26 Νοεμβρίου 2021 at 22:27

Η αρτηριοσκλήρωση του δυτικού υπερφιλελεύθερου πανεπιστημίου

από

Η αρτηριοσκλήρωση του δυτικού υπερφιλελεύθερου πανεπιστημίου

Του Niall Ferguson, από την εφημερίδα Ρήξη Νοεμβρίου, φ. 173

Εδώ και πολλά χρόνια, αναδύεται στα πανεπιστήμια όλης της Δύσης –και της Ελλάδας– ιδιαίτερα στις ανθρωπιστικές σπουδές ένας νέος ολοκληρωτισμός με φιλελεύθερο προσωπείο. Κυριαρχεί μια επιστημονική προσέγγιση που βασίζεται στην άποψη, και όχι στις πηγές, και διατρανώνει την απόλυτη κυριαρχία της αποδόμησης ως προς το φύλο, το έθνος και τις ευρύτερες πολιτιστικές ταυτότητες. Οποιαδήποτε άλλη άποψη διώκεται –ορισμένες φορές και κυριολεκτικά– από την ακαδημαϊκή κοινότητα με συνέπεια αυτή να μη θυμίζει πλέον το προπύργιο ελεύθερης σκέψης, άποψης και έρευνας που αντιπροσώπευε κάποτε. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο Νίαλ Φέργκιουσον εκθέτει την κατάσταση αυτή για τις ΗΠΑ. Ο ίδιος, σε κείμενο που κυκλοφόρησε στις αρχές του μήνα από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, δήλωσε ότι θα ιδρύσει -μαζί με άλλους- ένα ανοιχτό πανεπιστήμιο που δεν θα υπόκειται στους κανόνες της πολιτικής ορθότητας.

[«Ρ»]


Ένα τεράστιο μέρος των σημαντικών επιστημονικών ανακαλύψεων του περασμένου αιώνα έγινε από άνδρες και γυναίκες των οποίων οι ακαδημαϊκές εργασίες τούς παρείχαν οικονομική ασφάλεια και είχαν μια κοινότητα να τους υποστηρίζει για να κάνουν το καλύτερο δυνατό έργο. Θα είχαν κερδίσει οι δημοκρατίες τους παγκόσμιους πολέμους και τον Ψυχρό Πόλεμο χωρίς τη συνεισφορά των πανεπιστημίων τους; Φαίνεται αμφίβολο. Σκεφτείτε μόνο το Bletchley Park και το Manhattan Project. […] Αλλά να θυμάστε, επίσης, ότι στο Arpanet –το αρχικό διαδίκτυο– υπήρχαν περισσότεροι πανεπιστημιακοί υπολογιστές από οποιοδήποτε άλλη κατηγορία. […]

Περίπου το 60% των φοιτητών δήλωσαν ότι ήταν απρόθυμοι να εκφράσουν την άποψή τους στις πανεπιστημιακές αίθουσες, επειδή ανησυχούσαν ότι άλλοι φοιτητές θα έκριναν τις απόψεις τους προσβλητικές.
Περίπου το 60% των φοιτητών δήλωσαν ότι ήταν απρόθυμοι να εκφράσουν την άποψή τους στις πανεπιστημιακές αίθουσες, επειδή ανησυχούσαν ότι άλλοι φοιτητές θα έκριναν τις απόψεις τους προσβλητικές.

Όσοι από εμάς είχαμε την τύχη να είμαστε προπτυχιακοί φοιτητές τη δεκαετία του 1980 θυμόμαστε τον συναρπαστικό συνδυασμό πνευματικής ελευθερίας και φιλοδοξίας στον οποίο συνέβησαν όλα αυτά. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία, η χαρά έχει αντικατασταθεί από την ασφυξία, σε σημείο τέτοιο, που νιώθω ειλικρινά λυπημένος για τους σημερινούς προπτυχιακούς φοιτητές.

Στην έρευνα της Heterodox Academy για την έκφραση στα πανεπιστήμια το 2020, το 62% των φοιτητών του δείγματος συμφώνησε ότι το κλίμα στο πανεπιστήμιο τούς εμπόδιζε να πουν πράγματα που σκέφτονταν, σε σχέση με το 55% του 2019, ενώ το 41% ήταν διστακτικό να συζητήσει για την πολιτική στην τάξη, σε σχέση με το 32% του 2019. Περίπου το 60% των φοιτητών δήλωσαν ότι ήταν απρόθυμοι να εκφράσουν την άποψή τους στις πανεπιστημιακές αίθουσες, επειδή ανησυχούσαν ότι άλλοι φοιτητές θα έκριναν τις απόψεις τους προσβλητικές.

Τέτοιες ανησυχίες δεν είναι διόλου αβάσιμες. Σύμφωνα με μία πανεθνική έρευνα του Ινστιτούτου Challey for Global Innovation σε χίλιους προπτυχιακούς φοιτητές, το 85% των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων φοιτητών θα έκαναν αναφορά για έναν καθηγητή στο πανεπιστήμιο, εάν έλεγε κάτι που το έβρισκαν προσβλητικό, ενώ το 76% θα έκαναν αναφορά για έναν άλλον φοιτητή.

