Ετικέτα: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παροιμίες των Κάτω Χωρών (λεπτομέρεια). Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος. (1525 με 1530 - 1569).

«Ξένο βιος καλολογάριαστο.»

«Μ’ ευγενικό κουβέντιαζε και ξόδευε το βιος σου.» «Το βιος μου για τη βια μου.» «Ελάτε εσείς οι γνωστικοί να φάτε του τρελού το βιος.», «Το ξένο βιο ο καλόγερος για την ψυχή του δίνει.» και «Μ᾿ ένα κεφάλι γεράζει ο άνθρωπος και δε γεράζει μ᾿ ένα βιο.»

Διαβάστε περισσότερα ›
«Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.»

«Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.»

«…ἀκούμβησεν. Ἐσκέπτετο τὸ ἄστατον τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Ἄσκ ὀλσοὺν τσιβιρινέκ. Χαρὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ ξέρει νὰ τὸν γυρίζῃ, τὸν κόσμον αὐτόν.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. «Η χώρα της ανεμελιάς».

«Ο μουσαφίρης μάς έγινε νοικοκύρης.»

«Το μάτι του νοικοκύρη κοπρίζει το χωράφι.», «Ο τρελός ο νοικοκύρης ξέρει πλειότερα απ’ όλους.», «Ο νοικοκύρης κουβαλάει με τη βελόνα κι η νοικοκυρά σκορπάει με τον τροβά.», «Δύο άκρες έχει το μπαστούνι, μια του μουσαφίρη κι άλλη του νοικοκύρη.»

Διαβάστε περισσότερα ›
«Οι θεριστές» («Ιούλιος») Ο Πίτερ Μπρίγκελ ή Μπρέγκελ ο πρεσβύτερος (περ. 1525-1530 - Βρυξέλλες, 1569) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης γνωστός για τα τοπία του και τις αγροτικές σκηνές. (λεπτομέρεια).

«Εμπάτε χίλιοι αλέστε…»

«Αν τινάξει ο μυλωνάς τα ρούχα του, κάνει πίτα και κουλούρια.», «Κουλούρα φτιάνει ο μυλωνάς τινάζοντας τα γένια.», «Αλεστικά φουρνιάτικα του μυλωνά ‘ναι η πίτα.», «Από μυλωνάς, δεσπότης.» και το ειρωνικό «Από της μυλωνούς τον κώλο ορθογραφίαν γυρεύεις;»

Διαβάστε περισσότερα ›
Τα δάνεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας

Τα δάνεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας

Η στροφή της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία και τη Ρωσία είχε εν τέλει θετικό αποτέλεσμα για τον ηρωικό αγώνα των Ελλήνων· στους υποστηρικτές της ελληνικής ανεξαρτησίας προστέθηκαν τώρα και όσοι περίμεναν να πάρουν πίσω τα χρήματά τους ή να κερδοσκοπήσουν με τα ελληνικά χρεόγραφα.

Διαβάστε περισσότερα ›
Σκιάθος. Ταχυδρομική κάρτα, πιθανόν αρχές του 20ου αιώνα.

Παπαδιαμαντικά ρουσφέτια

Ἦτο βέβαιος ὅτι ἐκλεγόμενος βουλευτής, θὰ ὠφελεῖτο εἴκοσι πέντε ἢ τριάντα χιλιάδας, τὸ ὀλιγώτερον. Ἄ! ἦτον πολὺ «κωλοπετσωμένος». Ἐν πρώτοις, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον, θὰ τοῦ ἔλεγε «μ᾽ δίνεις τὰ μισά;» πρὶν ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ μπιλιέτο.

Διαβάστε περισσότερα ›
Το λιμάνι της Σκιάθου. Ταχυδρομική κάρτα – επιχρωματισμένη φωτογραφία του Στέφανου Στουρνάρα, εποχής 1910-1920.

Αλέξ. Παπαδιαμάντης: Τ᾿ Μποῦφ᾿ τ᾿ πλί

Ἦλθεν ἡ παραμονὴ καὶ δὲν ἐφάνη. Ἡ μεγάλη σκούνα δὲν ἐπρόβαλεν ἀνάμεσ᾽ ἀπὸ τὰ δύο νησιὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν λιμένα. Τί ἔγινε; Μήπως ἐφουρτουνιάσθη ὁ καπετὰν Στέφος κ᾽ ἐπόδισε* πουθενά; Θὰ ἦτο ἀπίστευτον.

