23 Αυγούστου 2014 at 18:36

Ιστορία της Κοζάνης. Χρυσόβουλο Ροδόλφου Κατακουζηνού. Κατεπανίκειον Βανίτζης. Αιανή

από

Ιστορία της Κοζάνης. Χρυσόβουλο Ροδόλφου Κατακουζηνού. Κατεπανίκειον Βανίτζης. Αιανή

Χρυσόβουλο Ροδόλφου Κατακουζηνού

Η πλατεία της Κοζάνης, πιθανόν στις αρχές του 20ου αιώνα
Η πλατεία της Κοζάνης, πιθανόν στις αρχές του 20ου αιώνα

Δημοσιεύουμε, σε νεοελληνική απόδοση, αποσπάσματα από το βιβλίο του φιλολόγου Παναγιώτη Λιούφη Ιστορία της Κοζάνης, έκδοση 1924.

Κείμενο: Παναγιώτης Λιούφης

απόδοση στα νέα ελληνικά: Δημήτρης Τζήκας*

Στον ίδιο δικηγόρο, τον κ. Γαλανίδη, βρήκαμε νεότερο χρυσόβουλο του 1730 γραμμένο σε περγαμηνή, με λατινική γραφή και καλλιτεχνικά γράμματα, το οποίο φέρει στο κάτω μέρος σφραγίδα σε ασημένιο περίβλημα. Το χρυσόβουλο ανήκει στη μονή Ολυμπιώτισσας, βασίζεται δε σε προηγούμενα χρυσόβουλα και καταγράφει τα κτήματα που ανήκουν στο μοναστήρι, ανάμεσα στα οποία σαφώς και ονομαστικά γίνεται λόγος για την Κοζάνη (περί Κόζιανης), όπως θα δούμε παρακάτω. Το χρυσόβουλο εξέδόθη από τον Ρουδόλφο Κατακουζηνό που ήταν ηγεμόνας της Βλαχίας. Από την μετάφραση που έκανε ο Αντώνιος Φραγκίσκος από το Silbermund ξεχωρίσαμε και παραθέτουμε μερικές περικοπές, μαζί με τις ανωμαλίες στην ορθογραφία και τη σύνταξη:
«Ρουδόλφος πρίγκηψ Καντακουζηνός Άγελος Φλάβος Κομνηνός ελέω θεού και την κληρονομίαν λόγω, ως καταγόμενος από Κωνσταντίνου του Μεγάλου, Ιουστινιανού, Ιωάννου του εννάτου και Ματθαίου του πρώτου των Καντακουζηνών, και άλλων Ρωμαίων και της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων· διάδοχος του ανατολικού της Αγίας των Ρωμαίων Βασιλείου, πάσης Βλαχίας και Μολδαυίας ηγεμών, δεσπότης της Βεσαραβίας, Θετταλίας και Μακεδονίας και του ιερού της Γερμανίας ιμπερίου, πρίγκηψ των τε βασιλείων της Ουνκαρίας και Βοεμίας, κόμης Μπάνος της Αλλούτας, και πάντων των κτημάτων της Γαληνοτάτης των Καντακουζηνών οικίας παντοτινός Κύριος κτ. Κτ.
«Απάξασι τοις των παρόντων προνομίων θεωρηταίς, αναγνώσταις τε και ακροαταίς το Χαίρειν!
Εσκεψάμεθα ακριβώς πόσον αναγκαίον είναι τοις μεταγενεστέροις το να φυλάττονται αι των προγόνων αυτών ερμηνείαι. Και γαρ δια τούτου, ου μόνον ανανεούται το μνημόσυνον των ευσεβών και ενδόξων πράξεων των προγόνων, αλλά και η φήμη αυτών αποκαθίσταται αθάνατος, δι ης άμα και η των απογόνων ευγνωμοσύνη αποκαλύπτεται διά πάσης της οικουμένης . ο κανών ούτος, όστις φυλάσσεται κοινός και εις τα όντως βάρβαρα γένη, πολλώ μάλλον πρέπι να υποστηρίζηται από τους χριστιανούς ηγεμώνας, μάλιστα εκείνους, οίτινες θεία χάριτι κατάγονται από σεβαστούς μονάρχας…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Κινούμενοι λοιπόν από το παράδειγμα των προκατόχων μας, των αοιδίμων και Σεβαστοτάτων αυτοκρατόρων, Γαληνοτάτων δεσποτών, Δουκών και Πριγκήπων δεν ηδυνήθημεν να αποφύγωμεν την συγκατάνευσιν μας εις τα συνεχείς και αναγκαίας δεήσεις του ευλαβούς εν Χριστώ πατρός Διονυσίου Στέριου Ακριβού, όστις επρόσφερεν ημίν τας ιδίας επιστολάς του Σεβασμίου εν Χριστώ πατρός Συμεών Θακλασίου, γέροντος του και ηγουμένου του λαμπρού αυτοκρατορικού μοναστηρίου της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, κοινώς Ολυμπιωτίσσης, εν Θεσσαλία ευρισκομένου και των ευλαβών συναδελφών αυτού των Γερόντων της προειρημένης μονής, ζητών την ανακαίνισιν εκέινων