7 Νοεμβρίου 2026 at 13:52

Η πιο αλλόκοτη ηπειρώτικη ευχή: «Φτου σου, μασκαρά!»

από

Η πιο αλλόκοτη ηπειρώτικη ευχή:

«Φτου σου, μασκαρά!»

Κείμενο-φωτογραφίες: Βασίλης Μαλισιόβας*

Χάνονται τα παραδοσιακά έθιμα, εμφανίζονται νέα…

Τι ήταν η αρμυροκουλούρα; Πότε εμφανίζονταν τα παγανά; Πώς γινόταν το πάντρεμα της φωτιάς; Τις απαντήσεις τις ξέρουν μόνο οι ηλικιωμένοι. Οι νεότεροι θα ψάξουν στο Διαδίκτυο, για να ξεχάσουν ύστερα από λίγο αυτό που διάβασαν.

Στο μεταξύ, ξενόφερτες γιορτές υιοθετούνται με φανατισμό, από τον Άγιο Βαλεντίνο ώς το Χάλοουιν και τη Black Friday, και οι μεγαλύτεροι κοιτάνε… σαν τον κουφό στον γάμο, όπως λέει η ηπειρώτικη παροιμιώδης φράση.

Ούτε οι μεγάλοι κύκλοι της ζωής έμειναν έξω από τον χορό των αλλαγών. Στη γέννηση, το πρώτο που ακολουθεί είναι η ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, με τα πατουσάκια του μωρού και την αγγλική φράση «It’s a boy / It’s a girl». Πριν από μισό αιώνα, στα χωριά της Ηπείρου, η έγνοια ήταν η αντίστροφη: να το κρύψεις από ένα και μόνο μάτι, το βάσκανο. Κι ο πιο σίγουρος τρόπος ήταν… να το φτύσεις!

«Στα παιδιά έβαναν κι σκρούμπο στα ρούχα τ’ς. Τι ήταν ο σκρούμπος; Ένα τσιολάκι (υφασματάκι) μάλλινο τό ’καιγαν στο τζιάκι κι τό ’βαναν στ’ σαρμανίτσα, τ’ν ξύλινη τ’ν κούνια, για να μην αβασκαίνεται το παιδί».
«Στα παιδιά έβαναν κι σκρούμπο στα ρούχα τ’ς. Τι ήταν ο σκρούμπος; Ένα τσιολάκι (υφασματάκι) μάλλινο τό ’καιγαν στο τζιάκι κι τό ’βαναν στ’ σαρμανίτσα, τ’ν ξύλινη τ’ν κούνια, για να μην αβασκαίνεται το παιδί».

 

Φτύσιμο: μια πράξη με αντίθετες αναγνώσεις…

Πολλά από τα έθιμα ή και εθιμικές πράξεις που, ασυναίσθητα, γίνονται σήμερα έχουν ισχυρό υπόβαθρο στο παρελθόν.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη φράση «Φτου σου!». Μπορεί να είναι είτε κακόσημη, είτε εύσημη. Με απλά λόγια, να σημαίνει είτε αποδοκιμασία (Δεν ντρέπεσαι λίγο; Φτου σου!), είτε θαυμασμό (Τι όμορφο παιδάκι… Φτου σου!).

Το φτύσιμο εδώ και αιώνες αποτελεί μια πράξη έντονης αποδοκιμασίας, στα όρια του χλευασμού. Ας θυμηθούμε τον «εμπτυσμούς και μάστιγας και ραπισμούς καταδεξάμενο» Ιησού Χριστό, στην πορεία προς το Πάθος. Ακόμη και η λατρεία το γνωρίζει: στην Ακολουθία του Βαπτίσματος, μετά την αποταγή, ο νέος χριστιανός καλείται να «εμπτύσει» τον διάβολο: «ἐμφύσησον καὶ ἔμπτυσον αὐτόν».

Αλλά πέρα από πράξη αποδοκιμασίας, είχε από αρχαιοτάτων χρόνων και αντιβασκάνιο χαρακτήρα. Ο βοσκός του Θεοκρίτου, αφού θαυμάσει το είδωλό του στο νερό, φτύνει τρεις φορές στον κόρφο του «ὡς μὴ βασκανθῶ» (Ειδύλλιο 6, 39), και η συνήθεια επιβιώνει ακόμη στο «φτύσε στον κόρφο σου». Στη Ρώμη του Πέρσιου η γιαγιά ή η θεία βγάζει το βρέφος από την κούνια και του αλείφει με σάλιο μέτωπο και χείλη, για να κρατήσει μακριά το μάτι που καίει (Σάτιρα 2, 31–34)· είναι οι δικές μας οι «γριές» της Ηπείρου, είκοσι αιώνες νωρίτερα.

