31 Μαΐου 2022 at 20:21

Η Νέα Ουτοπία (ΙΙΙ)

από

Ολόκληρο το βιβλίο του Jerome Klapka Jerome σε συνέχειες μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:

Η Νέα Ουτοπία (Ι), Η Νέα Ουτοπία (ΙΙ), Η Νέα Ουτοπία (ΙΙΙ)

Η Νέα Ουτοπία (ΙΙΙ)

Ήρχισα ν’ άνιώμαι κάπως εις την πόλιν, και ηρώτησα αν δεν ειμπορούσαμεν να εξέλθωμεν εις την εξοχήν χάριν μεταβολής. Ο οδηγός μου είπε: —Βέβαια, αλλά δεν νομίζω να έχετε μεγάλην επιθυμίαν προς τούτο. —Ω! ήτο τόσον ωραία εις την εξοχήν, είπα, πριν υπάγω να πλαγιάσω· υπήρχον μεγάλα θαλερά δένδρα, και πολλή πρασινάδα, και εκτεταμένα λιβάδια, και μικροί εξοχικοί οικίσκοι περιτριγυρισμένοι από χλόην, και… —Ω! τα μετεβάλαμεν όλα αυτά, διέκοψεν ο γηραιός κύριος· τώρα είναι ένας απέραντος κήπος εν είδει αγοράς, διηρημένος εις δρομίσκους και διώρυγας κατ’ ευθείας γωνίας τεμνομένας. Δεν υπάρχει τώρα καλλονή εις την εξοχήν οιαδήποτε. Κατηργήσαμεν την καλλονήν· κατέστρεφε την ισότητά μας. δεν ήτο ορθόν μερικοί άνθρωποι να ζώσιν εν μέσω ωραίας σκηνογραφίας, και άλλοι επάνω εις γυμνούς βάλτους. Τούτου ένεκα κατεστήσαμεν όλους τους τόπους όμοιους προς αλλήλους τώρα, και ουδεμία τοποθεσία υπερέχει της άλλης. —Δύναται εις άνθρωπος να μετανάστευση εις άλλην χώραν; ηρώτησα· αδιάφορον εις ποίαν, εις πάσαν άλλην χώραν. —Ω βέβαια, εάν αγαπά, απήντησεν ο συνοδός μου, αλλά προς τι να το κάμη; Όλαι αι χώραι είναι απαραλλάκτως αι ίδιαι. Όλος ο κόσμος είναι εις λαός τώρα· μία γλώσσα, εις νόμος, μία ζωή. —Δεν υπάρχει καμμία ποικιλία, καμμία αλλαγή πουθενά; ήρώτησα. Τι κάμνετε προς τέρψιν, προς ψυχαγωγίαν; Θέατρα υπάρχουν; —Όχι, απήντησεν ο οδηγός μου. Εδέησε να καταργήσωμεν τα θέατρα. Η ιδιοσυγκρασία των ηθοποιών εφαίνετο ανίκανος εις άκρον ν’ ασπασθή τας αρχάς της ισότητος. Έκαστος ηθοποιός ενόμιζε τον εαυτόν του τον άριστον ηθοποιόν εν τω κόσμω, και κατά πολύ υπέρτερον από πολλούς άλλους ανθρώπους ομού. Δεν ηξεύρω αν συνέβαινε το ίδιον εις τας ημέρας σας. —Ακριβώς το ίδιον, απήντησα, αλλά δεν εδίδομεν προσοχήν ούτε μας έμελε δι’ αυτό. —Α! ημάς μας έμελε, και επομένως εκλείσαμεν τα θέατρα· εκτός τούτου η ιδική μας εταιρία της Λευκής Ταινίας απεφάνθη ότι όλοι οι τόποι της διασκεδάσεως είναι κακοί και ολέθριοι· και με το να είναι συμμορία ανθρώπων δραστήριων και