των προνομίων, των οποίων τινά μεν, τη του καιρού παρελεύσει, μετά την πτώση του ανατολικού Βασιλείου ηφανίσθησαν, άλλα δε φυλάττονται αβλαβή· εξ ων φαίνονται εμφανώς τα αφιερώματα και προικίσματα, όπου εδώθησαν και παραιτήθησαν εις το ίδιον μοναστήριον της Ολυμπιωτίσσης παρά των κατ’ εκείνους τους καιρούς βασιλευσάντων αυτοκρατόρων και ανωτάτων κυρίων. Τα οποία, σκεψάμενοι και ημείς ηθελήσαμεν τα δώσωμεν τω ρηθέντι Μοναστηρίω το παρόν ημών δίπλωμα, δι ου ανανεώνομεν, αναγνωρίζομεν, και ανεπικθρούμεν όλα τα επιστηριζόμενα εις τα προειρημένα Καισαρικά Διπλώματα, άπερ ενεφάνεσεν ημίν ο προρηθείς πατήρη Διονύσης, και ιδία κινήσει τε και δυνάμει ημών, ως νομίμων διαδόχων του τε βασιλικούς στέμματος κληρονόμων, και του σεβαστού αίματος απογόνων, δωρούμενοι την ημετέραν προστασίαν, επίσκεψιν και ιδιαιτέραν ευμένειαν μετά πασών των εξαιρέσεων. υπεροχών, ασφαλειών και προτιμήσεων, τας οποίας απολάμβανε δυνάμει αυτοκρατορικών προνομίων, ίνα δύνανται να χαίρωσι ακωλύτως, αδιακόπως, εν παντί καιρώ, εις όλας τας δυνάμεις χάριτας, ευεργεσίας, προικίσματα τε και κτήματα, όπου περιέχονται εις τα διπλώματα των σεβαστών προκατόχων ημών και ώδε εκτίθενται…..Τουτ.
Πλησίον της πόλεως Ελασσώνος, τα υποστατικά κοινώς λεγόμενα Σταρίστα, Ραδοβίσια, Κολοδίκιον, Σκόμβι και το εκεί παρεκκλήσιον του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου μετά πάντων και τελείων των ανηκόντων αυτοίς δικαιωμάτων, άπερ αυτοίς προσετέθησαν και συνεπλάκησαν. Ομοίως εις την ιδίαν πόλιν Ελασσώνα τον υδρόμυλον μετά των πέντε ανηκόντων αυτώ εργαστηρίων, ούχ ήττον εις το Βοβιάνο, τον υδρόμυλον και δεκαπέντε μοδίων αγρόν καρποφορούντα ετησίως εξήντα μέτρα (ίσως κοιλά) σίτου, άμα δε και τον μεταξύ Ελασσώνος και Σταρίστας κείμενον ελαιώνα.
Προς τούτοις την χώραν Βουβάλαν μετά του εν αυτή παρεκκλησίου της Αγίας Τριάδας, και όλων των αυτή ανηκόντων δυνάμεων και δοσιμάτων· ούχ ήττον το εν τω κοινώς λεγομένω Γαϊμνεάνω (1- Γαϊμνεάνος ποταμός, καλείται σήμερον Μάτι) ποταμώ νησίον, ομοίως το παρεκκλήσιον των αγίων Αγγέλων μετά των ανηκόντων αυτώ μύλων, και την χώρα Ρουμπάτζιο λεγομένην με όλον το εις το ρηθέν προίκισμα ανήκον υπόλοιπον, έξω της περιφερείας του Γαϊμνεάνου ποταμού, το κοινώς λεγόμενον Κλαμπασκιάνη, έως εις τα σύνορα των Κλάδων μετά πάντων των ανηκόντων κτημάτων. Πλησίον του Ολύμπου, την Σπάρμος λεγόμενην χώραν μετά του πλησίου κειμένου παρεκκλησίου των Αγίων Θεοδώρων και των αυτής προσθηκών. Την άλλην χώραν Κάσκαν [Τα σημερινά Χάσια] ονομαζομένην μετά του παρεκκλησίου του αγίου Κλήμεντος και των ανηκόντων αυτή. Πλησίον της Πλαταμώνος, την χώραν Αμπαρνίτζαν μετά του παρεκκλησίου των αγίων μαρτύρων Θεοδώρων, μετά πάντων των δικαίων, πράξεων και λογαριασμών. Την άλλην χώραν Λιτόχωρον μετά του παρεκκλησίου των προρηθέντων μαρτύρων, του κειμένου πλησίον της θαλάττης, και του γειτνιάζοντος ποταμού Μαυροποτάμου, όπου πιάνουσι τα χέλια. Πλησίον της Λαρίσσης τα χωριά Μυρίχωβον και Δελμάρκο μετά των προσηκόντων αυτοίς. Πλησίον των Σερβίων την χώρα Βάνιτζαν μετά των νερομύλων και του τόπου Κόζιανης (et loco Kozani), ούν τη μικρά εκκλησία του αγ. Δημητρίου, και πάντων των λοιπών κτημάτων και υποστατικών των δεδομένων………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
anno millesimo septingentesimo trigesimo.
Rudolphus.

