2 Φεβρουαρίου 2022 at 03:48

«Η Παπαντή μαζώνει τις γιορτές με τ’ αντί!»

από

«Η Παπαντή μαζώνει τις γιορτές με τ’ αντί!»

Γράφει ο Κώστας Ι. Παλπάνης

 Σαράντα μέρες μετά τα Χριστούγεννα, η Εκκλησία με την εορτή της Υπαπαντής ολοκληρώνει και συγκεφαλαιώνει «το χρόνο των Χριστουγέννων.» H Yπαπαντή του Χριστού είναι Θεομητορική και Δεσποτική εορτή ταυτόχρονα, καθώς τιμάται τόσο το Θείο Βρέφος όσο και η Θεοτόκος. Εορτάζεται ο «σαραντισμός» της Παναγίας και η αφιέρωση, προσφορά, προϋπάντηση, υποδοχή και συνάντηση του βρέφους Χριστού με τον γέροντα Συμεών στο ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα.

 Το σαραντιάρικο βρέφος με τους γονείς του υποδέχτηκε έξω από το ναό ο δίκαιος και ευλαβής πρεσβύτης Συμεών, ο οποίος είχε το χάρισμα της προφητείας, χάρισμα που κατείχε και η σύζυγος του «Άννα η προφήτις». Συνεορτάζουν στις 3 Φεβρουαρίου. Με τη συνάντηση αυτή τηρήθηκε η παράδοση του «σαραντίσματος», αλλά εκπληρώθηκε και «η υπόσχεσις» που είχε λάβει ο Συμεών «υπό του Πνεύματος» ότι «δε θα πεθάνει πριν ή ίδη τον Χριστόν», σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά. Η απερίγραπτη χαρά του Συμεών αποτυπώθηκε στο: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, εν ειρήνη…», γνωστή ως «Ευχή του λυχνικού», που εκφωνείται λίγο πριν από την απόλυση της πρώτης ακολουθίας του εικοσιτετραώρου, της ακολουθίας του Εσπερινού. Ευλογώντας ο Συμεών το βρέφος και τους γονείς του ευχαρίστησε τον Θεό, γιατί τον αξίωσε να δει «το σωτήριον φως εις αποκάλυψιν εθνών». Προφήτεψε δε ότι το βρέφος «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών και εις σημείον αντιλεγόμενον (διαφωνίας)». Τη δε καρδιά της Θεοτόκου «διελεύσεται ρομφαία (πλατιά λεπίδα)», προτυπώνοντας τον θρήνο της Παναγίας για τη Σταύρωση του γιου της. «Η μάνα μια φορά γεννάει, μια ζωή πονάει.», που λένε οι μάνες μας.

H Yπαπαντή του Χριστού είναι Θεομητορική και Δεσποτική εορτή ταυτόχρονα, καθώς τιμάται τόσο το Θείο Βρέφος όσο και η Θεοτόκος. Εορτάζεται ο «σαραντισμός» της Παναγίας και η αφιέρωση, προσφορά, προϋπάντηση, υποδοχή και συνάντηση του βρέφους Χριστού με τον γέροντα Συμεών στο ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα.
H Yπαπαντή του Χριστού είναι Θεομητορική και Δεσποτική εορτή ταυτόχρονα, καθώς τιμάται τόσο το Θείο Βρέφος όσο και η Θεοτόκος. Εορτάζεται ο «σαραντισμός» της Παναγίας και η αφιέρωση, προσφορά, προϋπάντηση, υποδοχή και συνάντηση του βρέφους Χριστού με τον γέροντα Συμεών στο ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα.