Το πανάρχαιο αυτό τελετουργικό φτύσιμο διατηρείται μέχρι σήμερα, ωστόσο περισσότερο –για να μην πούμε αποκλειστικά– σε λεκτικό/επιτελεστικό επίπεδο, ως μια ιδιότυπη ευχή, ή μάλλον ως αποτροπαϊκή έκφραση, αποσυνδεδεμένο δηλ. από την παλαιότερη μορφή του. Σήμερα αν κάποιος έφτυνε ένα παιδάκι στο πρόσωπο… στην καλύτερη περίπτωση θα γινόταν δέκτης ύβρεων, στη χειρότερη θα έπεφτε θύμα ξυλοδαρμού!

Όσοι μετράμε ήδη πάνω από μισό αιώνα ζωής, και εφόσον έχουμε γεννηθεί και μεγαλώσει σε αγροτικές περιοχές, έχουμε ζωντανή στη μνήμη μας την παλιά αυτή συνήθεια που είχε σκοπό να προστατέψει κάθε τι, ειδικά όμως το μικρό παιδί, από τη βασκανία, την αρνητική ενέργεια που θα μπορούσε να το βλάψει άμεσα ή μακροπρόθεσμα.

Οι αγρότες, ολιγογράμματοι ή και αγράμματοι οι περισσότεροι, όχι απλώς πίστευαν στις δεισιδαιμονίες, αλλά πολλές φορές πραγματικά καταδυναστεύονταν από αυτές! Όλη τους η ζωή ήταν γεμάτη προλήψεις, «μη» και «πρέπει», τα οποία καθόριζαν, υποτίθεται, τη μοίρα τους…

 

 

«Τα παλιά τα χρόνια, άμα ήταν κάνα κούτσικο (μικρό) παιδί πολύ όμορφο, το φύταγαν κανονικά! Κι έλεγαν: “Τφου σου, μασκαρά! Τφου σου! Δε σε θέλω, έχω κι εγώ παιδάκια!”. Φύτιμα (φτύσιμο) κανονικό! Κι όπ’θε πάαινε (όπου πήγαινε) το σάλιο! Στο κεφάλι τ’ παιδιού, στα μούτρα του…»
«Τα παλιά τα χρόνια, άμα ήταν κάνα κούτσικο (μικρό) παιδί πολύ όμορφο, το φύταγαν κανονικά! Κι έλεγαν: “Τφου σου, μασκαρά! Τφου σου! Δε σε θέλω, έχω κι εγώ παιδάκια!”. Φύτιμα (φτύσιμο) κανονικό! Κι όπ’θε πάαινε (όπου πήγαινε) το σάλιο! Στο κεφάλι τ’ παιδιού, στα μούτρα του…»

«Δε σε θέλω! Έχω κι εγώ παιδάκια…»

Η λ. φτου στην Ήπειρο προφέρεται πολύ συχνά (με μετάθεση των συμφώνων) ως τφου.

Το φτύσιμο ήταν μια από τις αποτροπαϊκές πράξεις, δηλ. αυτές που απέτρεπαν το κακό, ειδικά όσον αφορούσε τα μικρά παιδιά, τα οποία –όπως πίστευαν οι παλιοί– «ήταν δροσιά», δηλ. υπερευαίσθητα όπως η πρωινή δροσιά των λουλουδιών!

Για να τα προστατεύσουν λοιπόν, έπρεπε όχι απλώς να τα φτύσουν, αλλά να συνοδεύσουν αυτή την αμφιλεγόμενη πράξη τους, τόσο με λέξεις και φράσεις αποτρεπτικές του κακού, όσο και να κάνουν το παιδάκι… όσο το δυνατόν πιο απεχθές, έτσι ώστε να μην προσελκύσει κάποιο βάσκανο βλέμμα!

Σεβάσμιος συνομιλητής μιλάει εισαγωγικά για την ηλικία του: «Είμαι γινωμένος το τριγιάντα (γεννημένος το 1930) και σε τρεις μήνες πααίνω για τα 97! Μάλλον τον Ιούνιο γεννήθ’κα, για να με βγάλουν κι Αποστόλη». Και μπαίνει στην ουσία του θέματός μας:

«Τα παλιά τα χρόνια, άμα ήταν κάνα κούτσικο (μικρό) παιδί πολύ όμορφο, το φύταγαν κανονικά! Κι έλεγαν: “Τφου σου, μασκαρά! Τφου σου! Δε σε θέλω, έχω κι εγώ παιδάκια!”. Φύτιμα (φτύσιμο) κανονικό! Κι όπ’θε πάαινε (όπου πήγαινε) το σάλιο! Στο κεφάλι τ’ παιδιού, στα μούτρα του…

Παραδέ (κυρίως) οι γριές τά ’λεγαν αυτά. Τα φύταγαν (έφτυναν) τα παιδάκια για να μην πάρουν από μάτι! Τάχα ότι τ’ ασκαίνονταν και τα φύταγαν (τα σιχαίνονταν και τα έφτυναν)! Και τώρα γένεται αυτό, αλλά τώρα δεν το φτυουν κανονικά το παιδί, λέν’ μαναχά “Τφου σου, να μη σ’ αβασκάνω”!

