21 Ιανουαρίου 2026 at 20:14

Γεώργιος Βιζυηνός

από

Γεώργιος Βιζυηνός

Γράφει ο Κότσης Παναγιώτης

Α. Βιογραφικά στοιχεία

     Ο ποιητής, λόγιος και πεζογράφος Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε στην Βιζύη της Θράκης το 1849. Το αληθινό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης. Αρχικά, έμαθε τα πρώτα γράμματα στην γενέθλια γη του, με διακοπές. Σε ηλικία δέκα ετών αρχίζει η περιπέτεια της ζωής του. Πιο αναλυτικά, ζει στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάζεται ως μαθητευόμενος ράφτης. Σε ηλικία 19 ετών είναι καλογεροπαίδι στην Κύπρο και, βρίσκεται υπό την προστασία του αρχιεπισκόπου Κύπρου, Σωφρονίου Β΄ ενώ, σε ηλικία 23 ετών φοιτά ως ιεροσπουδαστής στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Τον επόμενο χρόνο, ο Βιζυηνός είναι τελειόφοιτος Γυμνασίου στην Αθήνα.

     Χάρη στην οικονομική στήριξη του ευκατάστατου Γ. Ζαρίφη, ο υπό εξέταση συγγραφέας σπουδάζει, από το 1875 ως το 1878, φιλολογία και φιλοσοφία στην Γερμανία. Το 1881, αποκτά διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας[1]. Η διδακτορική διατριβή του είχε τον τίτλο «Το παιχνίδι υπό ψυχολογική και παιδαγωγική άποψη».Τον επόμενο χρόνο συναντάται στο Παρίσι με τον Δημήτριο Βικέλα ενώ, το 1883 βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου σχετίζεται με τον πρεσβευτή Πέτρο Βράϊλα- Αρμένη[2]. Όμως, το 1884 πεθαίνει ο Ζαρίφης και ο Βιζυηνός επιστρέφει στην Αθήνα, όπου κατορθώνει να διοριστεί καθηγητής Γυμνασίου.

     Το 1885, ο βιογραφούμενός μας εκλέγεται υφηγητής της Φιλοσοφίας, χάρη στην μελέτη του «Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω»[3]. Όμως, δεν κατάφερε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή σταδιοδρομία.  Το 1892 παθαίνει ψυχική διαταραχή και, κλείνεται στο Δρομοκαΐτειο, όπου έμενε ως το τέλος της ζωής του. Η ψυχική του διαταραχή οφειλόταν στο πάθος του για μία 14χρονη κοπέλα, ονόματι Μπετίνα Φραβασίλη, την οποία είχε μαθήτρια στο Ωδείο Αθηνών[4]. Πέθανε το 1896, σε ηλικία μόλις 47 ετών.

Γεώργιος Βιζυηνός
Γεώργιος Βιζυηνός

Β. Ο ποιητής Βιζυηνός

    Ο Γεώργιος Βιζυηνός είναι γνωστός ως πεζογράφος. Όμως, ασχολήθηκε και με την ποίηση. Η πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση έγινε με την συλλογή «Ποιητικά πρωτόλεια», η οποία δημοσιεύθηκε το 1873. Τα χαρακτηριστικά των πρώτων ποιημάτων του μοιάζουν αφελή, αλλά, αν τοποθετηθούν στην εποχή του Βιζυηνού πρέπει να χαρακτηριστεί ως κάτι πρωτοποριακό. Η ίδια αφέλεια συναντάται και σε μία άλλη κατηγορία ποιημάτων, η οποία ονομάζεται «διδακτικά».

     Η πρώτη επιτυχία του Βιζυηνού ως ποιητή έρχεται το 1874, όταν γράφει το δράμα «Κόδρος». Ο «Κόδρος» βραβεύθηκε την ίδια χρονιά τον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό και, προκαλεί αναστάτωση. Ο λόγος έγκειτο στο ότι ένας άγνωστος- μέχρι τότε- ποιητής είχε παραμερίσει αξιόλογους υποψηφίους, όπως ο Κλέων Ραγκαβής και ο Άγγελος Βλάχος[5]. Η αντίδραση των φιλολογικών κύκλων ωθεί τον Βιζυηνό σε μία διαμάχη με όσους διατύπωσαν αντιρρήσεις για την βράβευση του έργου του.

