25 Σεπτεμβρίου 2023 at 18:49

Οι Τούρκοι στην Ευρώπη: Η δεύτερη πολιορκία της Βιέννης (1683)

από

Οι Τούρκοι στην Ευρώπη: Η δεύτερη πολιορκία της Βιέννης (1683)

«Ο πόλεμος γίνεται με το σίδερο κι όχι με το χρυσάφι.»

Νικολό Μακιαβέλι

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

Η οθωμανική πολιτική των κατακτήσεων στο Αιγαίο μετά το 1500 συνεχίστηκε και στη βόρεια βαλκανική χερσόνησο. Στις 24 Ιουνίου του 1522, αποβιβάστηκαν στη Ρόδο τα πρώτα οθωμανικά στρατεύματα· επικεφαλής των Δυνάμεων ήταν ο ίδιος ο Σουλεϊμάν, ο επονομαζόμενος και Νομοθέτης (Kanuni) ή Μεγαλοπρεπής (στους δυτικοευρωπαίους ιστορικούς). Η πολιορκία της Ρόδου κράτησε περίπου πέντε μήνες· η φρουρά, γύρω στους 5.000 άνδρες, ανάμεσά τους 600 στρατιώτες και ιππότες του τάγματος του Αγίου Ιωάννη, 400 Κρητικοί, ξένοι ναυτικοί, ντόπιοι Ροδίτες και άλλοι νησιώτες που κατέφυγαν στο κάστρο, αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει την 1η Ιανουαρίου του 1523.

Οι εκστρατείες του Σουλεϊμάν στην βόρεια Βαλκανική αποσκοπούσαν καταρχάς στον έλεγχο ενός οθωμανικού «κυκλώματος» εμπορικών δρόμων, έξω από τις θαλάσσιες αρτηρίες της Αδριατικής και της Ιταλικής Χερσονήσου. Τον Αύγουστο του 1520, τα στρατεύματα του Πιρί -Μεχμέτ Πασά κατέλαβαν τις πόλεις-κλειδιά, Σεμλίνο και Sabacz, και υποχρέωσαν την σερβο-ουγγρική φρουρά του Βελιγραδίου να παραδώσει την πόλη. Λίγο αργότερα, οι Τούρκοι κατανίκησαν τους Ούγγρους στην αποφασιστική μάχη του Μόχατς (29 Αυγούστου 1526) και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της νοτιοδυτικής Ουγγαρίας. Μετά τον θάνατο του βασιλιά, Λουδοβίκου Α’, εμφανίστηκαν δύο διεκδικητές του στέμματος: ο βοεβόδας της Τρανσυλβανίας Ιωάννης Ζαπόλυα, ευνοούμενος των Ούγγρων φεουδαρχών, και ο Αψβούργος αρχιδούκας της Αυστρίας, Φερδινάρδος, και ήδη κληρονόμος του βοημικού στέμματος· ο Ζαπόλυα, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει τις διεκδικήσεις των Αψβούργων, στράφηκε προς τους Οθωμανούς, προσφέροντάς τους την επικυριαρχία της Ουγγαρίας. Τον Σεπτέμβριο του 1529, ο Σουλεϊμάν εισβάλλει για δεύτερη φορά στα ουγγρικά εδάφη, απωθεί τους Αυστριακούς στα βορειοδυτικά και στήνει τα τούρκικα μπαϊράκια έξω από τις πύλες της Βιέννης. Όπως ήταν αναμενόμενο, προκλήθηκε πανικός στην Ευρώπη, κυρίως στα γερμανικά κράτη, που σπαράσσονταν και από τις πρώτες θρησκευτικές αναταραχές· αλλά η Βιέννη άντεξε. Ο Φερδινάρδος υπερασπίστηκε σθεναρά την πόλη, με τη βοήθεια και του αδερφού του, του αυτοκράτορα Καρόλου του Ε’· η πείνα και το ψύχος αποδεκάτιζαν τους καθηλωμένους πολιορκητές και μόνον η αδυναμία των Αυστριακών να οργανώσουν αποτελεσματική αντεπίθεση έσωσε τον οθωμανικό στρατό από τον όλεθρο· οι Τούρκοι θα επανέλθουν 150 χρόνια μετά. Αρχίζει πλέον η αναμέτρηση των Αψβούργων με τους Οθωμανούς, αλλά ουδείς θα εξασφαλίσει την απόλυτη κυριαρχία στην περιοχή και οι Οθωμανοί θα υποστούν τις πρώτες στρατιωτικές ήττες στην ιστορία τους. Στο εξής ο τουρκικός παράγοντας αναμειγνύεται ενεργά στην διαμάχη για την ηγεμονία στην Ευρώπη. Υπογράφονται ειδικές εμπορικές συμφωνίες, οι γνωστές «διομολογήσεις», και οι Οθωμανοί αναδεικνύονται ρυθμιστές της ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής.