Κατεπανίκειον Βανίτζης

Από τα προηγούμενα χρυσόβουλα γίνεται ολοφάνερο ότι υπήρχε συνοικισμός που υπαγόταν στην περιφέρεια Βάνιτζας, η οποία ήταν εκείνα τα χρόνια πόλη και αποτελούσε χωριστό κατεπανίκειον στο θέμα (σ.σ. διοικητική διαίρεση) των Σερβίων. Η πόλη Βάνιτσα χωρίζονταν σε δημοτικές συνοικίες (συνωκισμένη κατά δήμους), γι΄ αυτό και μέχρι σήμερα διασώθηκε από την παράδοση η ονομασία Σαράντα Βάνιτσες· κάθε Τετάρτη η πόλη οργάνωνε μεγάλο παζάρι (αγοράν). Παλιότερα ονομαζόταν Λουτρόν· ονομάστηκε όμως Βάνιτσα από τους Σέρβους που εγκαταστάθηκαν στα Σέρβια και την γύρω περιοχή, όταν ήταν αυτοκράτορας ο Ηράκλειος (πρβ. Κωνσταντίνος Βασιλεύς εν τω περί θεμάτων· θέμα Θεσσαλονίκης). Μετά από την εγκατάσταση Οθωμανών αποίκων από το Ικόνιο στα πέριξ, η πόλη άρχισε να ερημώνει· διατήρησε δε και τώρα το όνομα σε δύο δήμους, Άνω και Κάτω Βάνιτσας.

Παράδοξες ερμηνείες

Αλλά κι από τις αρχαιότητες που ανακαλύπτονται κατά καιρούς σε διάφορες τοποθεσίες της περιοχής εξάγετε ασφαλώς το συμπέρασμα ότι ο χώρος κατοικούνταν πριν από την [οθωμανική[ κατάληψη. Σ΄ αυτό τυχαίνει να συμφωνούν και ο Μεγδάνης και ο Γουναρόπουλος· αν και ό άγνωστος συγγραφέας του χειρογράφου της βιβλιοθήκης προχωρεί ακόμα περισσότερο και δέχεται ότι το μέρος είχε κατοίκους από την εποχή του Αυγούστου Καίσαρος, συνδέοντας την αρχή της πόλης με συμπτωματικές ενδείξεις για τα ονόματα χωριών και τόπων της περιοχής καταλήγει σε παραδοξολογήματα· υποστηρίζει ότι τα μέρη με τις σημερινές τους ονομασίες που αναφέρει στο χειρόγραφό του διέσωσαν τα ονόματά τους από την εποχή της Ρωμαιοκρατίας, παραφθαρμένα από τον χρόνο και τα αποδίδει σε ονόματα προσώπων στρατηγών που κατέλαβαν τα μέρη (Γρατιανός, Γρανικός, Γάλλος), σε φυσικές κλιματολογικές αιτίες του τόπου (Μαγούλα, Magula, Βεντιβιανή, Σούφλια, Αμάρα), σε περιστάσεις εξαιρετικών γεγονότων (Γκράτσιας όχθος – Μπέλλας μνήματα) ή σε επώνυμα πόλεων που οι κάτοικοί τους μετοίκησαν νέους τόπους, άλλαξαν την προηγούμενη ονομασία τους και έδωσαν στα μέρη το όνομα της παλιάς πατρίδας τους (Κόσανον – Κοσσάνη, Ποπλίου λόφος).