     Ο Βιζυηνός ως ποιητής εξωτερικεύεται αυθεντικά όταν εκφράζει συναισθήματα λύπης, μελαγχολίας ή μίας χαριτωμένης φαντασίας. Το στοιχείο αυτό υπάρχει και στην ποίηση του Ηλία Τανταλίδη, τον οποίο ο Βιζυηνός είχε καθηγητή στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης[6]. Πιθανό είναι το ενδεχόμενο να απορρέει από μία προδιάθεση, η οποία είναι συνυφασμένη με την ψυχική ανισορροπία του Βιζυηνού, η οποία εκδηλώθηκε αργότερα.

     Οι στίχοι είναι ενδεικτικοί: «Στο γυαλί το θολωμένο/ ντζιντζιρίζει κάτι τι:/ το μελίσσ’ είναι κλεισμένο/ και να βγή ζητεί./ Μείνε μυΐα, φυλακή/ έξω κάμνει χιόνι/ Το θωρείς εκεί;/ Σε παγώνει {…}».

      Η ποίηση του Βιζυηνού είναι εμπνευσμένη από την δημοτική παράδοση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ακόλουθοι στίχοι, οι οποίοι αναφέρονται στον θρύλο του «Μαρμαρωμένου βασιλιά»: «- Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τον Βασιλέα/ ή μήπως και σε φάνηκε σαν όνειρο, να πούμε/ σαν παραμύθι τάχα;/ -Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και εσένα νέα/ πά’ να γενώ κατό χρονώ, κι’ ακόμη το θυμούμαι/ σαν νά’ ταν χθες μονάχα./ Στην Πόλη, στην χρυσόπορτα, στον πύργο από κάτου/ είν’ ένα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σαν παλάτι/ σαν άγιο παρακλήσι./ Κανένας Τούρκος δεν μπορεί να κρατηθή κοντά του/ κανείς της σιδερόπορτας να βρή το μονοπάτι/ να πά’ να το μηνύση./ Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας που το ξέρει/ περνά’ π’ αυτού κρυφά κρυφά και το σταυρό του κάνει/ με φόβο και μ’ ελπίδα./ Έτσι κι’ εγώ/ βαστούμενη στο πατρικό μου χέρι/ επήγα και προσκύνησα. Και εδ’ αυτού μ’ εφάνη- όχι μ’ εφάνη! Είδα {…}».

     Εκτός από την δημοτική παράδοση, ο Βιζυηνός φιλοξένησε και τα αισθήματα της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για τον ποιητή, ο οποίος δε δίστασε να δημιουργήσει ρίμες με λέξεις όπως «κριτικό» και «λαδικό». Ακόμη, ως ακροτελεύτιες λέξεις στους στίχους του, χρησιμοποιούνται αντιποιητικές λέξεις. Η τάση αυτή του Βιζυηνού ως ποιητή αντικατοπτρίζεται στην συλλογή «Άρες, μάρες, κουκουνάρες», η οποία δημοσιεύθηκε το 1876 και, βραβεύθηκε στον Βουτσιναίο διαγωνισμό της ίδιας χρονιάς[7]. Μετά το «Άρες, μάρες, κουκουνάρες», το αντικείμενο της μελέτης μας γράφει μία ακόμη ποιητική συλλογή, υπό τον τίτλο «Βοσπορίδες αύραι», οι οποίες, όμως, δεν τυπώθηκαν ποτέ σε βιβλίο. Παρά το γεγονός αυτό, ο Βιζυηνός είχε αρχίσει να καθιερώνεται στην πνευματική ζωή της χώρας.

     Ως ποιητής, ο Βιζυηνός διακρίνεται, όταν έγραψε τραγούδια για παιδιά. Τα τραγούδια αυτά παρουσιάστηκαν από το 1877 ως το 1884 στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων». Σήμερα, τα τραγούδια αυτά μας έχουν σωθεί χάρη στην έκδοση τόμου της «Εταιρείας Θρακικών Μελετών». Ο τόμος αυτός χρονολογείται το 1953. Τα τραγούδια αυτά αποτελούν στιχουργήματα, τα οποία μπορούν να διαβαστούν ευχάριστα και από ένα παιδί της εποχής μας.

