10 Απριλίου 2022 at 21:12

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας εισβολής

από

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας εισβολής

Γράφει ο Μανόλης Πλούσος

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου στις 9 Νοεμβρίου 1989 σηματοδότησε την απαρχή της διάλυσης της ΕΣΣΔ και το τέλος μιας εποχής. Ολόκληρος ο πλανήτης έβλεπε σε ζωντανή μετάδοση το σύμβολο του ψυχροπολεμικού διπολισμού να καταρρέει μαζί με την κομμουνιστική κληρονομιά της Σοβιετικής Ένωσης. Η αλήθεια είναι ότι η ΕΣΣΔ είχε περιέλθει σε ένα σπιράλ ύφεσης αρκετά χρόνια πριν το 1989. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι μυστικές υπηρεσίες της χώρας είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στο σοβιετικό καθεστώς, που απλώς στρουθοκαμήλιζε μπροστά στις συνεχείς οικονομικές και κοινωνικές αναταράξεις. Ο μεταρρυθμιστικός οίστρος του Μ. Γκορμπατσόφ δεν φάνηκε ικανός να αντιστρέψει την κατάσταση, με αποτέλεσμα το σύνολο των χωρών του κομμουνιστικού μπλοκ να επιλέξει την ένταξή του στον «κόσμο των McDonalds»… Η Ρωσία από κυρίαρχη δύναμη του κομμουνιστικού συνασπισμού, εν μία νυκτί, κατέστη ένα χρεοκοπημένο κράτος (failed state). Όπως το έθεσε σωστά ο S. Huntington: «Ενώ η Σοβιετική Ένωση υπήρξε μια υπερδύναμη με παγκόσμια συμφέροντα, η Ρωσία είναι μια ισχυρή δύναμη με περιφερειακά και πολιτισμικά συμφέροντα». Η νέα ηγεσία του Μπ. Γιέλτσιν αμφιταλαντευόταν εξ αρχής ανάμεσα στην αποδοχή της σοβιετικής κληρονομιάς και στην προσαρμογή του νέου κράτους στα δυτικά ειωθότα.

Πόλεμος στην Ουκρανία
Πόλεμος στην Ουκρανία

Η Ρωσία ακολούθησε την πορεία των περισσότερων πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων, επιλέγοντας να υιοθετήσει, άκριτα είναι η αλήθεια, το σύνολο των αξιών του Δυτικού κόσμου, ήτοι την φιλελεύθερη οικονομία, τον πολιτικό πλουραλισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την εκλογική δημοκρατία. Αυτά ίσχυαν στις επίσημες διακηρύξεις, αφού στην πραγματικότητα αυτό που αντικατέστησε το κομμουνιστικό καθεστώς ήταν κατ’ ουσίαν ένα… χάος. Η εισαγωγή των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων και η απότομη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας οδήγησαν σε πρωτόγνωρη αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, επιταχύνθηκε η ανάδειξη μιας νέας εξουσιαστικής ελίτ αποτελούμενης, κατά κύριο λόγο, από πρώην στελέχη του ΚΚΣΕ, αξιωματικούς του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών, που κατάφεραν, κυρίως με μαφιόζικες τακτικές, να αναδειχτούν σε αδιαφιλονίκητους άρχοντες της οικονομίας. Οι νεόπλουτοι «ολιγάρχες» κατάφεραν να αρπάξουν τον εθνικό πλούτο της Ρωσίας για λογαριασμό τους βυθίζοντας μεγάλο μέρος του ρωσικού πληθυσμού στην ανέχεια. Κύριο απότοκο της κατάστασης αυτής ήταν η ένταση των οικονομικών αντιθέσεων και η κοινωνική πόλωση. Μοναδικοί κερδισμένοι οι νέοι επιχειρηματίες που μπορούσαν να διατηρούν ένα lifestyle με βίλες στο εξωτερικό, «ξέπλυμα» χρημάτων από «καθωσπρέπει» τραπεζικά ιδρύματα της Δύσης και μετακινήσεις ανά τον κόσμο με Learjet… Όπως σημειώνει και ο H. Kissinger για την περίοδο Γιέλτσιν: «Υπήρξε ένα παράξενο υβρίδιο μαύρης αγοράς, παράτολμης κερδοσκοπίας, απροκάλυπτων εγκληματικών δραστηριοτήτων και κρατικού καπιταλισμού, καθώς τεράστια βιομηχανικά καρτέλ κατέληξαν με την πρόφαση των ιδιωτικοποιήσεων στα χέρια των ίδιων ανθρώπων που τα διαχειρίζονταν στην κομμουνιστική περίοδο». Και ο George Friedman επιβεβαιώνει ότι: «Οι Ρώσοι ολιγάρχες, η ρωσική μαφία και η πρώην KGB ήταν ενίοτε οι ίδιοι άνθρωποι, πάντοτε συνδεδεμένοι»

