Η Ελληνική εμπορική διασπορά
Κείμενο: Βασίλης Πατρώνης*
Έτσι λοιπόν, μετά το 1750 το οθωμανικό κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με σοβαρές προκλήσεις: η διείσδυση των ευρωπαϊκών οικονομιών στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με την απουσία εμπορικής πολιτικής από την πλευρά του οθωμανικού κράτους, οδήγησε στην κυριαρχία των Ευρωπαίων στο εξωτερικό εμπόριο της αυτοκρατορίας. «Η διείσδυση αυτή κορυφώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η ζήτηση για τρόφιμα καθώς και για νέες αγορές ευρωπαϊκών προϊόντων αυξήθηκε σημαντικά. Σταδιακά, η Ανατολική Μεσόγειος έγινε το πεδίο έντονου οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, που διεκδικούσαν τον έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου του οθωμανικού κράτους», βλ. Λαΐου Σ., «Η ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας και ο ρόλος του οθωμανικού κράτους στις αρχές του 19ου αιώνα», στο Χαρλαύτη Τ. – Παπακωνσταντίνου Κ. (επιμ.), Η ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1821. Ο αιώνας της ακμής πριν την επανάσταση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2013, σελ. 127. Από αυτόν τον οικονομικό ανταγωνισμό και τις ευκαιρίες που δημιούργησε, ευνοήθηκαν σημαντικά οι μη Οθωμανοί υπήκοοι που ασχολούνταν με το εμπόριο και ιδιαίτερα οι Έλληνες έμποροι. Βοηθοί, αρχικά, των ξένων εμπόρων, πήραν σταδιακά ένα μεγάλο μέρος του εμπορίου της αυτοκρατορίας στα χέρια τους, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο εμπορικό δίκτυο, αρχικά στις μεγάλες οθωμανικές πόλεις-λιμάνια και στη συνέχεια στα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα των Βαλκανίων, της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης.

Όπως γράφει ο Tr. Stoianovich, η θέση που είχαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, των νησιών και των παραλίων στη διπλωματία και το εμπόριο, έγινε μετά το 1650 πιο ισχυρή από άλλοτε και πιο σίγουρη από τη θέση που είχαν οι άλλοι υπήκοοι. Έλληνες που είχαν επιρροή έπαιρναν αποκλειστικά τις νέες θέσεις διερμηνέων της Πύλης, υπογραμματέων του μεγάλου βεζίρη και διερμηνέων του στόλου ή υπογραμματέων του Ναυτικού και επιφορτίζονταν με τις υποθέσεις του Αιγαίου. Για έναν αιώνα μετά το 1716, το οφίκιο των οσποδάρων της Μολδαβίας και της Βλαχίας, που είχε στη διάθεσή του πολλές επικερδείς θέσεις, μονοπώλια, κυβερνητικές συμβάσεις και άλλα προνόμια, ανήκε στους Φαναριώτες, τους Έλληνες πατρίκιους ή «noblesse de robe» της Κωνσταντινούπολης. Η αυξημένη πολιτική επιρροή των Ελλήνων στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας, τους οδήγησε σε ανάλογη κυριαρχία στο χώρο του εμπορίου και των επιχειρήσεων. Όπως φαίνεται, οι Έλληνες της Χίου, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, ήταν οι πρώτοι που επωφελήθηκαν από το νέο ελληνικό μονοπώλιο της πολιτικής. Οι Χιώτες έμποροι ειδικά, επένδυσαν στα αγροτικά προϊόντα της Μικράς Ασίας, εισήγαγαν μετάξι από τη Ρούμελη, την Προύσα και την Πελοπόννησο, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στην οθωμανική πρωτεύουσα σαν έμποροι υφασμάτων. Στο τέλος του 18ου αιώνα οι Έλληνες είχαν πεντακόσιες επιχειρήσεις στη Σμύρνη, πολλές από τις οποίες διατηρούσαν υποκαταστήματα στη Βιέννη, στην Τεργέστη, στο Λιβόρνο, στη Γένοβα, στο Άμστερνταμ και στο Παρίσι, στη Ρωσία και στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, στο Λονδίνο, το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ. «Το νέο μονοπώλιο της