Λέξεις… µετά µουσικής!
Κείμενο – φωτογραφίες: Βασίλης Μαλισιόβας*
Εισαγωγή
Μόνο να πιθανολογήσουµε µπορούµε για τις απαρχές της µουσικής. Τι παρακίνησε τον αρχάνθρωπο να δηµιουργήσει έναν µουσικό ρυθµό ή να τραγουδήσει κάτι —έστω άτεχνο για τα σηµερινά µας πρότυπα; Ήταν ένα νανούρισµα για να κοιµηθεί το βρέφος; Μια καντάδα προς το έτερον ήµισυ; Ή µήπως άναρθρες κραυγές µε µουσική χροιά, προκειµένου να υµνηθεί µια ανώτερη, απρόσιτη δύναµη;
Οι αρχαίοι λαοί, µε πολιτισµικά επιτεύγµατα που καθηλώνουν –δεδοµένων των υποτυπωδών µέσων της εποχής–, επιδόθηκαν µε ιδιαίτερο ζήλο στη µουσική. Ειδικά στην αρχαία Ελλάδα, η κειµενική βάση των τραγουδιών αποτέλεσε πεδίο υψηλού ανταγωνισµού µεταξύ των δηµιουργών. Φόρµιγγες, άρπες, δίαυλοι (αρχικά οι διπλοί αυλοί) και σύριγγες, όπως του τραγόµορφου θεού Πανός, έπαιρναν φωτιά στα χέρια των αοιδών και των ραψωδών. Ύµνοι για τα κατορθώµατα θεών και ηρώων συνέπαιρναν τους ακροατές, όχι µόνο σε κοσµικές συγκεντρώσεις, αλλά και σε ιερά ενδιαιτήµατα (Δελφοί, Δωδώνη κ.ά.), καθώς και στο αρχαίο θέατρο (Επίδαυρος, Ωδείο Ηρώδου Αττικού), αφού η µουσική αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο του δράµατος.
Αλλά και η εκκλησιαστική γραµµατεία βρίθει µουσικών αναφορών: από το ψαλτήρι του Δαβίδ µέχρι τις σάλπιγγες της Αποκάλυψης και τα «κύµβαλα αλαλάζοντα», όπως προσφυώς ο Απόστολος Παύλος ονοµάζει τους κατ’ όνοµα χριστιανούς που είναι κενοί περιεχοµένου.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στη µεταφορική χρήση των µουσικών όρων είναι ότι επιστρατεύονται συχνότερα για αρνητική ή µειωτική παρά για επαινετική αναφορά. Φαίνεται πως η διατάραξη της κοινωνικής συνοχής, την οποία προκαλεί η απόκλιση από την αρµονία, µας επηρεάζει πολύ περισσότερο από τη θετική ενέργεια που γεννά η ίδια η αρµονία. Με άλλα λόγια, η ενόχληση από την «κακή µουσική» αποτυπώνεται εντονότερα στη γλώσσα από τη χαρά που προκαλεί η καλή.

Θετικές ή ουδέτερες µεταφορικές χρήσεις
Στις θετικές ή ουδέτερες µεταφορικές χρήσεις, οι πιο χαρακτηριστικές είναι οι παρακάτω.
Αρµονία: Η σχέση ισορροπίας και σύµπνοιας (π.χ. στις σχέσεις ενός ζευγαριού ή δύο πολιτικών· στην αρχική της σηµασία η λέξη δεν αναφερόταν στη µουσική).
Αρµονικός: ο γαλήνιος, ήρεµος, υποδειγµατικός (π.χ. αρµονική συνύπαρξη). Στον αντίποδα βρίσκεται η δυσαρµονία, που δηλώνει την ασυνέπεια.
Για κραυγαλέα δυσαρµονία µεταξύ λόγων και πράξεων της κυβέρνησης έκανε λόγο ο αρχηγός της αντιπολίτευσης.
Νότα (και τόνος): Δηλώνει το χαρακτηριστικό στοιχείο ή γεγονός.
Νότα αισιοδοξίας για το αποµονωµένο νησί αποτέλεσε η επαναλειτουργία του δηµοτικού σχολείου.
Η λέξη νότα σηµαίνει επίσης την υποψία οσµής ή γεύσης.
Το συγκεκριµένο κρασί αναδίδει νότες βανίλιας. Ο τόνος δηλώνει την ένταση.
Σε υψηλούς τόνους διεξήχθη η συνεδρίαση.
Στην ίδια συνάφεια και ο ρυθµός.
Σε προεκλογικούς ρυθµούς κινείται η χώρα.
Ρεσιτάλ: Συναυλία σολίστα, αλλά µεταφορικά η εντυπωσιακή επίδοση (θετική ή αρνητική).
«Ο τερµατοφύλακας έδωσε ρεσιτάλ αποκρούσεων» ή «Ρεσιτάλ αστοχιών χαρακτήρισαν οι δηµοσιογράφοι την παρουσία του υπουργού».
Σάλπισµα: Ο ήχος της σάλπιγγας, µεταφορικά το κάλεσµα για έναρξη ενεργειών ή αγώνα.
