«Όταν αφήνουμε το κακό ν’ αποχαλινωθεί, αυτό ευδοκιμεί»
της Eugénie Bastié- 11/06/2026 Le Figaro
Αυτό είναι το συμπέρασμα του Βρετανού ψυχιάτρου Theodore Dalrymple. Στο βιβλίο του Culture du vide (εκδ. Carmin), επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο οι ελίτ υπονόμευσαν μεθοδικά όλα τα ηθικά και πολιτισμικά σημεία αναφοράς, δημιουργώντας τις συνθήκες για τoν εκβαρβαρισμό.
Από τις σκηνές λεηλασίας που ακολούθησαν τη νίκη της Παρί-Σαιν-Ζερμαίν μέχρι τη δολοφονία της μικρής Λυάννα, το συμπέρασμα είναι το ίδιο: εκβαρβαρισμός της κοινωνίας, τον οποίο το κράτος φαίνεται ανίκανο να αναχαιτίσει, αν αντίθετα δεν συμβάλλει στην επιτάχυνσή του. Η Δεξιά επικρίνει την αδυναμία της εξουσίας, την απουσία ποινικής κατστολής, ενώ η Αριστερά κραδαίνει το αιώνιο επιχείρημα της «έλλειψης μέσων», ή ακόμα και επικαλείται την κουλτούρα της δικαιολόγησης. Και αν το κακό είναι ακόμα πιο βαθύ; Αν η βαρβαρότητα δεν είναι μια δυσλειτουργία, ένα ατύχημα που ξέφυγε από τα δίχτυα της γραφειοκρατίας, αλλά το μοιραίο πεπρωμένο μιας κοινωνίας που έχει παραιτηθεί από την προστασία του πολιτισμού;
«Η ευθραυστότητα του πολιτισμού είναι ένα από τα μεγάλα διδάγματα του 20ου αιώνα»: με αυτά τα λόγια ξεκινά η συλλογή άρθρων του ψυχιάτρου Θήοντορ Ντάλρυμπλ (Theodore Dalrymple), Culture du vide (Η κουλτούρα του κενού)*.

Είναι πολύ λίγο το να πούμε ότι δεν έχουμε πάρει αυτό το μάθημα
Γεννημένος το 1949, ο Θήοντορ Ντάλριμπλ (το πραγματικό του όνομα είναι Anthony Malcolm Daniels) εργάστηκε ως ψυχίατρος σε νοσοκομεία, φυλακές και φτωχές γειτονιές της Αγγλίας, αφού είχε ταξιδέψει σε πολλές χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και του Τρίτου Κόσμου. Δεν μιλάει από την καθέδρα ενός πανεπιστημίου. Έχει ζήσει από κοντά την ανθρώπινη δυστυχία. Έχει δει τις καταστροφές της κοινωνικής αποσύνθεσης: μονογονεϊκές οικογένειες, μητέρες που επιλέγουν συντρόφους βίαιους απέναντι στις ίδιες και τα παιδιά τους, πατέρες ανήθικους και ανεύθυνους, καταστροφές από τα ναρκωτικά, τη βία και μια σεξουαλική ελευθερία χωρίς ευθύνη.
Ήδη από τα τέλη του 20ού αιώνα, ο ψυχίατρος διαπιστώνει την επιστροφή της καθημερινής βίας. «Το 1921, έτος γέννησης της μητέρας μου, στην Αγγλία καταγραφόταν ένα αδίκημα ανά 370 κατοίκους· ογδόντα χρόνια αργότερα, ένα ανά 10 κατοίκους», γράφει. Αυτό που παρατηρεί στους ασθενείς του δεν είναι τόσο η υλική φτώχεια όσο η εξαφάνιση της πιο στοιχειώδους ηθικής. Η λέξη «κατάθλιψη», σημειώνει, έχει σχεδόν εξαλείψει εντελώς τη λέξη «δυστυχία» από τη σύγχρονη ζωή. Το λάθος έχει αντικατασταθεί από την παθολογία, η ευθύνη από τη θυματοποίηση, το καθήκον από την ψυχολογική δικαιολόγηση.
