30 Ιουνίου 2023 at 21:12

Ταραχές στη Γαλλία – Πασκάλ Μπρυκνέρ: «Ο τραγικός θάνατος του νεαρού Ναχέλ είναι το πρόσχημα…»

από

Ταραχές στη Γαλλία – Πασκάλ Μπρυκνέρ: «Ο τραγικός θάνατος του νεαρού Ναχέλ είναι το πρόσχημα…»

Συνέντευξη Από τον Alexandre Devecchio στον Figaro

Δημοσιεύθηκε στις 29 Ιουνίου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – Το ξέσπασμα βίας υπερβαίνει τη θεμιτή συγκίνηση που συνδέεται με τον τραγικό θάνατο του νεαρού Ναχέλ, υποστηρίζει ο φιλόσοφος. Κατά την άποψή του, αποκαλύπτει μια βαθιά ριζωμένη απόρριψη του γαλλικού κράτους και όλων των θεσμών του, που τροφοδοτείται εν μέρει από την εμπρηστική ρητορική ενός συγκεκριμένου τμήματος της αριστεράς.

LE FIGARO. – Η δικαιολογημένη συγκίνηση μετά τον θάνατο του νεαρού Nahel κατά τη διάρκεια ενός αστυνομικού ελέγχου δικαιολογεί τη βία που στρέφεται όχι μόνο κατά των αστυνομικών αλλά και κατά των πυροσβεστών και την πυρπόληση αυτοκινήτων και σχολείων;

Pascal BRUCKNER. – Η ενέργεια της αστυνομίας την Τρίτη ήταν απλώς μια αφορμή που πυροδότησε έναν  παβλοφικό θυμό. Πρόκειται για ένα απόλυτα προδιαγεγραμμένο  δράμα στο οποίο οι ταραξίες ανταποκρίνονται σε ένα σενάριο που έχει ήδη γραφτεί τουλάχιστον από το 2005. Η βία είναι ένα μόνιμο στοιχείο στις γειτονιές, αποτελώντας κάτι σαν υπόκρουση στην καθημερινή ζωή, αλλά αυτή η τραγωδία της έδωσε την ευκαιρία να ξεδιπλωθεί σε μεγάλη κλίμακα. Είναι η αρχή των καλοκαιρινών διακοπών για τους νεαρούς στασιαστές και οι νύχτες υπόσχονται να είναι καυτές. Σημειώστε ότι δεν είναι όλες οι ζωές ίσότιμες: ο θάνατος ενός αστυνομικού ή η πυρπόλησή του από κοκτέιλ μολότοφ δεν προκαλεί κανένα συναίσθημα, εκτός από το χειροκρότημα ορισμένων με τις κραυγές “ψήστε τους μπάτσους”.

Η ενέργεια της αστυνομίας την Τρίτη ήταν απλώς μια αφορμή που πυροδότησε έναν  παβλοφικό θυμό. Πρόκειται για ένα απόλυτα προδιαγεγραμμένο  δράμα στο οποίο οι ταραξίες ανταποκρίνονται σε ένα σενάριο που έχει ήδη γραφτεί τουλάχιστον από το 2005.
Η ενέργεια της αστυνομίας την Τρίτη ήταν απλώς μια αφορμή που πυροδότησε έναν  παβλοφικό θυμό. Πρόκειται για ένα απόλυτα προδιαγεγραμμένο  δράμα στο οποίο οι ταραξίες ανταποκρίνονται σε ένα σενάριο που έχει ήδη γραφτεί τουλάχιστον από το 2005.