 Η εορτή ανήκει στις γιορτές του Δωδεκάορτου, δηλαδή στις δώδεκα μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας, οι οποίες εικονίζονται κατά μήκος του τέμπλου επάνω από την Ωραία Πύλη. Στους ναούς ο εορτασμός ξεκινά με τις «Καταβασίες» από τις 15 Ιανουαρίου, κορυφώνεται την «κυριώνυμο ημέρα» στις 2 Φεβρουαρίου και ολοκληρώνεται με την «απόδοση» της στις 9 Φεβρουαρίου. Στο γεγονός της Υπαπαντής είναι αφιερωμένοι πολλοί ναοί. Ο πιο γνωστός είναι στην Καλαμάτα, της οποίας είναι προστάτιδα και πολιούχος. Είναι πόλη που έχει πολιούχο εκκλησιαστικό γεγονός και όχι πρόσωπο, όπως και το Γύθειο και η Σαντορίνη. Οι εορταστικές εκδηλώσεις, που αρχίζουν στις 27 Ιανουαρίου και ολοκληρώνονται στις 9 Φεβρουαρίου. Μάλιστα, ανήμερα της εορτής στην πανηγυρική και πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία παρίστανται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πολιτικοί εκπρόσωποι και γίνεται λιτάνευση της ιερής εικόνας. Την ίδια μέρα, έχουν την ονομαστική τους εορτή η Υπαπαντή, η Δέσποινα, η Μαρία και ο Παναγιώτης.

 Λέμε ότι η «ελπίδα πεθαίνει τελευταία», αλλά για τον κάθε χριστιανό, όπως και για τον Συμεών, δεν πεθαίνει ποτέ! Αντίθετα, διαρκεί περισσότερο και από την αιωνιότητα. Η Υπαπαντή είναι η εικόνα της εκπλήρωσης της ελπίδας, της συνάντησης με το «προσδοκώμενο». Ο πιστός ιερέας υποδέχεται ό,τι μια γυναίκα αξιώθηκε να προσφέρει. Τον τέλειο άνθρωπο, τον τέλειο Θεό, τον Ιερέα της κτίσης.

Το νόημα αυτού του γεγονότος όμως τι σχέση έχει με την πίστη και τη ζωή μας;

 Υπάρχει στον κόσμο κάτι πιο χαρούμενο από μια προσμονή και τελικά μια υποδοχή και συνάντηση, μια «υπαπαντή» με κάποιον που αγαπάμε και περιμένουμε; Εμείς προσφέρουμε τον εαυτό μας «εργαζόμενοι το αγαθόν» ως μανικοί εραστές, βέβαιοι για τη συνάντηση ή απελπιζόμαστε «κατηφείς και τεθλιμμένοι», αμφιβάλλοντας για την υλοποίηση της συνάντησης αυτής; Πιστεύουμε, ελπίζουμε, καρτερούμε; Έχουμε τα χέρια και την καρδιά μας ορθάνοιχτα, για να κτίζουμε γέφυρες, προκειμένου να γεφυρώσουμε την απόσταση με αυτόν που καρτερούμε και όχι κάστρα αυτοεγκλωβισμού; Δεχόμαστε και υποδεχόμαστε ό,τι αναμένουμε και ό,τι αγαπάμε; Ξεπροβοδίζουμε και ευχόμαστε «καλό δρόμο», «καλά δεξίματα» αλλά και «καλό γυρισμό» και «καλιαντάμωση»; Ή παραμένουμε «ανέραστοι» άνθρωποι, χωρίς «να έχουμε τον Θεό μας» και προβάλλουμε δικαιολογίες όπως «Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός», «Πέρασε ο καιρός» ή «Τώρα είναι αργά;»

 «Ζω» σημαίνει «περιμένω και αποβλέπω σε μία συνάντηση». Μεταμορφώνω τη συνάντηση σε σχέση ζωής. Ο πρεσβύτης Συμεών περίμενε μία ολόκληρη ζωή, μετέτρεψε τη ζωή του σε μια συνεχή «παραμονή» της χαρούμενης συνάντησης και δικαιώθηκε ότι «ποτέ δεν είναι αργά», χάρηκε και ευχαρίστησε το Θεό γι’ αυτή. Ίσως κι εμείς είναι καιρός ν’ αναρωτηθούμε τι περιμένουμε κι αν μεταμορφώνουμε τη ζωή μας σε μία διαρκή αναμονή και βεβαιότητα, περιμένοντας να συναντηθούμε με τα ουσιώδη. Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει η Υπαπαντή. Μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα να κινητοποιήσουμε τον ψυχικό μας μηχανισμό και ν’ απεγκλωβιστούμε από κάθε τι μικρόψυχο, γήινο, τυχαίο και ανόητο, που μας κρατάει σε διαρκή αποκλεισμό από τα ουσιώδη. «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα…». περιμένοντας μόνο την άνωθεν και έξωθεν βοήθεια, μόνοι και απελπισμένοι. Όταν όμως προσμένουμε και «εργαζόμαστε» για τη συνάντηση αυτή, η αποζημίωση τότε είναι ισομερής και δίκαιη: Η πληρότητα ζωής, που προβάλλει η γιορτή. Η αγαπητική σχέση με το Θεό, τον συνάνθρωπο, το φυσικό περιβάλλον. Γιορτάζουμε τη συνάντηση της ψυχής με την Αγάπη, που μας δίνει το κουράγιο να μεταμορφώσουμε τη ζωή μας σε ελπίδα, την ελπίδα σε προσδοκία, αναμονή, προσφορά και τελικά σε συνάντηση, εκπλήρωση, αγαλλίαση αλλά και ευχαριστία. «Νυν απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα…».