Η ελαφρότητα του κακού
Αυτό είναι που ονομάζει «ελαφρότητα του κακού»: το να δίνεις συστηματικά προτεραιότητα στην παρόρμηση, στην άμεση απόλαυση, στην εφήμερη ικανοποίηση, εις βάρος του μακροπρόθεσμου καθήκοντος. Κατά την άποψή του, το κράτος πρόνοιας ευνοεί αυτό το είδος συμπεριφοράς, καθώς εξαλείφει το κοινωνικό κόστος: είτε εγκαταλείψετε είτε όχι την οικογένειά σας, είτε είστε εργατικοί είτε τεμπέληδες, είτε εκπαιδεύετε καλά ή άσχημα τα παιδιά σας, το κράτος θα είναι πάντα εκεί, ως έσχατη λύση, για να καλύψει τις ανάγκες που έχετε πάψει να αναλαμβάνετε.
Ο Ντάλριμπλ επαναλαμβάνει εδώ, με μια σύγχρονη προσέγγιση, τις αναλύσεις του Τοκβίλ στο έργο του Mémoire sur le paupérisme**. Παρατηρώντας την Αγγλία της βιομηχανικής επανάστασης, ο Τοκβίλ είχε ήδη παρατηρήσει ότι η δημόσια φιλανθρωπία μπορούσε να ενθαρρύνει την απραξία. Το κράτος πρόνοιας, αναγνωρίζοντας συνεχώς νέα δικαιώματα, υποκαθιστά την ανθρώπινη αλληλεγγύη, υπονομεύει τους δεσμούς προσωπικής συναισθηματικής σύνδεσης και καθιστά παρωχημένο το αίσθημα του καθήκοντος. Ο πολίτης που πνίγεται από τους φόρους δεν θα αισθάνεται πλέον καμία ευθύνη απέναντι στην κοινωνία, ενώ αυτός που λαμβάνει θα απαιτεί πάντα περισσότερα. Η πραγματική αλληλεγγύη αντικαθίσταται από ένα διοικητικό δίκτυο.
Από αυτή τη βουτιά στις ρίζες του κακού, ο ψυχίατρος καταλήγει σε ένα συμπέρασμα απολύτως αντι-ρουσωικό: «Ποτέ ξανά δεν θα μπω στον πειρασμό να πιστέψω στην εγγενή καλοσύνη του ανθρώπου, ή ότι το κακό είναι μια εξαίρεση ή ξένο προς την ανθρώπινη φύση». «Όταν αφήνουμε το κακό να αποχαλινωθεί, αυτό ευδοκιμεί».
Ο Ντάλριμπλ θυμώνει ιδιαίτερα με τους προοδευτικούς διανοούμενους που, από τα άνετα σαλόνια τους, επιχειρούν να «αποδομήσουν» την κοινωνία χωρίς ποτέ να πληρώνουν για τις συνέπειες. Φιλοτεχνεί μια πικάντικη εικόνα της μυθιστοριογράφου Βιρτζίνια Γουλφ, γεννημένης σε αστικό περιβάλλον, κόρης «μορφωμένου άνδρα», η οποία όμως επιδίδεται με πάθος στην καταγγελία των ίδιων των θεσμών που είχαν καταστήσει δυνατό τον δικό της πνευματικό πλούτο. Ο Ντάλριμπλ επικρίνει τον αντινομισμό των ελίτ: αυτή τη μηδενιστική τάση να θέλουν να απελευθερωθούν από κάθε σύμβαση, να σπάσουν όλα τα ταμπού, να καλλιεργούν τη χυδαιότητα και την ασχήμια, με το πρόσχημα της χειραφέτησης.
Η «προοδευτική» αποδόμηση
Αφιερώνει επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες στην έκθεση «Sensation», που διοργανώθηκε στο Λονδίνο το 1997 και παρουσίαζε έργα αρρωστημένα, σεξουαλικά και προκλητικά, περιορίζοντας συχνά το έργο τέχνης στην ικανότητά του να σκανδαλίσει. Ο καρχαρίας σε φορμόλη του Ντάμιεν Χερστ, το γιγαντιαίο πορτρέτο της δολοφόνου παιδιών Μάιρα Χίντλεϊ, η αυτοπροσωπογραφία ενός καλλιτέχνη φτιαγμένη από το δικό του κατεψυγμένο αίμα: τόσες μακάβριες προκλήσεις που εξυψώνονται σε αισθητικό μανιφέστο. «Οι καλλιτέχνες είχαν πάντα ως αποστολή να κατακτούν τους απαγορευμένους χώρους», καυχιόταν ο επιμελητής της έκθεσης. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες φαίνεται να έχουν υιοθετήσει ως δόγμα τα λόγια του Σατανά του Μίλτον στο «Χαμένο Παράδεισο»: «Κακό, γίνε το καλό μου»; «Ασχήμια, γίνε η ομορφιά μου».