Όπως πάντα σε αυτού του είδους τις αναφλέξεις, οι ανησυχίες των εμπόρων ναρκωτικών αναμειγνύονται με την απόρριψη του γαλλικού κράτους σε όλους τους θεσμούς του και με έναν μηδενιστικό ίλιγγο που συνίσταται στην καταστροφή αυτού που υποτίθεται ότι θα βελτίωνε τη ζωή όλων. Αυτός ο βανδαλισμός, δυστυχώς, δεν περιορίζεται στα προάστια, εμφανίστηκε και κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των “κίτρινων γιλέκων” το 2019, το 2022 και το 2023 για τις συντάξεις με τα μαύρα μπλοκ, τους «αντίφα» και άλλους ταραξίες. Ο πραγματικός εφιάλτης εδώ θα ήταν η συμμαχία των «Εξεγερμένων  της Γης» και των ταραξιών των συνοικιών, των πράσινων μεσοαστών και των νεοπρολετάριων που αναπαριστούν μια αδύνατη και μη ανιχνεύσιμη επανάσταση. Οι τέσσερις μήνες χάους και υστερίας από τους οποίους μόλις βγήκαμε έχουν αφήσει τα ίχνη τους: δεν μπορείς να εξαπολύεις τη βία ατιμώρητα. Είναι μια φωτιά που εξαπλώνεται με εκπληκτικό μιμητισμό. Όσο περισσότερο την ανεχόμαστε, τόσο περισσότερο μεταβάλλεται στην αποκλειστική γλώσσα των αντιπαράθεσεων. Χτυπήστε πρώτα, συζητήστε αργότερα.

Είναι αυτή η βία σύμπτωμα ενός κατακερματισμού σε εξέλιξη; Έχει επιδεινωθεί η κατάσταση από το 2005;

Το 2005 (όταν είχαν συμβεί ήδη μεγάλες ταραχές στις συνοικίες Σ.τ.μ.), οι ταραξίες, παιδιά της τηλεόρασης και του σούπερ μάρκετ, απαιτούσαν, όπως το έθεσε τότε ένας από αυτούς, “λεφτά και γκόμενες”. Δεν ήθελαν την προλεταριακή επανάσταση ή την εξάλειψη της φτώχειας, αλλά να επωφεληθούν από το εμπορικό όνειρο. Γεννημένοι Γάλλοι, ήθελαν να γίνουν Γάλλοι, αλλά ένιωθαν να τους εμποδίζει το χρώμα του δέρματός τους και, κυρίως, η κοινωνική τους καταγωγή και οι δεξιότητές τους. Όπως και σήμερα, δεν είχαν άλλους στόχους από το να ξεράσουν το μίσος τους για την αστυνομία και να κάψουν βρεφονηπιακούς σταθμούς, σούπερ μάρκετ, σχολεία, κέντρα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και βιβλιοθήκες σε μια αυτοκτονική κίνηση που τους αποκόπτει ακόμη περισσότερο από το υπόλοιπο έθνος.

Η εξέγερσή τους, που αναμεταδίδεται σε όλα τα δίκτυα, αποτελεί μια μορφή αρνητικής ενσωμάτωσης, μια τελετουργία μύησης στην οποία ο αγώνας κατά της αστυνομίας παίρνει τη θέση μιας αδύνατης εφηβικής εξέγερσης κατά του απόντος ή ανύπαρκτου πατέρα. Η Γαλλία τους αγνοεί ή τους περιφρονεί, και η οργή τους μπορεί να ερμηνευτεί ως η κραυγή μιας απωθημένης αγάπης, ένας τρόπος να πει κανείς: είμαστε εδώ, υπάρχουμε. Αυτά είναι τα προάστια: όχι ένα ξένο σώμα για τη Δημοκρατία, αλλά ένας μεγεθυντικός καθρέφτης των γαλλικών παθών, ένα απόθεμα ταλέντου και ενέργειας αλλά και δυνητικής βαρβαρότητας – ρατσισμός, αντισημιτισμός, ομοφοβία – ένα δοχείο για τα χειρότερα ένστικτα της πλέμπας.

Μήπως η αντι-αστυνομική ρητορική και οι κατηγορίες για συστημικό ρατσισμό που διατυπώθηκαν από την άκρα αριστερά τροφοδότησαν το μίσος ενός τμήματος των προαστίων;

