951.Τηλ.Μ. Κατσουγιάννη, « Περί τῶν Βλάχων τῶν Ἑληνικῶν χωριῶν,β΄», Θεσσαλονίκη 1966, 30 κεξ. Μ.D.Peyfuss, “ DieAromuniescheFroge,WienKolnGraz, 1974.Θ.Σαράντη, « Οι Βλαχόφωνοι του ελληνικού χώρου», Ηπειρωτική Εστία,24,1975,577.του αυτού, « Οι Βλαχόφωνοι του ελληνικού χώρου», Σερραϊκά Χρονικά,7,1976,3-4.
  2. 2.      M.C.Bartusis, “ The Kavallarioi of Byzantium”, Speculum 63( 1988) 343 – 350
  3. 3.       Th.Capidan, Les Macedo-Roumains. Esquisse historique et descriptive des populations Roumains de la peninsule Balkanique, Bucharest 1937, p.66. Chrysochoou, op. cit., p.8.
  1. 4.      K.P.Chrestu, “ἈτιντάνεςοἱΒλάχοιτῆςἈρχαῖαςπείρου”, HπειρωτικόΗμερολόγιο ( 1987) 91 – 111.
  1. 5.      C.Jirecek, “ Die Romanen in den stadten Dalmatiens wahrend des Mittelalters, Ester Teil. Βιέννη 19ο1.Denkschriften der Kaiserl.Akad.d.Wiss in Wien, Philol.K1Bd.XLVIII, p.34-35.
  2. 6.      Α. Λαζάρου, « Η εξέγερση των Λαρισαίοων το 1066 και η εθνολογική παρερμηνεία των σχετικών χωρίων του Κεκαυμένου», Θεσσαλικά Χρονικά, τόμος 11ος, 9 1976)90 -119
  3. 7.      Σ. Λιάκος, « Η καταγωγή των Βλάχων ή Αρμανίων», Μικροευρωπαϊκές ( Βαλκανικές) Μελέτες 2, Θεσσαλονίκη, Ιαν. – Φεβρουάριος, 1965.
  4. 8.      A. Αθαν. Ρίζος, « Οι Βλάχοι της Λάρισας κατά το 10ο αιώνα» .Μτφρ.Γ.Κ.Γουργιώτης.Θεσσαλικό Ημερολόγιο , 1992, τόμος 21ος, 37 – 43.
  5. Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: http://medusa.libver.gr/handle/123456789/3089 http://www.imma.edu.gr/imma/dbs/Artifacts/index.html?lq=KOUKOUDIS&start=100
(Εμφανιστηκε 5.372 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

7 Σχόλια

  1. μπράβο Έφη πλήρες και άρτιο το άρθρο

  2. ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΡΘΡΟ
    Η γνωμη μου είναι ότι οι βλαχοι είναι γηγενεις της εκάστοτε γεωγραφικης οντότητας στην οποια ζουσαν αφομοιωνοντας την επιροη της Ρωμαικης Αυτοκρατοριας κυριως οσον αφορα το γλωσσικο στοιχειο.
    Εχοντας την ιδιαιτεροτητα να ζουν σε αυστηρα κλειστο κοινωνικο μοντελο διαβιωσης διατηρησαν μεχρι σημερα την γλωσσα της Ρωμ. Αυτοκ.με προσμιξεις τοσο από λεξεις της γλωσσας που μιλουσαν προ Ρ.Α. οσο και από λεξεις που προηλθαν με τις ανακατατάξεις και μετακινήσεις που ελαβαν χωρα στην ερυτερη περιοχη κυριως των Βαλκανιων.

  3. Κωστας Νασίκας

    Αριστο πόνημα.

    Αξίζει να διερευνήσουμε την ιστορία των οστών του Αγ. Αχιλλείου στις Πρέσπες.

  4. Αλή αλ-Γιουνάνι

    Οι Βλάχοι φέρονται να είναι απόγονοι των αρχαίων Δακών, οι οποίοι κατάγονταν από τούς θράκες, που έμεναν στη βόρειο Ιταλία περί το Σάβο ποταμό, παραπόταμο τού Δούναβη και εκλατινίστηκαν. Ήταν λαός σκληροτράχηλος, που παρενοχλούσαν τούς Ρωμαίους, οι οποίοι με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να τούς υποτάξουν. Έτσι λοιπόν, εξ ανάγκης, ο αυτοκράτορας Τραϊανός περί το 100 μ.Χ. τούς εκδίωξε και απωθώντας τους έφτασαν μέχρι τη σημερινή Ρουμανία, η οποία πήρε το όνομα της από τούς Ρωμαίους και αυτό επειδή εγκαταστάθηκαν εκεί οι Δάκες. Μάλιστα όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τη Δακία, ο ηγεμόνας της ο Δακεβάλος, όταν έχασε τη μάχη, αυτοκτόνησε για να μην πέσει στα χέρια του Τραϊανού καί αλυσοδεμένος σταλθεί στη Ρώμη. Τότε οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν στα στρατηγικά σημεία της Δακίας μόνιμες και ισχυρές φρουρές και παράλληλα έστειλαν Ρωμαίους και Ιλλυριούς αποίκους.

    Οι Βλάχοι είναι αυτόχθονες ελληνικοί πληθυσμοί που εκλατινίστηκαν γλωσσικά ή ήρθαν από τη Δακία; Η ελληνική εθνικιστική νομενκλατούρα υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι είναι αυτόχθονος ελληνικός πληθυσμός, οι οποίοι αφού εκλατινίστηκαν, τότε κατευθύνθηκαν προς τη Δακία και δεν προήλθαν από αυτήν. Άνοδο πληθυσμού από τις ελληνικές περιοχές προς τη Δακία (και όχι κάθοδο τους από αυτήν) υποστηρίζουν παραδόξως ακόμα και Ρουμάνοι επιστήμονες, όπως οι Ovid Densusianu (Histoire de la langue roumaine, 1901), T. Papahagi (Grai si Sulfet, 1, 1923-1924, 228), N. Roman (Graiul Romanesc, 3, 1928, 55), A. Sacerdoteanu (Anuarul Institutului de Istorie Nationala, 5, 1928-1930, 497), I. Siadbei (Originile dialectelor romine, 1933, 19) και κάποιοι άλλοι.

    Ας δούμε ποια είναι η αλήθεια.

    Πληροφορίες για τους Βλάχους παρέχει και ο Χαλκοκονδύλης (ΙΕ αιώνας): «Οι Δάκες μιλούν γλώσσα παραπλησία τη Ιταλών, διεφθαρμένη τόσο πολύ…οι Ρωμαίοι ήρθαν στη χώρα τους και την κατοίκησαν». «Από τη Δακία στην Πίνδο το έθνος που κατοίκησε στη Θεσσαλία, ονομάζονται Βράκοι». «Στο όρος της Πίνδου κατοικούν Βλάχοι, ομόγλωσσοι των Δακών, έμοιαζαν με τους Δάκες που κατοικούσαν στον ποταμό Ίστρο» (έκδοση Bonn Ι, σελ. 35; ΙΙ, σελ. 77; & VI, σελ. 319;)

    Ο Κίνναμος συνδέει τους Βλάχους με τους Ιταλούς έποικους όταν γράφει (ΙΒ΄ αιώνας): «Βλάχοι λέγονται οι άποικοι από την Ιταλία» (Ioannis Cinnami, Epitome rerum ab Ioanne et Alexio Comnenis gestarum, επιμ. Aug. Meineke, Bonn, 1836, σελ. 239)

    Οι Βλάχοι τής Ελλάδας αναφέρονται κατά πρώτον στην Ιστορία το 976 μ.Χ. από τον μοναχό και βυζαντινό χρονογράφο Κεδρηνό, ο οποίος έγραψε πως ο αδελφός του μετέπειτα Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ σκοτώθηκε το 976 από ‘οδίτες Βλάχους’ μεταξύ Πρεσπών και Καστοριάς. Αργότερα τούς αναφέρει κι ένας άλλος ιστορικός, ο Κεκαυμένος, ως ποιμένες, ζώντες βίο ληστρικό σε απόκρημνες και δύσβατες περιοχές. Επί αυτοκράτορα Αλεξίου του 1ου οι Βλάχοι αναφέρονται από όλους τούς ιστορικούς τής εποχής εκείνης. Πρωτοεγκαταστάθηκαν στο τρίγωνο Νις-Σόφιας-Σκόπια κι από εκεί απλώθηκαν πιο κάτω (βλ. Weigand: «Ethnographie von Makedonien», 11, 62). Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές, Θεσσαλία, Μακεδονία, Ήπειρο, Στερεά κ.α.

    Ο Κεκαυμένος (11ος αιώνας), στο «Στρατηγικό» του, λέει πολλά για τούς Βλάχους και μάς δίνει πολλά στοιχεία για τα ήθη και έθιμά τους. Περιγράφει μάλιστα και την Επανάσταση των βλάχων στη Θεσσαλία. Χαρακτηρίζει τούς Βλάχους ως γένος: «παντελώς άπιστο και διεστραμένο, που δεν υποτάσονται ούτε σε Θεό ούτε σε ορθή πίστη, ούτε σε βασιλιά ούτε σε συγγενή ή φίλο…». Ωστόσο ορισμένοι Έλληνες αλλά και ξένοι ερευνητές αμφισβητούν τη γνησιότητα αυτού του αποσπάσματος του Κεκαυμένου. Η Βουλγάρα μελετητής της μεσαιωνικής ιστορίας Genovefa Cankova-Petkova, παραπέμπει στη Ρωμαϊκή Ιστορία του Δίωνος Κασσίου (155-235 μ.Χ.), όπου η κάθοδος αφορά τους Κοστοβώκους και όχι στους Δάκες. Σύμφωνα όμως με τους περισσότερους επιστήμονες, οι Κοστοβώκοι προέρχονταν και αυτοί από τη Δακία. Αναφορές γι’ αυτούς κάνουν οι ιστορικοί και γεωγράφοι: Παυσανίας, Δίων Κάσσιος, Αμμιανός Μαρκελλίνος και το λεξικό Σούδα. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος ασαφώς μας πληροφορεί πως το κοστοβωκικό έδαφος βρισκόταν στην προρωμαϊκή Δακία ή εντός της ευρωπαϊκής Σαρματίας, μίας περιοχής ανάμεσα στη σημερινή δυτική Ρουμανία, την ανατολική Ουγγαρία και τη βόρεια Γιουγκοσλαβία.

    Και η Άννα Κομνηνή κάνει πολύ λόγο για τούς Βλάχους τής Θεσσαλίας. Μνημονεύει ακόμα τον έκριτον (=προύχοντα, φύλαρχο των Βλάχων) Πουδίλο, πού έτρεξε τη νύχτα και ειδοποίησε τον αυτοκράτορα, πως οι Κουμάνοι πέρασαν τον Δούναβη (1, 10, 9). Επίσης, η Άννα η Κομνηνή στην Αλεξιάδα (στο 14ο κεφάλαιο) γράφει περιγράφοντας τις περιοχές τους γύρω απ’ τα βουνά του Αίμου: «…σε κάθε πλευρά απ’ τις πλαγιές του κατοικούν μερικές πολύ εύπορες φυλές, οι Δάκες και οι Θράκες στη βόρεια πλευρά, και στα νότια περισσότερο οι Θράκες και οι Μακεδόνες».

    Ο Κίνναμος γράφει, πως, όταν ο Λέοντας Βατάτζης εκστράτευσε στη βόρεια Βαλκανική – την «ουνικήν» – είχε πολύ στρατό από Βλάχους: «Βλάχον πολύν όμιλον» (260).

    Ας δούμε κάτι ενδιαφέρον. Λίγο μετά το 680 μ.Χ. στον Κεραμήσιο Κάμπο ή Κάμπο της Πελαγονίας (Κεραμιαί ήταν το προσλαβικό όνομα του Πρίλεπ) φτάνει ένα συνονθύλευμα λαών υπό την ηγεσία του Βούλγαρου Κούμπερ. Λένε στους βυζαντινούς ότι κατοικούσαν στο Αβαρικό Χαγανάτο γύρω από την περιοχή του Σιρμίου. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν πολλοί οι οποίοι ήταν απόγονοι Ρωμαίων πολιτών των Βαλκανίων που 2 γενέες πριν οι Άβαροι είχαν αιχμαλωτήσει και είχαν συγκεντρώσει στην περιοχή του Σιρμίου. Αν και είχαν επιμειχθεί με τους «βαρβάρους», ισχυρίστηκαν αυτοί οι «Σερμησιάνοι», διατήρησαν τις παραδόσεις των Ρωμαίων προγόνων τους και τώρα επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην πατρική τους αυτοκρατορία.

    Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο 2ος, γράφουν τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, έδωσε εντολή στους Δρουγουβίτες Σλάβους της Πελαγονίας (τους οποίους είχε υποτάξει με μια εκστρατεία λίγα χρόνια πριν) να παράσχουν τρόφιμα στους ακολούθους του Κούμπερ. Μετά από λίγο καιρό, οι Σερμησιάνοι άρχισαν να διασπείρονται εδώ και εκεί. Πολλοί πήγαν στην Θεσσαλονίκη και από εκεί άλλοι συνέχισαν για Κωνσταντινούπολη. Σε κάποια φάση, ξανασυγκεντρώθηκαν από τους Βυζαντινούς στα δυτικά της Θεσσαλονίκης. Το δεξί χέρι του Κούμπερ ήταν ο Μαύρος. Τα Θαύματα αναφέρουν ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του πατρίκιου και αυτού του Άρχοντα των Σερμησιάνων και των Βουλγάρων. Η σφραγίδα του έχει βρεθεί αρχαιολογικά. Τα Θαύματα επίσης γράφουν ότι σχεδίαζε να καταλάβει την Θεσσαλονίκη, αλλά απέτυχε και ότι μιλούσε 4 γλώσσες: «την γλώσσα μας» (δηλαδή ελληνικά), την σλαβική, την βουλγαρική και την λατινική.