     Βέβαια, η αρτιότερη  ποιητική συλλογή του υπό μελέτη λογοτέχνη έχει τον τίτλο «Ατθίδες αύρες» και δημοσιεύθηκε κατά την παραμονή του Βιζυηνού στο Λονδίνο, το 1883. Ορισμένα από τα ποιήματα της συλλογής ακολουθούν την καθαρεύουσα του Ραγκαβή ενώ, άλλα είναι γραμμένα στην δημοτική, η οποία, αν και θερμή στην αίσθηση, είναι πλαδαρή. Επίσης, τα περισσότερα έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα και μοιάζουν με μπαλάντες. Αντίθετα, ορισμένα από αυτά παρουσιάζουν μία ταραγμένη ευαισθησία, χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του Γ. Βιζυηνού.

     Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο υπό εξέταση λογοτέχνης τα πέρασε ψυχικά διαταραγμένος. Την εποχή εκείνη, μας παραδίδει τους περισσότερο συγκινητικούς του στίχους. Συγκεκριμένα, διαβάζουμε: «Σα μ’ αρπάχθηκε η χαρά/ που εχαιρόμουν μία φορά/ έτσι σε μιαν ώρα…/ μές σ’ αυτήν την χώρα/ όλα αλλάξαν τώρα!/ Και από τότε που θρηνώ/ το ξανθό και γαλανό/ και ουράνιο φως μου/ μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου».

      Ο Βιζυηνός ξεκίνησε την ποιητική του παραγωγή με βάση την φαναριώτικη επίδραση της Πόλης και, εν συνεχεία βρήκε το στόμφο και την ρητορεία των εκπροσώπων της Ρομαντικής Σχολής στην Αθήνα. Όμως, ο ίδιος έδειξε μία γνήσια ευαισθησία. Συγκεκριμένα, στράφηκε προς την λαϊκή παράδοση. Ο στίχος του είναι λιτός και ειλικρινής. Ως προς την γλώσσα υπήρξε «δίγλωσσος» κατά τον Παλαμά. Σαφέστερα, ορισμένα ποιήματα είναι γραμμένα σε μία απλουστευμένη καθαρεύουσα ενώ, αργότερα, παρατηρείται μία στροφή προς την δημοτική. Βέβαια, η επίδραση, την οποία δέχθηκε από την «Γενιά του ‘80» δεν ολοκληρώθηκε. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε και σε άλλους ποιητές, όπως για παράδειγμα τον Α. Προβελέγγιο από την Σίφνο και τον Γ. Στρατήγη.  Συνοπτικά, παρέμεινε στο μεταίχμιο μεταξύ της Παλαιάς και Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Δεν ανήκει ιδεολογικά στους ρομαντικούς, αλλά δεν μπόρεσε- παράλληλα- να αφομοιώσει πλήρως το νέο[8].

Γεώργιος Ροϊλός (Στεμνίτσα Γορτυνίας, 1867 – Αθήνα, 28 Αυγούστου 1928). Οι ποιητές (π. 1919). Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γεώργιος Στρατήγης, Γεώργιος Δροσίνης, Ιωάννης Πολέμης, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Σουρής και Αριστομένης Προβελέγγιος.
Γεώργιος Ροϊλός (Στεμνίτσα Γορτυνίας, 1867 – Αθήνα, 28 Αυγούστου 1928). Οι ποιητές (π. 1919). Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γεώργιος Στρατήγης, Γεώργιος Δροσίνης, Ιωάννης Πολέμης, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Σουρής και Αριστομένης Προβελέγγιος.

Γ. Ο πεζογράφος Βιζυηνός

Γ1. Ηθογραφία και ηθογραφικό διήγημα

      Η λέξη «ηθογραφία» δηλώνει την τάση της πεζογραφίας να αντλεί τα θέματά της από κοινωνίες  της υπαίθρου και το περιβάλλον της αστικής γειτονιάς. Η τάση αυτή διαμορφώθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Κατά συνέπεια, εντάσσεται στο ρεύμα του ρεαλισμού και, αργότερα, του νατουραλισμού. Η ρεαλιστική ηθογραφική πεζογραφία ασχολείται με τις μικρές κοινωνίες της υπαίθρου. Κάποιες φορές προβάλλονται οι σκοτεινές πλευρές της καθημερινότητας[9].

    Ο όρος «ηθογραφία» είναι συνυφασμένος με τον όρο «ηθογραφικό διήγημα». Το ηθογραφικό διήγημα περιγράφει την ελληνική ύπαιθρο, το ελληνικό χωριό με τους απλοϊκούς κατοίκους. Με το ηθογραφικό διήγημα δημιουργείται, για πρώτη φορά, μία καθαρή λογοτεχνική πεζογραφία.