ισχυρογνωμόνων, γρήγορα προσείλκυσεν εις τας ιδέας της την πλειονοψηφίαν και ούτω όλαι αι διασκεδάσεις απηγορεύθησαν. Ηρώτησα: —Σας επιτρέπεται ν’ αναγινώσκητε βιβλία; —Ναι, είπεν, αλλά δεν γράφονται πολλά τώρα. Βλέπετε, επειδή όλοι ζώμεν τοιαύτην ζωήν, και δεν υπάρχει αδικία, ούτε λύπη, ούτε χαρά, ούτε ελπίς, ούτε έρως, ούτε παράπονον εις τον κόσμον, και επειδή όλα είναι τόσον κανονικά και εύτακτα, δεν υπάρχουν πολλά πράγματα δια να γράψη τις· εκτός, εννοείται, περί της μοίρας και του προορισμού της ανθρωπότητος. —Αλήθεια, είπα, το βλέπω. Αλλά τα παλαιά έργα τα κλασικά; Είχετε το πάλαι Σαίξπηρ και Σκώτ και Θάκερεϋ, και είχα γράψει κ’ εγώ κάτι το όποιον δεν θα ήτο και πολύ άσχημον. Τι τα έκάματε όλα εκείνα; —Ω! τα εκαύσαμεν όλα αυτά τα παλαιά, είπεν. Ήσαν γεμάτα από τας τελευταίας σκουριασμένας ιδέας του παλαιού κακού καιρού, όταν οι άνθρωποι ήσαν απλώς σκλάβοι και φορτηγά κτήνη. Είπε προσέτι ότι όλαι αι παλαιαί εικόνες και γλυφαί είχον καταστραφή επίσης, εν μέρει δι’ αυτόν τούτον τον λόγον, και εν μέρει διότι εθεωρήθησαν επιβλαβείς από την επιτηρητικήν εταιρίαν της Λευκής Ταινίας, ήτις εξήσκει μεγάλην δύναμιν τώρα. Πάσα δε νέα τέχνη και φιλολογία είχεν απαγορευθή, καθόσον τα τοιαύτα έτεινον να υπονομεύσωσι τας αρχάς της ισότητος. Έκαμνον τους άνθρώπους να σκέπτωνται, και οι σκεπτόμενοι άνθρωποι ανεπτύσσοντο και εγίνοντο ικανώτεροι από εκείνους οίτινες δεν επεθύμουν να σκέπτωνται· κ’ εκείνοι οίτινες δεν επεθύμουν να σκέπτωνται φυσικώ τω λόγω εναντιούντο εις τούτο, και επειδή ήσαν εν τη πλειονοψηφία, υπερίσχυσαν. Δια τους αυτούς λόγους, είπε, δεν επετρέποντο οι αγώνες, αι ιπποδρομίαι και τα παιγνίδια. Οι αγώνες και τα παιγνίδια επέφερον συναγωνισμόν, και ο συναγωνισμός επέφερεν ανισότητα. Είπα: —Πόσας ώρας την ημέραν εργάζονται οι πολίται σας; —Τρεις ώρας, απήντησε· μετά τούτο, όλον το λοιπόν της ημέρας μάς ανήκει. —Α! αυτό περίμενα ν’ ακούσω, παρετήρησα.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο έφηβος Tζερόµ άφησε το σχολείο και εργάστηκε ως υπάλληλος σιδηροδρόµων, ηθοποιός, δάσκαλος και δηµοσιογράφος.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο έφηβος Tζερόµ άφησε το σχολείο και εργάστηκε ως υπάλληλος σιδηροδρόµων, ηθοποιός, δάσκαλος και δηµοσιογράφος.