 Βέβαια υπάρχουν και εκείνοι που είναι ολιγόπιστοι, μελαγχολικοί και απογοητευμένοι. Εκείνοι που συντάσσονται με την άποψη της Δήμητρας Γαλάνη «Μια ζωή περιμένω, μα δε γίνονται θαύματα». Ίσως πιο αισιόδοξη και ελπιδοφόρα θεώρηση της Υπαπαντής να είχε υπόψη του ο Πασχάλης Τερζής, όταν τραγουδάει αισιοδοξώντας ότι «στα υπόγεια είναι η θέα» κι επιμένει ότι: «Γίνονται τα θαύματα, άμα πάψεις να επιμένεις»! «Μεταμορφώσου εσύ και θα δεις τα πάντα να μεταμορφώνονται», διδάσκουν οι ερημίτες και οι «εγκόσμιοι» ασκητές.

 Το εκκλησιαστικό γεγονός της Υπαπαντής του Χριστού, γνωστό ως «Παναγία της Παπαντής», είναι ιδιαίτερο αγαπητό στον λαό μας, που συνδέει την πίστη του με τα καθημερινά μικρά ή μεγάλα δικά του θαύματα και καταφέρνει να μεταμορφώνει κάθε μέρα σε καιρό προσφοράς και ευκαιρία για «εορτή», δηλαδή «ανάμνηση και βίωση των σωτηριωδών μηνυμάτων της υγιούς πίστης». Συνέδεσε, λοιπόν, τη συγκεκριμένη γιορτή με το τέλος των πολλών εορτών του σαρανταημέρου, με την ελπίδα και «του χρόνου να ‘μαστε γεροί». Ελπίζει και «μεταμορφώνει» ένα εκκλησιαστικό γεγονός σε ημέρα γιορτής για περισυλλογή και προγραμματισμό πριν την έξοδο στη φύση, ύστερα από τον χειμερινό λήθαργο και την εορταστική ανάπαυλα. Αποχαιρετά τις γιορτές, γιατί «αρχινούν οι δουλειές».

 Έτσι, αλλάζει την καθημερινότητα του σε γιορτή, καθώς προσμένει και ελπίζει στη ζεστασιά της άνοιξης. Προγραμματίζει την καθημερινότητά του, αλλά προσβλέπει και στην «άνωθεν» βοήθεια. Γι’ αυτό οι γεωργοί, την ημέρα της Υπαπαντής, σταματούσαν τις γεωργικές εργασίες και οι μυλωνάδες είχαν την «Παναγιά της Παπαντής» προστάτιδά τους και επαγγελματική αργία. Ταυτόχρονα, οι απλοί άνθρωποι «μεταμορφώνουν» την ημέρα της Υπαπαντής σε μετεωρολογικό σταθμό καιρικών προγνώσεων και «μεταμορφώνονται» και οι ίδιοι, άνδρες και γυναίκες, σε «προφήτες» Συμεών και Άννα, προγνώστες του καιρού, βέβαιοι για το αποτέλεσμα. Τηρούν το αρχαίο «Συν Αθηνά και χείρα κίνει.» αλλά και το δικό τους «Πρώτα ο Θεός και ο καιρός», που έλεγαν σε κάθε προετοιμασία για το αύριο. Η προσμονή και η βεβαιότητα για την αναγέννηση και την καρποφορία της φύσης από τη χειμερινή απραξία και μελαγχολία αποτυπώνονται στις παροιμίες: «Παπαντή καλοβρεγμένη, η κοφίνα γεμισμένη», «Λιακάδα την Υπαπαντή, τα Βαγγιλτζμού το χιόνι», προμηνύοντας όψιμο χειμώνα. Έκαναν και μακροπρόθεσμες προβλέψεις για καλύτερη οργάνωση και ετοιμότητα: «Ό,τι μέρα κάνει της Υπαπαντής, θ’ ακολουθήσουν σαράντα με τον ίδιο καιρό», δηλώνοντας τη στενή αλληλεξάρτηση από τη φύση, τον επίγειο παράδεισο του ανθρώπου. Ο ελληνικός λαός σέβεται τη μητέρα του Θεού αλλά και τη μητέρα γη.