πολιτικής επέτρεψε σε πλούσιους Έλληνες εμπόρους, με έμμεσο τρόπο αν όχι με άμεσο, να επεκτείνουν το εμπόριό τους από τη Σμύρνη, τη Χίο και την Κωνσταντινούπολη, στις πόλεις Βιδίνι, Βελιγράδι, Σεράγεβο, Βουκουρέστι, Ιάσιο, Γαλάτσι, Μόσχα και Αστραχάν. Τους επέτρεψε μάλιστα να επεκτείνουν το εμπόριό τους και στη Δυτική Ευρώπη με την πρώτη 18 κατάλληλη ευκαιρία. Η ευνοϊκή στιγμή έφτασε το 1730, όταν οι Ολλανδοί παραχώρησαν στους Έλληνες, Εβραίους και Αρμένιους, τα εμπορικά δικαιώματα που είχαν οι δικοί τους υπήκοοι. Οι Έλληνες έμποροι είχαν ανοίξει επιχειρήσεις στο Άμστερνταμ ακόμη και πριν από το 1730, αλλά τα νέα δικαιώματα πολιτικής ισότητας προσέλκυσαν γρήγορα πολύ περισσότερους Λεβαντίνους εμπόρους. Έλληνες, Εβραίοι και Αρμένιοι εκτόπισαν τους Ολλανδούς εμπόρους από το εμπόριο της Ανατολής και το Άμστερνταμ έγινε ο τόπος που συγκέντρωνε τους περισσότερους Λεβαντίνους εμπόρους σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη». Βλ. Stoianovich T., «Ο κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος», στο Ασδραχάς Σπ., (εισαγωγή-επιλογή κειμένων), Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών (15ος-19ος αι.), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979, σελ. 306-307. Το ελληνικό εμπόριο είχε εξαπλωθεί ακόμη και στην Ιταλία και οι Έλληνες έμποροι συγκεντρώθηκαν κατά το 18ο αιώνα όχι μόνο στη Βενετία, στην Αγκόνα και στο Λιβόρνο, αλλά και στη Νάπολη, στο Λέτσε, στο Μπάρι, ενώ συμμετείχαν και στο μεγαλύτερο εμπορικό πανηγύρι της Ιταλίας, αυτό της Σενιγάλλια.
Οι Έλληνες έμποροι εξήγαν, κατά κανόνα, πρώτες ύλες και είδη διατροφής από το Λεβάντε και εισήγαν επεξεργασμένα ή βιομηχανοποιημένα προϊόντα (υφάσματα, υαλικά, πορσελάνες κ.ά.), αλλά και νομίσματα. Οι πρώτοι από τους εμπόρους που αποφάσιζαν να εγκατασταθούν, άνοιγαν μικρά καταστήματα λιανικής ή χονδρικής πώλησης ή μετεξελίσσονταν σε μεσίτες, μεγαλεμπόρους, ιδιοκτήτες οικογενειακών επιχειρήσεων. «Ειδικεύονταν είτε στο εμπόριο δερμάτων, βαμβακιού και βαμβακονημάτων, μαλλιών, κρασιού, λαδιού, χρωστικών ουσιών, πρώτων υλών απαραίτητων για την υφασματοβιομηχανία ή την επεξεργασία δερμάτων, αλλά και στο εμπόριο σιτηρών, ιδιαίτερα της Μαύρης Θάλασσας από το τέλος του 18ου αιώνα, είτε στο γενικό διαμετακομιστικό εμπόριο ή άνοιγαν μικρά καταστήματα (οινοπωλεία ή καφεπωλεία-καφενεία) ή εμπορικά καταστήματα γενικής λιανικής ή χονδρικής πώλησης». Βλ. Κατσιαρδή-Hering Ολ., «Η ελληνική διασπορά. Το εμπόριο ως γενικευμένη εθνική εξειδίκευση», στο Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ.) Η Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμος 1ος Αθήνα 2003, σελ. 98-99. Εκτός των άλλων, η ανάπτυξη της οικονομικής δύναμης των Ελλήνων διευκόλυνε και την αύξηση της πολιτικής και διαπραγματευτικής τους ικανότητας, όπως στο παρελθόν η ιδιότητά τους ως συμβούλων της πολιτικής εξουσίας τους επέτρεψε να πετύχουν νέα οικονομικά προνόμια. Ακόμη περισσότερο, η επιτυχία των πλέον εύπορων άνοιγε το δρόμο και στους λιγότερο ευνοημένους Έλληνες που ασχολούνταν με το εμπόριο: «Ενώ οι πολιτικές και οι οικονομικές επιτυχίες του φαναριώτικου πατρικιάτου προώθησαν βασικά τα ενδιαφέροντα της δικής τους τάξης και τις συναλλαγές των πλούσιων εμπόρων της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Χίου και των Ιωαννίνων, επέτρεψαν επίσης και σε λιγότερο ευνοημένους Έλληνες να επεκτείνουν το εμπόριό τους και να αυξήσουν την περιουσία τους». Βλ. Stoianovich T., «Ο κατακτητής Ορθόδοξος…όπ.πρ…., σελ. 308.