Το νέο καθεστώς που προέκυψε από την διάλυση της ΕΣΣΔ ήταν αδύνατο να συντηρήσει το σοβιετικό οπλοστάσιο και προέβη σε γενναίες περικοπές των αμυντικών δαπανών της χώρας, ευελπιστώντας ότι την ίδια τακτική θα ακολουθούσε και το ΝΑΤΟ. Μάλιστα, ενδόμυχα οι Ρώσοι στρατιωτικοί περίμεναν ότι και το ΝΑΤΟ θα διαλυόταν, αφού εξέλιπε πλέον ο κυριότερος λόγος ύπαρξής του, δηλαδή η ΕΣΣΔ. Αντ’ αυτού, το Κρεμλίνο είδε το ΝΑΤΟ να διευρύνεται με την ένταξη στους κόλπους του χωρών της πρώην ΕΣΣΔ και να αυξάνει δυσθεώρητα τις αμυντικές του δαπάνες. Επιπρόσθετα, η περιορισμένη οικονομική βοήθεια από την Δύση καθώς και η μη διαγραφή του χρέους της ΕΣΣΔ δημιούργησε έντονη επιφυλακτικότητα στους Ρώσους επιτελείς. Το μόνο που αντανακλούσε κάτι από το ένδοξο αυτοκρατορικό και σοβιετικό παρελθόν της Ρωσίας ήταν η πρωτοκαθεδρία που απολάμβανε στη Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών, έναν χαλαρό συνασπισμό πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, που αναγνώριζαν την κυρίαρχη θέση της Μόσχας στην Ευρασία. Τα διάφορα κράτη της ΚΑΚ σε γενικές γραμμές κινούνταν ευκαιριακά και πολλές φορές προσπαθούσαν να διαφοροποιηθούν από τις εντολές της Μόσχας. Μάλιστα, στα 1997 τα περιφερειακά κράτη της Γεωργίας, της Ουκρανίας, του Αζερμπαϊτζάν και της Μολδαβίας κατήγγειλαν την Ρωσία ότι εμπλέκεται ανοιχτά στα εσωτερικά τους με πρόσχημα την προστασία των ρωσικών μειονοτήτων στα εδάφη τους και επιδίωξαν την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ. Ο διακηρυγμένος στόχος της Ρωσίας για την ΚΑΚ κωδικοποιήθηκε ως εξής από τον Γιέλτσιν τον Σεπτέμβρη του 1995: «Ο κύριος στόχος της ρωσικής πολιτικής έναντι της ΚΑΚ είναι να δημιουργήσει μια οικονομικά και πολιτικά ολοκληρωμένη ένωση κρατών ικανής να διεκδικήσει τη θέση που της αρμόζει στην παγκόσμια κοινότητα… να σταθεροποιήσει τη Ρωσία ως την ηγετική δύναμη στο σχηματισμό του νέου συστήματος διακρατικών πολιτικών και οικονομικών σχέσεων στο έδαφος του μετά- ενωσιακού χώρου». Οι συνεχείς, βέβαια, διαφοροποιήσεις πολλών κρατών της ΚΑΚ από την γραμμή της Μόσχας, καθώς και η σύσφιξη των σχέσεων τους με δυτικούς θεσμούς δημιουργούν έκτοτε πονοκέφαλο στο Κρεμλίνο…

Πόλεμος στην Ουκρανία
Πόλεμος στην Ουκρανία

Η Ρωσία έβλεπε με τρόμο τον «δακτύλιο ασφαλείας» που είχε παγιωθεί κατά την εποχή της ΕΣΣΔ να ξηλώνεται αργά και βασανιστικά. Παράλληλα, εγείρονταν σημαντικά ζητήματα ασφάλειας και στο εσωτερικό, αφού παρά την διάλυση της πολυεθνικής ΕΣΣΔ και η διάδοχος Ρωσία αποτελούνταν από μια πανσπερμία εθνών, με πολλά από αυτά να θέτουν ζητήματα αυτοδιάθεσης. Κυρίως στον Καύκασο, μια παραδοσιακά πολυεθνική και ταραχώδη περιοχή, τα εθνικιστικά κινήματα περιπλέκονταν και με την δράση ισλαμιστών στις περιοχές της Τσετσενίας και του Νταγκεστάν. Οι μόνες πιστές στην Μόσχα δημοκρατίες ήταν αυτές της Λευκορωσίας και την Αρμενίας. Η πρώτη ουδέποτε είχε εκδηλώσει κάποιο διαχωριστικό εθνικό κίνημα, με τους κατοίκους της να ταυτίζονται πάντα με την Ρωσία, ενώ η δεύτερη προσέβλεπε στην Μόσχα ενάντια στον αγώνα που διεξήγε με του μουσουλμάνους γείτονές της. Ο στρατηγικός στόχος της Ρωσίας ήταν πάντοτε η προσπάθεια να αποκτήσει πρόσβαση σε θερμά ύδατα, καθώς η έλλειψη ισχυρού ναυτικού ήταν πάντοτε η «αχίλλειος πτέρνα» της, ενώ η μόνη θαλάσσια διέξοδος της χώρας πέρναγε πάντα από τον έλεγχο της Μαύρης Θάλασσας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα με το οποίο βρέθηκε αντιμέτωπη η νέα Ρωσία ήταν η απώλεια του ελέγχου των λιμανιών της Κριμαίας, που μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, άνηκε στην Ουκρανία. Η διευθέτηση του ζητήματος με το Κίεβο στα 1994 φάνηκε να διασκεδάζει τις ανησυχίες των Ρώσων στρατηγών, αλλά η απώλεια του ελέγχου της Ουκρανίας έπληξε σημαντικά την γεωπολιτική θέση της Ρωσίας. Έκτοτε το ουκρανικό ζήτημα θα έχει κομβικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Ο Ντ. Ριουρικόφ, σύμβουλος του Γιέλτσιν αναφερόταν στην Ουκρανία ως «προσωρινό φαινόμενο», ενώ και ο  Ζ. Μπρεζίνσκι σχολιάζει σχετικά: «Η αυξανόμενη κλίση της Αμερικής, ιδιαίτερα το 1994, να προσδώσει υψηλή προτεραιότητα στις αμερικανο-ουκρανικές σχέσεις και να βοηθήσει την Ουκρανία να στηρίξει τη νέα εθνική ελευθερία της θεωρήθηκε από πολλούς στη Μόσχα –ακόμη και από τους «εκδυτικιστές»- ότι ήταν μια πολιτική που στρεφόταν εναντίον του ζωτικού συμφέροντος της Ρωσίας να επαναφέρει τελικά την Ουκρανία στο κοινό μαντρί. Για πολλά μέλη της ρωσικής πολιτικής ελίτ παραμένει άρθρο πίστης ότι τελικά η Ουκρανία θα «επανενσωματωθεί» με κάποιο τρόπο».     

