21 Νοεμβρίου 2014 at 07:07

Ο Αριστοτέλης και η έννοια του νόμου

από

Ο Αριστοτέλης και η έννοια του νόμου

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι ο νομοθέτης είναι ο μεγάλος παιδαγωγός της κοινωνίας. Υποστηρίζοντας ότι η αρετή δεν είναι εκ φύσεως αλλά αποτέλεσμα εθισμού, καθιστά σαφές πως μόνο με την επανάληψη ηθικών πράξεων μπορεί κανείς να αποκτήσει την αρετή, αφού μόνο η επανάληψη οδηγεί στη συνείδηση. Η ολοκλήρωση του εθισμού, δηλαδή της διαδικασίας των επαναλαμβανομένων πράξεων με σκοπό την αρετή, πιστοποιείται από τα αντίστοιχα συναισθήματα που συνοδεύουν την πράξη, αφού δε φτάνει να κάνει κανείς καλές πράξεις, αλλά πρέπει να νιώθει και χαρά απ’ αυτό. Κι αυτό ακριβώς είναι ο εθισμός (κατά την αρχαιοελληνική έννοια του όρου), η ταύτιση συγκεκριμένων ενεργειών με ευχάριστα συναισθήματα. Υπό αυτή την έννοια, το ότι δουλεύει κανείς (από μόνο του) δεν είναι απόδειξη της εργατικότητάς του. Γιατί, αν δεν εισπράττει και συναισθηματικά από την εργασία, με την πρώτη ευκαιρία θα την παρατήσει. Γι’ αυτό πρέπει να εθιστεί κανείς στην αρετή. Για να νιώθει συναισθηματικά ολοκληρωμένος με την εκπλήρωσή της. Μόνο έτσι θα καταφέρει να απομακρύνει όλους τους πιθανούς πειρασμούς. Και σ’ αυτό βέβαια χρειάζεται δάσκαλος. Ο δάσκαλος είναι ο άνθρωπος που θα καθοδηγήσει σωστά τη διαδικασία του εθισμού, αφού η εφαρμογή της ηθικής αρετής είναι πρωτίστως θέμα παιδείας. Γι’ αυτό και η διαπαιδαγώγηση οφείλει να ξεκινά από τις πολύ μικρές ηλικίες.

2ςς

Υπό αυτή την έννοια, κατά τον Αριστοτέλη, ο νομοθέτης είναι αυτός που χαράσσει τον ηθικό δρόμο και τον επιβάλλει αδιαλείπτως στο όνομα της συνύπαρξης. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος που εθίζει τους πολίτες στο καλό. Αν εθίσει τους πολίτες σωστά θα ελαχιστοποιήσει τις παραβάσεις. Αν όχι, θα τις αυξήσει – δηλαδή θα αποτύχει. Γι’ αυτό οι νόμοι πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες, την κουλτούρα και τις συνθήκες της κάθε κοινωνίας. Γιατί ο ουρανοκατέβατος νόμος είναι παράλογος νόμος, κι ως τέτοιος είναι αδύνατο να έχει αποδοχή. (Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο νομοθέτης παραβιάζει το νόμο ή φτιάχνει άδικους νόμους προκειμένου να ευνοήσει συγκεκριμένα συμφέροντα. Γιατί ο Αριστοτέλης δε χρησιμοποιεί λέξεις άσκοπα. Αν ο νομοθέτης δεν είναι ακέραιος τότε δεν είναι νομοθέτης, ή μάλλον είναι νομοθέτης μόνο κατ’ όνομα, αφού κατ’ ουσία είναι παραβάτης ο ίδιος).

Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι η αρετή, ως αντικείμενο του νόμου, είναι θέμα παιδείας, κι ότι κατ’ επέκταση ο νομοθέτης είναι ο δάσκαλος όλης της κοινωνίας, δε μένει παρά να μελετηθεί η παιδαγωγική μέθοδος που επιδιώκει την ταύτιση του ευχάριστου συναισθήματος με την πράξη της αρετής και συνακόλουθα του δυσάρεστου συναισθήματος με τις πράξεις που αντίκεινται στην αρετή. Κι εδώ ο Αριστοτέλης επικαλείται τις παιδαγωγικές μεθόδους του Πλάτωνα που συνδύαζε τον έπαινο με τις ενάρετες πράξεις, ώστε να συνδυαστεί το ευχάριστο συναίσθημα του επαίνου με το καλό, και την τιμωρία με τις ανεπιθύμητες, μη ηθικές πράξεις, ώστε να συνδυαστεί το δυσάρεστο συναίσθημα της τιμωρίας με το κακό. Η επανάληψη αυτής της τακτικής θα οδηγούσε τελικά στον εθισμό, δηλαδή στην αυτόματη και ισόβια αναζήτηση της ευχαρίστησης στις ηθικές πράξεις. Στο ερώτημα, κατά πόσο ο νομοθέτης οφείλει να ακολουθήσει αυτή την τακτική, ο Αριστοτέλης θέτει αντιρρήσεις στο ζήτημα του επαίνου. (Στο ζήτημα της τιμωρίας από την πλευρά του νόμου δεν αναφέρεται καν, ως κάτι απολύτως προφανές, αφού είναι αυτονόητο ότι οι παραβάτες του νόμου πρέπει να τιμωρούνται): «Σχετικά τώρα με τις τιμές που πρέπει να αποδίδονται σ’ εκείνους που επινοούν κάτι χρήσιμο για την πόλη η σχετική νομοθεσία δεν είναι ακίνδυνη, παρά είναι μόνο ευχάριστο να ακούει κανείς κάτι τέτοιο. Διότι μπορεί να προκαλέσει συκοφαντίες και ενδεχομένως ανατρεπτικά κινήματα». (σελ. 415).

Φυσικά το να ισχυριστεί κανείς ότι ο νόμος θα έπρεπε να επαινεί κάθε νόμιμη πράξη, με την ίδια λογική που οφείλει να τιμωρεί κάθε παράνομη πράξη, θα ήταν ανόητο. Η έννοια της επιβράβευσης τείνει προς την προαίρεση, και ο νόμος όχι μόνο δεν είναι προαιρετικός, αλλά (ενδεχομένως) ακόμη και ο χαρακτηρισμός καθήκον να μην είναι ακριβής. Γιατί ο νόμος είναι πρωτίστως κατοχύρωση των δικαιωμάτων, καθώς δε λειτουργεί περιοριστικά σε σχέση με τα πράγματα που απαγορεύει, αλλά απελευθερωτικά σε σχέση με τα πράγματα που διασφαλίζει. Η τήρηση του νόμου, ως προϋπόθεση της συνύπαρξης, είναι η επίτευξη της αρμονίας. Η ισότητα, η ισονομία, ο σεβασμός στον άλλο, η αξιοκρατία, με δυο λόγια η συνείδηση της αναγκαιότητας της κοινωνικής ισορροπίας, ως όρος για την ατομική γαλήνη, είναι ο δρόμος προς τη συλλογικότητα. Κι αυτό ακριβώς είναι ο νόμος. Το σημείο που διαχωρίζει την ατομικότητα από το όλο καθορίζοντας τις αμοιβαία απαιτούμενες συμπεριφορές. Αποδεχόμενοι ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον δεν έχουμε παρά να συμπεράνουμε ότι ο νόμος είναι ο ρυθμιστής μιας φυσικής επιταγής. Αν καταλυθεί ο νόμος θα διαλυθούν οι πόλεις. Κι αν διαλυθούν οι πόλεις ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στο παρά φύση, δηλαδή στη δυστυχία. Γι’ αυτό δε χρειάζεται ο νόμος να επιβραβεύει την εφαρμογή του. Η επιβράβευση είναι η ευεργεσία της συνύπαρξης. Κι αυτό πρέπει να το αντιλαμβάνεται κανείς χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Ο έπαινος αφορά ζητήματα που θα ήταν καλό να κάνει κάποιος. Λειτουργεί δηλαδή προτρεπτικά. Κι η τήρηση του νόμου δεν είναι θέμα προτροπής. Είναι θέμα συνείδησης.