    Την ίδια εποχή (περίπου το 700 μ.Χ.) που τα θαύματα μιλάνε για τον πατρίκιο Μαύρο, Άρχοντα των Σερμησιάνων και των Βουλγάρων, το χρονικό του Θεοφάνη του εξομολογητή αναφέρει έναν Πατρίκιο Μαύρο Βέσσο να εκστρατεύει στην Κριμαϊκή Χερσόνησο. Οι περισσότεροι ιστορικοί σήμερα δέχονται ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο. Τώρα, το Σίρμιο βρίσκεται εκεί που ο ποταμός Drina χύνεται στον Σάβα. Άρα οι Σερμησιάνοι ζούσαν «γύρω από τους ποταμούς Σάβα και Δούναβη», όπως λέει και ο Κεκαυμένος για τους Βλάχους. Επομένως, η άποψη του Κεκαυμένου ότι οι Βλάχοι της Ελλάδος ήταν εκλατινισμένοι Δάκες και Βέσσοι που κάποτε κατοικούσαν γύρω από τους ποταμούς Σάβο και Δούναβη επιβεβαιώνεται από τις βυζαντινές πηγές (Θαύματα, Χρονικό Θεοφάνους κ.α.).

    Κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, υπάρχουν τρεις «Βλαχίες» στον ελλαδικό χώρο: Η Θεσσαλία είναι η «Μεγάλη Βλαχία», η Δυτική Στερεά είναι η «Μικρά Βλαχία» – επομένως δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν τα δέκα «Καρπενήσια» της Ρουμανίας (χωριά με το όνομα Cărpiniș υπάρχουν στη Ρουμανία στον νομό Timiş, στον νομό Braşov, στον νομό Gorj, στον νομό Alba, στον νομό Hunedoara, Cărpeniș στον νομό Argeş, Cărpenișu στον νομό Giurgiu κ.α.) – ενώ τέλος υπάρχει και μια «Άνω Βλαχία» η οποία ήταν κάπου στην οροσειρά της Πίνδου, αλλα δεν γνωρίζουμε ακριβώς που.

    «Ο Κίνναμος, αιώνες νωρίτερα θεωρούσε τους Βλάχους βόρεια του Δούναβη ως Ιταλούς αποίκους και την υποθετική ετυμολογία του ονόματος ‘Βλάχος’ από τον Pomponius Flaccus τον Ρωμαίο κατακτητή της Δακίας… Ο Κεκαυμένος πίστευε ότι οι Βλάχοι είχαν έρθει νότια στη Θεσσαλία, Μακεδονία και Ήπειρο μετά που η Δακία εγκαταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, και ότι ήταν οι απόγονοι των Γετών και των Βεσσών. Έτσι ενδεχομένως τους θεωρούσε ως εκρωμαϊσμένες φυλές παρά ως αυθεντικούς απογόνους των Ρωμαίων αποίκων… Οι Βλάχοι όπως έχουμε δει κατοικούν κυρίως στους λόφους, αλλά οι Ρωμαίοι άποικοι τοποθετούνταν οι περισσότεροι στις χαμηλώτερες πλαγιές ή στις πεδιάδες. Οι Βλάχοι, οι οποίοι σήμερα βρίσκονται στις πόλεις οι οποίες κάποτε ήταν ρωμαϊκές αποικίες, εγκαταστάθηκαν εκεί μόνο στα νεώτερα χρόνια… Η αντίθετη αλλαγή από μία νομαδική ζωή σε μόνιμη εγκατάσταση είναι εύκολη και είναι κάτι που διαρκώς συμβαίνει. Η αύξηση του εμπορίου, όπως είδαμε στην περίπτωση των ίδιων των Βλάχων, συνέβαλε σε μία μεγάλη αύξηση στην εγκατάσταση τους σε κατοικημένα χωριά κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα’ μείωση στον αριθμό των κοπαδιών και των ζώων από ασθένειες, πολέμους ή ληστείες έχει ως συνέπεια το ίδιο αποτέλεσμα, επειδή η πόλη είναι το τελευταίο καταφύγιο του νομά που έχει χάσει τα κοπάδια του. Παρ’ όλα αυτά φαίνεται πιθανό στους άλλους ότι οι Βλάχοι είναι κυρίως οι απόγονοι των εκρωμαϊσμένων ορεινών φυλών, παρά των ίδιων των Ρωμαίων αποίκων…» (The nomads of the Balkans, an account of life and customs among the Vlachs of Northern Pindus, Alan John Bayard Wace)

    Ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης (1130-1173 μ.Χ) ήταν Ισπανοεβραίος περιηγητής που ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική τον 12ο αιώνα. Στα 1160 μ.Χ ταξιδεύοντας στις ελληνικές χώρες του Βυζαντίου επισημαίνει την ύπαρξη βλάχικων πληθυσμών στα βουνά της περιοχής της Λαμίας, στα όρια της σημερινής Θεσσαλίας, σε μία περιοχή την οποία αποκαλεί Βλαχία: «Σε μια ημέρα φθάνουμε στο Σινόν ποταμό [Ζητούνι/Λαμία], όπου ζουν πενήντα περίπου Ιουδαίοι, με πρώτους ανάμεσά τους τους ραβίνους Σολομώντα και Ιακώβ. Η πόλη βρίσκεται στους πρόποδες των λόφων της Βλαχίας. Στα βουνά αυτά ζει το έθνος που ονομάζεται Βλάχοι. Είναι πολύ γρήγοροι και κατεβαίνουν από τα βουνά για να καταστρέψουν και να λεηλατήσουν την ελληνική γη. Κανείς δεν μπορεί να τους πολεμήσει και κανένας βασιλιάς δεν καταφέρνει να τους κυβερνήσει. Δεν είναι ιδιαίτερα δεμένοι με την πίστη των Ναζαρηνών (χριστιανών) αλλά δίνουν στους εαυτούς τους ιουδαϊκά ονόματα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτοί είναι Ιουδαίοι – και πράγματι αποκαλούν τους Εβραίους αδελφούς τους – και όταν συναντώνται μαζί τους, αν και τους ληστεύουν, δεν τους σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους Έλληνες. Είναι όλοι μαζί εκτός νόμου.» (The Itinerary of Rabbi Benjamin of Tudela (1840), σελ. 48)

    Ο Θηβαίος Ευθύμιος Μαλάκης (1115–1204 μ.Χ.), Μητροπολίτης Νέων Πατρών και από τους διαπρεπέστερους κληρικούς και λόγιους του 12ου αιώνα, εκτός από δύο εγκώμια για τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α’ Κομνηνό, έγραψε επίσης ποιήματα, από τα οποία σπουδαιότερα είναι η Μονωδία του σοφωτάτου κυρού Ευθυμίου και Στίχοι γραφέντες εις το λουτρόν του Χούμνου. Έγραψε επίσης διάφορες επιστολές, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από τις επιστολές αυτές διασώθηκαν 36. Την ίδια λοιπόν περίοδο (σύγχρονος του Βενιαμήν Τουδέλα) αναφέρει ότι ο Στρατηγός του Θέματος Ελλάδος Αλέξιος Κοντοστέφανος εκστρατεύει εναντίον «ληστρικών βαρβάρων που κατοικούν στα κορφοβούνια της Ελλάδος και που μέχρι τότε φοροδιαφεύγαν.»

    Το 1183 οι Βλάχοι της Θεσσαλίας επαναστάτησαν λόγω της βαιάς φορολογίας που είχε επιβάλλει ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Άγγελος και δημιούργησαν την Βουλγαρο-βλάχικη αυτοκρατορία των Ασανιδών. Ο Ιωάννης Ασάν ανακήρυξε τον εαυτό του ως ‘Αυτοκράτορα όλων των Βουλγάρων και των Βλάχων. Όταν ο Φρεντερίκο Μπαρμπαρόσα πέρασε από την περιοχή, ο Ιωάννης Ασάν αναφέρθηκε ως ‘Αυτοκράτορας των Βλάχων και περισσότερο των Βουλγάρων’, ‘Αυτοκράτορας των Βλάχων και των Κουμάνων’ ή ‘Αυτοκράτορας των Βλάχων και των Ελλήνων’» (Vasiliev A., History of the Byzantine Empire, p. 442, University of Wisconsin Press 1964)

    «Κατά την εποχήν εκείνη (11ος αιώνας) – γράφει ο Ν. Γεωργιάδης – άρχισε να μεταναστεύει στη Θεσσαλία και άλλη βάρβαρη φυλή, η των Βλάχων, οι οποίοι κατερχόμενη από (την χερσόνησο) του Αίμου (βόρειας Βαλκανικής), επί των συνεχών ορέων, έφτασαν μέχρι τον Όλυμπο και την Πίνδο όπου και αθρόοι εγκατεστάθησαν, εξ ου και η ορεινή εκείνη χώρα αποκαλούνταν από τους βυζαντινούς Μεγαλοβλαχία». («Θεσσαλία», 2η έκδ., 1894, σ. 74)

    Ο Νικήτας Χωνιάτης – Βυζαντινός υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός – γράφει για αυτούς «τους βαρβάρους που κατοικούν στη χερσόνησο/βουνά του Αίμου, πριν ονομάζονταν Μυσοί, τώρα δε Βλάχοι» οι οποίοι «κατέχουν τα Μετέωρα στη Θεσσαλία, τα οποία τώρα εμπεριέχονται στη μεγάλη Βλαχία» (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841). Ο Χωνιάτης είναι ο πρώτος που αναφέρει τη Θεσσαλία ως Μεγάλη Βλαχία, αναφερόμενος στον διαμοιρασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την κατάληψη της Πόλης από του Λατίνους το 1204 μ.Χ. (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις (σελ 841)). Τον όρο Μεγάλη Βλαχία για να προσδιορίσει την Θεσσαλία επαναλαμβάνει επίσης και ο λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220-1282) στο έργο του ‘Χρονική Συγγραφή’ που πραγματεύεται γεγονότα της περιόδου από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους μέχρι την ανακατάληψη της από τους Παλαιολόγους (1204-1262).

    Το 1290, ο Λαδισλάβος ο Κουμάνος που προστάτευε τους Κουμάνους, τους Πετσενέγους και τους Ορθόδοξους πληθυσμούς, δολοφονήθηκε και ένας νέος Μαγιάρος (Ούγγρος) βασιλιάς που είχε άλλες προτιμήσεις, ανάγκασε μερικούς ηγέτες από την περιοχή ανάμεσα στο Olt και στα Καρπάθια να περάσουν τα Καρπάθια και να συμβάλλουν στον σχηματισμό της Βλαχίας (D. CĂPRĂROIU, On the beginnings of the town of CÂMPULUNG, Historia Urbana, t. XVI, nr. 1-2/2008, pp. 37-64)

    Έγραψε ο Γάλλος Πουκεβίλ για τις επιδρομές των Βλάχων: «Kαταστρέφουν τις καλύτερες χώρες τής Θράκης και τής Μακεδονίας. Σύμμαχοι με τούς ρωμαίους και τούς σκύθες κατεβαίνουν σαν χείμαρρος από τις οροσειρές τού Αίμου και τής Ροδόπης. Προσαρμόζονται εύκολα στις εσωτερικές αναταραχές και παίρνουν μέρος στις επαναστάσεις και διαμελίζουν τον τόπο, για να μοιρασθούν τα ράκη που απομένουν.» (Histoire de la regeneration de la Grece)

    Και ο Π. Αραβαντινός στο «Χρονογραφία τής Ηπείρου» (τόμ. Β΄, σελ. 32-33, Αθήνα, 1856) θεωρεί τους Βλάχους ως φύλο που από άλλη περιοχή μετανάστευσαν στη Δακία, όπου αργότερα αναμίχθηκαν με τους Ρωμαίους και από εκεί στη συνέχεια μετανάστευσαν προς την Ελλάδα. Επίσης ο Αραβαντινός λέει: «Περί τα μέσα της 6ης εκατονταετηρίδας οι Άβαροι, ομόφυλοι των Γότθων, αφού τους εκδίωξαν (τους Δακορουμάνους) από τη Μολδοβλαχία, συνέστησαν εδώ ισχυρό βασίλειο και από εκεί ορμώμενοι εισέβαλαν στη Μυσία και επεξέτειναν τις λαφυραγωγίες τους μέχρι τη Θράκη. Κατά την εποχή λοιπόν αυτή, χιλιάδες από τους Δακορουμάνους βοσκούς που ζούσαν στην Κάτω Μυσία, αφού παρέλαβαν τις οικογένειες και τα πολυπληθή τους κοπάδια, κατήλθαν προς τη Θράκη ώστε να απομακρυνθούν από αυτούς τους απηνείς νέους γείτονες και αφού διαλεξαν ως κατάλληλο μέρος για τα κοπάδια τους και ασφαλές για τους ίδιους τον Αίμο, εγκαταστάθηκαν στις πλαγιές αυτού με την έγκριση της αυτοκρατορίας, απ’ όπου περιοδικά και αποσπώμενοι κατά ομάδες μετοίκησαν στα ορεινά της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Νέας και Παλαιάς Ηπείρου ως και στην Ροδόπη και τα ενδότερα της Θράκης» (Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, έκδ. 1905, σελ. 25-26).