Είναι γνωστό ότι το φαινόμενο της μετανάστευσης και της αποδημίας χαρακτηρίζει λίγο ή πολύ όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς που εμφανίστηκαν στον ελλαδικό χώρο. Ξεχωριστή όμως σημασία για την κατανόηση της διαμόρφωσης του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, παρουσιάζει το παροικιακό φαινόμενο όπως αυτό εκδηλώθηκε από τον 17ο αιώνα. Πρόκειται για μία περίοδο, όπου ελληνικοί πληθυσμοί της διασποράς θα παρουσιάσουν μεγάλη ανάπτυξη και οικονομική ευρωστία. Για το θέμα αυτό, ο Ν. Σβορώνος αναφέρει ότι στη Δυτική Ευρώπη, στη Γερμανία και στην Αυστρία, αργότερα στη νότια Ρωσία (Οδησσός) και στη Γαλλία (Μασσαλία) δημιουργούνται νέες παροικίες, από εμπορευόμενους που πέρασαν απ’ το παθητικό στο ενεργητικό εμπόριο. Ασφαλώς, ιδιαίτερο ρόλο στις εξελίξεις αυτές έπαιξε το ανανεωμένο ενδιαφέρον των κυρίαρχων οικονομιών για τον παλιό δρόμο προς τις Ινδίες και την Άπω Ανατολή, γεγονός που είχε άμεσες επιπτώσεις στο βαλκανικό και τον ανατολικομεσογειακό χώρο. Έτσι, η εμφάνιση και η ανάπτυξη του νεοελληνικού παροικιακού φαινομένου συναρτήθηκε άμεσα με την εξέλιξη της οθωμανικής κοινωνίας από το 17ο αιώνα κυρίως και μετά, με τη διαδικασία διαμόρφωσης της παγκόσμιας αγοράς και την ανάπτυξη της αποικιοκρατίας, αλλά και με τις ειδικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν στις περιοχές όπου δημιουργήθηκαν ελληνικές παροικίες. Το παροικιακό φαινόμενο ενισχυόταν πληθυσμιακά στην αρχή από τις διώξεις και τη φυγή των Ελλήνων στο εξωτερικό, που ακολουθούσε κάθε εξέγερση κατά του κατακτητή και από το 1815 και μετά από την καταστροφή και τον εκπατρισμό των χειροτεχνών-βιοτεχνών. Οι πρώτες ελληνικές παροικίες που εμφανίστηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο είναι οι ακόλουθες:
- στην Ιταλία (Αγκώνα, Βενετία, Γένοβα, Λιβόρνο, Μεσσήνη, Μιλάνο, Πρίντεζι)
- στη Γαλλία (Μασσαλία, Παρίσι) · στην Αγγλία (Λονδίνο, Λίβερπουλ)
- στην Ολλανδία (Ρότερνταμ, Άμστερνταμ)
- στη Ρωσία (Οδησσός) · στη Γερμανία (Βερολίνο, Λειψία, Μόναχο) 19
- στην Αυστροουγγαρία (Βιέννη, Βουδαπέστη, Τεργέστη)
- στη Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία (Φιλιππούπολη, Βελιγράδι, Σκόπια, Βουκουρέστι, Ιάσιο)
- στη Βόρεια Αφρική και στην Άπω Ανατολή από το 19ο αιώνα αρχίζουν να αναπτύσσονται οι πρώτες παροικίες (Κάϊρο, Αλεξάνδρεια, Καλκούτα, Ντάκα).