Τύψεις για τον ουρανό
Γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου
Το 1960, λίγους μήνες μετά την έκδοση του μνημειώδους για τη νεότερη ποίησή μας έργου με τον τίτλο «Άξιόν εστι», κυκλοφόρησε μία ακόμη συλλογή που ο Οδυσσέας Ελύτης ετοίμαζε παράλληλα από το 1955. Στη συλλογή αυτή (κάποια ποιήματα είχαν ήδη δημοσιευτεί στη «Διαγώνιο») που έλαβε τη χαρακτηριστική σήμανση «Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό», ο κορυφαίος ποιητής συνόψιζε, μέσα σε επτά ποιήματα, ολόκληρη την περιπέτεια των μορφικών αλλά και των ουσιαστικών εμπνεύσεων που καθόρισαν τη δημιουργία του. Ήταν η κατάλληλη, η ορισμένη ώρα και συνάμα ο ενδεδειγμένος τρόπος για να μιλήσει ο ποιητής με τη λιτή μα και τόσο στιβαρή λυρική δύναμη που μόνο αυτός διέθετε στη γενιά του, ώστε να ξεδιπλώσει μπροστά μας, χωρίς ίχνος θεματογραφικής ή διανοητικής σκοπιμότητας, μονάχα με εικόνες- σύμβολα, το απέραντο πεδίο των πολεμικών και των μεταπολεμικών καταστροφών που οδήγησαν στο κοσμολογικό αδιέξοδο του καιρού μας. Το αδιέξοδο που έθετε εν τέλει το μείζον ερώτημα: υπάρχει νόημα ακόμη στον κόσμο;
Πρόκειται για το ερώτημα που τίθεται ευθέως με τον πολυσήμαντο τίτλο της συλλογής, με την αναφορά δηλαδή στις τύψεις που απευθύνονται προς τον ουρανό, προς το σύμβολο αυτό της δημιουργικής ιδέας του κόσμου. Ο ποιητής ενώπιον της χωρίς όρια απανθρωπίας στην οποία οι ζωές παραδίδονται επί γης, εγκαλεί χωρίς περιστροφές τον ουρανό και θέτει το μέγα ζήτημα της ενοχής του θείου. Αν η ύπαρξη είναι ενοχή (όπως διακήρυξε ο Αναξίμανδρος), οι τύψεις είναι η μόνη απόδειξη της ύπαρξης. Κι αυτό εν τέλει ίσως είναι η μόνη παρηγορία, η μόνη δυνατότητα αποκατάστασης των πάντων. Το όραμα μιας νέας δημιουργίας εκ του μηδενός και ίσως- ίσως εκ του μη όντος.

Αυτά σημείωνα, μεταξύ άλλων, στο αφιέρωμα του περιοδικού Θέματα Λογοτεχνίας, το 2012, για τον μεγάλο ποιητή που πέθανε σαν σήμερα, πριν τριάντα χρόνια. Τις ημέρες αυτές, που η Ιστορία γίνεται και πάλι σφαγείο και μάλιστα χωρίς τύψεις των δραστών (τους οποίους αναίσχυντα ανθρωπάκια χειροκροτούν), ας ευχηθούμε οι τύψεις που δεν έχουν πια οι άνθρωποι, να γίνουν τύψεις τ’ ουρανού, που δεν είναι πλέον η σκέπη του κόσμου αλλά η αντανάκλαση της σκοτεινής ψυχής, ο καθρέφτης ενός κόσμου που ο πόνος, η αρρώστια και η κακότητα (ατομική, ταξική ή φυλετική) τον μετατρέπουν σε κόλαση. Η παλαιά, εύκολη απόκριση περί ελευθερίας της βουλήσεως, δεν μπορεί πια να δώσει απάντηση στο κοσμολογικό αδιέξοδο. Στον κόσμο που οι γενναίοι μυρίζουν λιβανιά («φοβούμαι σε αδερφάκι μου τι λιβανιές μυρίζεις», για να θυμηθούμε το Τραγούδι του νεκρού αδελφού) και καθώς δολοφονούνται άνανδρα, «έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη» όπου τους έριξε το Ασάλευτο, να η αποστολή του ποιητή, όπως την εξέφραζε σε εκείνη τη συλλογή, αυτός που έφυγε πριν τριάντα χρόνια: να εκφράσει τις ενοχές του θεού και να φανερώσει την ατέλεια ενός κοσμογονικού έργου, αναλαμβάνοντας μέρος των τύψεων που θα δώσουν νόημα στη δημιουργία και δεν θα την αφήσουν να βυθιστεί οριστικά στο μηδέν.
Πηγή: Facebook












