Σε μία μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο με τίτλο «Academic Freedom in Crisis: Punishment, Political Disrimination and Self-Censorship», το Κέντρο Μελετών Κομματισμού και Ιδεολογίας έδειξε ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία βρίσκεται υπό επίθεση όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά. Τα τρία τέταρτα των συντηρητικών Αμερικανών και Βρετανών πανεπιστημιακών στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες δήλωσαν ότι υπάρχει ένα εχθρικό κλίμα για τις πεποιθήσεις τους στο τμήμα τους. Αυτό συγκρίνεται αντιστοίχως με το μόλις 5% μεταξύ των αριστερών πανεπιστημιακών στις ΗΠΑ.

Και πάλι, κάποιος μπορεί να καταλάβει το γιατί. Οι νεότεροι πανεπιστημιακοί είναι ιδιαίτερα πιθανό να υποστηρίξουν την απόλυση κάποιου συναδέλφου τους που εκφράζει αιρετικές θέσεις, με 40% των Αμερικανών καθηγητών κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών κάτω των 40 ετών να υποστηρίζουν τουλάχιστον μία στις τέσσερις υποθετικές απολύσεις. Οι διδακτορικοί φοιτητές είναι ακόμα πιο άκαμπτοι από τους νεαρούς πανεπιστημιακούς: το 55% των Αμερικανών διδακτορικών φοιτητών κάτω των 40 θα υποστήριζαν τουλάχιστον μία υποθετική εκστρατεία απόλυσης. «Το μποϊκοτάρισμα και οι απολύσεις υψηλού επιπέδου» τραβούν την προσοχή, συμπεραίνουν οι συντάκτες της έρευνας, αλλά «πολύ πιο σημαντικές απειλές για την ακαδημαϊκή ελευθερία πηγάζουν από τους φόβους α) της ακύρωσης-απειλώντας τη δουλειά και τη φήμη κάποιου- και β) των πολιτικών διακρίσεων».

Αυτοί οι φόβοι δεν είναι αστήρικτοι· ο αριθμός των πανεπιστημιακών που στοχοποιούνται έχει αυξηθεί δραματικά από το 2015, σύμφωνα με έρευνα του Ιδρύματος για τα Ατομικά Δικαιώματα στην Εκπαίδευση (FIRE). Το FIRE έχει καταγράψει 426 περιστατικά από το 2015. Μόλις κάτι λιγότερο από τα τρία τέταρτα αυτών κατέληξαν σε κάποιου είδους επίσημη έρευνα, κυρώσεις, ή οικειοθελείς παραιτήσεις. Τέτοιες προσπάθειες για τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου συνήθως προέρχονται από προοδευτικές ομάδες φοιτητών, αλλά συχνά βρίσκουν υποστήριξη από αριστερίζοντα στελέχη των ιδρυμάτων και ενθαρρύνονται από τις διοικήσεις των κολεγίων, οι οποίες τείνουν να τοποθετούνται ακόμη πιο αριστερά από τους καθηγητές (όπως απέδειξε ο Sam Abrams από το Sarah Lawrence College, και του οποίου η εμπειρία μετέπειτα επιβεβαιώθηκε). Υπάρχουν επίσης επιθέσεις στην ακαδημαϊκή ελευθερία και από τα δεξιά, στις οποίες η FIRE αντιτίθεται. Μ’ έναν όλο και αυξανόμενο αριθμό Ρεπουμπλικάνων να ζητούν την απαγόρευση της κριτικής φυλετικής θεωρίας, φοβάμαι ότι ο αντιφιλελευθερισμός μεταλλάσσεται.

Οι προειδοποιήσεις ότι ο λόγος σου μπορεί να προσβάλει κάποιον, οι ασφαλείς χώροι, οι συνιστώμενοι χαρακτηρισμοί, η καταγγελία των προνομίων, οι μικροεπιθέσεις και ο αντιρατσισμός –όλοι αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται τακτικά σε πανεπιστημιουπόλεις, σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο, και αποτελούν κομμάτι μιας διαρκούς εκστρατείας που στόχο έχει την επιβολή ιδεολογικών συμμορφώσεων στο όνομα της διαφορετικότητας. Ως συνέπεια συχνά δημιουργείται η αίσθηση ότι υπάρχει λιγότερη ελευθερία λόγου και σκέψης στο σύγχρονο αμερικανικό πανεπιστήμιο, σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλον θεσμό στις ΗΠΑ.

