Ετικέτα: ελληνικές παροιμίες

«ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνῄσκει νέος»

«ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνῄσκει νέος»

Έμπα κοιμήσου και ο ύπνος θα σε γιάνη· / θα ονειρευτείς την ομορφιά την ίδια / που με τ’ αρχαίο τραγούδι θα γλυκάνει / της καρδιάς σου τα θλιβερά ξεσκλίδια: / Τον αγαπά ο θεός πεθνήσκει νέος. Μην ξυπνάς. Είμαι ο Θάνατος ο ωραίος.

Διαβάστε περισσότερα ›
Επιστολικό δελτάριο του 1914 ένεκεν της πεντηκοστής επετείου της Ένωσης των Επτανήσων

«Καλύτερα να μας δέρνει η μάνα μας παρά η μητριά μας.»

Η Συνθήκη του Λονδίνου υπεγράφη από τον Έλληνα εκπρόσωπο, Χαρίλαο Τρικούπη στις 29 Μαρτίου 1864. Στις 2 Μαΐου 1864, οι Βρετανοί αναχώρησαν και τα Επτάνησα έγιναν τρεις επαρχίες του Βασιλείου της Ελλάδος.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οι κατά τόπους πασάδες επέβαλλαν σκληρές ποινές στους υπόδουλους. Στην εικόνα βλέπουμε την ποινή της φάλαγγας· τα πόδια του θύματος ακινητοποιούνται με δερμάτινα λουριά. Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών. Τόμος Ι’. Αθήνα, 1978.

Ο φάλαγγας και το κούτσουρο

«Αν καμιά φορά βρέθηκε κανένας πιο αράθυμος και θέλησε να μιλήσει για την παλιά του κατάσταση, πήγε συφάμελος στο φάλαγγα και στην κρεμάλα. Σουτ! και σ’ έφαγα… Μ’ έφαγες, σ’ έφαγα, έτσι πάει ο κόσμος.»

Διαβάστε περισσότερα ›
«Ζαμάν φου!»

«Ζαμάν φου!»

«Ο δικαιωματισμός στην εποχή μας έχει πολλά πρόσωπα και προσωπεία. Αλλά ο δικαιωματισμός που δεν γνωρίζει όρια –μέχρι πού νομιμοποιούμαστε να επικαλεστούμε το ατομικό  δικαίωμα στην εξασφάλιση της προσωπικής μας ευτυχίας, χωρίς να μας απασχολεί τι σημαίνει η πραγμάτωσή του για την ευτυχία των άλλων– έχει στην ελληνική γλώσσα ένα συγκεκριμένο όνομα: ονομάζεται ανευθυνότητα. Επί το λαϊκότερον, ζαμανφουτισμός. Ποιος μπορεί να αισθάνεται περήφανος γι’ αυτήν την αρετή;»

Διαβάστε περισσότερα ›
John Melhuish Strudwick. Οι Μοίρες.

«Όσα έχει η μοίρα στο χαρτί πελέκι δεν τα κόβει.»

Σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση των αρχαίων Ελλήνων, οι Μοίρες έγραφαν σε κατάλογο τα ονόματα εκείνων που επρόκειτο να πεθάνουν· η «Άτροπος» παρέδιδε καθημερινά τον κατάλογο στον Ερμή κι αυτός «ανέβαινε» στον κόσμο. Με το «Κηρύκειο» στο χέρι πήγαινε «εις έκαστον ασθενή ή οδοιπόρον, ή πλέοντα ή πολεμούντα ή όπως κι αν ήτο και εψηλάφιζεν αυτόν με το Κηρύκειον και ούτως εξέπνεεν.»

Διαβάστε περισσότερα ›
«Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν»

«Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν.»

«Πλύνε τις αμαρτίες, όχι μόνο το πρόσωπό σου.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου…»

Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέως ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελῳδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψί-θυρος, λιγεῖα, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη, φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος.

Διαβάστε περισσότερα ›
«Περί ορέξεως ουδείς λόγος.»

«Περί ορέξεως ουδείς λόγος.»

«Τέτοιος εγώ στον πόλεμο· δε μ’ άρεζαν χωράφια / και σπιτικά, που συνηθούν λαμπρά παιδιά να θρέφουν, / μόνε όλο πλοία με τα κουπιά λαχτάραγε η καρδιά μου, / πολέμους και καλόξεστα κοντάρια και σαγίτες, / κακά, που φόβο σε αλλονούς κι ανατριχίλα δίνουν. / Μα πάλε, τα όσα μού ‘βαζε ο θεός στο νου αγαπούσα· / τι άλλα ο ένας κυνηγάει, κι άλλα ζητάει ο άλλος.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο μύθος του Σίσυφου

Ο μύθος του Σίσυφου

«Κι ακόμα είδα το Σίσυφο φριχτά βασανισμένο· / κοτρώνα αυτός θεόρατη και με τα δυο βαστούσε, / και στυλωμένος έσπρωχνε, με πόδια και με χέρια, / την πέτρα απάνω στο βουνό· κι ότι έκανε να φτάσει, / και να περάσει απ’ την κορφή, τον έπαιρνε το βάρος / και προς τον κάμπο ανήλεη κατρακυλούσε η πέτρα. / Κι αυτός πάλι έσπρωχνε βαριά, και το κορμί του ο ίδρος / περέχυνε, και σκέπαζε την κεφαλή του η σκόνη.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο Χρύσης επιχειρεί παρακαλώντας να εξαγοράσει την κόρη του από τον Αγαμέμνονα. Απουλιανός ερυθρόμορφος κρατήρας, περ. 360 - 350 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Ο μάντης Κάλχας

«Κακομηνήτη, πρόσχαρο ποτές δε μούπες λόγο! / Πάντα αγαπάει δυσάρεστα να προφητεύει ο νους σου, / κι ένα καλό μήτ έκανες, μήτ’ είπες στη ζωή σου. / Τώρα στ’ ασκέρι πάλι ομπρός λαλείς και προφητεύεις / πως τάχα τόσες συφορές για αυτό τους στέλνει ο Φοίβος, / τι εγώ στην πλούσια ξαγορά δεν έστερξα της κόρης, / που κάλλια αυτή τον πύργο μου να μου στολίζει θέλω.»

Διαβάστε περισσότερα ›