Με την ανάρρηση στο προεδρικό θώκο του Βλάντιμιρ Πούτιν, ενός πρώην χαμηλόβαθμου αξιωματικού της KGB, μια νέα σελίδα φάνηκε να γυρίζει για την Ρωσία. Σε αντίθεση με τον αλκοολικό προκάτοχό του, ο Πούτιν παρουσιάστηκε εξ αρχής ως ένας νέος, δυναμικός και μεθοδικός ηγέτης. Όπως σχολιάζει ο George Friedman: «Ο Πούτιν ήταν άνθρωπος της KGB. Έβλεπε τον κόσμο με έναν συγκεκριμένο τρόπο, με αδίστακτο ρεαλισμό και ελάχιστη ιδεολογία. Αμφιβάλλω αν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης τον εξέπληξε»… Πλαισιωμένος από πολλούς πρώην συντρόφους του στις μυστικές υπηρεσίες, τους επονομαζόμενους «siloviki», προώθησε αργά και μεθοδικά το κυβερνητικό του όραμα, το «δόγμα Πούτιν». Κύρια παράμετρος του μοντέλου διακυβέρνησης του Πούτιν είναι η «κυρίαρχη» ή «κατευθυνόμενη» δημοκρατία την οποία οι σύμβουλοί του Βλάντισλαβ Σουρκόφ και Γκλεμπ Παβλόφσκι «ανέστησαν» από τις θεωρίες του Ιβάν Ίλιν, ενός φανατικού χριστιανού και λάτρη των φασιστικών ιδεών του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Σύμφωνα με το «δόγμα Πούτιν» το κράτος πρέπει να έχει μια τυπικά δημοκρατική κυβέρνηση η οποία όμως θα λειτουργεί de facto αυταρχικά, ενώ με την χρήση τεχνικών προπαγάνδας το κοινό αποτρέπεται από την ενεργή πολιτική δράση. Οι αντιφρονούντες καταδιώκονται, οι δυτικές ΜΚΟ θεωρούνται «πράκτορες του εξωτερικού» (πολλές φορές όχι άδικα) και το δικαίωμα διαμαρτυρίας περιορίζεται μαζί με την ελευθερία έκφρασης. Ο Πούτιν αξιοποιεί σε σημαντικό βαθμό και την θρησκεία προκειμένου να αναστήσει το τρωθέν κύρος του ρωσικού κράτους. Σημειώνει ο H. Kissinger σχετικά: «Περισσότερο αυταρχική από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, η Ρωσία ασπαζόταν μια μυστικιστική και εθνικιστική εκδοχή του χριστιανισμού στην ρωσική ορθοδοξία. Η ρωσική εκκλησία, που ήταν ταυτισμένη με την κρατική εξουσία, νομιμοποιούσε την προσπάθεια της Ρωσίας να αποκτήσει κύρος και να επεκταθεί». Οι χριστιανικές αρχές, η προσκόλληση στην παράδοση, ο πατριωτισμός καθώς και μια ρωσική ερμηνεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας έκφρασης συναποτελούν αυτό που ο Πούτιν ορίζει ως «Ρωσική οδό». Οι ρίζες αυτής της αντίληψης ανάγονται πίσω στο μακρινό 1920 όταν ο Ευγένιος Τρουμπετσκόι, εκπρόσωπος του ρεύματος της ρωσικής θρησκευτικής φιλοσοφίας, δήλωνε ότι: «Το καθήκον μας είναι να δημιουργήσουμε έναν εντελώς νέο πολιτισμό, τον δικό μας πολιτισμό, που δεν θα μοιάζει με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό». Σε συνέντευξή του στο NBC τον Δεκέμβρη του 2000 ο Πούτιν τόνιζε με νόημα: «Δεν θα ήθελα για κανένα λόγο η χώρα μου, η Ρωσία, να χάσει την ιδιαίτερη ταυτότητά της. Η μεγάλη επιθυμία μου είναι η διατήρηση των πολιτιστικών και πνευματικών καταβολών της, για τις οποίες είμαστε πολύ υπερήφανοι και τις αγαπούμε αληθινά».