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση ανάμεσα στο παροικιακό ελληνικό εμπόριο και το εμπόριο των Ελλήνων και του ελληνικού χώρου. «Η συνεχής αύξηση του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για το εμπόριο του ελληνικού χώρου ανέδειξε τον Έλληνα έμπορο στις παροικίες της Ευρώπης σε πρωταγωνστή της σύνδεσης, σε συνδετικό κρίκο των ευρωπαϊκών αγορών με την ελληνική» (βλ. Κρεμμυδάς Β., «Η οικονομία των Ελλήνων. Πενήντα κρίσιμα χρόνια, 1770-1821», στο Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ.), Η Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 2000, τόμος 1ος Αθήνα 2003, σελ. 279-280). Σε ότι αφορά στη χωρική διάταξη των ελληνικών παροικιών της περιόδου αυτής, διαπιστώνουμε ότι αυτές είχαν δημιουργηθεί σε νευραλγικά κέντρα του διεθνούς εμπορίου, όπως και σε βασικούς κόμβους των διεθνών μεταφορών. Έτσι, σχετικά με τις ελληνικές κοινότητες της Κεντρικής Ευρώπης, παρατηρούμε ότι οι πιο σημαντικές από αυτές αναπτύχθηκαν κατά μήκος των δρόμων που ακολουθούσαν τα καραβάνια, όπως και σε στρατηγικής σημασίας εμπορικά κέντρα. Φυσικά, η διαπίστωση αυτή δεν υποβαθμίζει τις ιδιαιτερότητες που παρουσίαζαν οι παροικίες μεταξύ τους, που εκτός από τον κοινό λειτουργικό ρόλο που διαδραμάτιζαν στα πλαίσια της διαμορφωνόμενης παγκόσμια αγοράς, ταυτόχρονα εξέφραζαν και τα ιδιαίτερα συμφέρονται των κυρίαρχων οικονομιών με τις οποίες συνδέονταν, όπως και ειδικές συνθήκες και διασυνδέσεις, που διαμόρφωναν στις χώρες που παρουσιάστηκαν.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον για το θέμα μας παρουσιάζουν οι ελληνικές παροικίες που εμφανίστηκαν στο χώρο της Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλκανικής. Ειδικότερα σε ότι αφορά την περίπτωση της Κεντρικής Ευρώπης, όπου αναπτύχθηκαν πολυάριθμες και ισχυρές ελληνικές κοινότητες, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί το πότε ακριβώς αρχίζει η εγκατάσταση Ελλήνων στο χώρο αυτό. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι η παρουσία Ελλήνων στα εδάφη αυτά μνημονεύεται από το ΙΕ’ αιώνα και ότι σε πόλεις της Τρανσυλβανίας, όπως στο Sibiu, το ελληνικό στοιχείο ήδη από το 1545 είχε στα χέρια του το εμπόριο με την Ανατολή. Το 1636 ο ηγεμόνας της Τρανσυλβανίας παραχώρησε στους «γραικούς» εμπόρους το δικαίωμα να συμμετέχουν ως χονδρέμποροι στις εμποροπανηγύρεις της χώρας και να σχηματίζουν τις δικές τους εμπορικές συντεχνίες. Έτσι οι Έλληνες και οι Βλάχοι της Μακεδονίας πήραν στα χέρια τους μεγάλο μέρος του περιφερειακού εμπορίου από τους Σάξονες της Τρανσυλβανίας βλ. Κατσιαρδή-Hering Ολ., «Τα δίκτυα της ελληνικής εμπορικής διακίνησης», στο Ασδραχάς Σπ. (επιμ.), Ελληνική Οικονομική Ιστορία ΙΕˊ-ΙΘˊ αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2003, σελ. 456. Στις περιοχές αυτές, κυρίως από τον 17ο αιώνα, άρχισαν να εμφανίζονται και συμπράξεις εμπόρων, όπως η «Ανατολική Κομπανία» της Τρανσυλβανίας (Sibiu και Brasov), που παρουσίασε μεγάλη δραστηριότητα, ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα. Στους κόλπους της κομπανίας αυτής, περιλαμβάνονταν έμποροι από τα Ιωάννινα, τις Σέρρες, τη Φιλιππούπολη, τη Σινώπη και την Τραπεζούντα.