Διαβάστε περισσότερα ›
―Ἔ! καημένε, κὺρ Βαγγέλη!… δὲν εἶσαι καὶ σύ, κανένας μερακλής… δὲν σ᾽ ἀκούσαμε καμμιὰ βραδιὰ νὰ μᾶς παίξῃς κ᾽ ἐδῶ τίποτα… Εἶναι καμπόσοι βιολιτζῆδες τόσο μερακλῆδες, ποὺ καλύτερα παίζουν μονάχοι τους, ὅταν τοὺς ἔρχεται τὸ κέφι, παρὰ ὅταν τοὺς δίνουν οἱ ἄλλοι παράδες.

Αλέξ. Παπαδιαμάντης: Ο γείτονας με το λαγούτο

― Μωρὲ κόσμος, ντουνιάς!… μπεκιάρης, σοῦ λέει ὁ ἄλλος… Μὴν ἔχεις, λέει, καμμιὰ λεγάμενη;… Σ᾽ ἐρωτῶ ἐγώ, κυρά μου, τί ἔχετε σεῖς, καὶ τί κάνετε σεῖς;… Ὁ κόσμος εἶναι τροχός, ρόδα ποὺ γυρίζει, κυρά μου… μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ*!…

Διαβάστε περισσότερα ›
Μίαν θερινὴν νύκτα, ὁ Τσίντζουρας, εἴς τινα ἐκδρομὴν τὴν ὁποίαν συνέβη νὰ κάμῃ ―ἴσως καὶ ἄλλοτε ἔκαμνε― ὀλίγον ἔξω ἀπὸ τὸ χωρίον, πρὸς τοὺς Κήπους, συνέβη νὰ τοῦ πέσῃ «στὴν πλώρη του» ἕνα κοπάδι παπιά, τρυφερά, ἀλλ᾿ ἤδη ὥριμα, καί, δὲν ἠξεύρω πῶς, τὸ ἐχώνευσεν ἡ συνείδησίς του, κ᾿ ἔκλεψε δύο ἐξ αὐτῶν χωρὶς θόρυβον.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η ΚΛΕΦΤΟΠΑΡΕΑ

Μίαν θερινὴν νύκτα, ὁ Τσίντζουρας, εἴς τινα ἐκδρομὴν τὴν ὁποίαν συνέβη νὰ κάμῃ ―ἴσως καὶ ἄλλοτε ἔκαμνε― ὀλίγον ἔξω ἀπὸ τὸ χωρίον, πρὸς τοὺς Κήπους, συνέβη νὰ τοῦ πέσῃ «στὴν πλώρη του» ἕνα κοπάδι παπιά, τρυφερά, ἀλλ᾿ ἤδη ὥριμα, καί, δὲν ἠξεύρω πῶς, τὸ ἐχώνευσεν ἡ συνείδησίς του, κ᾿ ἔκλεψε δύο ἐξ αὐτῶν χωρὶς θόρυβον. Τ

Διαβάστε περισσότερα ›
Δὲν ἦτο τὸ μόνον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παντοπωλεῖον τῆς ὁδοῦ Σ…, κατὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως. Πτωχαὶ γυναῖκες ἔστελναν συνήθως τὰς πενταετεῖς ἢ ἑπταετεῖς κορασίδας των διὰ νὰ ὀψωνίσουν.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: ΠΑΤΕΡΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ!

Ἡ γυνὴ ἦτο φιλεργός. Εἶχε ραπτικὴν μηχανὴν καὶ κατεσκεύαζεν ὑποκάμισα. Ἐκέρδιζεν οὕτω ἓν τάλληρον τὴν ἑβδομάδα, τὸ ὁποῖον, προστιθέμενον εἰς τὰς δεκατρεῖς ἢ δεκατέσσαρας δραχμάς, ὅσας ἐκέρδιζεν ἐκεῖνος, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ἡμίση τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὸ τακτικὸν μεθύσι τῆς Κυριακῆς, μόλις ἤρκει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας.

Διαβάστε περισσότερα ›