Παράλληλα, ο Πούτιν οραματίζεται την Ρωσία να παίζει κεντρικό ρόλο στην Ευρασία. Πολλοί αντιδυτικοί διανοητές που επηρεάζουν τον Πούτιν θεωρούν ότι οι αυτοκρατορικές επιδιώξεις της Ρωσίας πρέπει να ακολουθήσουν έναν δρόμο που θα περνά όχι τόσο από την αποδοχή της από την Δύση, όσο από την κυριαρχία της στην Ασία. Θεωρούν την Δύση και  το ΝΑΤΟ τον νούμερο ένα εχθρό των ρωσικών σχεδίων με τον ιστορικό Λεβ Γκουμιλιόφ να συμπυκνώνει ήδη από το 1992 την θέση αυτή ως εξής: «Οι Τούρκοι και οι Μογγόλοι μπορούν να είναι ειλικρινείς φίλοι, αλλά οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Γερμανοί, είμαι πεπεισμένος, ότι δεν είναι παρά μακιαβελικοί εκμεταλλευτές». Το όραμα αφορά στο χτίσιμο μια ένωσης κρατών στα βήματα της Ενωμένης Ευρώπης, με την Ρωσία να κατέχει κυρίαρχη θέση. Τον Ιανουάριο του 2000 δήλωνε ο Πούτιν: «Πρέπει να δημιουργηθεί ένας ενιαίος οικονομικός χώρος με τα μέλη της ΚΑΚ». Κάθε απόκλιση προς την Δύση θεωρείται casus belli, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και το 2008 όταν η Γεωργία αποπειράθηκε να ενταχτεί στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. και η Ρωσία εξαπέλυσε εναντίον της έναν πενθήμερο πόλεμο. Ακριβώς το ίδιο σενάριο που παρακολουθούμε σήμερα στην Ουκρανία… Όπως δήλωνε ο έτερος διαμορφωτής του «δόγματος Πούτιν», Αλεξάντερ Ντούγκιν το 2012: «Αν η Ουκρανία και η Γεωργία βρεθούν κάτω από τα φτερά της αμερικανικής αυτοκρατορίας […] τότε το αυτοκρατορικό σχέδιο της Ρωσίας έχει τελειώσει. […] Δεν αποκλείεται να δώσουμε μάχη για την Κριμαία και την Ανατολική Ουκρανία». Ακόμη πιο ακραίος ο Αλεξάντερ Προχάνοφ θεωρεί ότι: «Ο Πούτιν αναδομεί το ρωσικό κράτος, αποδίδοντάς του την πρωταρχική αυτοκρατορική μορφή του, που χάθηκε με την πτώση της ΕΣΣΔ. […] Η αντιπαράθεση με τη Δύση θα συνεχίσει και θα επιδεινώνεται. Η Ρωσία θα στρέφεται όλο και περισσότερο προς την Κίνα και την Ινδία με σκοπό τη δημιουργία ενός αντιδυτικού μετώπου. Δυο εχθρικά στρατόπεδα σχηματίζονται και οδεύουμε προς έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Γι’ αυτό όμως θα αποφασίσει ο Θεός»

Πόλεμος στην Ουκρανία
Πόλεμος στην Ουκρανία

Οι περισσότερες χώρες της ΚΑΚ έχουν σιωπηρά αποδεχτεί την πρωτοκαθεδρία της Ρωσίας. Οι πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας (οι πέντε χώρες των –σταν) μην έχοντας άλλο δρόμο για την εξαγωγή των πρώτων υλών τους (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μεταλλεύματα) προς τις ενεργειακά αδηφάγες βιομηχανίες της Δύσης αναγκαστικά έχουν έρθει σε ένα συμβιβασμό με την Ρωσία. Η στρατιωτική δύναμη της Ρωσίας της επιτρέπει να ασκεί έντονη πίεση σε αυτές τις πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες, ώστε να τις διατηρεί υπό την ζεστή αγκαλιά της… Αλλά η περίπτωση της Ουκρανίας είναι ιδιαίτερη. Ουκρανία σημαίνει στα ρωσικά «στην άκρη». Στα ανατολικά της χώρας κυριαρχούν οι ρώσικοι πληθυσμοί, ενώ όσο κατευθύνεται κανείς δυτικά τόσο αλλάζει το πολιτισμικό περιβάλλον θυμίζοντας έντονα Ευρώπη. Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού η Ουκρανία ακολούθησε και αυτή με την σειρά της την πορεία της Ρωσίας. Πρώην κομματικά στελέχη και αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών άρπαξαν την εξουσία στερεώνοντας ένα διεφθαρμένο και φατριαστικό σύστημα διακυβέρνησης. Όπως και στην Ρωσία, το κράτος κατέστη ένας μηχανισμός εξυπηρέτησης πρωτίστως προσωπικών επιδιώξεων. Αυτός που μεσουράνησε στην ουκρανική προεδρία για πάνω από μια δεκαετία ήταν ο Λεονίντ Κούτσμα. Κατά την διάρκεια της ηγεσίας του (1994-2005) παρατηρήθηκε ευρεία διάβρωση του κρατικού μηχανισμού και των δημόσιων υπηρεσιών από το οργανωμένο έγκλημα. Οι Ουκρανοί ολιγάρχες, σε αγαστή συνεργασία με τους Ρώσους ομολόγους τους, επένδυσαν τον παράνομο πλούτο τους, που προερχόταν από το εμπόριο λευκής σαρκός, τα ναρκωτικά και το λαθρεμπόριο, σε νόμιμες επενδύσεις κυρίως στους τομείς της ενέργειας και στο εμπόριο όπλων. Γιουγκοσλαβία, Αλβανία και πλήθος κρατών της Αφρικής επωφελήθηκαν της πτώσης της ΕΣΣΔ και απέκτησαν πρόσβαση στο αδρανοποιημένο πλέον σοβιετικό οπλοστάσιο δια της Ουκρανίας. Με κέντρο το λιμάνι της Οδησσού το ανθηρό εμπόριο όπλων την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα απέφερε στους Ουκρανούς ολιγάρχες πακτωλό χρημάτων. Ο Misha Glenny σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η ουκρανική κυβέρνηση είχε επιστρατεύσει το δικαστικό σώμα, την αστυνομία, το στρατό, τις υπηρεσίες ασφαλείας και τη βιομηχανία – με λίγα λόγια, τους κεντρικούς μηχανισμούς του κράτους- ως βασικά όργανά της με σκοπό τη συσσώρευση πλούτου και εξουσίας στα χέρια ενός συνασπισμού από διάφορες περιφερειακές κλίκες. […] Στην Ουκρανία, οι ολιγάρχες και η κυβέρνηση έγιναν ένα, ενώθηκαν από την πανίσχυρη συγκολλητική ύλη της SBU, της μυστικής υπηρεσίας που ιδρύθηκε μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας». Όσο για τον Κούτσμα, αυτός κυβερνούσε περισσότερο ως πειθήνιο όργανο του Πούτιν, παρά ως πρόεδρος μιας ανεξάρτητης χώρας… Η Ουκρανία εξ αρχής, παρά την ανεξαρτητοποίηση της, θεωρούταν στους σχεδιασμούς του Πούτιν ως ρωσικό προτεκτοράτο, ενώ ενδόμυχος πόθος του ήταν η πλήρης ενσωμάτωση της στην ρωσική επικράτεια. Η περιοχή της «Νοβορωσίας», όπως ονομαζόταν η περιοχή της ανατολικής και νότιας Ουκρανίας (Χάρκοβο, Ντονέτσκ, Οδησσός, περιοχές που βρέχονται από την Αζοφική θάλασσα), θεωρούταν ήδη από τα χρόνια της Μεγάλης Αικατερίνης αναπόσπαστο κομμάτι της Ρωσίας.