Αυτό π’ σ’ λέω με το φύτιμα γένονταν όταν ένας μεγάλος, ηλικιωμένος, πρωτοήγλεπε (έβλεπε για πρώτη φορά) ένα παιδάκι. Για να μην το ματιάσει, το φύταγε κανονικά, αλλά κι έλεγε “μασκαρά” ή “γυφτόπ’λο”, τάχα να μην είναι ζηλερό (αξιοζήλευτο) το παιδί.

Στα παιδιά έβαναν κι σκρούμπο στα ρούχα τ’ς. Τι ήταν ο σκρούμπος; Ένα τσιολάκι (υφασματάκι) μάλλινο τό ’καιγαν στο τζιάκι κι τό ’βαναν στ’ σαρμανίτσα, τ’ν ξύλινη τ’ν κούνια, για να μην αβασκαίνεται το παιδί. Τό ’βαναν κι γκόλφι στα ρούχα (εγκόλπιο στο στήθος του μωρού, προσαρμοσμένο με παραμάνα στα ρούχα του), μαζί μ’ αλάτι κι σκόρδο ή και… φιδόπ’καμ’σο, το π’κάμισο (δέρμα) απ’ το φίδι!

E, τώρα είναι εξελιγμένος ο κόσμος, διαφορετικότερος, δεν ήταν έτσι τα πολύ παλιά τα χρόνια. Η μάνα μ’, τότε πο’ ’ζηγε (που ζούσε), ό,τι κι να τ’ς έλεγες, το πίστευε. Άχλιγος (αγαθός, αφελής) κοσμάκης τότε. Είναι διαφορετικότερα τα πράματα σήμερα. Αλλά πρέπει νά ’χουν και το νου τ’ς οι γονέοι, γιατί άμα δεν τα προσέξουν τα παιδιά με τ’ν τηλεόραση (εννοεί, φυσικά, και το Διαδίκτυο), ε, κοντά (μετά) ξεφεύγουν, πάν’…. Παράδειγμα, παλιά είχαμαν τα ποδήλατα, σήμερα έχουν τα πατίνια. Τα γλέπουμε στ’ς τηλεοράσεις… Αντί να περπατήσουν και λίγο τα παιδιά…».

Κοντοχωριανή μου θυμάται μια θεία και γειτόνισσά της που επιστράτευε κάθε μέσο για να κάνει το παιδί της… αξιολύπητο σε όποιον το έβλεπε:

«Οι παλιές οι μανάδες, για να μην αβασκαίνονται τα παιδιά, τ’ς φόραγαν τα ρούχα τ’ ανάποτα! Γύρναγαν τα ρούχα με τ’ς ραφές όξω. Κι έβαναν κι μία παραμάνα στ’ ζακέτα, όχι κουμπιά, για να μην είναι όμορφο το παιδί!

Ή τ’ άφ’ναν λερωμένα στα μούτρα, για να μη ματιάζονται. Όπως έτρωγαν τα παιδάκια κι μουστρίζονταν τα κακότυκα (λερώνονταν στα μούτρα τα κακότυχα), τ’ άφ’ναν λερωμένα.

Θ’μάμαι τ’ θείτσα μ’, τ’ Θοδωρέσια (σύζυγο του Θεόδωρου), π’ το παιδί τ’ς (γενν. 1966) ήταν ομορφέλικο, γαλανούτσικο (γαλανομάτικο). Όλα τά ’κανε για να μην το ματιάζουν! Τ’ φόραγε ανάποτα τα ρουχαλάκια, τ’ άφ’νε λερωμένο στα μούτρα. Ή το κούρευε, μαναχή τ’ς, με κάτι ψαλιδιές σα νά ’ταν γίδι! Κραπ, κραπ (ήχος ψαλιδιού)… Μαναχή τ’ς τό ’φκιανε (του έκανε) ψαλιδιές τ’ παιδιού, για να μην παίρει από μάτι!

Ψαλιδιές στο κεφάλι, τα ρούχα ανάποτα, παραμάνα αντίς για κουμπιά… μην τα ρωτάς πώς φαίνονταν το παιδί… Σα μασκαράς!».

 

«Τα παλιά τα… εθίματα τ’ άφ’καν τώρα. Έχουν μαναχά τα γενέθλια, αραιά κι αυτά…».
«Τα παλιά τα… εθίματα τ’ άφ’καν τώρα. Έχουν μαναχά τα γενέθλια, αραιά κι αυτά…».