    Στην εγκυκλοπαίδεια τού «Ηλίου» αναφέρεται ότι στην αρχαία Θράκη θεωρούσαν ακόμα και μεγάλο μέρος τής βορείως τού Δούναβη περιοχής «κατοικούμενον κατά την αρχαιότητα υπό των Γετών και Δακών, θρακικών και τούτων εθνών… Οι θράκες, μετά των Ελλήνων και των Ιλλυριών, είναι οι καθ΄ αυτό αυτόχθονες τής χερσονήσου τού Αίμου». Βλέπουμε και εδώ ότι οι Ιλλυριοί ξεχωρίζονται και δεν ταυτίζονται με τους Έλληνες όπως κάποιοι Έλληνες εθνικιστές προσπαθούν να μας πείσουν.

    Η μόνη καθαρή αναφορά στους Βλάχους ως Έλληνες, ήταν από τον κληρικό και ιστορικό (και μαθηματικό) με πλούσια εκκλησιαστική και πολιτική δράση και εκτεταμένο συγγραφικό έργο, Γεώργιο Παχυμέρη (1242–1310). Περιγράφοντας τη μάχη στην Πελαγονία το 1259 ανάμεσα στα στρατεύματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και τα βυζαντινά στρατεύματα του Ιωάννη Παλαιολόγου ο Παχυμέρης, αναφέρεται σε Βλάχους στρατιώτες από τη Θεσσαλία οι οποίοι την τελευταία στιγμή άλλαξαν στάση υπέρ του Παλαιολόγου.

    Στην ελληνική προπαγάνδα σχετικά με την καταγωγή των Βλάχων – ιδιαίτερα των Βλάχων της Αλβανίας – και στον Έλληνα βλαχολόγο καθηγητή Αχιλλέα Λαζάρου, έχει απαντήσει ο καθηγητής Kopi Kyçyku με το βιβλίο του ‘Arumunët e Shqipërisë në kontekst ballkanik’ (Οι Αρωμούνοι της Αλβανίας στο βαλκανικό πλαίσιο). Εκδόθηκε το 1999 ενώ το 2004 εκδόθηκε η αναθεωρημένη έκδοση.

    • Αλή αλ-Γιουνάνι

      «Η Ελλάδα κατοικείται από τρεις φυλές – τους Έλληνες, τους Αλβανούς και τους Βλάχους…Ο νομαδικός πληθυσμός στα βουνά έχει διατηρήσει τον διακριτό του χαρακτήρα και τα έθιμα, μαζί με τη λατινική γλώσσα, παρόλο που οι περισσότεροι από τους άντρες μπορούν να μιλήσουν ελληνικά. Σαν τους Αλβανούς, οι βοσκοί Βλάχοι σπάνια παντρεύονται με τους Έλληνες, περιστασιακά παίρνουν Ελληνίδες συζύγους αλλά ποτέ δεν δίνουν τις κόρες τους σε Έλληνες. Μερικοί από αυτούς είναι αγράμματοι, σπάνια πηγαίνουν στο σχολείο. Όντας στη δικιά τους ελλιπής πνευματικά κουλτούρα, αντιμετωπίζονται απαξιωτικά από τους Έλληνες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον όρο ‘Βλάχος’ ώστε να δηλώσουν όχι μόνο τον βοσκό αλλά τον αγράμματο άξεστο χωριάτη.» (Encyclopedia Britannica 1911, on the term Greece)

      Ο William του Rubruck έγραψε ότι οι Βλάχοι της Βουλγαρίας κατάγονταν από τον λαό των Ulac, οι οποίοι ζούσαν κοντά στην Μπασκίρια. Ο Ούγγρος χρονικογράφος του 13ου αιώνα Simon Kéza είπε ότι οι Βλάχοι ήταν «οι βοσκοί και οι αγρότες των Ρωμαίων»… Ο Poggio Bracciolini, Ιταλός καθηγητής, έγραψε περίπου το 1450 ότι οι πρόγονοι των Ρουμάνων ήταν οι Ρωμαίοι άποικοι που εγκαταστάθηκαν στη Δακία από τον αυτοκράτορα Τραϊανό. Την ίδια άποψη είχε και ο Aeneas Sylvius Piccolomini, ο οποίος στο έργο του ‘De Europa’ (1458) ότι οι Βλάχοι ήταν ένα ιταλικό γένος και ονομάστηκαν έτσι από τον Pomponius Flaccus, στρατιωτικό διοικητή που είχε σταλθεί εναντίον των Δακών. Τους ακόλουθους αιώνες πολλοί ιστορικοί και επιστήμονες υποστήριξαν την άποψη του Piccolomini.

      Ο Saxon Johannes Lebelius από την Τρανσυλβανία το 1542 είπε ότι ο αυτοκράτορας Τραϊανός «οδήγησε τους Βλάχους μαζί με άλλους Ιταλογενής ανθρώπους και τους εγκατέστησε μέσα σε όλο το δακικό βασίλειο» και «αυτοί οι άνθρωποι μετά από τόσους πολλούς πολέμους από τους οποίους είχαν επιβιώσει, παρέμειναν στη Δακία, και τώρα είναι αγρότες σ’ αυτή τη γη». Ο Flavio Biondo είπε ότι «Οι Δάκες ή Βλάχοι ισχυρίζονται ότι έχουν ρωμαϊκές ρίζες». Ο Pietro Ranzano έγραψε το 1400 ότι οι Βλάχοι θεωρούσαν τον εαυτό τους ως απογόνους των Ιταλών (Ρωμαίων). Ο Ούγγρος Ιησουίτης Stephan Szántó έγραψε το 1574 ότι οι Βλάχοι είναι «οι απόγονοι μιας παλιάς αποικίας των Ρωμαίων στην Τρανσυλβανία» και η γλώσσα τους (ρομαντιόλα ή ρομανιόλα) θα μπορούσε να γίνει κατανοητή από αυθεντικούς Ιταλούς. (Almási Gábor (2010). «Constructing the Wallach ‘other’ in the late Renaissance». In Trencsényi, Balázs. Whose Love of Which Country?. Central European University, Budapest. pp. 107–110.)

      Ο Άραβας χρονικογράφος Mutahhar al-Maqdisi είπε: «Λένε ότι κοντά στην τουρκική περιοχή ζουν οι Χάζαροι, οι Ρώσοι, οι Σλάβοι, οι ‘Waladj’ [Βλάχοι;], οι Αλανοί, οι Έλληνες και μερικοί άλλοι λαοί.» (A. Decei & V. Ciocîltan, “La mention des Roumains (Walah) chez Al-Maqdisi”, Romano-arabica I, Bucharest, 1974, pp. 49–54)

      Στα τέλη του 9ου αιώνα, οι Ούγγροι εισέβαλαν στην Παννονία (σήμερα μοιράζεται ανάμεσα σε Ουγγαρία, Αυστρία, Κροατία, Σερβία και Βοσνία), όπου, σύμφωνα με το ‘Gesta Hungarorum’ που γράφτηκε περίπου το 1200 από έναν ανόνυμο ‘υπουργό’ του βασιλιά Bela του 3ου της Ουγγαρίας, η Παννονία κατοικούνταν από Σλάβους, Βούλγαρους και Βλάχους βοσκούς των Ρωμαίων. Στο πρωτότυπο: «sclauij, Bulgarij et Blachij, ac pastores romanorum». Ανάμεσα στον 12ο και 14ο αιώνα, βρέθηκαν υπό την εξουσία του Βασίλειου της Ουγγαρίας, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Χρυσής Ορδής.

      Ο βλάχικης καταγωγής ιστορικός και συγγραφέας Thomas John Winnifrith, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Warwick της Μεγάλης Βρετανίας από το 1970 έως 1999, είπε: «Οι εκρωμαϊσμένοι Ιλλυριοί, είναι οι πρόγονοι των σημερινών Βλάχων» (Badlands, Borderland: A History of Southern Albania/Northern Epirus by T.J. Winnifrith, ISBN 0-7156-3201-9, 2003, p. 44)

      Ο James Cowles Prichard θεωρεί ότι οι Αλβανοί ή Σκιπετάριδες και οι Βλάχοι, είναι απόγονοι Θρακών και Ιλλυριών (James Cowles Prichard, Researches Into the Physical History of Mankind, (Sherwood, Gilbert, and Piper, 1841), section 5 (History of the European nations))

      Ο Arnold Joseph Toynbee στο βιβλίο του ‘The Greeks and Their Heritages’ (Οι Ελληνες και οι κληρονομιες τους), λέει ξεκάθαρα ότι οι Βλάχοι δεν είναι ελληνικής καταγωγής. Μαλιστα τους Αρβανιτες τους ονομαζει απλως Αλβανους! Συγκεκριμένα γράφει: «Το 1821 οι Έλληνες – και μαζί με αυτούς οι Αλβανοί και οι Βλάχοι ομόθρησκοι τους – εξεγέρθηκαν… Από το 1832 ίσαμε το 1912 η Ελλάδα έγινε ένα εθνικά ομοιγενές κράτος, αν θεωρήσουμε τους ανατολικο-ορθόδοξους χριστιανούς Αλβανούς και Βλάχους ως Έλληνες πολίτες, μια και οι ίδιοι αισθάνονται ότι είναι Έλληνες, παρά το ότι η μητρική τους γλώσσα δεν είναι η ελληνική.» (Arnold Toynbee, The Greeks and Their Heritages, Oxford University Press 1981)

      Στο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, γράφει επί λέξει «Βλάχοι, λατινογενής λαός κλπ… οπωσδήποτε αυτοί ούτοι οι Βλάχοι αποκαλούσιν εαυτούς Ρομούν, τουτέστιν Ρωμαίους.» (Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος Γ’, σελ. 331, Ελευθερουδάκης – 1927)

      Από το 1918 έως το 1936 20.000 περίπου Βλάχοι – κυρίως της βόρειας Ελλάδας – μετανάστευσαν στη Ρουμανία και στη Δοβρουτσά. Μετά την ενσωμάτωση της Δοβρουτσάς στη Βουλγαρία, οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην Κωνστάντζα και από εκεί σε άλλες περιοχές της Ρουμανίας. (Koukoudis Asterios, The Veroia Vlachs and the Arvanito-Vlachs of central Macedonia, Studies about the Vlachs – vol. 4, Thessaloniki: 2000, Zitros)

      Ο Άγγλος αξιωματικός Wiliam Martin Leake που επισκέφτηκε το 1805 τα βλάχικα χωριά, έγραψε: «Μοιράζονται με τούς Έλληνες το εμπόριο των αποικιακών προϊόντων ανάμεσα Ισπανία ή Μάλτα και Τουρκία. Μερικοί ήταν καραβοκυραίοι και ιδιοκτήτες τού φορτίου μαζί» (Journey through some provinces of Asia Minor).

      «Οι Βλάχοι», γράφει ο γάλλος πρόξενος και περιηγητής Pouqueville (1770-1838), «διατηρούν τα ρωμαϊκά χαρακτηριστικά, είναι εύρωστοι και ευσταλείς». Σε άλλο σημείο (τ. Β΄, σελ. 191) σημειώνει, ότι οι Ασπροποταμίτες βλάχοι, υποστήριζαν, πως είναι ρωμαϊκής καταγωγής κι ότι λέγονται bruzzi βλάχοι (Pasteurs Vrutuens). Toν βεβαίωσαν μάλιστα, ότι πενήντα χρόνια πριν, οι τσοπάνηδες φορούσαν το καπέλλο και την ενδυμασία των βοσκών τού Λατίου. Η ονομασία Bruzzi, Μπρούτσοι ή Αβρούζοι (ή Μπουρτζόβλαχοι) πηγάζει από την ιταλική πόλη Αμπρούντσιο, απ’ όπου, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, πέρασαν οι κάτοικοι στην αντικρινή χερσόνησο, όταν κατακτήθηκε η πόλη από τούς ρωμαίους. Συνεχίζεται μάλιστα η ονομασία Μπρούτσος με τη λέξη «πριτσά», που σημαίνει την οσμή τής φορεσιάς των τσοπάνων από τη μόνιμη ενδιαίτισή τους πλάι στα γιδοπρόβατα.