Η διαφθορά, το έγκλημα και η κυβερνητική ανικανότητα οδήγησαν τελικά στην αλλαγή φρουράς στην Ουκρανία. Στις εκλογές του Οκτωβρίου του 2004 ένας συνασπισμός φιλοδυτικών δυνάμεων εξέφρασε την αντίθεσή του στον στενό εναγκαλισμό του Κρεμλίνου. Ο Βίκτορ Γιουστσένκο, πρώην κεντρικός τραπεζίτης του Κούτσμα, σε συνεργασία με την Γιούλια Τιμοσένκο, μεγιστάνα της ενέργειας και παθιασμένη εθνικίστρια, φάνηκε ότι θα κέρδιζαν την εκλογική κούρσα. Αντίπαλός τους ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, εκλεκτός του Πούτιν. Στον πρώτο γύρο οι δυο αντίπαλοι φάνηκε να έχουν αμελητέα διαφορά (39,87% ο Γιουστσένκο και 39,32% ο Γιανουκόβιτς), αλλά στον δεύτερο γύρο ο εκλεκτός του Κρεμλίνου, Γιανουκόβιτς, φάνηκε να κερδίζει την πλειοψηφία με 49% έναντι 46% του Γιουστσένκο. Αμέσως ακούστηκαν κατηγορίες για νοθεία, γεγονός που προκάλεσε εξέγερση με χιλιάδες πολιτών να πολιορκούν το προεδρικό μέγαρο. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουκρανίας αποφάσισε την σολομώντεια λύση της επανάληψης των εκλογών. Η τρίτη κατά σειρά εκλογική αναμέτρηση έβγαλε τελικά νικητή τον Γιουστσένκο με ποσοστό 52%. Η «πορτοκαλί επανάσταση», όπως ονομάστηκε η εξέγερση των Ουκρανών ενάντια στην εκλογική νοθεία που επιχείρησε το Κρεμλίνο στις εκλογές του 2004, ήταν η αρχή της στενότερης εμπλοκής του Πούτιν στα τεκταινόμενα στην Ουκρανία. Σε δήλωσή του ο ίδιος τόνιζε ότι: «Η προδοσία, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας μας, προσπαθεί να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να θέσει σε κίνδυνο την ενοποίηση της Ρωσίας και της Ουκρανίας». Το νέο κυβερνητικό σχήμα δεν έκρυψε εξ αρχής τις φιλοδοξίες του να εντάξει την Ουκρανία όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και στο ΝΑΤΟ, γεγονός που σκόρπισε ρίγη τρόμου στο Κρεμλίνο. Η Ρωσία μετά την απώλεια του ελέγχου των Βαλτικών χωρών, που πλέον φιλοξενούσαν Νατοϊκά στρατεύματα σε απόσταση αναπνοής από την Μόσχα, έβλεπε και την στρατηγικής σημασίας Ουκρανία να αλληθωρίζει προς δυσμάς… Όπως σχολιάζει εύστοχα ο Steven Lee Myers: «Οι εκθέσεις των υπηρεσιών πληροφοριών, που έφταναν στον Πούτιν κάθε πρωί, πρέπει να είχαν επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους του για τη μοχθηρία της Δύσης να δημιουργήσει ένα περίπλοκο σχέδιο για να περικυκλώσει τη Ρωσία. Αυτό που συνέβαινε στην Ουκρανία πρέπει να ήταν ένα προοίμιο για μια τελική επίθεση κατά της ίδιας της Ρωσίας». Την ίδια άποψη έχει και ο George Friedman ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι Ρώσοι είδαν τα γεγονότα στην Ουκρανία σαν μια προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να τραβήξουν την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ και να θέσουν έτσι τα θεμέλια για τη διάλυση της Ρωσίας. Για να είμαι ειλικρινής, υπήρχε κάποια αλήθεια στην άποψη των Ρώσων»