Όμως και οι τιμές προς όλους αυτούς «που επινοούν κάτι χρήσιμο για την πόλη» κρίνονται από τον Αριστοτέλη επικίνδυνες. Από θέση αρχής, κρύβουν κάτι λαϊκιστικό μέσα τους: «είναι μόνο ευχάριστο να ακούει κανείς κάτι τέτοιο». Η συνείδηση της αναγκαιότητας του νόμου δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνείδηση της συλλογικότητας, δηλαδή της αδιαπραγμάτευτης προτεραιότητας του ομαδικού, αφού μόνο μέσα του ολοκληρώνεται η ατομικότητα. Με άλλα λόγια, απ’ όποια σκοπιά και να το δει κανείς, είτε τη συλλογική είτε την ατομική, αυτό που προέχει είναι διαφύλαξη της κοινωνίας. Ακόμη και η πιο στείρα εγωιστική εκδοχή οφείλει να γνωρίζει ότι το εγώ δεν υφίσταται χωρίς τους άλλους. Υπό αυτή την έννοια, ο εγωισμός που εκδηλώνεται σε βάρος του συνόλου και που κλονίζει την κοινωνική συνοχή, είναι ο εγωισμός που στρέφεται ενάντια στον εαυτό του. Ο υγιής εγωισμός είναι αυτός που προβάλλει την ατομικότητα μέσα στο πλαίσιο του συνόλου. Είναι δηλαδή η φιλοδοξία της υπεροχής που εκδηλώνεται θετικά προς τους άλλους. Και υπερέχει κανείς από τους άλλους, όταν μπορεί να πετύχει αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν. Γι’ αυτό ο εγωιστής οφείλει να είναι πρωτίστως ευεργετικός. Γιατί εισπράττει συναισθηματικά την αναγνώριση της υπεροχής του, ικανοποιεί δηλαδή τον εγωισμό του (ενδεχομένως να έχει και κάποιες υλικές απολαβές) χωρίς όμως να προσπαθεί να αρπάξει από τους άλλους αυτό που δεν αξίζει. Ο γνήσιος εγωιστής δεν ανέχεται τις χάρες. Γιατί ο εγωισμός πηγαίνει με την περηφάνια.

Το ξεχείλωμα των νόμων προκειμένου να προωθούνται συγκεκριμένα συμφέροντα (ή, πολύ περισσότερο, η θέσπιση άδικων νόμων για τους ίδιους λόγους) δεν προδίδει μόνο μια κοινωνία αρπακτικών, αλλά, πρωτίστως, μια κοινωνία ηλιθίων. (Ερωτήσεις όπως “σε ποια κοινωνία ο νόμος διασφάλισε την ιδανική συνύπαρξη” και “πότε η εφαρμογή του νόμου εξάλειψε την αδικία” κλπ, καλύτερα να αποφευχθούν γιατί μάλλον θα οδηγήσουν σε δυσάρεστα αδιέξοδα. Το σίγουρο είναι ότι μόνο σε κοινωνίες ηλιθίων, η ηλιθιότητα αποτελεί κοινωνικό πρότυπο). Όμως ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε μια κατάσταση ιδανικής θέσπισης και εφαρμογής των νόμων. Δηλαδή σε μια κατάσταση συνειδητοποιημένων πολιτών. Γι’ αυτό ο νόμος δε χρειάζεται να επιβραβεύει όλους αυτούς που πρόσφεραν κάτι ιδιαιτέρως χρήσιμο στην πόλη. Γιατί η πόλη είναι η προέκταση του εαυτού τους. Και βέβαια, ο Αριστοτέλης δεν επικροτεί μια κοινωνία απάθειας ή αγνωμοσύνης. Η προσφορά του καθενός οφείλει να αναγνωρίζεται. Όμως η αναγνώριση και ο κοινωνικός σεβασμός ως ένδειξη παραδοχής της προσφοράς κάποιου δεν έχει να κάνει με το νόμο. Έχει να κάνει με τις πεποιθήσεις και τις αξίες των ανθρώπων. Ο καθένας μπορεί να τιμά και να επικρίνει όποιον θέλει.