      Η λέξη ‘Βλάχος’ είναι ελληνική; Υπάρχει η θεωρία ότι οι Βλάχοι είναι απόγονοι Ρωμαίων στρατιωτών (ή Ελλήνων που ήταν στρατιώτες στον Ρωμαϊκό στρατό) οι οποίοι φυλούσαν τα στενά ορεινά περάσματα. Το φυλάχος/φλάχος λοιπόν κατά ορισμένους προέρχεται από το ρήμα φυλάττω/φυλάσσω και με τροπή του φ σε β έγινε Βλάχος (φύλακας, φρουρός). Μπορεί όμως η λέξη ‘Βλάχος’ να προήλθε από το μεσαιωνικό ελληνικό φυλάζω => φυλάγω: μετοχή φυλάγων => φυλάγος => φλάγος/Βλάχος. (Ιωάννης Μωραλίδης, Η ελληνικότης των Φυλάχων-Βλάχων, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 134)

      Μία άλλη εκδοχή υποστηρίζει ο Αντώνιος Κεραμόπουλος για την ονομασία ‘Βλάχος’. Κατ’ αυτόν η λέξη Βλάχος προέρχεται από τη Σημιτοαιγυπτιακή λέξη φελάχος που σημαίνει ‘γεωργός’. Στην Αίγυπτο για πρώτη φορά υπό τους Πτολεμαίους είχαμε την περίπτωση φρουρήσεως των συνόρων και του εσωτερικού από αλλοεθνείς (Έλληνες) στρατιώτες σε συνεργασία με τους αυτόχθονες χωρικούς, οι οποίοι ονομάζονταν Φελάχοι, Βλάχοι στο στόμα των Μακεδόνων στρατιωτών με τροπή του φ σε β (οι Μακεδόνες έλεγαν Βίλιππος αντί Φίλιππος, Βάλακρος αντί Φάλακρος κ.λπ.). Όταν αργότερα περιήλθε η Αίγυπτος στους Ρωμαίους, πολλοί Αιγυπτιώτες Έλληνες, ίσως και όλοι οι εκεί στρατιώτες και αξιωματικοί, κατετάγησαν στον Ρωμαϊκό στρατό και έτσι μεταδόθηκε έτοιμο και πρόχειρο όνομα, το των Βλάχων, για τις περιπτώσεις συνεργασίας του Ρωμαϊκού στρατού και των αυτοχθόνων χωρικών. Κατά τον Κεραμόπουλο το όνομα αυτό διαδόθηκε ως λαϊκή ονομασία των εγκατεστημένων επί τόπου στρατιωτών, οι οποίοι ήταν και συγχρόνως γεωργοί των παραχωρημένων από το κράτος σε αυτούς γαιών. Βεβαίως η εκδοχή αυτή, μόνο γέλια μπορεί να προκαλέσει.

      Η ονομασία «Βλάχος» φέρεται να προέρχεται από το νοτιοσλαβικό ‘vlahu’ ή ‘volohu’ και αυτή με τη σειρά της από το γερμανικό ‘walchen’ ή ‘Walhaz’. Έτσι ονόμαζαν οι Γερμανοί τους ‘Ρωμαίους’ κατοίκους των Άλπεων και της βόρειας Ιταλίας οι οποίοι αργότερα μετανάστευσαν στη Δακία. Η ονομασία ‘walchen’ φέρεται αρχικά να σήμαινε αυτόν που μιλούσε σπαστά τα λατινικά – όπως για παράδειγμα το μερικώς εκλατινισμένο φύλο των Ουόλκων (στα λατινικά Volcae) – και διαδόθηκε ως ονομασία σε όλη την Ευρώπη, εξ’ ου και Walchen στα γερμανικά, Wallon (Βαλλώνοι) στο Βέλγιο, Welsh (Ουαλία) στη Μεγάλη Βρετανία, Vlah στην Πολωνία κ.α. Δεν αποκλείεται δηλαδή να αποκλήθηκαν στην Ελλάδα ως «βλάχοι» καταχρηστικά και άτομα που λατινοφώνησαν μεν γλωσσικά (όπως έχουν πει ο Ρουμάνος καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου Bochum της Γερμανίας Cicerone Poghirc, ο Hammond κ.α.), χωρίς όμως να ανήκαν φυλετικά στην ομάδα/μειονότητα των Βλάχων οι οποίοι είχαν εξαπλωθεί σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο και στη γλώσσα τους αυτοαποκαλούνταν Αρμάνοι, Αρωμούνοι κ.τλ.

      «Μορλάκοι» (ή Μαύροι Βλάχοι) ονομάζονταν οι Βλάχοι που ζούσαν στην Κροατία, Βοσνία κ.α. Άλλες ονομασίες των Βλάχων ήταν Τσιντσάροι, Κουτσόβλαχοι κ.α.

      Στα νεώτερα μεσαιωνικά χρόνια, σε σλαβονικά κείμενα, το όνομα ‘Земли Унгро-Влахискои’ (Zemli Ungro-Vlahiskoi) δηλαδή ‘Ουγγρο-βλάχικη Γη’ χρησιμοποιούνταν για τη Βλαχία (σήμερα νότια Ρουμανία). Το όνομα, μεταφρασμένο στα ρουμανικά ως ‘Ungrovalahia’, έμεινε σε χρήση μέχρι σήμερα έχοντας θρησκευτικό περιεχόμενο, αναφερόμενο στη Ρουμανική Ορθόδοξη Μητρόπολη της Ουγγρο-Βλαχίας. Η Ungrovalahia δηλαδή βρισκόταν στη Ρουμανία, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βλαχία στη Θεσσαλία, τη Mala Vlaška στη Σερβία ή τη Vlahia moravă (Valašsko στα τσέχικα) στην Τσεχία.

      Όταν στις αρχές Μαρτίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έφτασε στα σύνορα της Βλαχίας, έβγαλε προκήρυξη προς τούς Βλάχους, στην οποία τους αποκαλούσε ως Δάκες και όχι ως Έλληνες και διαχώριζε σαφώς την πατρίδα τους από την δική του. Είπε:

      «Άντρες Δάκες,

      σήμερα αφήνω την ευλογημένη γη της Μολδαβίας και πατάω στο έδαφος της αγαπητής σας πατρίδας. Με αγκαλιές ανοιχτές και με δάκρυα χαράς μας υποδέχτηκε ο φιλελεύθερος λαός της Μολδαβίας. Με τα ίδια αισθήματα περιμένω να δω και τα ευγενή τέκνα της Δακίας…. Άντρες Δάκες, όσο διέρχομαι από το έδαφος της φίλης πατρίδας σας…».

      Ας δούμε και την επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 29 Ιουλίου 1913, ημέρα της συνθήκης του Βερολίνου, προς τον πρωθυπουργό της Ρουμανίας Τάκε Μαγιορέσκο: «Η Ελλάδα συγκατατίθεται να παράσχει αυτονομία στις σχολές και στις εκκλησίες των κουτσοβλάχων, που βρίσκονται στα μελλοντικά ελληνικά εδάφη και να επιτρέψει την σύσταση επισκοπής για τους κουτσοβλάχους τούτους, με την Ρουμανική Κυβέρνηση να μπορεί να επιχορηγεί υπό την επίβλεψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως τα ειρημένα τωρινά ή μέλλοντα θρησκευτικά και εθνικά καθιδρύματα». (Βλ. Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, δεύτερη έκδοση, Τρίκαλα 1987, σελ. 66.)

      Ακόμα και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο ιδρυτής της εθνικής ιστορικής σχολής στην Ελλάδα, έγραφε στην ιστορία του πριν προκύψει το ζήτημα των Βλάχων: «Οι κυριώτατες εντός του Ίστρου κατοικίες των Βλάχων κατά τους χρόνους αυτούς, ήταν προς βορρά μεν περί τον Αίμο, προς μεσημβρία δε περί την Πίνδο. Η επικρατεστέρα σήμερα γνώμη είναι ότι οι Βλάχοι αυτοί ήταν συγγενείς των βορείως του Ίστρου Βλάχων και ότι οι τελευταίοι προέκυψαν από την ανάμιξη των πολυάριθμων Ρωμαίων αποίκων, τους οποίους ο αυτοκράτωρας Τραϊανός ίδρυσε στην αρχή της 2ης εκατονταετηρίδος μ.Χ. στη Δακία, μετά την ανάμιξη τους με τους ιθαγενείς κατοίκους της χώρας, ανάμιξης από την οποία το κυριώτερο στοιχείο της βλαχικής γλώσσας μέχρι σήμερα είναι η λατινική. Αυτό πρέσβευαν οι δικοί μας, ο Κίνναμος και ο Χαλκοκονδύλης». (Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του ελληνικού έθνους, βιβλίον ενδέκατον, εκδόσεις γαλαξία, Αθήνα 1971, σελ. 390–391.)

      «Το Δακικό ή αλλιώς Βλαχομολδαβικό γένος, περιλαμβάνει τους κατοίκους των δύο ηγεμονιών που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή Τουρκία, Βλαχίας και Μολδαβίας, ανάμεσα στον Δούναβη, στα Καρπάθια όρη και τον Προύτο ποταμό. Υπολογίζονται περίπου στο 1.600.000. Αυτοί λοιπόν έχοντας την καταγωγή τους από παλαιούς πληθυσμούς Δακορωμαίων και Μοισών, μιλάνε μία ρωμαϊκή παραφθαρμένη γλώσσα, αναμεμιγμένοι με πολλές σλαβικές λέξεις. Γι’ αυτό και οι κυρίως Βλάχοι, εξαιτίας της παλαιάς τους καταγωγής, αποκαλούν τους εαυτούς τους ‘Ρωμούνους’ (Αρωμούνους). Σώζουν στον σωματικό τους οργανισμό προφανείς τους τύπους της προγονικής τους ρωμαλεότητας, ευστροφίας και ευσχημότητας…ασχολούνται οι περισσότεροι με την κτηνοτροφία. Οι δε Μολδαβοί που θεωρούνται ως αυτόχθονες κάτοικοι της χώρας τους, μιλούν την ίδια σχεδόν γλώσσα με τους Βλάχους, φιλοπονότεροι αυτών και πιο επιτήδειοι στα οικονομικά, ασχολούνται και αυτοί ως επί το πλείστον με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Πολλοί από αυτούς τους Ρωμαιοβλάχους βρίσκονται να ζουν στη Μακεδονία, μέσα στα όρια των κοιλάδων της οροσειράς της Πίνδου, στη Θεσσαλία και στον Όλυμπο, αριθμόντες από 50 έως 60.000, ιδίως οι Μακεδονοβλάχοι ή Κουτσοβλάχοι.» («Νεώτατη Διδακτική Γεωγραφία, προς εύχερη γνώσιν όλων των μερών και κατοίκων της γης» – συγκεντρώνει στοιχεία από τις νεώτερες γεωγραφίες και στατιστικά συγγράματα των Σομμέρ, Α.Βάλβη, Ρεττέρου, Κανναβίχου, Φρ.Σχιουβέρτου και άλλων – από τον Νικόλαο Λωρέντη, Β τόμος, σελ. 374, εκδ. Γκαρπολά και Ρεφερενδάρη, Βιέννη 1838)

    • Αλή αλ-Γιουνάνι

      Οι Έλληνες επιμένουν να ομιλούν για γλωσσικό και πολιτισμικό εκλατινισμό Ελλήνων, από τους οποίους προέκυψαν οι Βλάχοι. Αυτό υποστηρίζει και ο καθηγητής Αχιλλέας Λαζάρου ο οποίο για να υποστηρίξει την θέση του, χρησιμοποιεί ένα απόσπασμα από τον Λυδό. Λοιπόν, ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός (490–565 μ.Χ.), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας (De Magistratibus) γράφει για την παραμέληση της λατινικής γλώσσας ότι παλαιός χρησμός προλέγει «τότε Ρωμαίους την τύχην απολείψειν, όταν αυτοί της πατρίου φωνής επιλάθωνται» (δηλαδή «τότε οι Ρωμαίοι θα χάσουν την τύχη τους, όταν θα χάσουν την πατρώα γλώσσα τους»). Έτσι η εγκατάλειψη των λατινικών από τους επάρχους και τις άλλες δημόσιες αρχές που στα πρώτα βυζαντινά χρόνια μιλούσαν τα λατινικά (των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή) – λόγω της σημασίας της ελληνιστικής Ανατολής μέσα στην αυτοκρατορία – επαλήθευσε τον χρησμό: «συν τη Ρωμαίων φωνή και την τύχην απέβαλεν η αρχή» (δηλαδή «Μαζί με τη γλώσσα των Ρωμαίων η εξουσία απέβαλε και την τύχη της»). (Διονυσίου Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία (324–1071), Αθήναι 1977, σελ. 143.)

      Ο εξελληνισμός επομένως της κρατικής και της διοικητικής εξουσίας (λόγω και της πλειονότητας των κατοίκων στη βαλκανική χερσόνησο και στη Μικρά Ασία που ήταν κυρίως Ελληνόφωνοι) ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΕΚΛΑΤΙΝΙΣΜΟΣ απασχολεί τον Λαυρέντιο Λυδό.