Αυτό που έχει αλλάξει μέσα σε είκοσι χρόνια είναι η ανάδυση μιας εξεγερσιακής υπεραριστεράς, που επικροτεί τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, είναι λυσσαλέα αντισιωνιστική, δηλαδή αντισημιτική, και ονειρεύεται, ελλείψει μιας μεγάλης νύχτας, περισσότερες νύχτες ταραχών. Η Ανυπότακτη Γαλλία  και οι Οικολόγοι, ενώ αποτυγχάνουν να κυβερνήσουν τη Γαλλία, θέλουν να την κάνουν ακυβέρνητη. Από την ταινία Το μίσος του Mathieu Kassovitz το 1995, η αγριότητα της “caillera”, όπως αυτοαποκαλούνται οι συμμορίες, έχει γοητεύσει τα ΜΜΕ, τη σόουμπιζ και τόσους αριστερούς διανοούμενους. Αυτό το λούμπεν προλεταριάτο, “αυτό το κατακάθι διεφθαρμένων ατόμων από όλες τις τάξεις”, όπως το έθετε ο Ένγκελς το 1870, σαγηνεύει με την αγριότητά του και τη σχέση του με το οργανωμένο έγκλημα, κοινωνιολόγους, ηθοποιούς, κινηματογραφιστές και δημοσιογράφους. Γι’ αυτούς, όπως και για τον Μαρξ, η βία είναι η μεγάλη μαμή της ιστορίας. Οποιαδήποτε δικαιολογία είναι αρκετή για να δικαιολογήσει τη βιαιότητα των εξεγερμένων, ιδίως το άλλοθι του “συστημικού ρατσισμού”, ενώ το γαλλικό κράτος είναι αντιρατσιστικό από τη φύση του και τη σύνθεσή του.

Η οργή γίνεται αδικαιολόγητη όταν οι εξεγερμένοι μασκοφόροι ή κουκουλοφόροι, σαν μέλη της Ιεράς Εξέτασης, βάζουν φωτιά στα μέσα μαζικής μεταφοράς, πυρπολούν λεωφορεία και συρμούς του μετρό, χτυπούν τους πιο αδύναμους, γυναίκες και παιδιά, πυροβολούν με αληθινές σφαίρες πυροσβέστες και αστυνομικούς, δεν δείχνουν καμία μεταμέλεια και εξιδανικεύουν τους εαυτούς τους με την δικαιολογία  της εξέγερσης. Για τους πιο εξαγριωμένους, ενθουσιασμένους από τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015 και του 2016, ο φόνος είναι απλώς ένα παιχνίδι, ο θάνατος που δίνεται ή λαμβάνεται, ένα ατύχημα ή ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Το παράδοξο αυτών των λαϊκών εξεγέρσεων είναι ότι τιμωρούν πρωτίστως τον λαό, του οποίου τις συνθήκες διαβίωσης επιδεινώνουν, και επιταχύνουν την απομόνωση ορισμένων κοινοτήτων αποκομμένων από τις ζωντανές δυνάμεις του έθνους. Φαίνεται ότι, σε αντίθεση με το 2005, η κοινή γνώμη δεν δείχνει καμία συμπάθεια για τους ταραξίες και τους εμπρηστές, ακόμη και αν όλοι είναι αντίθετοι από την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως (τον θάνατο του νεαρού) που τους προκάλεσε.

Πάντως, ο επικεφαλής του κόμματος των Ανυπότακτων έγραψε στα κοινωνικά δίκτυα: “Οι λακέδες του συστήματος  μας επιτάσσουν να καλέσουμε σε ηρεμία. Εμείς όμως απαιτούμε δικαιοσύνη”. Θα πρέπει να θεωρηθεί αυτό ως κάλεσμα για βία; Είναι αυτό μέρος μιας πραγματικής στρατηγικής του χάους; Μπορούν οι Ανυπότακτοι να επωφεληθοὐν πραγματικά πολιτικά από αυτό;

Είναι απίθανο να μπορέσουν  να επωφεληθούν από αυτά τα γεγονότα, καθώς το παραλήρημα του έχει εξοργίσει την πλειοψηφία του πληθυσμού. Από την άλλη πλευρά, ο Μελανσόν δίνει επιχειρήματα στον Εθνικό Συναγερμό, του οποίου νομιμοποιεί την κουλτούρα της τάξης και της καταστολής που προβάλει. Χέρι με χέρι, τα δύο άκρα οδεύουν προς την άβυσσο.

Πηγή: https://ardin-rixi.gr

(Εμφανιστηκε 304 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.