Ιδεολογία και αισθητική
Γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου
Τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου μνημονεύουμε το τέλος της δεκαετίας του αίματος (1940-1949), με τις ιδεολογικές αναφορές μας ο καθένας. Αυτές τις αναφορές, ωστόσο, ας θυμόμαστε πως συνέτριψε με τον πιο ισχυρό τρόπο, τον αισθητικό, ο μεγάλος κουρσάρος των ελληνικών γραμμάτων, ο Ρένος Αποστολίδης.
Ήταν το 1950, με τη φωτιά να μην έχει σβήσει καλά – καλά, όταν είδε το φως η “Πυραμίδα 67” του Ρένου, το κορυφαίο έργο για την εμφύλια σύγκρουση και ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Εδώ ακριβώς, νομίζω, πως υπάρχει μια καλή αφορμή για να σταθούμε και να καταλάβουμε το γενικότερο πρόβλημα της κριτικής που κάθε τόσο επανέρχεται, με ποικίλες αφετηρίες, στην δημόσια συζήτηση.
Θα το πω ευθέως: δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη της αναξιοπιστίας της μεταπολεμικής (και ιδιαίτατα της μεταπολιτευτικής κριτικής) από το γεγονός ότι συγγραφείς και έργα όπως αυτά του Ρένου Αποστολίδη δεν αναγνωρίστηκαν ως η κορυφή του μεταπολεμικού ελληνικού κανόνα. Η μοναδική γραφή του, η εκπληκτική σύνθεση ρεαλισμού και μοντερνισμού, βιωμάτων και ιδεών στην πεζογραφία του δεν έχει ισοϋψές ανάλογο. Αντ’ αυτού βλέπουμε να δοξάζονται ως σπουδαίοι μοντέρνοι συγγραφείς της γενιάς του (δεν χρειάζονται ονόματα: βάλτε όλους τους γεννηθέντες την δεκαετία του 1920) επειδή είχαν στενή σχέση (οπαδική ή αναθεωρητική όταν “σφίξανε τα πράγματα”) με το εγκληματικό δίδυμο του εμφυλίου πολέμου και τα καθεστωτικά συγκροτήματα τύπου.
Το φαινόμενο εντάθηκε μετά το άγος της δικτατορίας, όταν μια διευθέτηση υπό τύπον κοινωνικού συμβολαίου (“εμείς την πολιτική εξουσία, εσείς την διανοητική”) παρήγαγε μια φαινομενική αρμονία. Ποιητές και πεζογράφοι, μουσικοί και καλλιτέχνες, μυστικιστές ή υλιστές, παραδοσιακοί ή ριζοσπάστες, μπορούσαν όλοι να καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο ταυτόχρονα, όχι επειδή συνέκλιναν σε μια αρχή, αλλά επειδή είχαν συμφωνήσει να μη θέτουν πλέον δημόσια το ζήτημα της Αρχής. Η συνύπαρξη εξαρτιόταν από μια προηγούμενη αποποίηση: η αλήθεια μπορούσε να αναζητηθεί, να βιωθεί, να ζωγραφιστεί, να τραγουδηθεί· ωστόσο, δεν μπορούσε να διεκδικήσει μια πολιτική μορφή, μια ιεραρχία ή μια κοινή ευθύνη. Η μεταπολίτευση ανεχόταν την αμφισβήτηση ακριβώς στον βαθμό που παρέμενε ένα ατομικό γούστο, μια ακίνδυνη εκκεντρικότητα, μερικές φορές ακόμη και μια ευχάριστη φωνή στον κατάλογο των εγκεκριμένων. Ό,τι θαυμάζουμε σε ένα έργο (τελεία έκφραση ενός πόθου δικού μας ή μιας ιδέας που βλέπουμε να αποδίδεται με τις λέξεις ενός άλλου), υπαγορευόταν από την ιδεολογική μόδα. Η έκφραση που αναπαύει, λυτρώνει, συγκινεί, έγινε “παλιομοδίτικη”. Όλα δόξαζαν την τομή και την “απομυθοποίηση” – όπου μύθος φυσικά εθεωρείτο η πίστη σε ένα κοινό πεπρωμένο. Ανομολόγητο σύνθημα: Κάτω κάθε πεπρωμένο!