Όμως, η αδιαπραγμάτευτη σημασία του νόμου για την ύπαρξη της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει και στο αδιαπραγμάτευτο της ισχύος που πρέπει να έχει. Η ισχύς του νόμου, που οφείλει να είναι απαράβατος, δεν εξασφαλίζεται μόνο με την αντίληψη της ισονομίας ή της σωστής εφαρμογής του κλπ, αλλά (κυρίως) με τον ίδιο το σεβασμό που προκαλεί στους πολίτες. Κι εδώ δε μιλάμε για το σεβασμό που επιτυγχάνεται δια του φόβου. Εδώ μιλάμε για το σεβασμό που εμπνέει η εμπιστοσύνη της νηφάλιας κρίσης ως μέσο επίλυσης όλων των διαφορών. Και καθώς η κοινωνία εξελίσσεται, δεν υπάρχει τίποτε πιο λογικό απ’ το να εξελίσσονται και οι νόμοι που την καθορίζουν. Οι παρωχημένοι νόμοι δεν είναι παρά η οπισθοδρόμηση που αδυνατεί να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Η μετατροπή του νόμου σε τροχοπέδη των εξελίξεων είναι η αρχή της απαξίωσής του. Είναι η στιγμή που ο νομοθέτης δεν εθίζει σωστά τους πολίτες και γι’ αυτό αποτυγχάνει: «Όσον αφορά λοιπόν τις άλλες επιστήμες, η μεταβολή αποδείχθηκε επωφελής. Αυτό ισχύει π. χ. για την Ιατρική, όταν ήρθε σε ρήξη με την παράδοσή της, για τη Γυμναστική και για όλες γενικά τις τέχνες και δεξιότητες, και προφανώς πρέπει να ισχύει το ίδιο και για την Πολιτική, αφού και αυτή πρέπει να καταταχθεί σ’ αυτές. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι απόδειξη περί αυτού αποτελούν τα ίδια τα γεγονότα……………… Είναι πιθανόν οι πρώτοι άνθρωποι, είτε γεννήθηκαν από τη γη είτε διασώθηκαν από κάποια καταστροφή, να ήταν όμοιοι με τους σημερινούς τυχαίους και ανόητους, όπως λέγεται και για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν από τη γη. Γι’ αυτό είναι παράλογο να μένουμε προσκολλημένοι στις αντιλήψεις τους». (σελ. 415 – 417).

Ξεκαθαρίζοντας ότι ο Αριστοτέλης δεν τάσσεται συλλήβδην κατά της παράδοσης, καθίσταται σαφές ότι προσπαθεί να καταδείξει με νηφαλιότητα τη σημασία της διαχείρισης των νόμων. Και η προσκόλληση στο παρελθόν, που κατά βάση εξιδανικεύεται, δεν αποτελεί νηφάλια προσέγγιση. Η αντίληψη της άκαμπτης νομοθεσίας δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να οδηγήσει το νόμο σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες. Ο νόμος οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. Πρέπει να την καθορίζει και ταυτόχρονα να καθορίζεται από αυτή. Πρέπει να διαισθάνεται τις ανάγκες της προτού εκείνες τον ξεπεράσουν. Κι αυτή είναι η έννοια του νόμου που υπηρετεί την κοινωνία. Αλίμονο αν ο νόμος από υπηρέτης γίνει τύραννος. Θα βρεθεί μπροστά στην πιο κραυγαλέα αποτυχία.

Από την άλλη όμως, όσο κι αν είναι δεδομένη η ανάγκη της προσαρμογής του νόμου στα εκάστοτε νέα δεδομένα, το ζήτημα των νομοθετικών αλλαγών δεν είναι καθόλου αυτονόητο: «Όταν όμως δούμε τα πράγματα από άλλη σκοπιά, θα φανεί ότι αυτό θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή. Διότι, όταν η βελτίωση είναι ασήμαντη, και βεβαίως ο εθισμός στην εύκολη κατάργηση των νόμων κακός, είναι φανερό ότι πρέπει να ανεχόμαστε μερικές αδυναμίες των νόμων και των αρχόντων. Διότι το όφελος εκείνου που θα επιφέρει την αλλαγή θα είναι μικρότερο από τη βλάβη που θα του προξενήσει ο εθισμός στην απείθεια έναντι των αρχόντων. Άστοχη είναι και η παραβολή της πολιτικής με τις τέχνες. Διότι η μεταβολή στις τέχνες και η αλλαγή των νόμων είναι πράγματα διαφορετικά. Διότι η υπακοή στο νόμο θεμελιώνεται αποκλειστικά με τη δύναμη της συνήθειας……. Γι’ αυτό η ευκολία στη μεταβολή από τους υπάρχοντες νόμους σε άλλους καινούργιους είναι δυνατό να εξασθενήσει τη δύναμη του νόμου». (σελ. 417 – 419).