      Δεν αρνούμαστε ότι υπήρξαν πληθυσμοί που λατινοφώνησαν, αυτό όμως δε σημαίνει ότι αυτοί οι πληθυσμοί έγιναν Βλάχοι. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι όσοι έμαθαν τη λατινική γλώσσα επί της ρωμαϊκής εποχής, είναι οι πρόγονοι των σημερινών Βλάχων. Τον γλωσσικό εκλατινισμό ορισμένων Ελλήνων αποδέχεται ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu, ο οποίος γράφει: «Η Μακεδονία και ένα μεγάλο μέρος των νοτίων περιοχών της χερσονήσου εκλατινίσθηκαν ή τουλάχιστον είχαν γίνει δίγλωσσα. Εδώ η λατινική ήταν ομιλουμένη και γραφομένη όσο και η ελληνική γλώσσα.» (Une enigme et un miracle historique: le people roumain, Bucarest 1942, 67)

      Ο ανθρωπολόγος Carleton Coon είπε: «Η σημερινή βλάχικη γλώσσα, ενώ βασικά λατινική, μοιράζεται με την αλβανική βασικές δομικές ιδιομορφίες, οι οποίες πρέπει να προέρχονται από τα θρακικά ή τα ιλλυρικά, και την ίδια στιγμή περιέχει ένανμεγάλο αριθμό από σλαβικές ρίζες.» (Carleton Stevens Coon, The Races of Europe, chapter-XII, section 16)

      Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα που εκμεταλλεύεται η ελληνική εθνικιστική νομενκλατούρα. Γλωσσικός εκλατινισμός έγινε για παράδειγμα σε πολλούς από τους Έλληνες της Θεσσαλίας, όπως επιβεβαιώνεται από λατινικό επιγραφικό υλικό της Πελασγιώτιδας και Περραιβίας. Ο καθηγητής αρχαιολογίας του 2ου Πανεπιστημίου Λυών Bruno Helly γράφει: «Από τις επιγραφές προκύπτει ότι από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα: Σαλβία, Σεκούνδα, Μαρκος, Σεβήρος. Την ίδια εποχή πολλοί φέρουν ονόματα λατινικών γενών· δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα, που νικούν σε διαγωνισμούς επιγράμματος ή σε παραδοσιακά αγωνίσματα, που απελευθερώνουν δούλους σύμφωνα με τη νομοθεσία του κοινού…, φαίνεται ότι σταδιακά συγκροτήθηκε όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο μια κατηγορία Θεσσαλών βαθύτερα επηρεασμένη από τη λατινική γλώσσα. Αυτή η επίδραση θα έπρεπε ίσως να συσχετισθεί με την ύπαρξη αυτοκρατορικών κτήσεων στις Φέρες και ασφαλώς και στα βορειοδυτικά, μεταξύ του Ολύμπου και της Πίνδου, στα σύνορα της επαρχίας. Εκεί ακριβώς βρέθηκαν οι περισσότερες λατινικές επιγραφές της Θεσσαλίας, οριοθετικές επιγραφές, μιλιάρια-επίσημα κείμενα βέβαια, το περιεχόμενο όμως των οποίων ήταν σημαντικό για την καθημερινή ζωή των κατοίκων.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 6, σελ. 183)

      Τί λέει η ελληνική προπαγάνδα; Λοιπόν, η περιοχή της Θεσσαλίας αλλά και της Φθιώτιδας αποκλήθηκε «Μεγάλη Βλαχία» όπως είδαμε. Άρα λένε οι Έλληνες, οι Βλάχοι είναι απόγονοι αυτών των Θεσσαλών που είχαν λατινοφωνήσει παλαιότερα, άρα οι Βλάχοι είναι Έλληνες. Λοιπόν, ο Χωνιάτης είναι ο πρώτος που αναφέρει τη Θεσσαλία ως Μεγάλη Βλαχία, αναφερόμενος στον διαμοιρασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την κατάληψη της Πόλης από του Λατίνους το 1204 μ.Χ. (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις (σελ 841)) Τον όρο ‘Μεγάλη Βλαχία’ για να προσδιορίσει την Θεσσαλία επαναλαμβάνει επίσης και ο λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220-1282) στο έργο του ‘Χρονική Συγγραφή’ που πραγματεύεται γεγονότα της περιόδου από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους μέχρι την ανακατάληψη της από τους Παλαιολόγους (1204-1262).

      Ποιοι είναι οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία όμως; Είναι αυτόχθονες; Από πού προέρχονται; Όπως εξήγησα και πριν, ο Νικήτας Χωνιάτης, Βυζαντινός υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός, είπε για αυτούς «τους βαρβάρους που κατοικούν στη χερσόνησο του Αίμου, πριν ονομάζονταν Μυσοί, τώρα δε Βλάχοι» οι οποίοι «κατέχουν τα Μετέωρα στη Θεσσαλία, τα οποία τώρα εμπεριέχονται στη μεγάλη Βλαχία.» (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, Bonn, 1835, σελ. 482 και 841)

      Οι Βλάχοι από τη Μεγάλη Βλαχία λοιπόν, είναι Μυσοί ή Δάκες, προέρχονται από τη Μυσία και τη Δακία, βορείως και νοτίως του Δούναβη.

      Τί άλλο λέει το συγκεκριμένο απόσπασμα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους; «…από τον 1ο αιώνα π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα… δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα…» κ.α. Οι Έλληνες λοιπόν της Θεσσαλίας που φέρνουν ελληνικά ονόματα, δεν κατάγονται από την Ιταλία όπως λέει το απόσπασμα. Άρα κατά τους Έλληνες εθνικιστές, οι Βλάχοι της Μεγάλης Βλαχίας (Θεσσαλίας) είναι αυτόχθονες. Το απόσπασμα αυτό όμως αναφέρεται στον 1ο αιώνα π.Χ., πριν την κάθοδο των Βλάχων από τις παραδουνάβιες περιοχές. Επιπλέον όπως είδαμε, ο Χωνιάτης και ο Γεώργιος Ακροπολίτης ονομάζουν την περιοχή αυτή ως ‘Μεγάλη Βλαχία’ μόλις τον 13ο αιώνα. Αυτοί οι Έλληνες που πήραν λατινικά ονόματα, δε σημαίνει ότι είναι οι πρόγονοι των Βλάχων. Ο μη Ρωμαίος ελάμβανε το όνομα του Ρωμαίου πολίτη που τον ελευθέρωνε. Όταν για παράδειγμα ο Μάρκος Αυρήλιος Καρακάλλας έδωσε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα/πολιτεία σε όλους τους ελεύθερους πολίτες της αυτοκρατορίας, το όνομα «Μάρκος Αυρήλιος» έγινε το πιο συχνό λατινικό όνομα στην αυτοκρατορία.

      Ας θυμηθούμε κάτι ακόμα. Γλωσσικός εκλατινισμός ατόμων ή και πληθυσμών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έγινε όπως είδαμε. Παρόλα αυτά, οι υποστηριχτές της αυτοχθονίας των Βλάχων, ξεχνάνε να πούνε ότι από την ρωμαϊκή περίοδο μέχρι σήμερα μεσολάβησε μία χιλιόχρονη (και περισσότερο) Βυζαντινή Αυτοκρατορία η οποία αν και αρχικά ήταν λατινόφωνη, στη συνέχεια έγινε Ελληνόφωνη. Εξελληνίστηκαν λοιπόν στη συνέχεια πληθυσμοί στο Βυζάντιο.

      Ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του γράφει ότι ο πατέρας του Βασίλειος εκρωμάισε τα Σκλαβικά έθνη «γραικώνοντάς» τα, τιμώντας τα με το βάπτισμα και θέτοντας τα υπό αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο: «Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και δίδαξε σε αυτά την γραικική γλώσσα, τα έκανε υπήκοα αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τα τίμησε με το βάπτισμα, τα ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τα εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες,τις παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν.» (Τακτικά, 18.95)

      Ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα εξελληνισμού και όχι εκλατινισμού. Στην ‘Ιστορία’ του Μιχαήλ Ατταλειάτη διαβάζουμε: «Αφού κυρίευσαν και την ακρόπολη οι Ρωμαίοι, μεσιτεύοντας στα πράγματα ένας άνδρας ‘Ασσύριος’ μεν στο γένος, γέννημα της μεγάλης Αντιόχειας, άκρως δε εξασκημένος στην Ρωμαϊκή σοφία και παίδευση …». Τί λέει ο Ατταλειάτης λοιπόν; Μας αναφέρει για έναν άντρα Ασσύριο από την Αντιόχεια – προφανώς εννοεί συριακής καταγωγής και καταχρηστικά τον αποκαλεί Ασσύριο – ο οποίος όμως είχε εξασκηθεί στη ρωμαϊκή/βυζαντινή (δηλαδή ελληνόγλωσση) σοφία και παιδεία. Δηλαδή είχε εξελληνισθεί.

      Ας μην ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα και η κληρονομιά των ελληνιστικών βασιλείων των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο εκατομμυρίων ανθρώπων, πολλών και διάφορων κοινωνικών και φυλετικών προελεύσεων. Τα ελληνικά ήταν η γλώσσα του πνεύματος σε όλη την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (τη λεγόμενη ‘Βυζαντινή’) και με την επικράτηση του χριστιανισμού, απέβησαν ο στύλος του εξελληνισμού στην αυτοκρατορία. Πολλοί υψηλοί αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, ακόμα και αυτοκράτορες, δεν ήταν ελληνικής καταγωγής, όμως η απαραίτητη προϋπόθεση της ανόδου τους ήταν η ορθόδοξη πίστη και η ελληνική γλώσσα. Επομένως την ρωμαϊκή εποχή και τον εκλατινισμό ακολούθησε μία χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία και ο εξελληνισμός. H ρωμαϊκή παράδοση είχε αρχίσει από τον 7o κιόλας αιώνα να καταρρέει, λόγω των αραβικών κατακτήσεων και, γενικότερα, του σταδιακού περιορισμού της Αυτοκρατορίας σε περιοχές όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν ελληνόφωνοι, και να παραχωρεί πλέον τη θέση της στον Ελληνισμό και στην Εκκλησία, που θα συσπειρώσουν και θα ανασυγκροτήσουν όσα στοιχεία της Αυτοκρατορίας είχαν απομείνει.

      Γράφει χαρακτηριστικά ο H. G. Wells: «Περί του Ανατολικού ή Βυζαντινού αυτού κράτους ομιλούν γενικώς ως εάν επρόκειτο περί συνεχίσεως της ρωμαϊκής παραδόσεως, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν ανανέωση της παραδόσεως του Αλεξάνδρου…Το Ανατολικό κράτος, αφότου εχωρίσθη από το Δυτικό, ομιλούσε την ελληνική γλώσσα, αποτελούσε δε συνέχεια, αν και όχι εντελώς αγνή, της ελληνικής παραδόσεως…Tο κράτος αυτό ήταν ελληνικό και όχι λατινικό. Oι Ρωμαίοι είχον έλθει και είχον φύγει πάλιν.» (Παγκόσμιος Ιστορία, Βίβλος, Αθήναι 1952, τόμος Α΄, σ. 636-637.)

      Τα πράγματα βεβαίως δεν ήταν έτσι ακριβώς όπως τα λέει ο Wells. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζαντινή ονομάστηκε από τους Ευρωπαίους πολύ αργότερα) δεν ήταν εθνικά ελληνική αλλά μόνο γλωσσικά. Πολλές φυλές και λαοί κατοικούσαν στην αυτοκρατορία, αλλά η πολιτισμική και γλωσσική αφομοίωση που υπέστησαν – μέσω της ελληνικής γλώσσας και της ορθόδοξης εκλησσίας όπως είπαμε – ήταν πολύ μεγάλη. Εξάλλου, η επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας ήταν από τον 7ο κιόλας αιώνα η ελληνική, ενώ η κυριαρχία της είχε αναγνωριστεί έναν αιώνα νωρίτερα, όταν ο Ιουστινιανός, στο προοίμιο μιας «Νεαράς», ομολογούσε ότι η ελληνική προτιμήθηκε έναντι της λατινικής ως περισσότερο κατανοητή από τους υπηκόους: «Και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά ταύτη δη τη κοινή τε και Ελλάδι…», (Ιουστινιανού, Νεαραί, 52, 32-35)

      Να σημειωθεί ότι από το 397 μ.Χ. είχε ήδη επιτραπεί να εκδίδουν τα δικαστήρια αποφάσεις στα ελληνικά και από το 439 να συντάσσονται στα ελληνικά οι διαθήκες κ.α. (Κωνσταντίνου Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Α΄, ΟΕΔΒ, 1939, σελ. 52.)

      Ο εξελληνισμός και η αφομοιωτική πορεία συνεχίστηκε για χρόνια, ακόμα και την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ο πληθυσμός ήταν διαχωρισμένος στα λεγόμενα μιλλέτια, με βασικό διαχωριστικό κριτήριο τη θρησκεία:

      «Το κυρίαρχο μιλλέτι μέσα στην Αυτοκρατορία ήταν αποτελούμενο από τους μουσουλμάνους. Το επόμενο στη σημασία ήταν το ορθόδοξο χριστιανικό ‘μιλλέτ-ι Ρουμ’ ή ‘ελληνικό’ μιλλέτ, όπως ήταν γνωστό. Υπήρχε επίσης ένα Αρμενικό, ένα Ιουδαϊκό, ένα Ρωμαιο-καθολικό, και ακόμα, τον 19ο αιώνα, ένα Προτεσταντικό μιλλέτι. Παρόλο που η αρχή του, το οικουμενικό πατριαρχείο, ήταν αναπόφευκτα ελληνικής προέλευσης, ο όρος ‘ελληνικό μιλλέτ’ ήταν ένα είδος ακυρολεξίας, επειδή συμπεριείχε, εκτός από τους Έλληνες, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Σέρβους, Αλβανούς, Βλάχους, και σημαντικούς αραβικούς πληθυσμούς. Με την άνοδο του εθνικισμού τον 18ο και 19ο αιώνα, τα μη ελληνικά μέλη του ‘ελληνικού’ μιλλέτ άρχισαν όλο και περισσότερο να αντιδρούν στον ελληνικό ασφυκτικό κλοιό στα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέσω της οποίας διοικούνταν το μιλλέτ.» (Encyclopædia Britannica)

      Ας δούμε το παράδειγμα των Βλάχων του Ζαγορίου (ορεινή περιοχή που εκτείνεται ανάμεσα και στις δύο πλευρές των συνόρων Ελλάδας και Αλβανίας).