Το «σιδέρωμα» του βρέφους

Η ογδοντατριάχρονη συνομιλήτριά μου θυμάται τόσο την ευχή, όσο και το τελετουργικό «σιδέρωμα», σύμφωνα με το οποίο ένας ηλικιωμένος όταν έβλεπε για πρώτη φορά ένα νεογέννητο παιδί το ευχόταν ακουμπώντας ένα κέρμα στο κεφαλάκι του και λέγοντας την επίμαχη ευχή:

«Όταν γεννιόνταν ένα παιδάκι, πάαιναν στο σπίτι για να το ευχηθούν και το… σιδέρωναν με κάνα λεπτό! Το κέραγαν (του πρόσφεραν) ό,τι είχε ο καθένας στ’ν τσεπούλα του, κανιά δεκαρούλα, κανιά δραχμή.

Και στο δρόμο να ηύρισκε τ’ μάνα με το παιδί το βυζανιάρ’κο, έβγανε απ’ τ’ν τσέπη το λεπτό (κέρμα) κι έλεγε: “Τφου σου, να μην αβασκαθείς! Μασκαρά!” Αυτό τού ’χαν για καλό, για ευχή, όχι για βρισιά. Το φύταγαν το παιδάκι για να μην αβασκαθεί, να μην πάρει από μάτι».

Από το «Φτου σου, μασκαρά!» μέχρι τις μεταμφιέσεις του Χάλοουιν… μια κολοκύθα δρόμος!
Από το «Φτου σου, μασκαρά!» μέχρι τις μεταμφιέσεις του Χάλοουιν… μια κολοκύθα δρόμος!

Μαζί με τα έθιμα, χάνεται και η ανθρωπιά…

Και η ίδια πληροφορήτρια κλείνει το άρθρο προβληματισμένη για την υποχώρηση των εθίμων, αλλά και της ανθρωπιάς…

«Σήμερα, Βασίλη μ’, παραήρθε η ανθρωπότητα (παρήκμασε), παράλλαξαν τα πράματα. Αυτά τα… εθίματα τ’ άφ’καν τώρα. Άλλα ξέρουν, καινούργια. Τώρα ούτε γιορτάσια (ονομαστικές γιορτές) δεν κάνει ο κόσμος. Τώρα στ’ γιορτή δεν πααίνει καένας στο σπίτι τ’ αλλουνού. Ένα τηλέφωνο… κι αυτό στα γλήγορα… καρκώνεται απ’ τ’ γληγοράδα αυτός π’ σε παίρει (πνίγεται απ’ τη βιασύνη) γιατί… πέφτουν μονάδες!

Έχουν μαναχά τα γενέθλια, αραιά κι αυτά… Ε, ο κόσμος έχει συλλοές (έγνοιες, προβλήματα), ανέχεια… Λιγόστεψε κι ο κόσμος στα χωριά…

Αλλά άμα είναι κάνας νέος, δε θέλει να ιδεί άνθρωπο μπροστά του! Πέρα απ’ το σπίτι του δεν τον γνοιάζει ντιπ για καέναν.

Εμείς παλιά τήραγαμαν στ’ ραχούλα για να ιδούμε τ’ στράτα αν έρθεται κάνας άνθρωπος και χαίρομασταν άμα ξεκάμπαγε (εμφανιζόταν) κάποιος. Τώρα ούτε τηλέφωνο δε σε παίρει καένας, κι ας έχει και τζιάπα τηλέφωνο (δωρεάν μονάδες), δε δίνει σημασία ο ένας για τον άλλον, τι φκιάνει… Ζει… Πεθαίνει…».

Η εντρύφηση στο γλωσσικό-εθιμικό παρελθόν δεν είναι στείρα παρελθοντολαγνεία, είναι το απαραίτητο στάδιο για να εντοπίσουμε χαμένους κρίκους της ελληνικής γλώσσας. Αλλά οι κρίκοι αυτοί εντοπίζονται όλο και πιο δύσκολα. Τα παραδοσιακά έθιμα σαρώνονται στο πέρασμα του μιμητισμού. Φίλος μού έλεγε ότι ήδη από το νηπιαγωγείο τα παιδιά… μπολιάζονται με τα ξενόφερτα έθιμα και τις νεοφανείς εορτές. Και προσαρμόζονται τάχιστα.

Από το «Φτου σου, μασκαρά!» μέχρι τις μεταμφιέσεις του Χάλοουιν… μια κολοκύθα δρόμος!

________________

* Ο Β. Μαλισιόβας είναι φιλόλογος-συγγραφέας.

Στα έργα του συμπεριλαμβάνονται και τα βιβλία «Κάτσε να σου μολογήσω», «Τα γέλια και τα δάκρυα της πέτρας» (εκδ. Αλεξάνδρεια).

(Εμφανιστηκε 1 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.