Επιγραφές Κάλλιανης

Αυτός όμως ο ισχυρισμός του συγγραφέα, αν και φαίνεται με μια πρώτη ματιά ότι είναι αποτέλεσμα έγκυρων ερευνών (καλώς ευρημένος) και μπορεί πρόχειρα να εξηγήσει τα ονόματα σε πολλές τοποθεσίες, τα οποία σχεδόν συμφωνούν κατά λέξη με όσα στοιχεία προκύπτουν από την ιστορία, και εάν εμφανίζεται ότι είναι ιστορικά δήθεν τεκμηριωμένος (εκ της Ιστορίας δήθεν απορρέων), παρ’ όλα αυτά, περιέχει πολλά συμπεράσματα που δεν ισχύουν (πολλήν την ατοπίαν) και πολλές παραδοξολογίες· επιπλέον, [ένας τέτοιος ισχυρισμός] αποτελεί τολμηρή απόπειρα να παραποιηθούν ορισμένα στοιχεία (σημεία) αποδεδειγμένα από την ιστορική εξέλιξη· Έτσι π.χ. η κωμόπολη Κάλλιανη, για την οποία ο εν λόγω συγγραφέας παραδέχεται ότι ονομάστηκε κάποτε από έναν Γάλλο Γαλλιανή, είναι η Καλή Αιανή, νεότερη κώμη της Αιάνης που βρίσκεται κοντά στη σημερινή [Αιανή], χτισμένη πάνω σε οχυρό λόφο και προστατευμένη από φρούριο, τα ερείπια του οποίου σώζονται ακόμη· σε μια ενεπίγραφη πλάκα που διατηρείται στο ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου αναγράφεται το όνομα Αιάνη (πρβ. Στέφανος Βυζάντιος στη λέξη Αιάνη).

Η επιγραφή στην πλάκα έχει ως εξής:
ΑΔΙΣΤΑΣ ΜΕΝΕΔΗΜΟΣ ΕΗΝ ΠΟΣΙΣ ΗΡΟΣΕ ΔΥΥ/ΑΝ
ΒΟΥΤΙΧΟΣ ΑΙΑΝΗ ΚΡΥΨΕ ΚΑΤΦΙΙΙΜΑΝ
ΤΙΚΤΕ ΔΕ ΝΙΚΛΙΙΟΙΣ ΡΚΕΙΝΙΟΝ ΕΓ ΔΕ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
ΥΙΟΥ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΑΝΤΙΑΣΕΝ ΚΤΕΡΕΩΝ
ΤΟΙΓΑΡ ΚΡΗΤΑΙΕΙ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΙ ΤΟΥΤΟ ΠΑΡΑΙΔΑ
ΕΙΠΕΝ ΟΤ ΩΔΙΙΝΩΝ ΠΑΙΔΟΣ ΕΧΕΙ ΧΑΡΙΤΑΣ.

