Τα σημεία στίξης και τα τονικά σημάδια
Γράφει ο Σπύρος Καρτσώνης
Ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (257-180 π.Χ.), σημαντικός φιλόλογος και διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, ήταν ο δημιουργός όχι μόνο των τονικών σημαδιών και των πνευμάτων αλλά και σημείων στίξης.
- Τα σημεία στίξης, ως γνωστόν, «μας βοηθούν να ζωντανέψουμε κάπως ό,τι είναι γραμμένο, σταματώντας κατά το νόημα και χρωματίζοντας τη φωνή μας». (Τριανταφυλλίδης).
Η στίξη εμφανίστηκε κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Έως τότε δεν υπήρχε κάποιος συστηματοποιημένος τρόπος διαχωρισμού των λέξεων και των προτάσεων.
Η πρώτη απόπειρα για τη συστηματοποίηση της στίξης των κειμένων αποδίδεται στον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο. Αυτός δημιούργησε ένα σύνολο τριών σημαδιών (κόμμα, κώλον, περίοδος), τα οποία τοποθετούνταν μεταξύ λέξεων και φράσεων, προκειμένου να δηλωθούν οι παύσεις κατά την προφορική ανάγνωση ρητορικών κειμένων. Τα ονόματά τους οφείλονται στη διάρκεια της παύσης που δηλωνόταν. Αργότερα μέσω της μετωνυμίας άρχισαν να αναφέρονται στα αντίστοιχα σύμβολα. Με αυτόν τον τρόπο κατέστη δυνατή η δήλωση των παύσεων και του επιτονισμού του προφορικού λόγου στα γραπτά κείμενα.
Η χρήση αυτή παρέμεινε σποραδική κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας και μόνο προς το τέλος της άρχισε να διευρύνεται. Σε αυτό το πλαίσιο η στίξη λειτουργεί συμπληρωματικά προς το αλφάβητο. Στη συνέχεια η χρήση της στίξης υιοθετήθηκε από τους θιασώτες τη γραμματικής.

Η εφεύρεση και διάδοση της τυπογραφίας επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση των σημείων στίξης. Η χρήση τους ποικίλλει ανάλογα με τις εποχές, τις τυπογραφικές συνήθειες και τους ανθρώπους (ψυχική τους διάθεση και σκοπό που επιδιώκουν).
- Τα τονικά σημάδια (η οξεία[′], η βαρεία[‵]και η περισπωμένη[~]), και τα πνεύματα (η δασεία [‛] και η ψιλή [᾿]), δεν υπήρχαν εξαρχής στην ελληνική γλώσσα. Επινοήθηκαν κατά τους λεγόμενους ελληνιστικούς χρόνους (στα μετά τον Αλέξανδρο χρόνια), σε μια εποχή που είχαν γίνει πολύ σημαντικές μεταβολές στην προφορά της ελληνικής γλώσσας. Αποτελούν επινόηση των αλεξανδρινών γραμματικών. Πρώτος τα επινόησε και τα χρησιμοποίησε, όπως είπαμε, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος και τον ακολούθησε ο μαθητής και διάδοχός του Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ.
Ο λόγος για την επινόησή τους ήταν πολύ απλός: οι αλεξανδρινοί λόγιοι ήθελαν να βοηθήσουν τους συγχρόνους τους να διαβάζουν τα παλιά αλλά πολύ σημαντικά δημιουργήματα του λόγου με τον παλιό τρόπο, δηλαδή με τον τρόπο που τα πρόφεραν οι δημιουργοί τους. Με άλλα λόγια τα σημάδια αυτά δεν προορίζονταν να βοηθήσουν στη γραφή ή στην ανάγνωση της ελληνικής γλώσσας της εποχής που τα δημιούργησε (για την εποχή αυτή ήταν στην ουσία άχρηστα), αλλά να βοηθήσουν στην ανάγνωση των παλιών κειμένων. Τα οποία παλιά κείμενα ανήκουν σε μια εποχή που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τη στιγμή της επινόησης των σημαδιών αυτών. Η χρήση τους έγινε υποχρεωτική μόνο κατά τη βυζαντινή εποχή.
Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν αρχικά για να γράψουν τη γλώσσα τους μια μορφή της προελληνικής, συλλαβικής γραφής, που λέγεται Γραμμική Β΄ (είναι η τελευταία φάση στην εξέλιξη της προελληνικής Γραμμικής Α΄).
Επειδή όμως ήταν ατελής και παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες, οι Έλληνες κατά τον 10ο ή 9ο π.Χ. αιώνα εγκατέλειψαν τη γραφή αυτή και την αντικατέστησαν με μία γραφή που πήραν από τους Φοίνικες, η οποία ήταν συμφωνογραφική.
Την -επίσης- ατελή αυτή γραφή την τελειοποίησαν, αφού επινόησαν για πρώτη φορά τη δήλωση φωνηέντων και μερικών συμφώνων. Έτσι έφτασαν στη δημιουργία της πρώτης αλφαβητικής γραφής, του πρώτου φωνολογικού αλφαβήτου, στο οποίο κάθε γράμμα δήλωνε έναν φθόγγο. Η επινόηση αυτή κάνει ώστε το αλφάβητο να αναγνωρίζεται διεθνώς ως ελληνική δημιουργία, όσο και αν έναν αριθμό γραμμάτων, το αρχικό σχήμα και την ονομασία τους τα πήραν οι Έλληνες μέσω των Φοινίκων από τη βορειοσημιτική συμφωνογραφική γραφή.
Στην αρχή οι Έλληνες έγραφαν μόνο με κεφαλαία γράμματα, χωρίς να χωρίζουν συνήθως τις λέξεις, και χωρίς τόνους. Η γραφή με μικρά γράμματα και με τόνους διαμορφώθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, αλλά καθιερώθηκε μόνο κατά τη βυζαντινή εποχή (9ο μ.Χ. αιώνα).
Ως προς την κατεύθυνση των γραμμάτων, αρχικά οι Έλληνες έγραφαν, όπως και οι Φοίνικες και αργότερα οι Άραβες, αριστερόστροφα, δηλαδή από τα δεξιά προς τα αριστερά. Αργότερα χρησιμοποίησαν τη ‘‘βουστροφηδόν’’ γραφή, η οποία εναλλάσσει κατεύθυνση, όπως τα βόδια που οργώνουν, αριστερόστροφα στον πρώτο στίχο, δεξιόστροφα στο δεύτερο κ.ο.κ. Από τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα ή τα μέσα του 5ου καθιέρωσαν οριστικά τη δεξιόστροφη γραφή, που ισχύει μέχρι σήμερα.
O Σπύρος Καρτσώνης είναι δάσκαλος.














