Στα μάτια του ιστορικού, υπάρχει κάτι δυσάρεστα οικείο για τα πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία σε λίγα χρόνια έγιναν φυσιολογικά σε πολλές πανεπιστημιουπόλεις. Τα συνθήματα. Τα πλακάτ. Οι επιστολές που ενημερώνουν συναδέλφους και συμφοιτητές. Οι καταγγελίες καθηγητών στις αρχές. Η έλλειψη ορθής διαδικασίας. Οι ακυρώσεις. Οι αποκαταστάσεις μετά από άθλιες ομολογίες. Ο υπερβολικός ζήλος γραφειοκρατών, που δεν είναι υπόλογοι σε κανέναν. Οποιοσδήποτε φοιτητής που μελετά τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα αναγνωρίζει με έκπληξη αυτά τα χαρακτηριστικά. Φαίνεται, λοιπόν, ότι αυτά μπορούν να συμβούν και σε μία ελεύθερη κοινωνία, εάν οι θεσμοί και τα άτομα που ισχυρίζονται ότι είναι φιλελεύθεροι διαλέγουν να συμπεριφέρονται μ’ έναν τελείως αντιφιλελεύθερο τρόπο.

Πώς να εξηγήσεις αυτή την ταχεία διολίσθηση του ακαδημαϊκού κόσμου από μία κουλτούρα ελεύθερης έρευνας και συζήτησης σ’ ένα είδος «soft» ολοκληρωτισμού; Στο βιβλίο τους, «The Coddling of the American Mind», ο κοινωνικός ψυχίατρος Jonathan Haidt και ο πρόεδρος του FIRE Greg Lukianoff ρίχνουν το φταίξιμο κυρίως σε μία κουλτούρα γονικής μέριμνας και πρώιμης εκπαίδευσης, που ενθαρρύνει τους μαθητές να πιστεύουν πως, «ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό», ότι πρέπει «πάντα να εμπιστεύεσαι τα συναισθήματά σου» και ότι «η ζωή είναι μια μάχη μεταξύ καλών και κακών ανθρώπων».

Ωστόσο, πιστεύω ότι τα βασικά προβλήματα είναι οι παθολογικές δομές και τα διεστραμμένα κίνητρα του σύγχρονου πανεπιστημίου. Δεν ισχύει, όπως πιστεύουν πολλοί Αμερικανοί, ότι τα κολέγια των ΗΠΑ έτειναν πάντοτε προς την αριστερά και ότι τα σημερινά δεν διαφέρουν από αυτά της δεκαετίας του 1960. Όπως έδειξαν οι Stanley Rothman, Robert Lichter και Neil Nevitte σε μια μελέτη του 2005, ενώ το 1984 το 39% των καθηγητών περιέγραψε τον εαυτό του ως αριστερό, το ποσοστό είχε αυξηθεί στο 72% μέχρι το 1999, οπότε το να είναι κανείς συντηρητικός είχε καταστεί ένα υπολογίσιμο μειονέκτημα για τη σταδιοδρομία του.

Η ανάλυση του Mitchell Langbert για τις θητείες των καθηγητών με διδακτορικό σε 51 από τα 66 κορυφαία κολέγια ανθρωπιστικών επιστημών το 2017 αποκάλυψε ότι όσοι είχαν εκφράσει ανοιχτά τις πολιτικές τους πεποιθήσεις ήταν Δημοκρατικοί κατά πλειοψηφία. Κοντά στα 2/5 των πανεπιστημίων που αποτέλεσαν το δείγμα του Langbert δεν είχαν καθόλου Ρεπουμπλικάνους. Η μέση αναλογία των Δημοκρατικών προς τους Ρεπουμπλικάνους στο δείγμα ήταν 10,4:1 ή 12,7:1, εάν εξαιρέσουμε τις δύο στρατιωτικές ακαδημίες, το West Point και την Annapolis. Για τα τμήματα Ιστορίας, η αναλογία ήταν 17,4:1, για αυτά της Φιλολογίας 48,3:1. Καμία αναλογία δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί για την Ανθρωπολογία, καθώς δεν υπήρχαν στα τμήματα αυτά Ρεπουμπλικάνοι καθηγητές. Το 2020 ο Langbert και ο Sean Stevens βρήκαν μία ακόμη μεγαλύτερη τάση προς την αριστερά, όταν υπολόγισαν τις πολιτικές χορηγίες των καθηγητών στα κόμματα. Η αναλογία προς τους Δημοκρατικούς έναντι των Ρεπουμπλικάνων ήταν 21:1.

Οι αναλυτές που υποστηρίζουν ότι το εκκρεμές θα γυρίσει μαγικά πίσω φανερώνουν ότι δεν έχουν κατανοήσει τη διαδικασία πρόσληψης και προαγωγής των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Καθώς οι πολιτικές διακρίσεις κατά των συντηρητικών είναι πλέον εμφανείς, τα περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα είναι πιθανό να μετακινηθούν ακόμα πιο αριστερά με την πάροδο του χρόνου, ενόσω οι τελευταίοι εναπομείναντες συντηρητικοί συνταξιοδοτούνται.

Μετάφραση: Αναστάσης Μπαλτατζής
Bloomberg.com, 8 Νοεμβρίου 2021

(Εμφανιστηκε 141 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.