Αδίστας Μενέδημος έην πόσις· ήροσε δ’ αυ[τ]αν
Βούτιχος· Αιανή κρύψε καταφθ[ιμέν]αν·
Τίκτε δ’ ενί κλ[ηρ]οις Κερκείνιον· εγ’ δε Φιλίππου
Υιού των οσίων α[ντ]ίασεν κτέρεων·
Τοιγάρ Κρηταιεί Ραδάμανθυ τούτο παρ’ Άιδα
Είπεν, οτ’ ωδίνων παιδός έχει Χάριτας
(πρβ. Δήμιτσα, Μακεδονία τομ. Α’ σελ. 222)
και επιπλέον
τοποθεσίες [Υποσημείωση: πράγματι κάποιες ονομασίες παρέμειναν από την περίοδο των Λομβαρδών, οι οποίοι κατέλαβαν το δεσποτάτο των Σερβίων μετά την άλωση της Κωσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204.] Σώζεται και άλλη επιγραφή, σκαλισμένη σε στήλη από λευκό μάρμαρο, πάνω στην οποία απεικονίζεται μικρός ναός τριγωνικός στην πρόσοψη, ενώ στο γύρω ανάγλυφο διακρίνεται εν μέρει η παράσταση του θεού Πλούτωνα που κρατάει κοντά του τον σκύλο Κέρβερο
ΘΕΩ ΔΕΣΠΟΤΗ ΠΛΟΥΤΩΝΙ ΚΑΙ ΤΗ ΠΟΛΕΙ
ΕΑΝΗ ΤΦΛΑΥΙΟΣ ΛΕΩΝΑΣ
…ΔΩΝΤΕ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΙ
ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΗΣ Σ….-
ΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΑΤ ΟΝΑΡ ΔΙ ΕΠΙΜΕΛΗ
ΤΟΥ ΑΧΕ.
………ΟΣ….. ΙΝΙΟΣ…… ΣΕ
Θεώ δεσπότη Πλούτωνι και τη πόλει(1)
Εανή Τ[ίτος] Φλαύιος Λέωνας
[Ελθών, ι]δών τε τον Θεόν και
τον ναόν, την σ[τήλην ανέθηκεν εκ
τ]ων ιδίων κατ’ όναρ δι’ επιμελή
του Αχ[χεροντίου
……ος……..ινιος [εποίη]σε.

Ονομάστηκε δε η πόλη Αιανή από τον Αιανό, γιο του Ελύμου, ο όποιος μετοίκησε εκεί ερχόμενος από την Ήπειρο κυριάρχησε και στη γύρω περιοχή μέχρι την Ορεστίδα, γι αυτό και η χώρα αυτή επονομάστηκε Ελύμεια, Ελίμεια, ή Ελιμιώτις ανέκαθεν, πριν εμφανιστούν οι Ρωμαίοι στη Μακεδονία.(πρβ Ιστορία Μακεδ. Δήμιτσα, σελ. 33,34). Παρομοίως, το χωριό Κρανίκι που βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Αλιάκμονα – ο άγνωστος συγγραφέας λέει ότι προέρχεται από το Γρανικό – ήταν χωριό των Καρανικαίων, ισχυρής οικογένειας η οποία υπήρχε μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, κι επειδή το χωριό το έλεγαν Καρανίκο με το πέρασμα και την παραφθορά του χρόνου έγινε Καρανίκι – Κρανίκι. Ο δε λόφος του Ποπλίου είναι του Πούλιου η ράχη, όπως ονομάζεται σήμερα, κι ήταν άλλοτε κτήμα του ιερέα Πούλιου, αφού το όνομα του παπά εμφανίζεται στον κώδικα του 1871, σε ευχαριστήρια επιστολή των Κοζανιτών προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιάκωβο, όταν εξελέγη επίσκοπος Σερβίων και Κοζάνης ο Θεόφιλος. Μέχρι πρότινος υπήρχε ακόμη οικογένεια Παπαπούλιου. Παρόμοια ισχύουν και για της Μπήλιως τα μνήματα – και όχι της Μπέλλας, όπως λανθασμένα αναφέρει ο συγγραφέας -, τα οποία πράγματι ανήκουν σε δυό αδέλφια, γιους της Μπήλιως (Βασιλικής), οι οποίοι συμμετείχαν σε αντίθετες ομάδες κωδωνοφόρων, συναντήθηκαν και συγκρούστηκαν εκεί μέχρι θανάτου, σύμφωνα με το άγριο έθιμο που επικρατούσε τους περασμένους αιώνες στην πόλη και τις γύρω περιοχές· κατά το έθιμο, την πρώτη μέρα του έτους, στην γιορτή των Θεοφανείων και του Βαπτιστή Ιωάννη του Προδρόμου, [νεαροί άνδρες] οργανωμένοι σε ομάδες (φατρίαι) έδεναν μεγάλα κουδούνια από το στήθος μέχρι την πλάτη και χτυπώντας τα δυνατά μεταξύ τους πανηγύριζαν την επισημότητα των ημερών, πηγαίνοντας ως επισκέπτες στα σπίτια των κατοίκων (ιδίως στους εορτάζοντες) και τραγουδώντας άσματα επαινετικά για τον νοικοκύρη και τη γιορτή του.
Αν δυό άντρες από διαφορετική ομάδα, ζωσμένοι με τα κουδούνια, συναντιούνταν κάπου, όφειλαν να παλέψουν μέχρι να σκοτωθεί ένας από αυτούς ή και οι δυό. Μνήματα πολλών που σκοτώθηκαν έτσι σώζονται ακόμη πολλά, ανάμεσα στα χωριά νότια της Κοζάνης. Τέτοια ήταν λοιπόν της Μπήλιως τα μνήματα (ή κάλλιον μνημόρια), το όνομα μάλιστα υπάρχει και σήμερα μαζί με την παράδοση του γεγονότος.