Η κυβέρνηση Γιουστσένκο άντεξε μέχρι το 2010 οπότε την σκυτάλη πήρε ο εκλεκτός του Κρεμλίνου Γιανουκόβιτς. Αν και ο Πούτιν φαίνεται να μην συμπαθούσε ιδιαίτερα τον Γιανουκόβιτς, εντούτοις ήταν ο δικός του άνθρωπος. Παρ’ όλα αυτά ο νέος πρόεδρος της Ουκρανίας ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. γεγονός που θορύβησε έντονα τον Πούτιν που στις συναντήσεις που είχε με τον Γιανουκόβιτς τον απείλησε, σύμφωνα με τον Steven Lee Myers: «με κάτι περισσότερο από οικονομική δυσχέρεια, το συνδύασε με εκβιασμό και απειλή δημοσίευσης ευαίσθητου υλικού. Η διαφθορά του Γιανουκόβιτς με τις εσωτερικές συμφωνίες που τον είχαν πλουτίσει, η οικογένεια του και οι στενοί του επιχειρηματικοί συνεργάτες, τον καθιστούσαν ευάλωτο». Στις 21 Νοεμβρίου 2013 ο Γιανουκόβιτς «ανέκρουσε πρύμναν» και ανακοίνωσε ότι διακόπτει τις διαπραγματεύσεις για ένταξη στην Ε.Ε. Αυτή ήταν και η αφορμή να ξεσπάσουν νέες διαδηλώσεις στην πλατεία Ανεξαρτησίας στο Κίεβο. Για τρεις περίπου μήνες οι διαδηλωτές του «Euromaidan», όπως ονομάστηκε η διαμαρτυρία τους, συγκρούονταν με τις δυνάμεις ασφαλείας και την αστυνομία. Σε μια προσπάθεια να βελτιώσει κάπως το προφίλ του εκλεκτού του Γιανουκόβιτς στα μάτια των συμπολιτών του, ο Πούτιν υποσχέθηκε οικονομική βοήθεια στην Ουκρανία ύφους 15 δις δολαρίων καθώς και μείωση στην τιμή του φυσικού αερίου. Παρά την γαλαντομία του Πούτιν, πάντως, οι ταραχές συνεχίστηκαν μέχρι και τις 18 Φλεβάρη 2014, αφήνοντας πίσω τους 24 νεκρούς διαδηλωτές. Πέντε μέρες μετά ο Γιανουκόβιτς φυγαδευόταν στην Ρωσία… Σύμφωνα με τις υπηρεσίες πληροφοριών της Ρωσίας, στην εξέγερση κομβικό ρόλο είχαν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι πράκτορες καθώς και ακροδεξιές ριζοσπαστικές ομάδες όπως η «Svoboda» και ο «Pravy Sektor». Αυτή φαίνεται ότι ήταν η κρίσιμη στιγμή που ο Πούτιν αποφάσισε τον διαμελισμό της Ουκρανίας. Λίγες μέρες μετά, στις 27 Φεβρουαρίου 2014, ξεκίνησε η επιχείρηση κατάληψης της Κριμαίας από τα «πράσινα ανθρωπάκια» (όνομα που έδωσαν οι Ουκρανοί στους Ρώσους στρατιώτες που εισέβαλαν φορώντας μόνο πράσινες στολές δίχως άλλα διακριτικά) του Κρεμλίνου. Όπως σωστά παρατηρεί ο Steven Lee Myers: «Ο Πούτιν κατάλαβε ποια θα είναι η αντίδραση στην προσάρτηση, αλλά υπολόγισε επίσης ότι ο κόσμος δεν θα τολμούσε να ενεργήσει, όπως είχε κάνει στον Σαντάμ Χουσεΐν το 1990. Το Ιράκ ήταν ένα αδύναμο έθνος, αλλά η Ρωσία ήταν μια αναγεννημένη υπερδύναμη»

Η Διεθνής κοινότητα το μόνο που έκανε ήταν να εκδιώξει την Ρωσία από τους κόλπους του G-8 και να επιβάλλει κυρώσεις στους Ρώσους ολιγάρχες που στήριζαν τον Πούτιν. Ο Βλ. Γιακούνιν, ο Γιούρι Κοβάλτσουκ, ο Γκενάντι Τιμτσένκο, τα αδέρφια Ρότενμπεργκ και πολλοί ακόμη ολιγάρχες από τον κύκλο του Πούτιν εξοβελίστηκαν από τις τραπεζικές συναλλαγές με την Δύση, τα περιουσιακά τους στοιχεία «πάγωσαν» και γενικά οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες στις χώρες της Δύσης περιορίστηκαν σημαντικά. Παρ’ όλα αυτά οι κυρώσεις αυτές δεν φάνηκαν να επηρεάζουν σημαντικά τους Ρώσους ολιγάρχες, οι οποίοι, αντίθετα με τις προσδοκίες των Δυτικών, συνέχισαν να στηρίζουν τον Ρώσο πρόεδρο. Το επόμενο βήμα του Πούτιν ήταν να προλειάνει το έδαφος για μαζικότερη εισβολή στην ανατολική Ουκρανία, όπου υπερίσχυαν οι ρωσικοί πληθυσμοί, με την διεξαγωγή στις περιοχές του Λουχάνσκ και Ντονέτσκ δημοψηφισμάτων για απόσχιση. Τα εμφανώς νοθευμένα αποτελέσματα έδωσαν συντριπτικά ποσοστά υπέρ της απόσχισης των δυο περιοχών με 96% και 89% αντίστοιχα. Ο νέος πρόεδρος της Ουκρανίας, ο μεγιστάνας της σοκολάτας, Πέτρο Ποροσένκο, φάνηκε περισσότερο αποφασισμένος να κρατήσει τις περιοχές αυτές υπό ουκρανικό έλεγχο ρίχνοντας στον αγώνα πέρα από τις στρατιωτικές δυνάμεις και παράνομες πολιτοφυλακές, πολλές με ακροδεξιά και φιλοναζιστικά χαρακτηριστικά. Στην αντίπερα όχθη οι υποστηρικτές της απόσχισης λάμβαναν, όχι φανερά, σημαντική στρατιωτική βοήθεια από την Ρωσία. Εθελοντές, Ρώσοι κομάντος, αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών και πολεμικό υλικό διατέθηκαν αφειδώς από το Κρεμλίνο στην υποστήριξη των ρωσόφιλων ανταρτών. Στο εσωτερικό της Ρωσίας την ίδια περίοδο κυριάρχησε η φίμωση της αντιπολίτευσης με την σύλληψη των κυριότερων ηγετών της, συχνά με αστείες προφάσεις. Ο συγγραφέας Βλαντιμίρ Σορόκιν γράφει σχετικά για τις πρακτικές του Πούτιν: «Όλοι οι φόβοι του, τα πάθη του, οι αδυναμίες του και τα κόμπλεξ γίνονται κρατική πολιτική. Αν είναι παρανοϊκός, ολόκληρη η χώρα πρέπει να φοβάται τους εχθρούς και τους κατασκόπους. Αν έχει αϋπνία, όλα τα υπουργεία πρέπει να εργάζονται τη νύχτα. Αν δεν του αρέσει το αλκοόλ, όλοι πρέπει να σταματήσουν να πίνουν. Αν είναι μέθυσος, όλοι πρέπει να αρχίσουν να πίνουν. Αν δεν του αρέσει η Αμερική, την οποία η αγαπημένη του KGB πολέμησε, ολόκληρος ο πληθυσμός πρέπει να αντιπαθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες»… Όσο η χώρα του έμπαινε βαθύτερα στις πολεμικές περιπέτειες, τόσο περισσότερο ισχυροποιούταν η θέση του προέδρου, μια παλιά και δοκιμασμένη τακτική των απολυταρχικών καθεστώτων…