Στην ανάπτυξη των ελληνικών κοινοτήτων στον κεντροευρωπαϊκό χώρο συνέβαλε αποφασιστικά και η πολιτική των αρχών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, που ευνοούσε τη δραστηριότητα των Ελλήνων εμπόρων του Sibiu, του Brasov και των άλλων περιοχών, όχι μόνο γιατί συνέβαλαν στην εισροή μεγάλων ποσών στα δημόσια ταμεία της, αλλά και γιατί της εξασφάλιζαν στην Ανατολή κέντρα εισαγωγής πρώτων υλών και εξαγωγής βιομηχανικών προϊόντων. Ειδικότερα, οι ελληνικές παροικίες της Κεντρικής Ευρώπης άρχισαν να παρουσιάζουν μεγάλη ανάπτυξη μετά τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718), σύμφωνα με την οποία το οθωμανικό κράτος παραχώρησε σημαντικά προνόμια στην Αυστρία. Η ραγδαία ανάπτυξη του παροικιακού ελληνισμού στις κεντροευρωπαϊκές χώρες, συνδέεται πρωταρχικά με την ανάγκη τους να προμηθεύονται πρώτες ύλες, όπως βαμβάκι και νήματα από περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στη βάση ακριβώς αυτή, στα τέλη του 18ου αιώνα, στις αγορές του κεντροευρωπαϊκού χώρου σημειώθηκε μεγάλη ώθηση του εμπορίου των κόκκινων βαμβακερών νημάτων που συνδέεται με την ανάπτυξη της Κοινής Συντροφιάς στα Αμπελάκια, όπως και άλλων χειροτεχνικών-βιοτεχνικών κέντρων της Θεσσαλίας. Ταυτόχρονα, οι Έλληνες έμποροι εισήγαν βιομηχανικά προϊόντα και ιδιαίτερα γερμανικά υφάσματα που καταναλώνονταν στο μεγαλύτερο τους μέρος στη Μακεδονία. Η Θεσσαλονίκη και η Βιέννη βρίσκονταν στον άξονα του εμπορίου των χώρων της Κεντρικής Ευρώπης με την Ανατολή. Το 1720 το εμπόριο του δρόμου μεταξύ Θεσσαλονίκης, Βελιγραδίου και Βιέννης βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Ελλήνων και των Βλάχων της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπως και το εμπόριο του δρόμου προς ανατολάς, από τα Γιάννινα, την Καστοριά και το Μοναστήρι προς τη Θράκη και την Πόλη ή βόρεια προς Βουλγαρία, Βλαχία και Μολδαβία. Τα εμπορεύματα που προέρχονταν από την οθωμανική αυτοκρατορία (βαμβάκι, κόκκινα νήματα κ.ά.), αποθηκεύονταν στη Βιέννη και από εκεί 20 αποστέλλονταν σε διάφορα σημεία της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Έτσι, κέντρο του παροικιακού ελληνισμού στο χώρο της Κεντρικής Ευρώπης ήταν η Βιέννη.