Αρχαίες πόλεις και φρούρια στην περιοχή

Γι’ αυτό λοιπόν είπαμε παραπάνω ότι ο συγγραφέας του χειρογράφου από τη φαντασία του εκθέτει παραδοξολογήματα και πράγματα που δεν έχουν καμιά ιστορική βάση (άμοιρα). Διαφορετικά αν ο τόπος ονομάστηκε Κόσσανον εξαιτίας των αποίκων από την Καλαβρία, κατά τη γνώμη του συγγραφέα, οι Ρωμαίοι συγγραφείς θα μνημόνευαν το γεγονός και ο Τίτος Λίβιος, ο Αππιαννός, ο Ρούφος κλπ, πολύ δε περισσότερο οι συγγραφείς του Βυζαντίου. Αλλά πουθενά στην αρχαιότερη ιστορία δεν αναφέρεται τέτοια πόλη σε αυτό το μέρος.
Και ο Γεώργιος Ακροπολίτης, αν και επανειλημμένα επισκέφτηκε αυτές τις περιοχές (συνολικά επτά φορές) δεν αναφέρει κάτι σχετικό, ενώ κάνει λόγο για Βέροια, Σέρβια, Σωσκό, Στανό, Μωλισκό, Δεβόλ, Καστοριά κλπ.· ο Ιωάννης Κατακουζηνός από τις τοποθεσίες της γύρω περιοχής αναφέρει Δεύρη, Σταρείδωλα, Χλερηνόν, άλλοι δε βυζαντινοί συγγραφείς μνημονεύουν το Προάστειο, το Εμπορείον και το φρούριο του Δρεπάνου. (πρβ. Ιστοριών τομ. Β’ «γράμματα παρασχόμενος βασιλικά, α των φρουρίων Σωσκού τε και Δεύρης και Σταρειδώλων και Χλερηνού επέτρεπε την αρχήν». Τομ. Γ’. πρβ. Γεώργιος Ακροπολίτης Χρονικά σελ. 91, 178, 181, Άννα Κομνηνή, βιβλ. Β, σελ. 107.)
Τοπικές αρχαιότητες και ευρήματα στη Βάνιτζα
Με βάση τα παραπάνω οδηγούμαστε στα εξής συμπεράσματα: οι αρχαιότητες που βρέθηκαν, όσες υποκρύπτονται στη θέση Τρίδεντρο (Βαλανείο, βωμός, ερείπια οικοδομημάτων μέχρι και τη θέση Ζυμάρα), τάφοι αρχαίοι στον αμπελώνα του κ. Αστέριου Τζήμου (πρώην Μαλούση και Μούκα), αρχαία υδραγωγεία σε πολλά σημεία, βάση ενεπίγραφη και επικόνιο που φυλάσσονται σήμερα στην Κοινοτική Βιβλιοθήκη, μαρτυρούν την ύπαρξη συνοικισμού των Μακεδονικών χρόνων, χωρίς όμως να έχει διασωθεί η ακριβής ονομασία της θέσης.
Στα χρόνια αυτά αναφέρονται στην Ελίμεια οι πόλεις Εράτυρα και Νυμφαίον· αλλά αν κάποια από αυτές βρισκόταν χτισμένη ακριβώς στην ίδια τοποθεσία που είναι τώρα η Κοζάνη ή όχι, αυτό δεν μπορεί εύκολα να εξακριβωθεί. Ίσως ο χρόνος ο πανδαμάτωρ και πιο ευνοϊκοί καιροί αποκαλύψουν την αλήθεια. Στα περίχωρα εμφανή ίχνη αρχαίας κατοίκησης βρίσκονται στην περιοχή κοντά στην Άνω και κάτω Βάνιτζαν – όπως έχει αναφερθεί ήδη – όπου και σήμερα ανακαλύπτονται