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο, που εξελέγη μετά το τέλος της εξέγερσης του «Euromaidan», ακολούθησε φιλοδυτική πολιτική, κάνοντας, παράλληλα, και κάποιες παραχωρήσεις στις μειονοτικές περιοχές της ανατολικής Ουκρανίας. Στην διάρκεια της θητείας του πάντως, οι περιοχές του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους τον Απρίλιο του 2014. Και ο Ποροσένκο, όμως, δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον στενό εναγκαλισμό με το οργανωμένο έγκλημα. Κατηγορίες για διαφθορά και συνεργασία του με ναζιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, ακόμη και από δυτικούς αξιωματούχους, κηλίδωσαν την πολιτική καριέρα του που έληξε με την ήττα του στις εκλογές του Απριλίου του 2019. Έκτοτε στην εξουσία βρίσκεται ένας άσημος πρώην κωμικός ηθοποιός, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο νέος πρόεδρος εξ αρχής τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της εισδοχής της Ουκρανίας στους κόλπους της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, αρνήθηκε να αποδεχτεί την προσάρτηση της Κριμαίας στην Ρωσία, ενώ δεν αναγνώρισε και την νομιμότητα των δημοψηφισμάτων στις αποσχισθείσες περιοχές του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ, θεωρώντας, μάλλον σωστά, ότι κατ’ ουσίαν αποτελούν το «μακρύ χέρι» του Κρεμλίνου στην περιοχή. Βλέποντας αυτά τα ανησυχητικά σημάδια, ο Πούτιν δεν έχασε χρόνο…

Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 ήταν έτοιμος να εξαπολύσει την επίθεση του με σκοπό να ξεκαθαρίσει η κατάσταση στο Ουκρανικό. Ρωσικές μονάδες που συγκεντρώνονταν για δήθεν ασκήσεις στην γειτονική Λευκορωσία και στα ανατολικά σύνορα της Ουκρανίας, ξεκίνησαν την εισβολή. Ακόμη και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρες οι στρατηγικές επιδιώξεις του εγχειρήματος Πούτιν. Στην αρχή τα δυτικά ΜΜΕ και οι ειδικοί έκαναν λόγο για έναν σύγχρονο blitzkrieg που στόχο θα είχε την γρήγορη κατάληψη του συνόλου της χώρας. Ένα τέτοιου τύπου εγχείρημα, πάντως, όσο προηγμένη και πολυπληθής να είναι μια στρατιωτική δύναμη απαιτεί τεράστια κινητοποίηση και logistics. Εξ αρχής οι ρωσικές δυνάμεις δεν φάνηκε να επιδιώκουν κάτι τέτοιο. Η προέλασή τους ήταν μάλλον αργή και δεν στόχευε στην κατάληψη μεγάλων πόλεων, όσο στον έλεγχο ευρύτερων περιοχών. Ο ρωσικός στρατός γνωρίζει σχεδόν επακριβώς τις θέσεις και τα μέσα του ουκρανικού στρατού, αφού ο τελευταίος αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ρωσικά όπλα, ενώ οι βάσεις του είναι αυτές του πρώην Κόκκινου στρατού. Από την μεριά τους οι Ουκρανοί λαμβάνουν σημαντική βοήθεια από τις χώρες- μέλη του ΝΑΤΟ κυρίως σε αντιαρματικά και αντιαεροπορικά συστήματα, τα οποία απέδειξαν ιδιαίτερη επιτυχία στον πρώτο μήνα του πολέμου. Η κύρια επιδίωξη του ρωσικού στρατού φαίνεται ότι είναι η ενσωμάτωση των περιοχών της ανατολικής Ουκρανίας και των περιοχών που βρέχονται από την Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο η ρωσική επικράτεια θα φτάσει να ενωθεί με τον στρατηγικό ρωσικό θύλακα της Υπερδνειστερίας, μιας περιοχής βορείως της Μολδαβίας με ένα απροσδιόριστο καθεστώς. Η Ρωσία σταθμεύει εκεί την 14η Στρατιά της Υπερδνειστερίας με περίπου 45.000 άνδρες και ελέγχει το καθεστώς της περιοχής, που είναι γνωστή για την ανομία της. Ο Misha Glenny αναφέρει για την σημασία της Υπερδνειστερίας: «Αυτό το μακρόστενο κομμάτι γης είναι η πεμπτουσία του γκανγκστερικού κράτους, και σε αυτό κατέφευγαν πολλοί εγκληματίες αφού διεκπεραίωναν τις αποστολές τους στην Οδησσό. […] Η Υπερδνειστερία είναι μικροσκοπική –ίση με το μέγεθος του Ρόουντ Άιλαντ. Επηρεάζει όμως και αποδυναμώνει χώρες σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Το διεφθαρμένο καθεστώς των συνόρων της έχει επιζήμιες επιπτώσεις τόσο στην Ουκρανία όσο και στην Μολδαβία». Η δημιουργία ενός εδαφικού διαδρόμου που ξεκινά από την Υπερδνειστερία και περνά κατά σειρά από την Οδησσό, την Κριμαία και φτάνει μέχρι και τις περιοχές του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ, φαίνεται να είναι ο πιθανότερος στόχος της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, καθώς σε αυτές τις περιοχές διαβιούν συμπαγείς ρωσικοί πληθυσμοί. Όπως το είχε θέσει και ένας Ρώσος στρατηγός ήδη από το 1995: «Η Ουκρανία ή καλύτερα η ανατολική Ουκρανία θα επανέλθει σε πέντε, δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Η δυτική Ουκρανία μπορεί να πάει στο διάβολο»