     Η ιστορία του ελληνικού ηθογραφικού διηγήματος ξεκινά το 1883, όταν, τα περιοδικό «Εστία», προκηρύσσει διαγωνισμό για την συγγραφή ελληνικού διηγήματος[10]. Βασικό όρο του διηγήματος αποτελούσε «το θέμα να έχει υπόθεσιν ελληνικήν». Την επιτροπή αποτελούσαν ο «πατέρας» της ελληνικής λαογραφίας, Ν.Γ. Πολίτης, ο Σπ. Λάμπρος και ο πεζογράφος Εμμ. Ροΐδης. Ολοκληρώνοντας, βραβεύεται το διήγημα «Χρυσούλα», του Γεωργίου Δροσίνη, ως «χαριέστατον αγροτικόν ειδύλλιον».

     Από την δημοσίευση αυτή του Δροσίνη, τα ηθογραφικά διηγήματα πολλαπλασιάζονται, με αποτέλεσμα να καταντά δυσχερής η διερεύνηση της εξέλιξής τους. Εξάλλου, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν επέρχεται κάποια αλλαγή ούτε ως προς την δομή ούτε ως προς τις θέσεις, τις οποίες προϋποθέτει ο νέος τύπος διηγήματος. Οι ιδιομορφίες είναι παραλλαγές συγκεκριμένου θέματος, οι οποίες οφείλονται στις γεωγραφικές επανατοποθετήσεις τους. Συγκεκριμένα, ο Βιζυηνός μιλά για την Θράκη, ο Κονδυλάκης για την Κρήτη, ο Ξενόπουλος για την Ζάκυνθο, ο Εφταλιώτης για την Λέσβο, ο Παπαδιαμάντης για την Σκιάθο και, ο Καρκαβίτσας για τους ψαράδες της Πελοποννήσου ή τους αγρότες της Θεσσαλίας. Οι δύο τελευταίοι, μάλιστα, είναι προικισμένοι με ιδιαίτερα προσόντα και, τείνουν να πραγματοποιήσουν μία υπέρβαση, πέρα από την αναπόληση της πατρίδας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο «Ζητιάνος» του Καρακβίτσα. Κλείνοντας, όλοι οι προαναφερθέντες συγγραφείς καλλιεργούν το ηθογραφικό διήγημα.

     Το γλωσσικό ζήτημα, το οποίο ξεκίνησε με το «Ταξίδι» του Ψυχάρη, το 1888, δεν προκαλεί ιδιαίτερες εντάσεις. Ορισμένοι χρησιμοποιούν την δημοτική ενώ, ευάριθμοι υπήρξαν και οι πεζογράφοι, οι οποίοι δεν υποτάχθηκαν στο μανιφέστο του Ψυχάρη και, επέμειναν στην χρήση της καθαρεύουσας.     Δημοτικιστές υπήρξαν οι πεζογράφοι Αργύρης Εφταλιώτης, Αλέξανδρος Πάλλης και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και οι νεότεροι Δημοσθένης Βουτυράς, Α. Τραυλαντώνης και η Πηνελόπη Δέλτα. Με τα έργα τους επιβάλλουν τον δημοτικό λόγο ως όργανο της λογοτεχνίας.

      Αντίθετα, πεζογράφοι, οι οποίοι έμειναν πιστοί στην καθαρεύουσα υπήρξαν οι Γεώργιος Βιζυηνός, Ιωάννης Κονδυλάκης και οι Σκιαθίτες Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Οι δύο τελευταίοι διαπνέονται από έντονη θρησκευτικότητα[11]. Στους πεζογράφους αυτούς, η επιμονή στην καθαρεύουσα οφείλεται περισσότερο σε πεισματική συνήθεια, παρά σε ένα κίνητρο θεωρητικής φύσεως. Τέλος, η καθαρεύουσα στους πεζογράφους αυτούς χρησιμοποιείται μόνο στο αφηγηματικό μέρος. Στους διαλόγους κυριαρχεί η δημοτική, εμποτισμένη με αρκετά στοιχεία των τοπικών διαλέκτων.

Γ2. Ο διηγηματογράφος Βιζυηνός

      Ο πραγματικός εισηγητής του ηθογραφικού διηγήματος στην νεοελληνική λογοτεχνία είναι, αναντίρρητα, ο Γεώργιος Βιζυηνός. Μέσα σε δύο χρόνια, το 1883 και το 1884, δημοσιεύει την συντριπτική πλειοψηφία των διηγημάτων του στο περιοδικό «Εστία». Εκτός από τα διηγήματά του, η «Εστία» και η «Διάπλασις των Παίδων» δημοσίευσαν και στίχους, μελέτες και πραγματείες για τις μπαλάντες ή «βαλίσματα», όπως τις αποκαλούσε.