      • Στο έργο «Σύντομος βιογραφία του αοιδίμου Ρήγα Φεραίου του Θετταλού» (Αθήνα 1860) του Χριστόφορου Περραιβού, διαβάζουμε: «Μαθαίνω δε από τον φίλο μου Κ. Ασωπίου ότι και άλλο καλό χρεωστάτε σ’ αυτόν τον άγιο άνδρα [τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό] ότι δηλαδή όχι λίγα χωριά του Ζαγορίου, με την προτροπή και τη διδασκαλία του, αφού άφησαν την βλαχική γλώσσα που μιλούσαν μέχρι τότε, άρχισαν να μιλούν την ελληνική, την οποία έχουν μέχρι σήμερα. Αυτό συνέβη γενικά στην Ήπειρο» (σελ. 289).
      • Στο έργο «Περί εποίκων Ρωμαίων εν Ελλάδι» (Βουκουρέστι 1878) του Τριαντάφυλλου Μπάρτα, διαβάζουμε: «Όπως είπαμε, ο Άγιος Κοσμάς ο οποίος δίδασκε στις κατοικούμενες από τους Ρωμαίους – Έλληνες στη φυλή – Βλάχους περιοχές της Ελλάδος, παρώτρυνε σαν πατέρας τους κατοίκους, να εγκαταλείψουν την ανώφελη γλώσσα τους, επειδή είχε παραφθαρεί και ήταν γεμάτη με ξενικές λέξεις. Έκτοτε, όλα τα χωριά – σαράντα στον αριθμό – του Ζαγορίου και αλλού, παρέλαβαν πρόθυμα την ελληνική γλώσσα, εγκαταλείποντας τελείως τη βλαχική» (σελ. 10).
      • Σχετικά με τον εξελληνισμό του Ζαγορίου, αξίζει η έρευνά του Thede Kahl «Die Zagóri-Dörfer in Nordgriechenland: Wirtschaftliche Einheit – ethnische Vielfalt» στο Ethnologia Balkanica 3, Münster / New York 1999, σελ. 103-119.

      Μια πρόσφατη διδακτορική διατριβή, για το τοπωνυμικό της περιοχής του Ζαγορίου, ο συγγραφέας της οποίας, επί συνόλου 3.504 μικροτοπωνυμίων που ανήκουν σε 42 χωριά (35 ελληνόφωνα και 7 βλαχόφωνα), βρήκε αμιγώς ελληνικά, περίπου μόνο τα μισά μικροτοπωνύμια (1800 ή 51,4 %). Από τα υπόλοιπα, τα 505 ή 14,4 % είναι βλάχικα (αρομούνικα), τα 444 ή 12,7 % σλάβικα, τα 235 ή 6,7 % αλβανικά και τα 190 ή 5,4 % τούρκικα (Κων. Οικονόμου, Τοπωνυμικό της περιοχής Ζαγορίου, Ιωάννινα 1991, σ. 754).

      Υπάρχει τέλος και μία άλλη μικρή ομάδα Βλάχων στην Ελλάδα, οι Βλαχομογλενίτες, οι οποίοι κατοικούσαν στη βόρεια Ελλάδα (κυρίως στον νομό Πέλλας) και στην πλευρά των Σκοπίων (Γευγελή). Ο Konstantin Jirecek, λόγω και των ασιατικών χαρακτηρηστικών ορισμένων από αυτούς, θεωρούσε τους Βλαχο-Μογλενίτες (ή Μεγλενορωμάνους) ως απόγονους Βλάχων που αναμίχθηκαν με Πετσενέγους (τουρκο-μογγολικό φύλο), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα Μογλενά από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Αλέξιο τον 1ο τον Κομνηνό, το 1091. Η περιοχή ήταν γνωστή ως Καρατζόβα στην Οθωμανική περίοδο και σήμερα λέγεται Αλμωπία. Ο Gustav Weigand, γνωστός ρωμανολόγος και βαλκανολόγος, και ο George Murnu, πίστευαν ότι οι Μεγλενο-Ρωμάνοι ήταν απόγονοι στρατιωτών της Βλαχο-Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας που βρήκαν καταφύγιο στα Μογλενά, αλλά ο Jirecek ήταν αντίθετος με αυτή την άποψη.

      Σήμερα, δεν αρνούμαστε ότι οι Βλάχοι (τουλάχιστον αυτοί της Ελλάδας αλλά και πολλοί των Σκοπίων και της Αλβανίας) έχουν αποκτήσει ελληνική εθνική συνείδηση (κυρίως μέσω της προπαγάνδας και της χρήσης της ελληνικής γλώσσας από την Εκκλησία) και μάλιστα έχουν προσφέρει πολλούς ευεργέτες στο ελληνικό έθνος (Αβέρωφ, Τοσίτσας, Ζάππας, Σούτσος, Σίνας, Αρσάκης, κ.α.). Την προσήλωση των Βλάχων των Σκοπίων στον ελληνισμό για παράδειγμα επισημαίνει και ο Σκοπιανός ιστορικός Bitoski, ο οποίος αναφέρει ότι: «Αυτοί οι Βλάχοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητροπόλεως Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία της πόλης του Μοναστηρίου ήταν κατά τα μέσα του 19ου αιώνα σε ελληνικά χέρια…».

      Είδαμε τι είπε ο Bitoski για τους Βλάχους των Σκοπίων. Ας δούμε κάτι εδώ σχετικά με την καταγωγή του Ιουστινιανού. Οι Έλληνες όπως είπαμε ισχυρίζονται ότι οι Βλάχοι είναι οι απόγονοι ελληνικών αυτόχθονων πληθυσμών που λατινοφώνησαν. Εκτός από τους Έλληνες, υπήρξαν όμως στα Βαλκάνια και άλλοι πληθυσμοί που λατινοφώνησαν, διαφορετικής καταγωγής, όπως π.χ. αρκετοί Ιλλυριοί. Θα μπορούσε για παράδειγμα ένα ποσοστό των Βλάχων να είναι απόγονοι Ιλλυριών που λατινοφώνησαν. Αν λέγαμε κάτι τέτοιο, οι Έλληνες θα έλεγαν ότι κάνουμε αλβανική προπαγάνδα. Ωστόσο, οι πηγές λένε ότι θα μπορούσε να ισχύει κάτι τέτοιο. Ο Ρώσος ιστορικός Μ. Β. Λεφτσένκο για παράδειγμα γράφει: «Ο Ιουστινιανός ήταν ανιψιός του Ιουστίνου και καταγόταν από οικογένεια Ιλλυριών αγροτών που ζούσαν κοντά στους Σκοπούς (Σκόπια), στα σύνορα Μακεδονίας και Αλβανίας, στο τμήμα του Ιλλυρικού, όπου μιλούσαν ακόμα τη λατινική γλώσσα» (Ιστορία του Βυζαντίου, έκδ. 1952, σελ. 61-62).

      Υπάρχει λοιπόν μία θεωρία ότι ο Ιουστινιανός και πολλοί κάτοικοι της περιοχής της Δαρδανίας μιλούσαν βλάχικα. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία το πραγματικό όνομα του Ιουστινιανού ήταν ‘Ουπράβδα’, το όνομα του πατέρα του ‘Ιστόκ’ (κατ’ άλλους ‘Σαββάτιος’) και της μητέρας του ‘Βιγλενίτζα’. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος μη γνωρίζοντας βλάχικα, νόμιζε ότι τα ονόματα αυτά ήταν σλαβικά, και έτσι θεώρησε τον Ιουστινιανό σλαβικής καταγωγής. Αλλά όμως οι Σλάβοι δεν είχαν έρθει ακόμα στα Βαλκάνια. Το όνομά του και τα ονόματα των γονέων του, ετυμολογούνται από τα Βλάχικα. Το ‘Ουπράβδα’ ετυμολογείται από τη βλάχικη λέξη ‘πράβντα’ που σημαίνει ‘ισχυρός, δυνατός’. Το ‘Ιστόκ’ ετυμολογείται από τη βλάχικη λέξη ‘ίτσκου’ (αναγραμματισμένη) που σημαίνει ‘δυνατός, ανδρείος’. Το ‘Βιγλενίτζα’ ετυμολογείται από τη βλάχικη λέξη ‘βίγλα’ που σημαίνει ‘σκοπός, φύλακας’.

      Ας δούμε τώρα ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα με μαρτυρίες Βλάχων από το Κρούσεβο (Krushevë) και το Μοναστήρι των Σκοπίων. Σύμφωνα με το αλβανικό πρακτορείο iliria, ο Σύλλογος “Kongresi i Bashkimit” (Συνέδριο της Ένωσης) που έχει έδρα στο Μοναστήρι αντέδρασε εναντίον της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των Βλάχων, η οποία δήλωσε ότι οι Βλάχοι του Κρουσόβου και της γύρω περιοχής είναι Έλληνες και η καταγωγή τους είναι καθαρά ελληνική. Τις τελευταίες ημέρες, η Ελληνική Ομοσπονδία των Βλάχων (οι οποίοι δηλώνουν ότι είναι Βλάχοι ελληνικής καταγωγής) έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία στην περιοχή, σχετικά με την ευαισθητοποίηση των Βλάχων της περιοχής του Κρουσόβου για να δηλώσουν Έλληνες. Στο ζήτημα αυτό δεν έχουν αντιδράσει ούτε τα σκοπιανά μέσα ενημέρωσης – όπως αναφέρει το δημοσίευμα.

      Ο αλβανικός σύλλογος “Kongresi i Bashkimit” ανακοίνωσε ότι οι πρώτες οικογένειες που έφθασαν στο Κρούσεβο είναι κυρίως αλβανικής καταγωγής και Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αλλά, ένα μέρος από αυτούς ανήκουν στους εθνικά Βλάχους. «Οι οικογένειες που ζουν τώρα στην περιοχή του Κρουσόβου κατάγονται από τη νότιο Αλβανία και ζούσαν σε πεδινές περιοχές όπως είναι τα χωριά του Κρουσόβου: Nerova, belahan, Presilla, Vrbovci» δήλωσε ο Koço Haxhilega (Κότσο Χατζηλέγας), 80 ετών που δήλωσε ότι είναι εθνικά Βλάχος.

      Αναφέρει μάλιστα, προς το αλβανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο, ότι εκτός από τους Βλάχους στο Κρούσεβο (Krushevë) ζουν και Αλβανοί Ορθόδοξοι, οι οποίοι έχουν αναμιχθεί με τους Βλάχους με μικτούς γάμους.

      Ο Saim Islami 67 ετών και ο 90χρονος Karem Alili από τη Νερόβα του Κρουσόβου ισχυρίζονται ότι όλοι οι ηλικιωμένοι Βλάχοι του Κρουσόβου γνωρίζουν την αλβανική, όπως αυτή ομιλείται στο Ντέβολ και στην Κορυτσά. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι οι Βλάχοι μαζί με κάποιες αλβανικές οικογένειες ήρθαν στην περιοχή αυτή μετά την πτώση του Αλή Πασά.
      Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία και έγγραφα που έχει ο σύλλογος “Kongresi i Bashkimit”, οι Βλάχοι του Κρουσόβου έλκουν καταγωγή από την Μοσχόπολη, το Βιθκούκι, το Ντέβολ της Κορυτσάς, καθώς και από το Δέλβινο, Κολόνια και Γιάννενα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του Koço Nica (Κότσο Νίτσα), Βλάχου από το Κρούσεβο, που είναι πρόεδρος μιας ένωσης Βλάχων στο Μοναστήρι:

      «Εμείς δεν είχαμε ποτέ σχέσεις με την Ελλάδα γιατί η καταγωγή μας είναι από τη Μοσχόπολη και την περιοχή της Κορυτσάς και αναγνωριζόμαστε τα Βλάχικα όπως και τα Αλβανικά» δήλωσε ο Νίτσα.

      Σύμφωνα, επίσης, με μάρτυρες οι Σλάβοι των Σκοπίων ήρθαν πολύ αργότερα στο Κρούσεβο και στη γύρω περιοχή και σε πολλές περιπτώσεις μετά απ’αυτό συνέβη η εγκατάλειψη των οικισμών από την πλειοψηφία των Βλάχων και των Αλβανών που μετοίκησαν στην πόλη των Σκοπίων και στο Μοναστήρι.

      Οι εκπρόσωποι της βλάχικης κοινότητας υποστηρίζουν ότι οι υποστηρικτές της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βλάχων είναι η μειοψηφία, και είναι χειραγωγημένοι και εργάζονται για τα ελληνικά και βουλγαρικά συμφέροντα. Να σημειώσουμε ότι η Πανελλήνια Ομοσπονδία Βλάχων (της Ελλάδας) είναι η μόνη που δεν είναι μέλος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Βλάχων και δεν μετέχει στις εκδηλώσεις της.