«Η χυδαιότητα είναι ο φόρος τιμής που αποδίδουν οι διανοούμενοι, αν όχι στο προλεταριάτο, τουλάχιστον στη σχηματική, ανακριβή και συγκαταβατική εικόνα που έχουν σχηματίσει γι’ αυτό», γράφει ο Ντάλριμπλ. «Αποδεικνύουν την αγνότητα της δικής τους πολιτικής άποψης με την αναισχυντία των δημιουργιών του».
Όταν, στο εσωτερικό της ελίτ, έχει γενικευτεί ένα τέτοιο επίπεδο πολιτισμικού σχετικισμού, πώς είναι δυνατόν να εκπλαγούμε παρατηρώντας μια διαδικασία αποπολιτισμού να κατακλύζει το κοινωνικό σώμα; «Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, παρατήρησα από κοντά, ασκώντας την ιατρική, τις επιπτώσεις που είχε σε έναν πολυάριθμο και ευάλωτο πληθυσμό η διάβρωση των κανόνων πολιτισμένης συμπεριφοράς, η οποία προκλήθηκε από την επίθεση που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι διανοούμενοι», γράφει ο ψυχίατρος.
Η διαύγεια του Ντάλριμπλ δεν σταματά στις κοινωνικές συνέπειες της προοδευτικής αποδόμησης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αμφισβητεί επίσης την ανέφικτη εφαρμογή του πολυπολιτισμού, του οποίου παρατηρεί τις πρώτες επιπτώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε ολόκληρες πόλεις που υπόκεινται σε μια μορφή εδαφικού και κοινοτιστικού διαχωρισμού. Προειδοποιεί ήδη για τη σιωπή των δυτικών φεμινιστριών της Δύσης απέναντι στους αναγκαστικούς γάμους νεαρών κοριτσιών μουσουλμάνων και επισημαίνει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ του χριστιανισμού, πολιτιστικής μήτρας των δυτικών κοινωνιών, και του ισλάμ, του οποίου η πολιτική και νομική διάσταση καθιστά την ένταξη πιο δύσκολη στο ευρωπαϊκό έδαφος.
Ο Ντάλριμπλ είναι ένας συντηρητικός κληρονόμος του Burke, ο οποίος έχει κατανοήσει βαθιά την ανθρώπινη φύση. Δυσπιστεί απέναντι σε κάθε είδους φονταμενταλισμό, ακόμα και τον φιλοσοφικό, που ισχυρίζεται ότι μπορεί να συμπεριλάβει την πολυπλοκότητα του ανθρώπου σε μια διατύπωση. Έχει μόνο μία βεβαιότητα: ο πολιτισμός είναι ένα εύθραυστο οικοδόμημα που χτίστηκε υπομονετικά, γενιά με γενιά· μια αργή συσσώρευση ηθών, ορίων, αφοσίωσης και μορφών. Το να είσαι πολιτισμένος σημαίνει «να υπερβαίνεις την απλή βιολογική ύπαρξη και να αποκτάς πρόσβαση σε μια πλουσιότερη πνευματική, αισθητική, υλική και πνευματική ζωή». Η πρόσβαση σε αυτήν απαιτεί την καταστολή των πιο χαμηλών ενστίκτων, την άρνηση της αμεσότητας της ικανοποίησης, την αποδοχή των καταναγκασμών, την αναγνώριση ενός χρέους προς τους νεκρούς και ενός καθήκοντος προς τους ζωντανούς. Η βαρβαρότητα δεν βρίσκεται πίσω μας: βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας. Και μόνο ένα λεπτό στρώμα πάγου μας χωρίζει από αυτό το ηφαίστειο.
*Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου στα αγγλικά είναι: Our Culture, What’s Left of It: The Mandarins and the Masses (Ο πολιτισμός μας, τι έχει απομείνει από αυτόν: Οι Μανδαρίνοι και οι μάζες), (σ.τ.μ.)
**Ελληνική έκδοση: Toqueville Alexis, de, Μνημόνιο για τη φτώχεια, εκδ. Πόλις, 2005 (σ.τ.μ.).















