    Η στροφή του Βιζυηνού από την ποίηση, την οποία καλλιεργούσε μέχρι τότε, στο ηθογραφικό διήγημα οφείλεται στην επαφή του υπό εξέταση συγγραφέα με τον Δ. Βικέλα[12]. Το υλικό του Βιζυηνού προέρχεται από τα παιδικά του χρόνια στην Βιζύη, την μητέρα του, τον παππού ή άλλα εντυπωσιακά πρόσωπα, τα οποία γνώρισε στα πρώτα χρόνια της ζωής του[13]

      Το πρώτο- από χρονολογική άποψη- διήγημα του Βιζυηνού έχει τον τίτλο «Το αμάρτημα της μητρός μου». Επίσης, πρόκειται για το πρώτο καθαυτό νεοελληνικό διήγημα. Κεντρική μορφή είναι η μητέρα του ίδιου του συγγραφέα, η οποία πλάκωσε την μικρή της κόρη χωρίς να το θέλει. Το αμάρτημα αυτό τη βασανίζει καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής της και, έχει αποδοθεί με όλη της την τραγικότητα και την ανθρώπινη τρυφερότητα. Το διήγημα αυτό έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Κλείνοντας, η γλώσσα παραμένει η καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι γράφονται στην δημοτική. Ο δημοτικός διάλογος, εμποτισμένος με πολλά στοιχεία του βορειοελλαδίτικου ιδιώματος, δίνει μία ιδιαίτερη ζωντάνια. Βάσει των όσων προαναφέρθηκαν, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το «Αμάρτημα της μητρός μου» αποτελεί το πρώτο από τα αναλυτικά διηγήματά του. Με τον όρο «αναλυτικό διήγημα» εννοούμε ένα μεγάλης έκτασης διήγημα, το οποίο αγγίζει τα ποσοτικά όρια του μυθιστορήματος.

      Ένα άλλο διήγημα του Βιζυηνού, το οποίο περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, αποτελεί το «Μόνον της ζωής του ταξίδιον». Στο διήγημα αυτό μας παρουσιάζεται η συμπαθής μορφή του παππού, δοσμένη μέσα από τα μάτια του εγγονού- αφηγητή. Σύμφωνα με το διήγημα, ο παππούς ήξερε να λέει ιστορίες για τόπους απόμακρους και παράξενους. Όμως, στην πραγματικότητα, το μόνο μέρος, το οποίο είχε ταξιδέψει, ήταν η «τούμπα» του χωριού.

      Η μητέρα του Βιζυηνού πρωταγωνιστεί και στο διήγημα «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου». Στο διήγημα αυτό, ο συγγραφέας περιγράφει αφενός την μητρική αγάπη για τον ξενιτεμένο της γιο και, αφετέρου, την απελπισία της για τον ανεξήγητο θάνατο του άλλου της γιου. Η μητέρα πασχίζει να ανακαλύψει τον δολοφόνο του γιου της αγνοώντας ότι, ο δολοφόνος είναι ένας νεαρός Τούρκος, τον οποίο είχε φροντίσει και σώσει από μία αρρώστια. Επίσης, η οικογένεια του δολοφόνου, η οποία, από ευγνωμοσύνη για την φροντίδα προς τον γιο της, τη φιλοξενεί και την βοηθά. Όλοι αγνοούν ποιος είναι ο δράστης του εγκλήματος και, εν τέλει, όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, την κρύβουν από την μητέρα του θύματος. Η κατάσταση της αγωνίας αντικαθίσταται από την φρίκη, διότι η μητέρα όλη της την στοργή για τον πρόωρα χαμένο υιό της την διοχετεύει στον δολοφόνο. Ο δολοφόνος, για να εξιλεωθεί, γίνεται δούλος.