Η κατάσταση στην Ευρώπη και ο «Τριακονταετής Πόλεμος»

Ανάμεσα στο 1500 και το 1789, τα χρόνια της ειρήνης στην Ευρώπη ήταν λιγότερα από τα χρόνια του πολέμου·[1] οι κυριότεροι πόλεμοι του 17ου αιώνα περιστράφηκαν γύρω από τον άξονα μιας τιτάνιας μονομαχίας ανάμεσα στους Αψβούργους και τους Βουρβώνους. Οι Αψβούργοι της Αυστρίας επέκτειναν την κυριαρχία τους στην Ισπανία και τη Βοημία· από την εποχή του Καρόλου Ε’ κλάδοι των Αψβούργων βασίλευαν στην Ισπανία, τις Κάτω Χώρες, τη Φρανς Κοντέ, το Μιλάνο και το Βασίλειο των δύο Σικελιών. Οι Βασιλείς της Γαλλίας θεωρούσαν την χώρα τους «περικυκλωμένη» και ανυπομονούσαν να σπάσουν την περικύκλωση.[2]

Γιατρός του μεσαίωνα για την αντιμετώπιση της πανώλης
Γιατρός του μεσαίωνα για την αντιμετώπιση της πανώλης

Οι πρίγκηπες της Γερμανίας ανησυχούσαν για την αύξηση της ισχύος του αυτοκράτορα, ενώ και οι βασιλείς της Δανίας και της Σουηδίας καλλιεργούσαν επεκτατικές φιλοδοξίες, «που δύσκολα θα μπορούσαν να μην πραγματοποιηθούν», σε βάρος της επικράτειας των Αψβούργων. Τέλος, ο «σπόρος» της θρησκευτικής σύγκρουσης που είχε σπείρει η θρησκευτική Μεταρρύθμιση έδωσε «καρπούς»: στα 1608-1609 διαμορφώθηκαν δύο αντίπαλες συμμαχίες και ακολούθησε ο καταστροφικός «Τριακονταετής Πόλεμος» (1618-1648). Νικητές του εν λόγω πολέμου αναδείχτηκαν η Γαλλία και η σύμμαχοί της· η Αλσατία και η Λωραίνη πέρασαν στην κυριαρχία των Γάλλων, η Σουηδία επίσης απέσπασε γερμανικά εδάφη, ενώ αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ολλανδίας και της Ελβετίας. Οι περισσότερες αλλαγές μάλλον δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για σκληρές διεθνείς αντιπαραθέσεις στο μέλλον, παρά εξασφάλιζαν την ειρήνη· επιπλέον, ο πόλεμος προκάλεσε τρομερές καταστροφές στην κεντρική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο του πληθυσμού χάθηκε από την πείνα, τις επιδημίες και τις ληστρικές επιθέσεις των στρατιωτών. Ολόκληρες περιοχές που έσφυζαν από ζωή ερήμωσαν· στη Σαξονία, το ένα τρίτο της αγροτική γης έπαψε να είναι καλλιεργήσιμο και κοπάδια λύκων περιφέρονταν σε πολλά χωριά. Ιδιαίτερα βαρύς ήταν ο φόρος αίματος στη Γερμανία και σε τμήματα της Γαλλίας· λέγεται ότι ο Τριακονταετής Πόλεμος μείωσε συνολικά τον πληθυσμό κατά 40%. Μαζί με τους λιμούς και τις σιτοδείες εμφανίστηκαν και πολλές επιδημίες πανώλης· κατά τη δεκαετία του 1630, μια φονικότατη πανδημία εκδηλώθηκε σε όλη τη Γερμανία κι εξαπλώθηκε από τα στρατεύματα των Σουηδών και των Αψβούργων· λίγο αργότερα, η «μαύρη πανώλη» του Λονδίνου μεταδόθηκε στις Κάτω Χώρες και αναφέρεται ότι οι Βρυξέλλες έχασαν το 10% του πληθυσμού τους.[3]