Αλλά τι κάμνετε τον εαυτόν σας εις τας άλλας εικοσιμίαν ώρας; —Ω! αναπαυόμεθα. —Πως! επί ολοκλήρους εικοσιμίαν ώρας; —Βέβαια, αναπαυόμεθα και σκεπτόμεθα και ομιλούμεν. —Περί τίνος σκέπτεσθε και ομιλείτε; —Ω! ω! περί του πόσον άθλια πρέπει να ήτο η ζωή εις τους παλαιούς καιρούς, και πόσον ευτυχείς είμεθα τώρα, και, και… περί του προορισμού της ανθρωπότητος. —Δεν αποκάμνετε ποτέ να σκέπτησθε περί του προορισμού της ανθρωπότητος;—Όχι. —Και τι εννοείτε με τούτο; τι πράγμα είναι ο προορισμός της ανθρωπότητος, το εννοείτε; —Ω! ιδού, να είμεθα όπως είμεθα τώρα, μόνον κάτι περισσότερον, η ισότης να προάγηται, και ο ηλεκτρισμός να χρησιμεύη εις περισσότερα πράγματα, και ο καθείς να έχη δύο ψήφους αντί μιας, και… —Σας ευχαριστώ. Αυτό αρκεί. Υπάρχει τίποτε άλλο δια το όποιον να σκέπτησθε; Έχετε θρησκείαν; —Ω! βέβαια. —Και λατρεύετε Θεόν; —Ω! ναι. —Πώς τον ονομάζετε; — Π λ ε ι ο ν ο ψ η φ ί α ν. —Μίαν ερώτησιν ακόμη… δεν σας πειράζει που σας ερωτώ όλα αυτά ολίγον κατ’ ολίγον, αλήθεια; —Ω! όχι. Αυτό είναι όλη η τρίωρος εργασία μου δια την πολιτείαν. —Ω! χαίρω διά τούτο· θα μου εκακοφαίνετο να ηξεύρω ότι σας κλέπτω τον πολύτιμον προς ανάπαυσιν καιρόν σας. Ό,τι θέλω να ερωτήσω ακόμη είναι αυτοκτονούσι πολλοί εκ των ανθρώπων εδώ; —Όχι· το τοιούτο ποτέ δεν συμβαίνει. Προσέβλεψα τα πρόσωπα των ανδρών και των γυναικών όσοι διέβαινον. Όλοι και όλαι είχον υπομονητικήν, σχεδόν παθητικήν έκφρασιν επί του προσώπου. Δεν ηδυνάμην να ενθυμηθώ που είχον ίδη άλλοτε τοιαύτην τινά όψιν. Μοι εφαίνετο οικεία. Πάραυτα ενθυμήθην. Ήτο ακριβώς η ήρεμος, θολωμένη, θαυμαστική έκφρασις την οποίαν έβλεπα πάντοτε εις τας όψεις των ίππων και των βοών, τους οποίους ετρέφομεν και διετηρούμεν εν τω παλαιώ κόσμω. Όχι. Οι άνθρωποι ούτοι ποτέ δεν θα εσκέπτοντο ν’ αυτοκτονήσουν. Παράδοξον! πόσον αμυδρά και ασαφή καθίστανται όλα τα πρόσωπα περί εμέ! Και που είναι ο οδηγός μου; Και διατί κάθημαι επί του λιθοστρώτου; και, άκουσον! αυτή είναι βεβαίως η φωνή της ξενοδόχου μου, της κυρίας Βίγγελς. Εκοιμήθη άρα χίλια έτη και αυτή; Λέγει ότι είναι δώδεκα η ώρα — μόνον δώδεκα; και δεν θα νιφθώ έως τας τέσσαρες και μισή· και αισθάνομαι τόσην ζέστην και στενοχώριαν, και το κεφάλι μου πονεί! Ευοί! είμαι επί της κλίνης! Ήτο όνειρον όλον αυτό; και ευρίσκομαι πάλιν εις την ιθ’ εκατονταετηρίδα; Δια του ανοικτού παραθύρου ακούω τον θόρυβον και τον ρόχθον της καθημερινής πάλης του βίου. Οι άνθρωποι αγωνίζονται, μοχθούσιν, εργάζονται, διακυβεύουσι την ζωήν των, με τα όπλα της ρώμης και της βουλήσεως. Οι άνθρωποι γελώσι, θλίβονται, ερώνται, εγκληματούσιν, ανδραγαθούσι· πίπτουσι, μάχονται, βοηθούσιν αλλήλους· ζώσι! Και έχω πολύ περισσότερον από τριών ωρών εργασίαν να κάμω σήμερον, και ενόουν να εξυπνήσω εις τας επτά. Επεθύμουν να μην είχα καπνίσει τόσον πολλά δυνατά πούρα χθες το βράδυ.

Ολόκληρο το βιβλίο του Jerome Klapka Jerome σε συνέχειες μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:

Η Νέα Ουτοπία (Ι), Η Νέα Ουτοπία (ΙΙ), Η Νέα Ουτοπία (ΙΙΙ)

ΠΗΓΗ: Η ΝΟΥΒΕΛΑ Η ΝΕΑ ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΖΕΡΟΜ Κ. ΤΖΕΡΟΜ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΣΗ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΕ ΨΗΦΙΑΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2022 ΜΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΦΑΡΣΑΡΗ ΚΑΙ ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΜΕ ΑΔΕΙΑ CREATIVE COMMONS (BY–NC-SA) ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.

(Εμφανιστηκε 93 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.