      Το καλύτερο διήγημα του υπό μελέτη συγγραφέα είναι, αναντίρρητα, το «Μοσκώβ Σελήμ», το οποίο γράφτηκε το 1896[14]. Το έργο δημοσιεύθηκε λίγο μετά τον θάνατο του Βιζυηνού στην «Εστία» και, περιγράφει έναν αγαθό και περίεργο Τούρκο[15]. Διεξοδικότερα, αποτελεί την ιστορία ενός γενναίου Τούρκου, τον οποίο οι οικείοι του τον έχουν γεμίσει πίκρες και απογοητεύσεις. Ο κεντρικός χαρακτήρας του διηγήματος ανακαλύπτει  την ανθρωπιά και την καλοσύνη κατά την αιχμαλωσία του από τους Ρώσους. Ο συγγραφέας μας τον παρουσιάζει να ζει στο περιθώριο της κοινωνίας, η οποία τον θεωρεί μισότρελο. Επίσης, η κοινωνία του έχει δώσει, εξαιτίας της ρωσοφιλίας του, το κοροϊδευτικό παρατσούκλι «Μοσκώβ Σελήμ». Ολοκληρώνοντας, η συγκινητική του ιστορία μας δίνεται από το ίδιο του το στόμα σε μία απλή και ζωηρά χρωματισμένη δημοτική.

      Η πεζογραφία του Βιζυηνού είναι ανώτερη σε σχέση με την ποίηση. Στα διηγήματα αυτά αντικατοπτρίζεται η ελληνική Θράκη, μία πολύπαθη περιοχή[16]. Ακόμη, τα διηγήματα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως πρότυπα τεχνικών αφηγήσεων μαζί με άριστα ψυχογραφημένους κεντρικούς χαρακτήρες.

      Ένα ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο παρατηρείται στα διηγήματα του Βιζυηνού, είναι ότι ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται. Ακόμη, ο συγγραφέας συμμετέχει στα δρώμενα, ανήκοντας στους πρωταγωνιστές. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν ομοδιηγητικό αφηγητή, ο οποίος συμμετέχει στα δρώμενα[17]. Η αφήγηση γίνεται με εσωτερική εστίαση. Με τον όρο αυτό, εννοούμε ότι ο αφηγητής γνωρίζει όσα και τα πρόσωπα της ιστορίας. Στην περίπτωση αυτή, η εστίαση είναι περιορισμένη και ο αναγνώστης μαθαίνει όσα γνωρίζει ο αφηγητής. Τέλος, η αφήγηση γίνεται πάντα σε α΄ ή γ΄ πρόσωπο[18].

     Ο Βιζυηνός δεν περιορίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Δεν έχει σκοπό να αφηγηθεί τα δικά του παθήματα ή της οικογένειάς του. Για την ακρίβεια, στόχος του είναι να συνθέσει έργα, τα οποία είναι ικανά να προσδώσουν στον αναγνώστη μία εικόνα του ανθρώπινου δράματος. Ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα μπορούν να κινούνται και, εν συνεχεία, να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου.

     Το προαναφερθέν στοιχείο αποτελεί γνώρισμα μεγάλων συγγραφέων και, καθιστά τον Βιζυηνό έναν συγγενή του Ντοστογιέφσκι, αν και δεν έχει δεχτεί ιδιαίτερη επίδραση από τον ομότεχνό του. Επίδραση άσκησαν η θητεία του στην επιστήμη της Ψυχολογίας και η επαφή του με το ρεαλιστικό μυθιστόρημα και το έργο του Ibsen[19]. Αμφότερα τα στοιχεία βοήθησαν τον Βιζυηνό να μας παραδώσει ηθογραφικά διηγήματα με ψυχογραφική δύναμη. Αναλυτικότερα, ο Βιζυηνός προσέχει τα εξωτερικά στοιχεία ενός αφηγηματικού λόγου, για να μεταβεί εκ του ασφαλούς στην βαθύτερη υπόσταση του ανθρώπου και, να επιμείνει στο σημείο αυτό. Στη συνέχεια, ο Βιζυηνός πολιορκεί την συνείδησή του και, να δει στην αναταραχή της, μία πιθανή κρίση, η οποία βασανίζει μία ανθρώπινη ύπαρξη αν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί και να την δυναμώνει.

     Ο μύθος και η πλοκή έχουν το ρόλο ενός μοχλού, ο οποίος πυροδοτεί και οξύνει τις ψυχολογικές καταστάσεις, οδηγώντας τα πρόσωπα σε μία κρίση συνειδήσεων. Η συντριβή, η αφοσίωση προς Τον Χριστό, η αγάπη και η συγγνώμη αποτελούν τις μοναδικές διεξόδους από την κρίση και, έρχονται στο τέλος, με σκοπό να επιφέρουν την κάθαρση.

     Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Βιζυηνού έγκειται στον τόνο της ανθρωπιάς και της τρυφερότητας, η οποία είναι επώδυνη. Φυσικά, ο έμπειρος αναγνώστης μπορεί να διακρίνει ένα είδος χιούμορ και μία τάση για ειρωνεία. Όμως, τα στοιχεία αυτά στο έργο του Βιζυηνού είναι τόσο διακριτικά, που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να τονίζουν με την αντίθεσή τους τα δραματικά στοιχεία.

    Το πλαίσιο παραμένει ηθογραφικό και, δίνεται η δυνατότητα στον συγγραφέα να παρουσιάσει, από κοινού με την κυρίως διήγηση, μία εικόνα της ζωής των χωριών της Θράκης, με τις δοξασίες τους, τις προλήψεις και τα ήθη και έθιμά τους. Βέβαια, το επίκεντρο παραμένει, αναμφίβολα, ο άνθρωπος.

     Ο Βιζυηνός φαίνεται να διέθετε χαρακτηριστικά, τα οποία ταιριάζουν σε μυθιστοριογράφο, αν και συνόψισε τους μύθους του σε διηγήσεις με μικρή έκταση. Πράγματι, ο πυρήνας μερικών από τα αφηγηματικά του έργα έχει μέσα του ορισμένα εν δυνάμει χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος[20]. Το γεγονός ότι συμπτύσσει μύθους με συστατικά μυθιστορήματος στην έκταση του διηγήματος και της νουβέλας αποτελεί το στοιχείο της ιδιοτυπίας του. Ωστόσο, ορισμένες φορές, δεν κατορθώνει να αποφύγει πλατειασμούς και χαλαρότητα στην αφήγηση. Συνεπώς, ο Βιζυηνός παραμένει άνισος και στην πεζογραφία του.

     Παρά τις ανισότητες στην πεζογραφική του παραγωγή, ο υπό εξέταση συγγραφέας παρατηρεί τους ανθρώπους με σιγουριά, τους ερευνά βαθύτερα και, προβαίνει σε μία ψυχολογική ανάλυση, η οποία θέλγει τον αναγνώστη. Στο πεζογραφικό του τμήμα, δεν υπάρχουν πρωτόλεια. Ο υπό μελέτη πεζογράφος γράφει με ασφάλεια, αποδεικνύοντας ότι είναι ένας άριστος τεχνίτης του γραπτού λόγου.

      Στο πεδίο της γλώσσας, ο Βιζυηνός χρησιμοποιεί καθαρεύουσα στα αφηγηματικά μέρη, η οποία είναι δουλεμένη και ζωντανή. Αντίθετα, στους διαλόγους του χρησιμοποιεί την δημοτική. Αν και τον συγκίνησε η δημοτική, όπως αποδεικνύεται από το διήγημά του, υπό τον τίτλο «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα», δεν μπόρεσε να υπερνικήσει τον γλωσσικό διχασμό[21]. Κλείνοντας, τα διηγήματα, τα οποία προαναφέρθηκαν, εξασφαλίζουν στον Βιζυηνό μία περίοπτη θέση στην αφηγηματική μας πεζογραφία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βακαλόπουλου, Α. (1988) Νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.

Βακαλόπουλου, Κ. (2004) Ιστορία της Ελλάδος. Επίτομη- Συνθετική (1204-2000), Θεσσαλονίκη: Σταμούλης

Εμμανουήλ, Λ. (2009) Οδηγός Εκθέσεων, Θεσσαλονίκη: Χατζηθωμάς

Καλιτσουνάκη, Ι. (1977) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στο Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ήλιος, τ. ΣΤ΄, Αθήνα: Ι. Δ. Πασσάς, σελ. 269

Κόκκορη, Δ. (2015) Σημειώσεις για την νεοελληνική λογοτεχνία ως φιλολογικό- διδακτικό υλικό, Θεσσαλονίκη: Ζυγός.

Κούκουνα, Ν. (2011) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στο Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, τ. Α΄, Αθήνα: Κούκουνας, σελ. 241-243

Μερακλή, Μ. (1986) Η ελληνική ποίηση: Φαναριώτες, Εποχή Παλαμά Μεταπαλαμικοί , τ. 2, Αθήνα: Σοκόλης, σελ. 187

Μουλλά, Π. (1978) «Η λογοτεχνία από το 1880 ως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 413-424

Μυλωνάκου- Σαϊτάκη, Γ. (2002) Προσεγγίσεις στη θεωρία της λογοτεχνίας, Αθήνα: Φυτράκης

Πίππα, Ε. (2010) Παγκόσμια ποίηση, τ. Β΄, Αθήνα: Ιωλκός, σελ. 44

Πολίτη, Λ. (1983) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: ΜΙΕΤ

Πολίτου- Μαρμαρινού, Ε. (1993) «Ηθογραφία» στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς Britannica, τ. 26, Αθήνα: Πάπυρος, σελ. 219-221

Σαχίνη, Α. (1973) Παλαιότεροι πεζογράφοι, Αθήνα: Ερμής

Σπεράντζα, Σ. (1959) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Ζ΄, Αθήνα: Π. Δρανδάκης, σελ. 266.