Η εισβολή στην Ουκρανία είναι αποτέλεσμα κυρίως της πίεσης που ασκήθηκε τα τελευταία 30 χρόνια προς την Ρωσία από την πλευρά των Δυτικών και κυρίως του ΝΑΤΟ. Παρά το ότι φαίνεται να υπήρξε μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού μια ρητή δέσμευση του ΝΑΤΟ ότι δεν θα επεκτεινόταν πέραν του ποταμού Έλβα, όλες οι χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας βρίσκονται αυτή την στιγμή είτε στους κόλπους του ΝΑΤΟ, είτε ετοιμάζονται να γίνουν δεκτές. Η τελευταία «γραμμή άμυνας» για την Ρωσία ήταν η Ουκρανία. Σκοπός του Πούτιν είναι σύμφωνα με τον George Friedman: «να αναδιαμορφώσει τις παραμεθορίους, ειδικότερα την Ουκρανία, μετατρέποντάς τες σε ασπίδα προστασίας. Αν ο Πούτιν αργοπορούσε, το παράθυρο θα έκλεινε. Αν ενεργούσε υπερβολικά γρήγορα, ο στρατός δεν θα ήταν έτοιμος. […] Η Ρωσία θέλει να διασφαλιστεί, όχι να επεκταθεί». Το ΝΑΤΟ βέβαια, δεν πρόκειται να εμπλακεί στρατιωτικά όσο δεν βάλλονται οι χώρες- μέλη του. Ενδεχόμενη εμπλοκή του ΝΑΤΟ, που τόσο έντονα επιθυμεί ο Ζελένσκι, θα σημάνει και την πιθανή χρήση πυρηνικών όπλων, και αυτό το γνωρίζουν τόσο οι Δυτικοί όσο και το Κρεμλίνο. Η σταθερότητα του παγκόσμιου συστήματος ήταν και είναι συνάρτηση της κατανομής ισχύος, όπως σοφά είχε δείξει πριν χιλιάδες χρόνια ο Θουκυδίδης. Όσο εντείνονται οι ηγεμονικοί ανταγωνισμοί και οι κυριαρχεί η ανασφάλεια μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, τόσο πιο κοντά ερχόμαστε στον αφανισμό. Ο Robert Gilpin, Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας συνοψίζει σωστά την σημερινή κατάσταση των πραγμάτων: «Η ανισορροπία αντικαθιστά την ισορροπία και ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από έναν νέο ηγεμονικό πόλεμο. Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι μέχρι οι άνθρωποι να αλληλοσκοτωθούν και αλληλοκαταστραφούν ή μέχρι να αναπτύξουν έναν αποτελεσματικό μηχανισμό διεθνών αλλαγών».

Ο Μανόλης Πλούσος είναι ιστορικός και συντάκτης του Ερανιστή.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: https://www.protothema.gr/

Διαβάστε:

  • Steven Lee Myers, «Ο νέος τσάρος», εκδ. Πεδίο.
  • Μισέλ Ελτσανινόφ, «Στο μυαλό του Βλάντιμιρ Πούτιν», εκδ. Διάμετρος.
  • Tim Marshal, «Αιχμάλωτοι της γεωγραφίας», εκδ. Διόπτρα.
  • Samuel P. Huntington, «Η σύγκρουση των πολιτισμών», εκδ. Πατάκη.
  • Misha Glenny, «Mc Mafia», εκδ. Πάπυρος.
  • Henry Kissinger, «ΗΠΑ, αυτοκρατορία ή ηγετική δύναμη; », εκδ. Λιβάνη.
  • Zbigniew Brzezinski, «Η μεγάλη σκακιέρα», εκδ. Λιβάνη.
  • George Friedman, «Σημεία ανάφλεξης» και «Τα επόμενα 100 χρόνια», εκδ. Ενάλιος.
(Εμφανιστηκε 356 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.