12 Σεπτεμβρίου 2014 at 19:55

Τι σημαίνει: γεντέκι

από

Τι σημαίνει: γεντέκι

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

γεντέκι σημαίνει το άλογο, τη βάρκα ή τον άνθρωπο που τραβιέται με σκοινί, έλκεται, το σκοινί με το οποίο τραβάει κάποιος ένα ζώο ή ρυμουλκείται ένα πλοίο. Ο Κουκκίδης* αναφέρει γεντέκι το= πρόσθετος ίππος εις άμαξαν, παν διπλούν πράγμα δια να χρησιμεύσει εν ώρα ανάγκης, υποστήριγμα σαχνιστού, λωρίον δια του οποίου σύρεται πλοιάροιον ή λέμβος από ξηράς ή ίππο.

 Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από το τουρκ. yedek= εφεδρικός, βοηθητικός ιμάντας  ρυμούλκησης.

Ο στρατηγός Μακρυγιάνης γράφει.: Ὅτι ὁ Γκούρας τὸν Καρατάσσιον καὶ Γάτζο τοὺς ἄφησε πεζοὺς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὡς τὸν Ἁγιώργη κι᾿ αὐτὸς εἶχε ἄλογα ἄδεια καὶ τὰ τράβαγε γεντέκια.

Ως γιουντέκι,  βρίσκεται και στον Αλέξανδρο  Παπαδιαμάντη: Για καμμιά τσομπανοφλοέρα μ’ επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;

*Κουκίδη Κ., Λεξιλόγιο ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της Τουρκικής. Εκδ. Εταιρείας Θρακικών Μελετών. Αθήνα, 1960.

(Εμφανιστηκε 3,569 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Ένα σχόλιο

  1. Pingback: Τι σημαίν&e...

Κάντε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.