    • Αλή αλ-Γιουνάνι

      Η Ελλάδα, στην προσπάθεια της να διεκδικήσει τη Βόρεια Ήπειρο, έκανε πολλές προσπάθειες ώστε να εξελληνίσει τους Βλάχους της Αλβανίας. Σε ορισμένα βιβλία στην ελληνική βιβλιογραφία, δεν αναφέρονται καν οι Βλάχοι ως ξεχωριστή ομάδα/εθνότητα αλλά συνυπολογίζονται με τους Έλληνες, με αποτέλεσμα έτσι να διογνώνεται τεχνιτά ο αριθμός των Ελλήνων της Αλβανίας. Συνήθως οι Έλληνες μιλάνε για 400.000 βορειοηπειρώτες Έλληνες, αλλά σε ορισμένα βορειοηπειρωτικά έντυπα αναφέρεται και ο αριθμός των 700.000. Αυτό μπορεί να προκαλέσει μόνο γέλιο σε όσους γνωρίζουν την πραγματικότητα και την ελληνική προπαγάνδα.

      Ο Αμερικανός (βλάχικης καταγωγής) καθηγητής Tom Winnifrith, ο οποίος θεωρούσε τους Βλάχους της Αλβανίας ως απόγονους εκλατινισμένων Ιλλυριών και Θρακών, υπολογίζει τον πληθυσμό τους γύρω στους 50.000 με 200.000. (Tom Winnifruth, Romanized Illyrians & Thracians, ancestors of the modern Vlachs. Badlands-Borderland, 2006)

      Στην προσπάθεια του εξελληνισμού των Βλάχων της Αλβανίας, η Ελλάδα χορηγούσε σχετικά εύκολα βίζες, άδειες εργασίας και υποτροφίες για τα παιδιά τους, την ίδια στιγμή που με δυσκολία τις έδινε στους καθεαυτό Έλληνες της μειονότητας, καθώς επίσης παλαιότερα έδινε σε πολλούς Βλάχους από ένα χρηματικό ποσό (γύρω στα 350 ευρώ). Οι σύλλογοι των Ελληνόφρονων Βλάχων, διαχειρίζονταν την παροχή των αδειών εργασίας και της βίζας, εκδίδοντας πιστοποιητικά που να αποδείκνυαν την βλάχικη καταγωγή των αιτούντων.

      Τον Οκτώβριο του 2011 έγινε απογραφή του πληθυσμού στην Αλβανία. Ο Πρόξενος της Ελλάδας στην Κορυτσά (τότε), Θεόδωρος Οικονόμου-Καμαρινός, κατά τη διάρκεια μίας εδήλωσης προέτρεψε τους Βλάχους της περιοχής να απογραφούν και να δηλώσουν Έλληνες. Είχε μάλιστα τη βοήθεια ορισμένων ελληνοφρόνων Βλάχων της περιοχής, ενταγμένων στη μειονοτική ελληνική οργάνωση ‘Ομόνοια’. Είπε ο Πρόξενος: «Στην Κορυτσά υπάρχουν Έλληνες και πρέπει να απολαμβάνουν μειονοτικών δικαιωμάτων, όπως όλοι οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου και της υπόλοιπης Αλβανίας». Επίσης, κάλεσε τους εκτός μειονοτικών περιοχών Βορειοηπειρώτες να δηλώσουν την ελληνική τους καταγωγή στην απογραφή πληθυσμού, λέγοντας πως οι Βλάχοι της Αλβανίας έχουν ελληνική συνείδηση! Μία μικρή μερίδα των Βλάχων της Αλβανίας ακολούθησε τις υποδείξεις του Έλληνα Προξένου και του πρόεδρου του παραρτήματος της Ομόνοιας στην Κορυτσά, Ναούμ Ντίσο.

      Ο Σύλλογος Βλάχων της Αλβανίας (Shoqata ‘Arumunët e Shqipërisë’) αντέδρασε στις δηλώσεις του Έλληνα Πρόξενου στην Κορυτσά. Ο πρόεδρος του εν λόγω συλλόγου (ιδρύθηκε στις 24 Οκτωβρίου του 1991, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος), Vangjel Shundi, τεκμηρίωσε με εθνογραφικά, γλωσσικά και ιστορικά στοιχεία ότι οι ερχόμενοι στην Αλβανία τη 2η χιλιετία μ.Χ. από την Ιταλία και τη Δακία Βλάχοι, είναι οι Βλάχοι ή Αρουμάνοι της Αλβανίας και δεν έχουν σχέση με τον ελληνικό πληθυσμό. Σχετικά, ο Shundi αναφέρεται και στη ‘Διακήρυξη του Αλβανικού Λαού’, εκδοθείσας από τον αλβανικό σύλλογο ‘Drita’ στο Βουκουρέστι την 26η Μαϊου 1889.

      Ο πρόεδρος του Συλλόγου Βλάχων της Αλβανίας έχει πει σε ρεπορτάζ του τηλεοπτικού καναλιού ‘TV Klan’ ότι οι παλαιοί τάφοι στην Κορυτσά φέρουν επιγραφές στην αρουμάνικη γλώσσα, η οποία ομοιάζει πολύ με την αλβανική γλώσσα. Σύμφωνα με τον Shundi, ο Έλληνας Πρόξενος στις δηλώσεις του: «…Πηγαίνετε να δείτε τους τάφους των παππούδων σας σε τι γλώσσα είναι γραμμένοι και τότε σκεφτείτε για το πως πρέπει να πράξετε. Σε αυτούς του τάφους οι πατεράδες σας έχουν γραφεί με ελληνικά ονόματα και η μάχη δεν τελειώνει με την απογραφή του ελληνικού πληθυσμού. Πρέπει να μάθετε τα δικαιώματα των μειονοτήτων και τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εφαρμοστούν σε όλους τους τομείς του αλβανικού κράτους και ειδικά στην περιοχή που αντιπροσωπεύει την Βόρειο Ήπειρο…» (προσπαθόντας να επηρεάσει τους Βλάχους της Κορυτσάς ώστε να δήλωναν Έλληνες στην απογραφή) αναφερόταν στους καινούργιους τάφους των μεταναστών στην Ελλάδα, οι οποίοι για διάφορους λόγους έχουν μεταβάλει την ταυτότητά τους και μετά θάνατον θάβονται στην Κορυτσά.

      Οι παλιές ελληνικές επιγραφές στους τάφους και σε διάφορα κτήρια της περιοχής, δεν αποδεικνύουν αυτομάτως ελληνικότητα, καθώς επί πολλά χρόνια η γλώσσα στις θρησκευτικές εκκλησιαστικές τελετές ήταν τα ελληνικά, υπό την ασφυκτική και αφομοιωτική καθοδήγηση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Μέχρι το 1937 άλλωστε η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και η επίσημη εκκλησιαστική γλώσσα ήταν τα Ελληνικά. Και να θυμήσω εδώ κάτι για όσους δεν το γνωρίζουν. Γιατί το 1906 ο Έλληνας επίσκοπος της Κορυτσάς απαγόρευσε στους Βλάχους να θάβουν τους νεκρούς τους στο ορθόδοξο νεκροταφείο; (Arkivi privat i familjes Balamaci)

      Ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης (1754-1825), υπήρξε γνωστός Βλάχος λόγιος από την Μοσχόπολη, μαθητής του Θεόδωρου Καβαλιώτη, καθηγητή και διευθυντή της Νέας Ακαδημίας Μοσχοπόλεως. Ο Δανιήλ υπήρξε ιδιαίτερα γνωστός ως λόγιος και καθηγητής της Νέας Ακαδημίας, του περίφημου εκπαιδευτικού ιδρύματος που λειτουργούσε στην Μοσχόπολη τον 18ο αιώνα. Ήταν επίσης ο πρώτος που συνέγραψε τετράγλωσσο λεξικό (ελληνικό, βουλγαρικό, βλάχικο και αλβανικό) το 1794. Το έργο αυτό αποσκοπούσε στον εξελληνισμό των μη ελληνόφωνων πληθυσμών των Βαλκανίων, όπως παραδέχεται και ο ίδιος. Στο προοίμιο του έργου χαρακτηριστικά καλεί όλους να μάθουν ρωμαϊκά/ρωμαίικα (ελληνικά) και να γίνουν Ρωμαίοι (Έλληνες):

      «Aλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, αλλόγλωσσοι χαρήτε
      κι’ ετοιμασθήτε όλοι σας Ρωμαίοι να γενήτε,
      βαρβαρικήν αφήνοντας γλώσσαν, φωνήν και ήθη…
      Δεν είναι πλέον δύσκολο να μάθετε Ρωμαϊκά
      και να μην βαρβαρίζετε με λέξεις πέντε δέκα…
      Ξυπνήσατε από τον βαθύν ύπνον της αμαθείας,
      Ρωμαϊκή γλώσσα μάθετε, μητέρα της Σοφίας…» (Αντώνης Κουτσουρής, «Η θέση της ελληνικής γλώσσας στη νοτιοανατολική Ευρώπη μετά το 1990 και η ελληνική πολιτική γλωσσικής διάχυσης», 2009)

      Ας ξαναγυρίσουμε στις δηλώσεις του πρόεδρου του συλλόγου Arumunët e Shqipërisë. Όσον αφορά την εγγραφή στα δελτία απογραφής βάσει την εθνικότητας και του θρησκεύματος, για τον Vangjel Shundi το έντυπο του Ινστιτούτου Στατιστικής προσδιορίζει σαφώς την αρουμάνικη/βλάχικη καταγωγή και εκείνος τονίζει ότι η καταγωγή αυτή δεν υπάρχει λόγος να καταγραφεί ως ελληνική.

      Στις δηλώσεις του Έλληνα προξένου Θεόδωρου Οικονόμου-Καμαρινού, αντέδρασε και ο Βλάχος ιερέας της Κορυτσάς, Dhimitër Veriga: «Ο Πρόξενος μου είπε να δηλώσω Ελληνόβλαχος για να μου δόσει βίζα. Το ένοιωσα σαν περιφρόνηση, όπως είπα εγώ είμαι Αλβανόβλαχος, μου αρνήθηκαν τη βίζα.» δήλωσε ο ιερέας Dhimitër Veriga, στο τελεοπτικό κανάλι News24. Χαρακτήρισε ανεύθυνες τις δηλώσεις του Έλληνα προξένου στην Κορυτσά, ενώ τόνισε ότι οι Βλάχοι δεν είναι Έλληνες. «Οι Βλάχοι δεν είναι Έλληνες και η Κορυτσά δεν είναι ελληνική. Βλάχοι υπάρχουν και στην Ελλάδα. Εγώ που είμαι Αλβανόβλαχος, ποτέ δεν είπα σε αυτούς της Ελλάδας να δηλώσουν Αλβανοί. Αυτοί γιατί το κάνουν αυτό;» τόνισε ο ιερέας.

      Πολύ σωστά – κατά την προσωπική μου άποψη – Αλβανός πολιτικός (δεν έχει σημασία ποιος) είχε δηλώσει για την απογραφή πληθυσμού στην Αλβανία το 2011:

      «Αν στην Αλβανία δεν υπήρχαν χιλιάδες Αλβανοί πολίτες, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη 300 ευρώ από την Ελλάδα και στην περίπτωση που δηλώσουν Αλβανοί θα τους τα κόψουν, αν δεν πιέζανε οι ελληνικές οργανώσεις απειλώντας τους Αλβανούς ότι αν δεν δηλώσουν Έλληνες θα ακυρώσουν τα έγγραφα των συγγενών τους που κατοικούν στην Ελλάδα, αν δεν είχαν διανεμηθεί εκατομμύρια ευρώ για να αγοράσουν μια ψεύτικη δήλωση, τότε σίγουρα δεν θα ήμουν κατά της εθνικής απογραφής.».

      Ας δούμε τι κατέγραψε ο τηλεοπτικός σταθμός Top Channel σε ένα ρεπορτάζ του στο χωριό Boboshticë της Κορυτσάς. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν θορυβημένοι, ιδιαίτερα μετά τις δηλώσεις του Έλληνα προξένου στην Κορυτσά, Θεόδωρου Οικονόμου.

      «Επί χρόνια, ο βλάχικος πληθυσμός, γίνεται αντικείμενο προσπάθειας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από ορισμένους κύκλους, για να δημιουργήσουν μια ψεύτικη θεωρία ότι είναι ελληνικός πληθυσμός», αναφέρει το αλβανικό κανάλι. «Ο στόχος είναι ο ίδιος, όπως με τους Αλβανούς Ορθόδοξους, από κοινού με τους Βλάχους, να δημιουργηθεί μια τεχνητή αύξηση του αριθμού της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία.»

      «Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε έρθει απ’ την Ελλάδα, οι περισσότεροι Βλάχοι έχουν έρθει από εκεί», είπε ο Ιλία Πέτρο (Ilia Petro), ένας απ’ τους κατοίκους της Μπομποστίτσα.

      Στη Μπαμποστίτσα (Boboshticë), από ότι φαίνεται, η Ελλάδα έχει ριζώσει αρκετά με τα χρόνια και κατέλαβε μεγάλες προσπάθειες ώστε οι Βλάχοι ή οι ‘Τσομπάν’ – όπως αλλιώς είναι γνωστοί στην Αλβανία – να αλλάξουν την ταυτότητα τους, κάνοντας τους μια προσφορά που οι περισσότεροι τους δεν την αρνήθηκαν.