Αναμνηστικό μετάλλιο της αντι-οθωμανικής συμμαχίας (1684). Βαρσοβία, Εθνικό Μουσείο
Αναμνηστικό μετάλλιο της αντι-οθωμανικής συμμαχίας (1684). Βαρσοβία, Εθνικό Μουσείο

Η δεύτερη πολιορκία της Βιέννης (1683)

Νέα περίοδος πολεμικών συγκρούσεων ανοίγεται μετά την λήξη του τελευταίου βενετοτουρκικού πολέμου· παρά την στρατιωτική τους υπεροχή απέναντι στους Τούρκους, οι Αυστριακοί έπρεπε να φροντίσουν περισσότερο για την αντιμετώπιση των Γάλλων στα δυτικά, παρά για την άμυνα των νοτιοανατολικών συνόρων τους· εξάλλου, η επέκταση των Ρώσων και των Πολωνών στις ουκρανικές πεδιάδες δημιουργούσε προφανείς μελλοντικούς κινδύνους για την αυτοκρατορία.

Αφού προηγήθηκε η αυστροτουρκική ειρήνη του 1664, ο Λεοπόλδος Α’ αύξησε τον αριθμό των αυστριακών στρατευμάτων στην Ουγγαρία, περιόρισε τις δραστηριότητες των Διαμαρτυρόμενων έναντι των Καθολικών κληρικών, μεταβίβασε τις καίριες διοικητικές θέσεις σε «γερμανικά χέρια» και συστηματικά υπονόμευσε την ισχύ των ντόπιων γαιοκτημόνων· ο -καθολικός στο θρήσκευμα- βασιλιάς της Αυστρίας εξόντωσε πολλούς Ούγγρους ευγενείς, με την κατηγορία της προσχώρησης στον προτεσταντισμό, προκαλώντας την αγανάκτηση του λαού.[4]

Οι δυσαρεστημένοι Μαγιάροι στράφηκαν προς τους Οθωμανούς, καθώς η κηδεμονία των Τούρκων τούς φαινόταν «ελαστικότερη» από τη γερμανική κυριαρχία. Τελικώς, εκμεταλλευόμενος τις αυστρογαλλικές διαφορές, ο Ούγγρος φεουδάρχης, Ίμρε Tokoly, αφού απέδρασε από τη φυλακή, μετέτρεψε τις χωριστικές τάσεις σε κίνημα εθνικιστικό και ζήτησε ανοιχτά την στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων· συμφωνήθηκε μάλιστα να πληρώνεται φόρος στην Πύλη, 200.000 φλωρίνια ετησίως.[5] Ο Tokoly, Εμερίχος Τόκελης κατά τους παλαιότερους, ήταν γιος ενός θύματος του Λεοπόλδου.

Ο σουλτάνος Μεχμέτ Δ’ αποδέχτηκε την πρόσκληση, ανακήρυξε τον Tokoly βασιλιά της Άνω Ουγγαρίας και άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα στο Βελιγράδι. Την άνοιξη του 1683, 240.000 ή κατ’ άλλους 300.000 άνδρες -κατά μεγάλο μέρος «αλλόφυλοι» γενίτσαροι και βιαίως εξισλαμισθέντες χριστιανοί μαζί με τον Χάνο των Τατάρων- πέρασαν τα σύνορα και σε δύο μήνες -αφού λεηλάτησαν αγρίως τις γύρω περιοχές- στρατοπέδευσαν έξω από τα τείχη της Βιέννης.

Ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος, ακολουθούμενος από μεγάλο μέρος του πανικόβλητου πληθυσμού, εγκαταλείπει την έδρα του και αναθέτει την άμυνά της στον κόμητα Stahreberg. Ο ικανότατος κόμης διέθετε μόλις 10.000 πολεμιστές· αργότερα εισήλθαν στην πόλη 12.000 ακόμη.[6] Εντωμεταξύ, στα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας συγκεντρώνονταν ήδη απειλητικές οι γαλλικές στρατιές· ο αρχιστράτηγος των αψβουργικών δυνάμεων, δούκας της Λωραίνης Κάρολος, υποχώρησε μεν υπό την πίεση της τουρκικής προέλασης, αλλά δεν εγκατέλειψε όλα τα στρατηγικά ερείσματα μεταξύ των συνόρων και της Βιέννης. Γύρω στα μέσα του Αυγούστου, η πολιορκία έγινε στενότερη και οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν σε κάποια περιφερειακά οχυρώματα της πόλης· στις αρχές του Σεπτεμβρίου, εξαντλημένοι και χωρίς εφόδια και τρόφιμα, οι πολιορκούμενοι ετοιμάζονταν να συνθηκολογήσουν. Κατά τη διάρκεια των 60 ημερών της πολιορκίας, οι Τούρκοι έκαναν δεκαοχτώ εφόδους και οι πολιορκούμενοι εικοσιτέσσερις εξόδους. Καθώς λέγεται, ο Καρά Μουσταφάς δεν διέταξε γενική έφοδο απ’ όλες τις πλευρές των τειχών επειδή -λόγω φιλαργυρίας- δεν ήθελε να παραδώσει στη λεηλασία των στρατευμάτων τούς άπειρους θησαυρούς της Βιέννης.[7]

Ο Γιαν Γ΄ Σομπιέσκι ή Ιωάννης Σοβιέσκι, (Jan III Sobieski, 17 Αυγούστου 1629 - 17 Ιουνίου 1696) ήταν βασιλιάς της Πολωνίας, μέγας δούκας της Λιθουανίας και στρατάρχης.
Ο Γιαν Γ΄ Σομπιέσκι ή Ιωάννης Σοβιέσκι, (Jan III Sobieski, 17 Αυγούστου 1629 – 17 Ιουνίου 1696) ήταν βασιλιάς της Πολωνίας, μέγας δούκας της Λιθουανίας και στρατάρχης. Warsaw, Royal Castle Museum.

Αυτές τις κρίσιμες και δραματικές ώρες, καταφτάνουν οι στρατιωτικές δυνάμεις του βασιλιά της Πολωνίας, Ιωάννη Sobieski, (24.000 έως 84.000 άνδρες)[8] καθώς και στρατεύματα του δούκα της Λωραίνης (27.000 μαχητές), ενισχυμένα με Σάξονες και Βαυαρούς. Η αποφασιστική σύγκρουση έγινε στα υψώματα του Kahleberg, στις 12 Σεπτεμβρίου 1683. Αν και οι γενίτσαροι κράτησαν με πείσμα τις θέσεις τους, το πολωνικό ιππικό των ουσάρων διέλυσε τις υπόλοιπες βοηθητικές μολδοβλαχικές και ταταρικές δυνάμεις, συμπαρασύροντας στη φυγή το σύνολο του εκστρατευτικού σώματος. Αυτή τη φορά το σουλτανικό στράτευμα έπαθε πανωλεθρία: οι Οθωμανοί άφησαν στο πεδίο της μάχης 300 τηλεβόλα, όλες σχεδόν τις πολεμικές σημαίες τους, την ίδια τη σκηνή του Καρά Μουσταφά και 10.000 στρατιώτες νεκρούς· άλλοι 8.000 εξοντώθηκαν σ’ ενέδρα κοντά στον Δούναβη και 1.200 αιχμαλωτίστηκαν.[9]

Καρά Μουσταφάς, ο επικεφαλής του οθωμανικού στρατού στη Βιέννη.
Καρά Μουσταφάς, ο επικεφαλής του οθωμανικού στρατού στη Βιέννη.