νομίσματα της Μακεδονικής και Ρωμαϊκής εποχής· φαίνεται δε, ότι στη θέση που βρίσκεται ο ναός του προφήτη Ηλία (στη Βάνιτσα) είχε ιδρυθεί ναός του Διονύσου, όπως τεκμαίρεται από ευρήματα κοντά στον Ναό. Τα ευρήματα αυτά είναι δυο μικρά μαρμάρινα αγάλματα, τα οποία παραλήφθηκαν από τον άλλοτε ιδιοκτήτη της Μαγούλας Μήλιο Χρήστο και ένα αγγείο ορειχάλκινο. Ακόμη, σπόνδυλος από μάρμαρο κείτεται σήμερα ως στυλοβάτης στο νάρθηκα του ναού του Αγίου Χριστοφόρου στη Μαγούλα και φέρει την εξής επιγραφή:
CEΞΤΟC ΠΕ
ΤΡΩΝΙΟΥ ΔΙΟ
ΝΥCΩ ΚΑΤΩΝΑΡ….
Ο σπόνδυλος αυτός ανακαλύφθηκε το 1831.
Ομοίως, πλάκα ρομβοειδής με την επιγραφή:
ΛΟ
ΓΙΚΗ
ΔΙΟ
ΝΥCΩ
ΕΥΧΗ.
Ανακαλύφθηκε το 1858 στο σπίτι του κατοίκου της Βάνιτσας Δ. Σιώμου Ντότσιου.
Άλλη πλάκα στο νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου, με μήκος 56 εκατοστά του γαλλικού μέτρου και ύψος 23, χρησιμοποιείται σήμερα ως κατώφλι· φαίνεται ότι ήταν βάθρο πάνω στο οποίο ήταν στερεωμένο άγαλμα γυναίκας· διότι στη μία από τις πλευρές σώζονται οπές, στις οποίες στηρίζονταν τα πόδια του αγάλματος· φέρει δε στην άλλη πλευρά επιγραφή με τον πρώτο στίχο και το μισό του δευτέρου φθαρμένα, ενώ σώζονται οι πέντε υπόλοιποι:
…………………………………………………………………………
………………ΒΕΡΟΣΑ ΟΥΕΤΑΝΩ………..
ΣΕΒΑΣΤΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑ ΚΑΤΑ ΔΙΑΘΗΚΗΝ
ΔΙΟΝΥΣW ΔΗΝΑΡΙΩΝ Φ.ΓΑΙΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ
ΖWΣΙΜΟΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ
ΑΝΕΘΗΚΕ Φ ΕΤΟΥΣ ΠΦ. Ρ. ΣΕΒΑΣΤΟΥ
ΤΟΥ ΚΑΙ R. Φ. Α. G. AΡΤΕΜΕCIOY
Σύμφωνα με την επιγραφή, κάποιος πλούσιος Ρωμαίος, άτεκνος, με τη διαθήκη του έκανε τον δούλο του Ζώσιμο ελεύθερο, κατά τη συνήθεια των Ρωμαίων· ο δε απελεύθερος και κληρονόμος Ζώσιμος, ο οποίος και έλαβε το όνομα του κυρίου του (Γάιος Ιούλιος) ανέθεσε στον θεό Διόνυσο άγαλμα, (ανδριάντα) της Σεβαστής Κυρίας του, που είχε πεθάνει πριν· ο δε ανδριάντας κόστισε 500 δηνάρια, το έτος 80, όταν βασίλευε ο Σεβαστός Καίσαρας Γάιος Quint. G. Αρτεμισίου. Το βάθρο αυτό βρέθηκε κάτω από τα ερείπια του ναού στον Προφήτη Ηλία.

* Ο Δημήτρης Τζήκας είναι δάσκαλος και ιστορικός.

(Εμφανιστηκε 659 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Ένα σχόλιο

  1. Pingback: Ιστορία &...