Ετικέτα: Δημήτρης Τζήκας

Θεόδωρος Ράλλης. Το φιλί.

Τι σημαίνει η λατινική φράση, «De gustibus et coloribus non est disputandum.»

«Η καλή όρεξη κι όχι το καλό φαΐ σε τραβά στο σπίτι.», «Πρέπει να έχει όρεξη η λαγουνίκα  να βρει τον τορό.» και «Άμα ο σκύλος δεν έχει όρεξη να πάει στο κυνήγι, κακούς λαγούς πιάνει.», που σημαίνει ότι χωρίς καλή διάθεση και όρεξη, με το ζόρι και τη βία δεν γίνεται σωστή δουλειά.

Διαβάστε περισσότερα ›
Νικόλαος Γύζης. Ο χορός των Μουσών.

«Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν.»

Δόξα σοι ο Θεός που έχω τη θέση μου στου Πιπιλή, και κερδίζω το ψωμάκι μου και το φαγάκι μου. Μου περισσεύει και κάνα εικοσάρι για κείνο τον Μικέ τον εκβιαστή, που μόνο εν τη παλάμη κι ούτω βοήσω! Πάλι καλά να λες· γιατί, Σερσέμη μου, όπως κατάντησα, δεν είμαι ούτε για να φτύνεις επάνω μου…»

Διαβάστε περισσότερα ›
Γεώργιος Καραϊσκάκης

«Καραϊσκάκη μ’, αρχηγέ!»

Να ψάλλω με την λύραν μου και με τον ταμπουρά μου, / Καραϊσκάκη αρχηγέ να παίξουν τ’ άντερά μου, / να μην ευρώ να πιω νερό κι ουδέ ψωμί να φάγω, / ή να μου δώσουν για φαγί κεφάλι από τράγο.

Διαβάστε περισσότερα ›
Αγρότες θερίζουν χωράφι με σιτάρι. Πίνακας του Pieter Bruegel

«Βρέχει επί δικαίους και αδίκους.»

Ἦτο (ἂς εἶναι μοναχή της!) ἀπ᾽ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ᾤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία, διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος;

Διαβάστε περισσότερα ›
Καφενείο που σερβίρει σερμπέτια στην Αθήνα. (1838)

«Φράγκο φίλο κάνε, γείτονα μην κάνεις!»

«Ἔχει δίκιον ὁ κύριος Μαῦρος νὰ λέγη αὐτό, ὅτι ὅταν πολεμούσαμεν ἐμεῖς καὶ σκοτωνόμαστε, ὁ κύριος Μαῦρος πῆγε εἰς τὴν Εὐρώπη μὲ δυὸ μάτια καὶ γύρισε μὲ τέσσερα – σπούδαξε κι᾿ ἔβαλε καὶ γυαλένια μάτια.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Η προκυμαία της Σμύρνης πριν την καταστροφή του 1922. Παλιά ταχυδρομική κάρτα

«Μη δίνεις πίστη στον χατζή!»

Φίλε, του λέει ο γάτος, εγώ είμαι χατζής, κουβαλάω ένα μεγάλο κομπολόι κι έκανα όρκο να μη βλάψω ποτέ μου ποντικό. Όλη τη μέρα προσεύχομαι. Ο ποντικός πήγε στη μάνα του και της τα είπε. Παιδί μου του λέει, μην πηγαίνεις με τον εχθρό σου· ο πατέρας σου τ’ απαγόρεψε.

Διαβάστε περισσότερα ›
«Νίπτω τας χείρας μου.»

«Νίπτω τας χείρας μου.»

«…λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου, λέγων, Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε…». Στη συνέχεια «…παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ…»

Διαβάστε περισσότερα ›
«ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνῄσκει νέος»

«ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνῄσκει νέος»

Έμπα κοιμήσου και ο ύπνος θα σε γιάνη· / θα ονειρευτείς την ομορφιά την ίδια / που με τ’ αρχαίο τραγούδι θα γλυκάνει / της καρδιάς σου τα θλιβερά ξεσκλίδια: / Τον αγαπά ο θεός πεθνήσκει νέος. Μην ξυπνάς. Είμαι ο Θάνατος ο ωραίος.

Διαβάστε περισσότερα ›
Επιστολικό δελτάριο του 1914 ένεκεν της πεντηκοστής επετείου της Ένωσης των Επτανήσων

«Καλύτερα να μας δέρνει η μάνα μας παρά η μητριά μας.»

Η Συνθήκη του Λονδίνου υπεγράφη από τον Έλληνα εκπρόσωπο, Χαρίλαο Τρικούπη στις 29 Μαρτίου 1864. Στις 2 Μαΐου 1864, οι Βρετανοί αναχώρησαν και τα Επτάνησα έγιναν τρεις επαρχίες του Βασιλείου της Ελλάδος.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οι κατά τόπους πασάδες επέβαλλαν σκληρές ποινές στους υπόδουλους. Στην εικόνα βλέπουμε την ποινή της φάλαγγας· τα πόδια του θύματος ακινητοποιούνται με δερμάτινα λουριά. Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών. Τόμος Ι’. Αθήνα, 1978.

Ο φάλαγγας και το κούτσουρο

«Αν καμιά φορά βρέθηκε κανένας πιο αράθυμος και θέλησε να μιλήσει για την παλιά του κατάσταση, πήγε συφάμελος στο φάλαγγα και στην κρεμάλα. Σουτ! και σ’ έφαγα… Μ’ έφαγες, σ’ έφαγα, έτσι πάει ο κόσμος.»

Διαβάστε περισσότερα ›