 Την ημέρα της Υπαπαντής τιμούσαν και τιμούν και οι ευλαβείς συγχωριανοί μας και κάτοικοι των ορεινών χωριών μέσα σε κλίμα καθαρής και βαθιάς χαράς για το επικείμενο τέλος του χειμώνα. Την είχαν συνδέσει με το «αντί» του αργαλειού που μαζεύει το νήμα της ύφανσης, για να τονίσουν τον αέναο κύκλο της ζωής μας, το τέλος των γιορτών αλλά και την ελπίδα ότι θα ανταποκριθούν στις πολλές και ποικίλες υποχρεώσεις τους με τον επικείμενο ερχομό της άνοιξης, μεταμορφώνοντας έτσι τη ζωή τους σε καθημερινή Εκκλησία.

 Την είχαν συνδέσει και με τις λεχώνες που ετίθεντο σε υποχρεωτική «αργία» σαράντα ημερών από κάθε εργασία και λατρευτική δραστηριότητα, ώστε να αφοσιωθούν στο ύψιστο καθήκον της μητρότητας, αφού εκείνη την περίοδο οι γεννήσεις ήταν πολύ περισσότερες. Με τη μητρότητα οι ίδιες είχαν γίνει «ναός» και πρόσφεραν στο κόσμο «την εικόνα του Θεού», τον άνθρωπο. Ο οικογενειακός προγραμματισμός στηρίζονταν στη λαϊκή σοφία: «Γενάρη γέννα το παιδί, Φλεβάρη φλέβισε το,. «Το πρώιμο κούτσικο πετάει, τ’ όψιμου μπακαλάει.» Την πιο γιορτινή περίοδο της ζωής τους, απαλλαγμένες από συζυγικές, «πεθερικές» και άλλες πολλές και πολυποίκιλες οικογενειακές υποχρεώσεις, γίνονταν «ιερείς» ευχαριστώντας την Παναγία, Μητέρα του Θεανθρώπου, για την αίσια έκβαση στο δικό τους τοκετό και παρακαλώντας την για τον καλό σαραντισμό των ιδίων και των βρεφών τους και την καλή γαλακτοφορία τους, αφού είχαν τον φόβο «μην τις κοπεί ή τις απουλθεί το γάλα». Πέρα από φυλαχτά και λαϊκά «ιλιάτσια κι ξιτάγματα» για την λεχώνα που «είναι σαν το λαμπουγυάλι», εύθραυστη, με ανάγκη ιδιαίτερης φροντίδας αλλά και αναντικατάστατη, αφού «σπίτι χωρίς γυναίκα, είναι σπίτι χωρίς φως», ζητούσαν και τη μεσιτεία της μητέρας όλου του κόσμου, της Θεοτόκου, για την εξ ύψους παραμυθία αλλά και για αποτροπή κάθε βασκανίας.