Η ισχύς του νόμου εξασφαλίζεται από την εμπιστοσύνη των πολιτών και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος για την εμπιστοσύνη από τη σταθερότητα. Ο νόμος οφείλει να αλλάζει προσαρμοζόμενος στις αλλαγές της κοινωνίας. Όμως οι αλλαγές στις κοινωνικές δομές που χρήζουν νομοθετικής μεταρρύθμισης γίνονται αργά και σταθερά. Ο νόμος, που παρακολουθεί τις εξελίξεις, δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το ν’ αλλάζει με τους ίδιους ρυθμούς. Όσο κι αν λέμε ότι στη σύγχρονη εποχή η κοινωνία αλλάζει ραγδαία, είναι αδύνατο να δικαιολογηθούν τόσες νομοθετικές αλλαγές. (Το παράδειγμα της παιδείας είναι πολύ χαρακτηριστικό. Τι το απρόβλεπτο έχει γίνει στην εκπαίδευση και αλλάζει το πλαίσιο χρονιά παρά χρονιά; Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι ρυθμίσεις επί ρυθμίσεων;) Οι διαρκείς νομοθετικές αλλαγές, πέρα από τη σύγχυση που προκαλούν, προσβάλλουν θανάσιμα και το κύρος του νόμου. Γιατί γεννούν την καχυποψία. Γιατί, αυτό που μένει, είναι ή η ανικανότητα του νομοθέτη να θεσπίσει ένα νόμο που θα διευθετήσει την κατάσταση ή – ακόμα χειρότερα – η υποψία των συμφεροντολογικών μαγειρεμάτων που διαρκώς αναπροσαρμόζονται. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν στην απαξίωση του νόμου. Είναι μοιραίο, η νομοθεσία που αλλάζει διαρκώς να απαξιώνεται. Γιατί αυτοαναιρείται. Κι αυτή είναι η απαρχή της δυσαρέσκειας. Όμως όταν ο νόμος χάσει τη δυναμική του στην κοινωνία, μετά ο καθείς νιώθει δικαίωση καταπατώντας τον με την πρώτη ευκαιρία. Κι αυτός είναι ο ορισμός της νομοθετικής αποτυχίας.

Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 1ος, μετάφραση Δημήτρης Παπαδής, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2006

Δείτε ακόμη:

  • Jean-Jacques-Francois Le Barbier - Σπαρτιάτισσα δίνει την ασπίδα στον γιο της ("Ή ταν ή επί τας!"), 1805. Portland Art Museum (Oregon, USA)11 Δεκεμβρίου 2014 Ο Αριστοτέλης και το πολίτευμα της Σπάρτης (0)
    Το βέβαιο είναι ότι ο Αριστοτέλης στο δεύτερο βιβλίο των «Πολιτικών» του (τα «Πολιτικά τα ολοκληρώνει μετά το 335 π. Χ.) εκφράζει ξεκάθαρες επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία των δύο αυτών […]
  • ARKAS -The Original Page29 Νοεμβρίου 2017 Ο Αριστοτέλης και τα θεμέλια της σταθερής ευτυχίας (0)
    Παρακολουθώντας την πορεία της ανθρωπότητας είναι μάλλον αδύνατο να βρει κανείς την επικράτηση της αρετής, με τον τρόπο τουλάχιστον που την εννοεί ο Αριστοτέλης. Η βία, το κυνήγι του […]
  • Πλάτωνας (αριστερά) και ο Αριστοτέλης (δεξιά), λεπτομέρεια από τη Σχολή των Αθηνών, Ραφαήλ.24 Μαΐου 2013 Ο Αριστοτέλης, η ευτυχία και ο σύγχρονος πολιτισμός (0)
    Ο Αριστοτέλης, η ευτυχία και ο σύγχρονος πολιτισμός Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Ο Αριστοτέλης στο έργο του «Πολιτικά» είναι ξεκάθαρος. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον. […]
  • Τοιχογραφία στο ανάκτορο της Κνωσσού3 Ιανουαρίου 2015 Ο Αριστοτέλης και το πολίτευμα της Κρήτης (1)
    Ο Ισαάκ Ασίμοφ στο βιβλίο του «Το Χρονικό του Κόσμου», αναφερόμενος στην περίοδο 2500 – 2000 π.Χ. είναι σαφής: «Η Κρήτη, ως πρώτος νησιωτικός πολιτισμός, είχε το εξής πλεονέκτημα: οι […]
  • 9 Ιανουαρίου 2015 Ο Αριστοτέλης, η Καρχηδόνα και η έννοια του άριστου (0)
    «Φαίνεται ότι και οι Καρχηδόνιοι έχουν ένα καλό και συγκριτικά με τους άλλους από πολλές απόψεις ανώτερο πολίτευμα, το οποίο έχει πολύ μεγάλες ομοιότητες με εκείνο των Σπαρτιατών. Διότι τα […]
  • Η έννοια του πολίτη, εξ ορισμού αλληλένδετη με τις έννοιες πόλη και πολίτευμα, δεν θα μπορούσε με κανέναν άλλο τρόπο να οριστεί παρά ως συμμετοχική δυνατότητα στη διαμόρφωση όλων των εξουσιών30 Ιανουαρίου 2015 Ο Αριστοτέλης, η πόλη και οι πολίτες (0)
    Ο Αριστοτέλης, η πόλη και οι πολίτες Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Ο Αριστοτέλης συστηματοποιώντας την έρευνά του για τα πολιτεύματα δε θα μπορούσε να μην προβεί στην αναλυτική μέθοδο, αφού […]
  • ARKAS -The Original Page30 Μαρτίου 2016 Ο Αριστοτέλης και η κατάλυση της πολιτικής (3)
    Φυσικά, η απερίφραστη καταδίκη του επεκτατισμού ως κατάλυση δικαίου κι ως μοιραία εννοιολογική ματαίωση της πολιτικής δεν ακυρώνει τις στρατιωτικές προετοιμασίες που πρέπει πάντα να κάνει […]
  • Ιερώνυμος Μπος (Hieronymus van Aken, περ. 1450 - 9 Αυγούστου 1516). Το κάρο με τον σανό (λεπτομέρεια), 1510-16, Μαδρίτη, Μουσείο του Πράδο.23 Μαΐου 2018 Ο Αριστοτέλης και η φύση της εκούσιας και ακούσιας πράξης (0)
    Ο έντονος πόθος για κάτι (συνήθως τον πλούτο, τη δόξα ή ακόμη και τον έρωτα) είναι δυνατό να ωθήσει σε ενέργειες αντίθετες με την αρετή και η συχνότερη δικαιολογία για τέτοιου είδους […]
  • 18 Μαρτίου 2015 Ο Αριστοτέλης και το ζήτημα της βασιλείας (0)
    Με βάση το ποιοτικό κριτήριο που διαχωρίζει τα ορθά από τα στρεβλά πολιτεύματα (τα ορθά αποσκοπούν στην κοινή ωφέλεια, ενώ τα στρεβλά στην ωφέλεια της κοινωνικής τάξης που υπηρετούν), ο […]
  • Η εμπορευματοποίηση αφορά τα προϊόντα που ανταλλάσσονται κι όχι το ίδιο το χρήμα που δεν λειτουργεί ως προϊόν αλλά ως διαμεσολαβητής προϊόντων. Με την εξέλιξη του κεφαλαιοκρατικού συστήματος όμως, είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι το ίδιο το χρήμα άρχισε να αποτελεί εμπόρευμα.4 Ιουνίου 2013 Ο Μαρξ, η εμπορευματοποίηση του χρήματος και ο Αριστοτέλης (3)