Στεργιόπουλου, Κ. (1993) «Το αφηγηματικό έργο του Γ. Βιζυηνού» στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς- Britannica, τ. 14, Αθήνα: Πάπυρος, σελ. 233-235

Συντακτική ομάδα (1996) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στην εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, τ. 7, Αθήνα: Τεγόπουλος- Μανιατέας, σελ. 112.

Χάρη, Π. (1968) «Έλληνες πεζογράφοι», 5τ., Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Vitti, M. (1980) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Οδυσσέας

[1]) Βλ και συντακτική ομάδα (1996) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στην εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, τ. 7, Αθήνα: Τεγόπουλος- Μανιατέας, σελ. 112.

[2]) Βλ και Κούκουνα, Ν. (2011) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στο Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, τ. Α΄, Αθήνα: Κούκουνας, σελ. 241.

[3]) Βλ και Πολίτη, Λ. (1983) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: ΜΙΕΤ , σελ. 201-202

[4]) Βλ και Καλιτσουνάκη, Ι. (1977) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στο Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ήλιος, τ. ΣΤ΄, Αθήνα: Ι. Δ. Πασσάς, σελ. 269

[5]) Ό.π, σελ. 269.

[6]) Βλ και Μερακλή, Μ. (1986) Η ελληνική ποίηση: Φαναριώτες, Εποχή Παλαμά Μεταπαλαμικοί , τ. 2, Αθήνα: Σοκόλης, σελ. 187

[7]) Βλ και Χάρη, Π. (1968) «Έλληνες πεζογράφοι», τ. 3, Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ. 33

[8])Βλ και Πίππα, Ε. (2010) Παγκόσμια ποίηση, τ. Β΄, Αθήνα: Ιωλκός, σελ. 44

[9]) Βλ και Πολίτου- Μαρμαρινού, Ε. (1993) «Ηθογραφία» στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς Britannica, τ. 26, Αθήνα: Πάπυρος, σελ. 219-220.

[10]) Βλ και Κόκκορη, Δ. (2015) Σημειώσεις για την νεοελληνική λογοτεχνία ως φιλολογικό- διδακτικό υλικό, Θεσσαλονίκη: Ζυγός, σελ. 144

[11]) Βλ και Βακαλόπουλου, Α. (1988) Νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, σελ. 301

[12]) Βλ και Βακαλόπουλου, Κ. (2004) Ιστορία της Ελλάδος. Επίτομη- Συνθετική (1204-2000), Θεσσαλονίκη: Σταμούλης, σελ. 308

[13]) Βλ και Vitti, M. (1980) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Οδυσσέας, σελ. 261

[14]) Βλ και Μουλλά, Π. (1978) «Η λογοτεχνία από το 1880 ως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 422

[15]) Βλ και Σπεράντζα, Σ. (1959) «Βιζυηνός, Γεώργιος» στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Ζ΄, Αθήνα: Π. Δρανδάκης, σελ. 266.

[16]) Ό.π, σελ. 266.

[17]) Βλ και Μυλωνάκου- Σαϊτάκη, Γ. (2002) Προσεγγίσεις στη θεωρία της λογοτεχνίας, Αθήνα: Φυτράκης, σελ. 38

[18]) Βλ και Εμμανουήλ, Λ. (2009) Οδηγός Εκθέσεων, Θεσσαλονίκη: Χατζηθωμάς, σελ. 109

[19]) Βλ και Σαχίνη, Α. (1973) Παλαιότεροι πεζογράφοι, Αθήνα: Ερμής, σελ. 113.

[20]) Βλ και Στεργιόπουλου, Κ. (1993) «Το αφηγηματικό έργο του Γ. Βιζυηνού» στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς- Britannica, τ. 14, Αθήνα: Πάπυρος, σελ. 234

[21]) Ό.π, σελ. 235

(Εμφανιστηκε 26 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.