Με την άνθιση του παροικιακού ελληνισμού στην Κεντρική Ευρώπη συνδέεται στενά και η γρήγορη ανάπτυξη των ελληνικών κοινοτήτων της βαλκανικής. Για τις κοινότητες αυτές ο Ν. Σβορώνος γράφει ότι «μια σειρά σχεδόν συνεχής από νησίδες ελληνικές περιτριγυρισμένες από αυτόχθονες πληθυσμούς ξεκινούσε από τη βόρειο Ελλάδα (…) και επεκτείνονταν ως το Δούναβη, στην Ουγγαρία και στις βαλκανικές όχθες της Μαύρης Θάλασσας». Σχετικά με τον οικονομικό και κοινωνικό ρόλο που έπαιζε το ελληνικό παροικιακό στοιχείο ο ίδιος επισημαίνει, ότι αποτελούσε «κατά κάποιο τρόπο την αστική τάξη των Βαλκανίων» και ότι «οι Έλληνες έπαιξαν στις Βαλκανικές χώρες τον ίδιο ρόλο που οι δυτικοευρωπαίοι έμποροι οι εγκατεστημένοι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, είχαν παίξει για αυτούς του ίδιους : εκπαιδευμένοι από τους ‘’Φράγκους’’ εκπαίδευσαν με τη σειρά τους τους βαλκανικούς λαούς, επωφελούμενοι από τα πλούτη των χωρών αυτών (…) έτσι οι Έλληνες, στοιχείο διαβαλκανικό, έγιναν οι ενδιάμεσοι του εξευρωπαϊσμού των βαλκανικών λαών». Βλ. Σβορώνος Ν., Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, ελλ. μετ. εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1996, σελ. 389.

Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι ο σημαντικός ρόλος που διαδραμάτιζε η ελληνική παροικιακή αστική τάξη, που είχε σαφώς εμπορικό χαρακτήρα, δεν περιοριζόταν μόνο στο χώρο της βαλκανικής χερσονήσου, αλλά επεκτείνονταν σε ένα ευρύτερο χώρο εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική σύνδεση της Βαλκανικής, της Μαύρης θάλασσας και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου με τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Η παρουσία και οι δραστηριότητες του ελληνικού ομογενειακού πληθυσμού της νότιας Ρωσίας, ξεκινά στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα με την προσέλευση Ελλήνων εποίκων σε παράλιες περιοχές του ρωσικού Νότου, όταν ανταποκρίνονται στη γενναιόδωρη πρόσκληση της Μεγάλης Αικατερίνης να εγκατασταθούν στις έρημες εκτάσεις γης, που παραχώρησαν οι Τούρκοι και οι οποίες προσαρτήθηκαν στην αυτοκρατορία μετά τους ρωσοτουρκικούς πολέμους 1768-1774 και 1789-1792. Η Οδησσός, η Αζοφική γη και η Κριμαία προσελκύουν μεγάλες ομάδες ομογενών και στις νέες πόλεις (Χερσών, Οδησσός, Νικολάιεφ, Μαριούπολη, Κερτς), εγκαθιδρύονται ισχυρές σε πλήθος ελληνικές παροικίες. Οι έποικοι προέρχονται από διάφορα μέρη του ελληνισμού και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (την Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου, τις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας) και σε συνδυασμό με τη δυναμική παρουσία του εμπορικού στόλου των νησιών του Αιγαίου στην περιοχή μετά τη Συνθήκη του Κουτσιούκ-Καϊναρτζή, σταδιακά παίρνουν στα χέρια τους το εξαγωγικό εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας και ιδιαίτερα τις μαζικές εξαγωγές σιτηρών προς τα βιομηχανικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης (για το θέμα αυτό, βλ. αναλυτικά Καρδάσης Β., Έλληνες ομογενείς στη Νότια Ρωσία, 1775-1861, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998).
*Ο Βασίλης Σ. Πατρώνης είναι Καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Οικονομική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Paris-I (Panthéon-Sorbonne).
Πηγή: Βασίλης Πατρώνης. Ελληνική οικονομική ιστορία. Οικονομία, Κοινωνία και Κράτος στην Ελλάδα (18ος -19ος αιώνας).














