      «Ένας Έλληνας μας αποκάλεσε ομογενείς και μας έδωσε κάρτες ομογενούς.», είπε ο Θανάς Σάκα (Thanas Shaka), ένας άλλος κάτοικος, καθώς οι απαντήσεις των Βλάχων στο χωριό είναι παντού ίδιες.

      «Εγώ είμαι Έλληνας και όλοι οι Βλάχοι είναι Έλληνες. Όλοι εδώ έχουν ελληνικά διαβατήρια.», δήλωσε ο Ντίνε Μάρκου (Dine Marku), ένας άλλος κάτοικος της Μπομποστίτσας.

      Μια μικρή βόλτα στο χωριό Ντρενόβα (Drenovë), θα δούμε ότι οι Βλάχοι παίρνουν ‘βαριές’ συντάξεις από το ελληνικό κράτος, που τους επιτρέπει να μην δουλεύουν πολύ.

      Με συντάξεις γύρω στα 250-300 ευρώ που παίρνουν οι Βλάχοι απ’ τους Έλληνες και αυτές των 8 χιλιάδων λεκ που δίνει το αλβανικό κράτος στους συνταξιούχους, η διαφορά είναι μεγάλη και αυτή έχει βάλει τη σφραγίδα της στην επιλογή τους.

      «Οι Βλάχοι είμαστε όλοι Έλληνες και όλοι μας έχουμε ελληνικά διαβατήρια και παίρνουμε συντάξεις απ’ την Ελλάδα.», είπανε και στην Ντρενόβα.

      Για πολλούς, η σύνδεση με την Ελλάδα πηγαίνει πολύ μακριά, μέχρι την ύπαρξη της λεγόμενης “Βόρειας Ηπείρου”.
      «Οι Άγιοι Σαράντα είναι χριστιανική πόλη, η Κορυτσά είναι χριστιανική πόλη και όλη η περιοχή εδώ είναι βορειοηπειρώτικη.», είπαν. Κατά ειρωνική σύμπτωση, ο αλβανικός εθνικός ύμνος γεννήθηκε ακριβώς στο χωριό αυτό, γράφηκε από τον Βλάχο Ασντρένι (Asdreni).

      Ο διακεκριμένος αυτός ποιητής και πολιτικός αρθρογράφος που οι στίχοι είναι πασίγνωστοι σε αυτήν την χώρα, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι 66 χρόνια μετά από τον θάνατο του θα ερχόταν μια στιγμή που οι απόγονοί του θα αισθάνονταν Έλληνες.

      Στο Φλοκ (Floq), ένα άλλο χωριό όχι πολύ μακριά από την Ντρενόβα, δεν βρίσκεται έστω και μία οικογένεια Βλάχων. Οι κάτοικοι είπαν ότι αυτοί (οι Βλάχοι κάτοικοι του χωριού) έχουν φύγει όλοι χρόνο με τον χρόνο. Παρόλα αυτά, ακόμα και σε αυτό το μουσουλμανικό πια χωριό που έχει αδειάσει από Βλάχους κατοίκους, οι Έλληνες έχουν αφήσει τα σημάδια τους.

      «Πιέστηκα να αλλάξω το όνομα μου από Φαχρί (Fahri) σε Βανγκέλ (Vangjel) όταν μετανάστευσα, εφόσων οι Έλληνες δεν με αποδέχονται με μουσουλμανικό όνομα, έτσι λοιπόν άλλαξα διαβατήριο. Έδωσα 7 χιλιάδες λεκ και το άλλαξα.», λέει ένας κάτοικος του Floq.

      Από το Floq, όπου στο παρελθόν δίδαξε και η Βλάχα τραγουδίστρια Έλι Φάρα (Eli Fara), οι κάμερες κατευθύνονται προς τη θρυλική Μοσχόπολη (Voskopojë). Στο χωριό αυτό, το ευρισκόμενο στη μέση της ιστορίας και των επιδιώξεων των Ελλήνων, των Αρωμούνων (Βλάχων) και των Αλβανών, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή της Μπομποστίτσα και της Ντρενόβα.

      «Είναι γεγονός ότι είμαστε Αλβανοί, έχουμε αλβανική εθνικότητα και θα παραμείνουμε Αλβανοί mbetemi. Δεν υπάρχει περίπτωση να είμαστε κάτι άλλο.», είπε απομακρυνόμενος απ’ την κάμερα και ντροπαλός λόγω και της θέσης του ως ιερέας ορθόδοξης εκκλησίας στη Μοσχόπολη, ο Ατ Θομά (At Thoma)/Πάτερ Θωμάς, και αυτός Βλάχος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μοσχόπολη.

      «Και εγώ είμαι Βλάχος, αλλά είμαι Αλβανός. Με αυτά που γνωρίζω, η βλάχικη γλώσσα είναι λατινική. Είμαι Βλάχος, γεννήθηκα και κατοικώ στην Μοσχόπολη (Voskopojë) και εδώ θα παραμείνω.»

      Από τη δεκαετία του ’90 και μετά, η Ελλάδα προσπάθησε να εξελληνίσει και τον βλάχικο πληθυσμό, ιδιαίτερα στα χωριά της Κορυτσάς (Korçë), των Αγίων Σαράντα (Sarandë), του Αργυροκάστρου (Gjirokastër) και αλλού, προσφέροντας τους ως αντάλλαγμα πλουσιοπάροχες συντάξεις.

      Οι Βλάχοι σήμερα, σε μεγάλο βαθμό φαίνεται ότι έχουν ξεχάσει τους προγόνους τους, τον Μιχάλ Γκραμένο (Mihal Grameno), τον Θεμιστοκλί Γκερμένι (Themistokli Gërmenji), τον Κωνσταντίν Κριστοφορίδι (Kostandin Kristoforidhi), τον Ναούμ Βεκιλχάρτζι (Naum Veqilharxhi), τον Ασδρένι (Asdreni), τον Σπίρο Μπελλκαμένι (Spiro Ballkameni), τον Κολ Ιντρομένο (Kol Idromeno) [σημ. ο Κολ Ιντρομένο γεννήθηκε στη Σκόδρα αλλά καταγόταν από τσάμικη χριστιανική οικογένεια της Πάργας και δεν ήταν Βλάχος] και πολλούς άλλους που έγραψαν ιστορία με το όπλο και τη μελάνη τους στο όνομα της σημαίας του αλβανικού έθνους.

      Κανένας από αυτούς τους Βλάχους του Αλβανισμού δεν ήταν Έλληνας, όπως και οι Βλάχοι του σήμερα, οι οποίοι μόνο την σύνταξη τους έχουν ελληνική, αναφέρει το τηλεοπτικό κανάλι Top Channel.

      Να θυμήσω εδώ ορισμένα γεγονότα. Για παράδειγμα στις 3 Αυγούστου του 1905 μία ελληνική συμμορία, εισέβαλε στο χωριό Πλάσα (Plasë) της Κορυτσάς, έκαψαν την εκκλησία και τη βιβλιοθήκη του χωριού, και απήγαγαν δύο επιφανούς κατοίκους του χωριού που αρνήθηκαν να δηλώσουν Έλληνες. Λεηλάτησαν το χωριό Μπομποστίτσα (Boboshticë). Οι επιθέσεις ωστόσο στους Βλάχους με σκοπό να τους κάνουν να δηλώσουν Έλληνες, συνέβησαν και σε άλλες περιοχές και όχι μόνο στις αλβανικές περιοχές (τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία). Για παράδειγμα το 1905 επιτέθηκαν στο χωριό Αβδέλλα των Γρεβενών και έκαψαν 103 σπίτια, ενώ στο χωριό Βελόνη έγινε πραγματική σφαγή. Επιτέθηκαν στο βλάχικο χωριό Γραμματικό (στην Πέλλα) και το έκαψαν. Επιθέσεις έκαναν και σε βλάχικα χωριά στις περιοχές Μεγάροβο, Μπούκοβο και μέχρι το Μοναστήρι (Σκόπια) κ.α.

      Η κοινότητα των Βλάχων της Αλβανίας, πρόσφερε στη χώρα μία σειρά πατριωτών, ηρώων, ανθρώπων της τέχνης και του πολιτισμού. Μερικοί από αυτούς ήταν οι εξής:

      • ο Kostandin Kristoforidhi ή Kostandin Nelko από το Ελμπασάν,
      • ο David Selenica ή David Selenicasi από το χωριό Σελενίτσα (Selenicë) της Κολόνιας (Kolonjë).
      • ο Naum Veqilharxhi (γεννήθηκε ως Naum Bredhi) από το Βιθκούκι (Vithkuq) κοντά στη Μοσχόπολη της Κορυτσάς (1797-1854)
      • ο Aleksandër Stavre Drenova από τη Ντρενόβα (Drenova) της Κορυτσάς (έγραψε τον εθνικό ύμνο της Αλβανίας)
      • ο Odhise Paskali

      Γνωστοί Βλάχοι της Αλβανίας είναι η γνωστή ηθοποιός Margarita Xhepa από τη Lushnjë, η τραγουδίστρια Eli Fara από την Drenovë της Κορυτσάς, ο πρώην πρέσβης της Αλβανίας στο Ηνωμένο Βασίλειο (1991-1997), Pavil Gesku, και μερικά άλλα αξιόλογα πρόσωπα όπως ο ποιητής και συγγραφέας Lasgush Poradeci (το πραγματικό του όνοματεπώνυμο ήταν Llazar Sotir Gusho) από το Πόγραδετς (Pogradec), ο ηθοποιός Sandër (ή Aleksandër) Prosi και πρώην καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αλβανίας κατά τα 1962-1975, ο ποιητής και συγγραφέας Mitrush Kuteli (ψευδόνυμο του Dhimitër Pasko) από το Πόγραδετς, ο οποίος αξίζει να σημειωθεί ότι φυλακίστηκε από το κομμουνιστικό καθεστός της Αλβανίας, επειδή άσκησε κριτική στην τελωνειακή και νομισματική ένωση που ήταν να γίνει ανάμεσα στην Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία το 1947 και αντιτάχτηκε στην επανακατάληψη του Κοσόβου από τους Σέρβους, ο ήρωας του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου Andon Poçi που σκοτώθηκε πολεμόντας εναντίον των Ναζιστών, οι Spiro Bellkameni, Mihal Grameno, Themistokli Gërmenji κ.α.

      Σύμφωνα με τις εκδόσεις της Ακαδημίας των Επιστημών, η βλάχικη μειονότητα στην Αλβανία σήμερα εκτείνεται σε μια αξιοσημείωτη περιοχή της επικράτειας και έρχεται στη δεύτερη θέση μετά τον αλβανικό πληθυσμό, σημειώνοντας περί τους 139.000 κατοίκους. Το 1930 υπήρχαν 8 αρουμανικές/βλάχικες εκκλησίες στην Αλβανία (και 18 σχολεία), από τις οποίες αυτή που ήταν στην Κορυτσά, καταστράφηκε από σεισμό το 1931. Τον Νοέμβριο του 1942, είχαν απομείνει μόνο 6 εκκλησίες. Σήμερα υπάρχει μία εκκλησία όπου η λατρεία γίνεται στα βλάχικα, στην Κορυτσά. Ιερέας είναι ο γλύπτης Dhimitër Veriga (ή Dumitrache στα βλάχικα). Η ανέγερση της εκκλησίας ξεκίνησε το 1995, στην θέση του παλιού βλάχικου νεκροταφείου στην Κορυτσά. Υπάρχει επίσης μία δεύτερη βλάχικη εκκλησία στο Pogradec, καθώς επίσης στην εκκλησία του Shën Nikola (Αγίου Νικολάου) στην Μοσχόπολη (Voskopojë) ο εκεί ιερέας, πάτερ Θομά, διαβάζει την λειτουργία στα βλάχικα και στα αλβανικά. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι η ακολουθία της Λειτουργίας είχε μεταφραστεί στα βλάχικα, ήδη από τον 18ο αιώνα, από τον Ilo Mitkë-Qafëzezi από την Κορυτσά και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1962, αλλά αυτή η μετάφραση δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή ανάμεσα στους Βλάχους της Αλβανίας.

      Υπάρχει ένα βλάχικο ιδιωτικό σχολείο, καθώς και ένας παιδικός σταθμός, στην Divjakë. Ιδρύθηκαν από τον Koci Janko. Το σχολείο άνοιξε στις 8 Δεκεμβρίου του 1998, με την υποστήριξη του Συλλόγου των Βλάχων (Αρωμούνων) της Αλβανίας (Shoqata ‘Arumunët e Shqipërisë’) κ.α. Οι Βλάχοι έχουν τη δικιά τους εκπομπή στα βλάχικα, στον τοπικό κρατικό τηλεοπτικό σταθμό του Αργυροκάστρου, που αφορά τη ζωή, τις παραδόσεις και την πολιτιστική κληρονομιά της κοινότητας των Βλάχων στην ευρύτερη περιοχή, καθώς επίσης έχουν και το δικό τους κόμμα, το κόμμα ‘Aleanca për Barazi dhe Drejtësi Europiane’ (Συμμαχία για την Ευρωπαϊκή Ισότητα και Δικαιοσύνη) που ιδρύθηκε στις 02/02/2012 με έδρα το Δυρράχιο. Υπάρχει επίσης ένας συνεταιρισμός Βλάχων γυναικών στα Τίρανα από το 1995, καθώς επίσης και ένα ετήσιο πανηγύρι των Βλάχων στην Κορυτσά.