Ο Μουσταφάς πλήρωσε την ήττα με το κεφάλι του και ο γενναίος Sobieski μπήκε στη Βιέννη θριαμβευτής. Ο Λεοπόλδος εμφανίστηκε τρεις μέρες αργότερα· η προσωπική αντιζηλία μεταξύ των δύο αντρών αντικατόπτριζε και τις γερμανοπολωνικές αντιθέσεις· εξαιτίας αυτών των αντιθέσεων, έμεινε ανεκμετάλλευτη η ευκαιρία για γρήγορη επέλαση των χριστιανικών δυνάμεων προς την τουρκοκρατούμενη Ουγγαρία. Ωστόσο, μετά τη νίκη της Βιέννης, ο Λεοπόλδος, κρίνοντας ότι η απειλή των Τούρκων έπρεπε ν’ αντιμετωπιστεί επειγόντως, υποχώρησε στη λαϊκή πίεση, γεφύρωσε το χάσμα με την Πολωνία και αποφάσισε να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον του Ισλάμ.

Ο Γιαν Γ΄ Σομπιέσκι ή Ιωάννης Σοβιέσκι, (Jan III Sobieski, 17 Αυγούστου 1629 – 17 Ιουνίου 1696) ήταν βασιλιάς της Πολωνίας, μέγας δούκας της Λιθουανίας και στρατάρχης. National Museum in Warsaw

Το «κόκκινο μήλο»

Ο ιστορικός Douglas A. Howard -παραδόξως- θεωρεί την πολιορκία της Βιέννης μάλλον αντιπερισπασμό, παρά μέρος ενός συνολικού γεωπολιτικού σχεδίου των Οθωμανών για την κατάκτηση μέρους -τουλάχιστον- της δυτικής Ευρώπης· στην «Ιστορία» του, διαβάζουμε: «Ο Αψβούργος αυτοκράτορας Λεοπόλδος δεν ενδιαφερόταν να εμπλακεί σε πόλεμο με την Τουρκία και στην πραγματικότητα ήθελε ν’ ανανεώσει την πιο πρόσφατη συνθήκη ειρήνης που είχε υπογραφεί το 1664. Ο φετφάς του μουφτή απαγόρευε την επίθεση εναντίον εχθρού που επιδίωκε την ειρήνη. Όμως η οθωμανική ηγεσία, επιθυμώντας να στηρίξει μια προστεσταντική εξέγερση εναντίον του Λεοπόλδου στην Ουγγαρία, προετοίμασε επίθεση εναντίον της Βιέννης.»[10] Η προηγούμενη εκτίμηση δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική· διότι -εκτός των άλλων- δεν μπορούμε να θεωρήσουμε απλό ιστορικό επεισόδιο την οργανωμένη εκστρατεία 300.000 χιλιάδων ανδρών εναντίον της Βιέννης· η πόλη, επονομαζόμενη και «κόκκινο μήλο», ήταν στόχος στρατηγικής σημασίας και η πτώση της θα είχε πολλαπλές συνέπειες για την Ευρώπη της εποχής· οι οθωμανικές ορδές δεν θα σταματούσαν στην άλωση της Βιέννης…. Εξάλλου, από στρατιωτική άποψη, η πεδινή Ευρώπη πίσω από τη Βιέννη ήταν ευάλωτη, γι’ αυτό και οι Τούρκοι ονόμαζαν τη Βιέννη «Πύλη της Δυτικής Ευρώπης». Οι Serge Berstein και Pierre Milza υποβαθμίζουν εντελώς το γεγονός, αφιερώνοντας μόλις τρεις γραμμές στην σημαντικότατη νίκη του Sobieski επί των Τούρκων: «Το 1683, οι Τούρκοι πολιορκούν την Βιέννη. Όπως την εποχή των σταυροφοριών, η βοήθεια έρχεται από τον βορρά: ο Βασιλιάς της Πολωνίας Ιωάννης Σομπιέσκι σπεύδει με ισχυρό στρατό και απελευθερώνει τη Βιέννη.»[11]

Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι Οθωμανοί απώλεσαν περίπου τις μισές από τις Ευρωπαϊκές κτήσεις τους· με την ήττα και τη διάλυση του οθωμανικού στρατού από τις χριστιανικές δυνάμεις, αρχίζει μια περίοδος συνεχούς υποχώρησης και παρακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι πολύχρονοι πόλεμοι που ακολούθησαν (1683 μέχρι το 1699) τερματίστηκαν με την συνθήκη του Κάρλοβιτς· η Τουρκία έχασε μεγάλο τμήμα της Ουγγαρίας, την Τρανσυλβανία, την Ποδολία, την Πελοπόννησο, τη Λευκάδα, την Αίγινα και μέρος της Δαλματίας, οι οποίες παραχωρήθηκαν αντίστοιχα στους Αυστριακούς, τους Πολωνούς και τους Βενετούς. Πλέον ανοίγει νέα περίοδος στην εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος· οι Ευρωπαίοι θ’ ανταγωνίζονται για τη διανομή των εδαφών που εγκαταλείπουν οι Τούρκοι που υποχωρούν, ενώ η Γαλλία δεν θα μπορεί να υπολογίζει στον τουρκικό αντιπερισπασμό, προκειμένου να πιέσει την αντίπαλη αυτοκρατορία των Αψβούργων· οι τελευταίοι θα πάρουν σιγά σιγά την «πρωτοβουλία των ευρωπαϊκών υποθέσεων, συνασπίζοντας τον γερμανικό κόσμο εναντίον του γαλλικού επεκτατισμού».[12] Η ανεπιτυχής απόπειρα για την κατάληψη της Βιέννης έδειξε την αδυναμία των Οθωμανών να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην δυτική Ευρώπη.

Ο Δημήτρης Τζήκας είναι δάσκαλος, ιστορικός και διαχειριστής στην ιστοσελίδα Ερανιστήςhttps://eranistis.net/wordpress/

Βιβλιογραφία

Τρ. Ε. Εὐαγγελίδου. Ἱστορία τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐκδότης: Ἀναστάσιος Δ. Φέξης Βιβλιοπώλης. Ἐν Ἀθήναις, 1894.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα, 1974. Τομ. 10 & 11.

  1. Burns. Ευρωπαϊκή Ιστορία. Τόμος πρώτος. Δεύτερη έκδοση. Μετάφραση: Τ. Βαρβέρης. Εκδ. Παρατηρητής. Θεσσαλονίκη, 1983.

Douglas A. Howard. Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετάφραση: Λάιου Σοφία. Εκδ. Καρδαμίτσα. Αθήνα, 2019.

  1. N. J. Pounds. Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης. Εκδ. Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Πάτρα, 2001.

Παραπομπές

[1] E. Burns. Σελ. 230.

[2] E. Burns. Σελ. 230.

[3] N. J. Pounds.

[4] Τρ. Ε. Εὐαγγελίδου. Σελ. 489.

[5] Τρ. Ε. Εὐαγγελίδου. Σελ. 489.

[6] Τρ. Ε. Εὐαγγελίδου. Σελ. 489.

[7] Τρ. Ε. Εὐαγγελίδου. Σελ. 490.

[8] Αναφέρονται διάφοροι αριθμοί· πιθανότατα ο Sobieski οδήγησε στη μάχη γύρω στους 40.000 άνδρες.

[9] Τρ. Ε. Εὐαγγελίδου. Σελ. 491.

[10] Douglas A. Howard. Σελ. 245, 246.

[11] Serge Berstein. Pierre Milza. Ιστορία της Ευρώπης. Εκδ. Αλεξάνδρεια. Αθήνα, 1997.

[12] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τομ. 11. Σελ. 15,16.

(Εμφανιστηκε 603 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.