Το δικό μας …δικάβαλο και τρικάβαλο!
Γράφει ο Κώστας Παλπάνης*
Υπήρχι σειρά σι όλα ιτότις. Ου τρανύτιρους στου σαμάρ, ου μκρότιρους στα καπούλια. Του πιδί στου σαμάρ, του κουρίτσ’ πίσου. Άμα στου σαμάρ κάθουνταν ου γουνιός, σφήνουνι του μκρότιρου του κούτσκου μπρουστά στα πουδάρια τ’ κι του μκρότιρου στα καπούλια. Υπήρχαν όμους κι τσινιάρκα πράματα, που δεν έστριγαν στα καπούλια. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ένας κάθουνταν στου σαμάρ κι ου άλλους ακλουθούσει πουδαράτους κι μαρούκλουτους. Εριχνάμι λότουν πχιός θα καβαλκέψ πρώτους στου σαμάρ κι πχιός δέφτιρους. Μοιραζάμι τουν δρόμου (διαχρομή). Το ίδιο γινόταν και επί συνομηλίκων: πχιός θα κάτσ’ σε θέση οδηγού κι πχιός στα καπούλια, εναλλάξ. Καναδυό φουρές σφηνουνουμάσταν τρία γκουτζιβέλια στου σαμάρ κι καναδυό στα καπούλια αφού κι τσιατσιλιαντρέ ήμασταν κι ούτι τν Τρουχαία φουβούμασταν, ούτι κάμερες, ούτι πως θα μάσουμι διπλαρές απ’ τς γουνίδεις. Φυσικά δεν εβανάμει κράνους, ικτός αν έβριχει κι εβανάμι του καρδάρ ανάσκιλα στου κιφάλ’, ως αλεξιβρόχιο.

Ζν ανηφόρα ο καθήμενος στα καπούλια, τσακώνουνταν κι κρατιούνταν γιρά απ’ τα κουτσάκια. Όσου όμους ανηφόριαζι η στράτα, τόσου γλιστρούσει τς πίσους κι εντέλει γριντώνουνταν καταής. Ακλουθούσι πουδαράτους κι μαρούκλουτους, μέχρι να ισιάσ’ η στράτα κι να ξαριχτεί στα καπούλια. Έπριπι νάχ’ έγνοια να μην ακουμπούν τα πουδάρια τ’ στα λαγαρά απ’ του πράμα, γιατίς αυτό γκανταλνιούνταν κι κλουτσούσει κι ου αναβάτης πάλι τραφώνουνταν.’Εφκιανι τα μούτρα κι τα γόνατα παζάρ’, αλλά γιλούσει κι ας βιρβέρζι απ τα πουνίδια.
Τν άνοιξ κι μιτά, τα πράματα γέριβαν (έπαιρναν δυνάμεις-κιλά), αφού χόρτιναν απ’ τ’ν βουσκή (χλωρίδα- τροφή). Άλλαζαν τρίχα, τα καπούλια στρουγγύλιβαν σαν τα καρπούζια, αλλά και ίδρωναν. Ο καθήμενος στα καπούλια γιόμζι τρίχις ανάμισα στα πουδάρια, γλιστρούσει τς πίσους κι όταν κατέβινι απ’ τα καπούλια ήταν σκλήδα απ’ τουν ίδρουτα στ’ απόκρυφα και στη πέριξ αυτώ περιοχή, σάματις κατουρήθκι.
Πόσις κι πόσις φουρές κουλουγυρνούσαν τα σαμάρια κι ιμείς μαζί μ’ αυτά. Κουρτίζουνταν (αφηνίαζαν) κι μας ζβάρνιζαν, κατά πως ου Αχιλλέας τουν Έκτουραν! Πόσις φουρές σκιάζουνταν τα λύκαβα κι μας γκριμούσαν καταής. Πώς βγήκαμει πέρα (επιζήσαμε, αντέξαμε), ακόμα απουρούμι.
Ίσους γιατίς ιτότις φύλαγαν τα βακούφια, κατά πως έλιγαν οι μάνις μας.
Σημειώσεις
-Σειρά.: Άγραφοι νόμοι, διαχωριστικές γραμμές, ήθη, έθιμα.
-Τσινιάρκα πράματα: Ατίθασα ζώα μεταφοράς ανθρώπων και φορτίων. Ιπποειδή.
Κουτσάκια: Εξαρτήματα στο πίσω μέρος του σαμαριού. Λαβές για να κρεμούν τα τρουβάδια ή τα μπιτόνια κι τα καρδάρια.
-Μαρούκλουτους. Άκεφος.
Σκλήδα: Σύνολο μουσκεμένων στελεχών βρίζας (σίκαλης) με τα οποία έδεναν τότε τα δεμάτια. Μεταφορικά: πολύ βρεγμένος.
*Ο Κώστας Παλπάνης είναι θεολόγος και κατάγεται από την Ελάτη Κοζάνης. Το κείμενο είναι γραμμένο στην ντοπιολαλιά της περιοχής.















