    Ο Μαρξ, η εμπορευματοποίηση του χρήματος και ο Αριστοτέλης Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χρήμα είναι η κινητήριος δύναμη όλων των συνδιαλλαγών. Λειτουργεί […]
  • Αν ο άνθρωπος, ως είδος, δεν είχε εγωισμό, ενδεχομένως δε θα επιβίωνε. Ο άνθρωπος πρέπει να αγαπάει τον εαυτό του: «Διότι η αγάπη κάθε ανθρώπου προς τον εαυτό του είναι πράγμα φυσικό και όχι μάταιο».6 Νοεμβρίου 2014 Ο Αριστοτέλης και το ζήτημα της ιδιοκτησίας (3)
    Ο Αριστοτέλης στο δεύτερο βιβλίο των «Πολιτικών» ξεκαθαρίζει την εκ διαμέτρου αντίθεσή του προς τις περί κοινοκτημοσύνης απόψεις του Πλάτωνα (για την τάξη των φυλάκων), όπως διατυπώνονται […]
  • Ο ίδιος ο Αριστοτέλης υποστηρίζει στα «Ηθικά Νικομάχεια» ότι η ηθική αρετή δε δίνεται από τη φύση, αλλά είναι ζήτημα εθισμού, δηλαδή συνήθειας, δηλαδή παιδείας.10 Φεβρουαρίου 2015 Ο Αριστοτέλης, η αρετή του πολίτη και ο ελεύθερος άνθρωπος (0)
    Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο κραυγαλέα καταγγελία της αλλοτρίωσης της εργασίας, που υποδουλώνει τον άνθρωπο καταδικάζοντάς τον σ’ αυτό που ο Αριστοτέλης θα αποκαλέσει βαναυσότητα. Η […]
  • Η πεποίθηση ότι η ευτυχία είναι υπόθεση καθαρά προσωπική είναι η αντίληψη της ατομικότητας, που δεν οφείλει να σχετιστεί με τους άλλους παρά μόνο σε επίπεδο διασφάλισης των καθημερινών αναγκών.14 Μαΐου 2016 Ο Αριστοτέλης και η έννοια της ευτυχίας (1)
    Φυσικά, ο λόγος και η συνήθεια μπορούν να διαμορφωθούν από το κοινωνικό περιβάλλον, η φύση, όμως, όχι. Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος και γεννιέται και γίνεται. Η φύση είναι […]
  • ARKAS -The Original Page24 Απριλίου 2018 Ο Αριστοτέλης και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες μέσα από τις κοινωνικές επαφές (0)
    Όλες οι ηθικές αρετές σχετίζονται με την ανθρώπινη επαφή, ως προσωπικό πλέγμα συνηθειών που καθορίζει την προσέγγιση του άλλου. Ηθική αρετή χωρίς συνύπαρξη δεν […]
  • πάλη σε αρχαίο ανάγλυφο16 Αυγούστου 2016 Ο Αριστοτέλης για τη γυμναστική (4)
    Αυτό που μένει είναι οι τελικές συστάσεις του Αριστοτέλη για τη σωστή εκγύμναση των νέων, η οποία οφείλει να συνδέεται άρρηκτα με την ηλικία τους: «… ως την εφηβική ηλικία χρειάζεται να […]
  • Ο Αριστοτέλης σε ελληνικό γραμματόσημο του 19964 Απριλίου 2016 Ο Αριστοτέλης και η θεωρία της πράξης για την ιδανική εξουσία (1)
    Οι κοινωνίες που στα λόγια προάγουν αξίες διαφορετικές από αυτές που υπηρετούν σε επίπεδο εξουσίας, πέρα από υποκριτικές, είναι τελικά αδιέξοδες, αφού νομοτελειακά προάγουν τη συλλογική […]
  • Άρειος Πάγος12 Μαρτίου 2016 Ο Αριστοτέλης και οι θεσμοί της εξουσίας (2)
    Η ορθή λειτουργία των θεσμών είναι η προϋπόθεση του ιδανικού πολιτεύματος. Η διαφάνεια, η δικαιοσύνη, η εφαρμογή του νόμου, η αξιοκρατία, η εδαφική ακεραιότητα, όλα αυτά που δομούν την […]
  • 13 Δεκεμβρίου 2015 Ο Αριστοτέλης και τα αιώνια παιχνίδια της τυραννίας (0)
    Ο λαός, όταν νιώθει ότι καταπιέζεται, έχει τον τρόπο να ξεπερνά όλους τους φόβους, αρκεί να πιστεύει ότι αγωνίζεται για κάτι καλύτερο. Οι μεμονωμένες (αρχικά) επαναστατικές ενέργειες είναι […]

4 Σχόλια

  1. Pingback: Ο Αριστοτέλης και η έννοια του νόμου | Ένωση Μακεδόνων Κέρκυρας

  2. Θανάση πάρα πολύ σαφές και κατανοητό, όπως ταιριάζει στον Αριστοτέλη

  3. Pingback: Ο Σωκράτης, οι Νόμοι και η Ισχύς του Κράτους - Ερανιστής

  4. Pingback: Ο Αριστ&omicro...

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.