Το δηλητήριο ήταν βέβαια στο ποτήρι της νίκης ήδη από το 1950. Ο ατομικισμός θα εξαπλωνόταν άγριος, ειδικά μετά το 1956 (ίδρυση ΕΡΕ), ωστόσο, υπήρχαν ακόμα ασφαλή καταφύγια όπου ο συγγραφέας μπορούσε να πιστέψει ότι είναι δυνατόν να ξεφύγει από την μηχανή της ομοιογενοποίησης. Μπορούσε να καταγγείλει την κοινωνία του θεάματος, να καταραστεί τον καταναλωτισμό ενώ πουλούσε το δικό του προϊόν. Ο καθένας μπορούσε να καλλιεργεί τη δική του θρησκεία, τη δική του μεταφυσική, τη δική του αίρεση, το δικό του μικρό εσωτερικό βασίλειο. Οι καλλιτέχνες μπορούσαν να ζωγραφίζουν εικόνες ή ουρητήρια, να επικαλούνται τον Θεό ή να διακηρύσσουν τον θάνατό του, με την προϋπόθεση ότι θα αναγνωρίζουν σε όλες τις μορφές το ίδιο δικαίωμα ύπαρξης και σε καμία το δικαίωμα να ηγείται. Μια πόρνη μπορούσε να είναι ηρωίδα, μια αστή όμως επ’ ουδενί! Ο ορίζοντας ήταν κοινός, η καθετότητα ιδιωτική. Ο καθένας μπορούσε να κοιτάξει τον ουρανό, αλλά από το δικό του μπαλκόνι.
Στη νεοελληνική ζωή, η δολοφονία της Μεγάλης Ιδέας από τον Παλαιοκομματισμό (αυτό συνέβη το 1922) και η κατίσχυση έκτοτε της ιδιωτικής κραιπάλης ή της κοινωνικής σοφιστείας, ελάχιστα περιθώρια άφησε για ισχυρά νεοελληνικά έργα πέρα από νοσταλγικές προσπάθειες που αναπαράγουν το κοινοτικό μας παρελθόν και αδυνατούν να παρουσιάσουν στο διεθνές περιβάλλον το σύγχρονο ελληνικό πρόσωπο. Το στοίχημα μιας ισχυρής αστικής Ελλάδας χάθηκε οριστικά. Ο Ρένος Αποστολίδης ήταν μια σπάνια περίπτωση ισχυρής δημιουργικότητας που πολέμησε αυτήν την πνευματική λιποταξία. Προσέκρουσε στην μοντέρνα αταλαντωσύνη (που δοξαζόταν κι ας μην τη διάβαζε κανείς), είτε στην ομορφιά της νοσταλγίας που δυστυχώς δεν υποδηλώνει ισχύ αλλά εσωτερική αμφιβολία, αστάθεια, απιστία, αδυναμία ολοκλήρωσης – αυτήν που θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στην μόδα της ντοπιολαλιάς ως μεγάλη… τομή!
Η γλώσσα είναι το πιο πολύτιμο δημιούργημα του εθνικού πολιτισμού. Η συγκρότηση του νέου ελληνικού πολιτισμού ήταν το μεγάλο στοίχημα του νεοελληνικού κράτους και το βαθύτερο νόημα του αγώνα του δημοτικισμού δεν ήταν απλώς ένα ζήτημα καθιέρωσης γλωσσικών τύπων αλλά το επιτακτικό αίτημα να λυτρωθεί το έθνος από κάθε ψευτιά, κάθε μίμηση, κάθε αναπαραγωγή νεκρών μορφών, ώστε να βεβαιώσει τη ζωντανή του ύπαρξη, ατόφια και αφτιασίδωτη, όπως την θεμελίωσε ο γενάρχης μας Σολωμός. Ήταν ένα όραμα για το μέλλον, όχι στροφή στην τοπική μνήμη και στην προφορικότητα που μπορεί να φέρνει επιτυχίες αλλά σβήνει χωρίς πραγματική επίδραση στη ζωή της κοινωνίας και της ιστορίας των ιδεών. Η τυχαία ροή του χρόνου, η αυθαίρετη μετατόπιση ενός κεντρικού σημείου θεώρησης μιας εποχής δεν αρκεί για να γεννήσει κάτι αναγκαίο, διαρκές και ουσιαστικό. Η περιφέρεια δεν θα γίνει ποτέ κέντρο. Η επιδεξιότητα του χειροτέχνη και η έμπνευση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον λόγο: η φήμη δεν αντικαθιστά το πεπρωμένο μιας γλώσσας.
Προφανώς δεν ζητάμε από την τέχνη να γίνει μανιφέστο ή ιδεολογικός σκοπός. Ένα έργο δεν χρειάζεται απαραίτητα να απεικονίζει την εποχή του. Αλλά πρέπει να είναι υπόλογο απέναντι στην εποχή στην οποία εμφανίζεται. Πρέπει να μιλήσει σε αυτήν, ακόμα κι αν δεν αρθρώσει λέξη γι’ αυτήν. Πρέπει να ομολογήσει την συνενοχή του με τον κόσμο που ισχυρίζεται ότι υπερβαίνει και, μέσω αυτής της ομολογίας, να τον συντρίψει. Η κριτική που για ιδεολογικούς στόχους προάγει έργα και συγγραφείς και αποσιωπά ή υποβαθμίζει άλλους, δείχνει απλώς την στράτευσή της και την αδυναμία της να βγει έξω από τον κόσμο των κυρίων της: εν προκειμένω των κυρίων της μεταπολίτευσης.