 Η θέση της μητέρας και η ταύτισή της με το πρόσωπο της Παναγίας στο χώρο της Ορθοδοξίας οδήγησαν την Εκκλησία να αποδεχτεί και να υιοθετήσει την «εορτή της Μητέρας» και να τη γιορτάζει κατά την ημέρα της Υπαπαντής, από το1950. Η ταύτιση του εορτασμού της μητέρας με την εορτή της Υπαπαντής, ο συνεορτασμός, δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να κατανοήσει το μεγαλείο της γυναίκας που έγινε «Θεοτόκος», μητέρα που γέννησε Θεό. Γιατί ακριβώς «τούτον το όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν.» Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού, καθαγίασε τη μητρότητα και εξύψωσε τη γυναίκα σε μία εποχή που η θέση της ήταν περιφρονημένη. Κατέστησε τη γυναίκα παράγοντα κοινωνικής ανάπλασης, μεταμόρφωσης και αναδημιουργίας. Αργότερα, βέβαια, η γιορτή της μητέρας έγινε πιο «κοσμική» και «φεμινιστική» και χειραφετήθηκε από την Εκκλησία, γιατί θεώρησαν ότι η Εκκλησία τοποθετεί στο κέντρο της χαράς όχι τη γυναίκα αλλά τη μητρότητα. Η Εκκλησία όμως ως «φιλόστοργος μήτηρ» μακαρίζει στο πρόσωπο της Θεοτόκου κάθε γυναίκα και συνεχίζει να τιμά τη γυναίκα και τη μητέρα την ημέρα της Υπαπαντής αλλά και σε κάθε ακολουθία και Θεία Λειτουργία. Τη σπουδαιότητα της ανεκτίμητης γυναικείας προσφοράς διαβεβαιώνουν και οι άνδρες με τις ρήσεις «Χαρά στη μάνα που σε έκανε.» και «Τι να σε κάνω, μπράτιμε, που έχεις καλύτερη γυναίκα. Αρνιά κι κατσίκια χρονιά σ’ και χρονιά μ’» ή κατά το γνωστό «Πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα κρύβεται μία δυναμική γυναίκα.» Η Εκκλησία τονίζει και την ισοτιμία των δύο φύλων: «Εις ποιητής ανδρός και γυναικός, εικών μία αμφότεροι.»

 Στο χωριό μας, γνωρίζουμε την ημέρα της Υπαπαντής ως ημέρα που γιορτάζει ο παπάς μας. Η όμορφη αυτή παράδοση συνάδει επιτυχώς με το νόημα της ημέρας. Η Θεοτόκος έγινε γέφυρα που κατέβηκε ο Χριστός ως Μέγας Αρχιερεύς στη γη. Μετά την Ανάληψη δε μας άφησε χωρίς ελπίδα. Ίδρυσε με τη σταυρική Του θυσία την Εκκλησία ως «κοινωνία πιστών ενωμένων μεταξύ τους με κεφαλή τον ποιμένα Χριστό.»

 Ο ιερέας, που επιτελεί «έργο ανώτερο των αγγέλων», αξιώνεται να μας υποδέχεται, «αμαρτωλούς έτι όντες», να μας προσφέρει στο Θεό και να κατεβάζει το Θεό κοντά μας. Ουρανώνει τη γη και θεώνει τους ανθρώπους.

 Θεωρεί λοιπόν καθήκον του να προσφέρει και να κερνάει τους συγχωριανούς ανήμερα της Υπαπαντής, αφού αξιώθηκε να υπηρετεί το μέγα και συνεχές θαύμα του μυστηρίου της ιερωσύνης και μας αξίωσε να μεταμορφώσουμε τις καρδιές μας σε Εκκλησία.

 Σεβαστέ μας Παπαγιώργη, Χρόνια Πολλά και ευάρεστα στο Θεό. Να μας υποδέχεσαι αμαρτωλούς και να μας προσφέρεις στο Θεό με τις νουθεσίες σου και τις προσευχές σου.

Χρόνια πολλά, ειρηνικά και ελπιδοφόρα σε όλους, ιδιαίτερα στις γυναίκες και μητέρες, που προσφέρουν την ζωή τους για την ανακαίνιση του κόσμου. Αυτή η μέρα δεν είναι καθόλου «λαφριά γιορτή.» Ας μη λησμονήσουμε και όλες τις μητέρες που έγιναν «φωτογραφίες»· όπως ο Συμεών, θα είναι αγαλλιασμένες που αξιώθηκαν αξίων τέκνων!

Ο Κώστας Ι. Παλπάνης είναι θεολόγος και κατάγεται από την Ελάτη Κοζάνης.

(Εμφανιστηκε 236 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.