Ένας πολιτισμός εξυψώνεται όταν ο συγγραφέας και ο κριτικός αγωνίζονται ΜΑΖΙ για να διαλύσουν τον κόσμο των φαινομένων και να φτάσουν στην αλήθεια. Όχι με την επιθυμία να τους καλωσορίσουν, να τους αναγνωρίσουν, να τους προσκαλέσουν· όχι με την μετατροπή του λειτουργήματός τους σε επαγγελματικό προφίλ· όχι με το να αυτοανακηρύσσονται εχθροί του ατομικισμού, ενώ παράλληλα υψώνουν μικρά ιερά για τον εαυτό τους· όχι όταν καταγγέλλουν την αγορά και στην συνέχεια μετράνε παρουσίες, αναγνωρίσεις λάιφ στάιλ, επαφές και φωτογραφίες.
Δεν μιλώ για ελαττώματα χαρακτήρα αλλά για ένα φαινόμενο που αποκαλύπτει πόσο βαθιά έχει διαποτίσει η φιλελεύθερη μικροαστική ιδεολογία ακόμη και εκείνους που απορρίπτουν το λεξιλόγιό της. Όσοι όμως δεν μπορούν να αντιληφθούν την κοινότητα ως κάτι άλλο πέρα από μια δημόσια οντότητα, την επιλογή ως κάτι άλλο από ένα προνόμιο, την εξουσία ως κάτι άλλο από μια ναρκισσιστική προβολή, πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για την εξαφάνιση. Με την πρώτη προσβολή, την πρώτη σιωπή, την πρώτη άδεια καρέκλα, η εσωτερική τους αυτοκρατορία καταρρέει. Η τήβεννος και η πόζα ξεσκίζονται και δεν μένει παρά ένα παγώνι που επιδεικνύει την πολύχρωμη ουρά του πάνω από μια σχάρα αποχέτευσης. Γιατί αυτό; Επειδή μπερδέψαμε την ιεραρχία με την ορατότητα, την καθετότητα με το ύψος ενός δημοσιογραφικού βάθρου. Η καθετότητα όμως δεν είναι εσωτερικό ζήτημα η ζήτημα ατομικού γούστου, είναι δημόσιο μέτρο. Και η οριζοντιότητα δεν είναι ουδετερότητα αλλά οργανική κοινότητα, αμοιβαία ευθύνη, συμμετοχή σε ένα κοινό πεπρωμένο.
Να όμως που τα σημάδια πολλαπλασιάζονται. Η σύγκρουση στο παγκόσμιο χωριό έρχεται. Και θα είναι μια σύγκρουση στην οποία θα αποκαλυφθεί τι είναι διατεθειμένο να διακινδυνεύσει για την ύπαρξή του κάθε άτομο, κάθε λαός, κάθε πολιτισμός. Είναι η ζωή η ίδια που μάς προστάζει να δράσουμε στο όνομα της αιωνιότητας ακριβώς επειδή όλα όσα ανήκουν στον χρόνο μπορούν να χαθούν. Το τέλος αυτού του κόσμου δεν συμπίπτει απαραίτητα με το τέλος του κόσμου: μπορεί να είναι η άρση του πέπλου που μας εμπόδισε να δούμε έναν άλλον. Αρκεί να θυμόμαστε: η υπεράσπιση του λυκόφωτος δεν είναι υπεράσπιση της παράδοσης. Έρχεται η ώρα που κάθε σκιά πρέπει να δηλώσει σε ποιο φως ανήκει, αφού μείνει, όπως έγραφε στην “Πυραμίδα 67 “ο Ρένος Αποστολίδης, “ανένδοτος καθ’ ύψος”:
«Ω, τί ἀφελὴς ποὺ θάσουν, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, φανατικός καὶ τίμιος καὶ ἀνένδοτος ἐσὺ – ὅσο ἀνένδοτος καὶ τώρα στὴ μονιά σου!.. Ω, τί ἀφελὴς ποὺ θάσουν! Θάχες “πιστέψει” ἀληθινά – θὰ πέθαινες ἀληθινά, ἐνόσο οἱ ἄλλοι θὰ λάκιζαν!.. ᾿Ανίατε άπολυτοκράτη μου! Τί παιδάκι θάσουν, καὶ τί μάταια θὰ πήγαινες, θαρρώντας πὼς θυσιάζεσαι γιὰ τὰ γνήσια, καὶ τὰ ἁγνά, καὶ τ’ ἄσπιλα!.. ᾿Αμ δέ! Ὅλα μισά, καὶ μίζερα, καὶ νόθα – τὸ ἐφθαρμένο παντού, κ’ ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ!.. Ὤ, τί ἀφελὴς ποὺ θάσουν, καὶ πόσο μάταια θὰ πήγαινες χαμένος, λατρεύοντας τὰ γνήσια καὶ τὰ παστρικά, ἔξω ἀπ’ τὴ μονιά σου!.. Μείνε ἀνένδοτος, λοιπόν, ἐδῶ, μονάχος!.. Καλὸς εἶσαι ὅπως εἶσαι!»
Πηγή: Facebook
















