Η οµιλία του αποτέλεσε σάλπισµα αντεπίθεσης για το κόµµα.
Συνήθως, όµως, οι µουσικές αναφορές υποδηλώνουν αρνητικές ιδιότητες, µιλώντας για έλλειψη συντονισµού, ποµπώδες ύφος ή απαξίωση.
Έλλειψη συντονισµού και ασυνεννοησία
Παραφωνία: Η αρνητική εξαίρεση σε ένα σύνολο.
Παραφωνία αποτέλεσε η άστοχη δήλωση της υφυπουργού στο τέλος της εκδήλωσης.
Φάλτσο: Το ατόπηµα, το σφάλµα συµπεριφοράς.
Το φάλτσο του Νίκου ήταν ότι µίλησε απαξιωτικά για τον αδερφό της πρώην συζύγου του.
Κορόνα: Η στοµφώδης δήλωση χωρίς ουσιαστικό περιεχόµενο.
Για αντιπολιτευτικές κορόνες έκανε λόγο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Λαλώ: Τραγουδώ. Η παροιµιώδης φράση Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν δηλώνει πλήρη ασυνεννοησία και προχειρότητα.
Τσαµπουνάω (από την τσαµπούνα, το παραδοσιακό πνευστό). Φλυαρώ ενοχλητικά.
Σου λέω κινδυνεύει η επιχείρηση, κι εσύ µου τσαµπουνάς για επικοινωνιακή διαχείριση;
Αρνητικός συντονισµός και οµοφωνία
Ενοχρηστρωµένος: Ο µεθοδευµένος, ο προσχεδιασµένος (συνήθως για κάτι µεµπτό).
Ο ακαδηµαϊκός κατήγγειλε ενορχηστρωµένη επίθεση εναντίον του.
Σιγοντάρω: Κυριολεκτικά κάνω δεύτερη φωνή· µεταφορικά υποστηρίζω κάποιον, συχνά σε κάτι επιζήµιο.
Αντί να αντιδράσει στα σχόλια του διευθυντή, τον σιγοντάρει.
Συγχορδία: Δηλώνει µεταφορικά (και συχνά ειρωνικά) την έντονη ταύτιση απόψεων ή συντονισµένη δράση.
Συγχορδία επιθέσεων βλέπει ο υπουργός.
Άρχισαν τα όργανα: Φράση που δηλώνει την έναρξη εντάσεων, καβγάδων ή αντιπαραθέσεων.
Ήδη από την προσυνεδριακή διάσκεψη άρχισαν τα όργανα.
Σκληρό ροκ: Μεταφορικά η κατάσταση µεγάλης έντασης και σκληρής αναµέτρησης.
Σκηνές σκληρού ροκ στο κόµµα µετά την ανεξαρτητοποίηση των βουλευτών.
Κουρδίζω: Εκτός από τη ρύθµιση του οργάνου, στην καθοµιλουµένη σηµαίνει πειράζω ή κοροϊδεύω κάποιον συστηµατικά.
Από παιδιά τον κουρδίζαµε στην παρέα.
Ρεφρέν: Η κουραστική επανάληψη του ίδιου ισχυρισµού ή δικαιολογίας.
Ακούµε το ίδιο ρεφρέν περί έλλειψης χρηµατοδότησης.
Σολίστας: Αυτός που δρα αυτόνοµα, χωρίς να υπολογίζει την οµάδα.
Στην πολιτική δεν αρκούν οι σολίστες· απαιτείται συλλογική προσπάθεια.
Ντουέτο: Η στενή (και ενίοτε ύποπτη ή υπερεκτεθειµένη) συνεργασία δύο ατόµων.
Το επικοινωνιακό ντουέτο των δύο στελεχών κυριάρχησε στην προεκλογική περίοδο.

Ποµπώδες ύφος και επίδειξη
Φανφάρα: Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η λέξη, που σήµερα δηλώνει τον γεµάτο στόµφο λόγο, προέρχεται από σύντοµη, θορυβώδη µουσική σύνθεση για πνευστά όργανα.
Οπερέτα: Το ελαφρό µουσικό θέατρο, µεταφορικά όµως δηλώνει µια κατάσταση που στερείται σοβαρότητας.
Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι µετέτρεψε τη διαδικασία σε οπερέτα.
Τυµπανοκρουσία: Η θορυβώδης και επιδεικτική προβολή ενός γεγονότος.
Ο γάµος έγινε σε ένα ξωκλήσι, χωρίς τυµπανοκρουσίες.
Συναφές και το νταούλι στη φράση «θα βαράµε νταούλια» για έξαλλους πανηγυρισµούς.
Διαπασών: Κυριολεκτικά η πλήρης έκταση µιας φωνής ή το µεταλλικό όργανο κουρδίσµατος (tuning fork)· µεταφορικά δηλώνει τη µέγιστη ένταση.
Οι µηχανές δουλεύουν στη διαπασών.
Τα µουσικά όργανα ως µέσα απαξίωσης
Ζουρνάς / Φλογέρα: Από εκεί προκύπτουν οι φράσεις «η τελευταία τρύπα του ζουρνά / της φλογέρας» για άτοµα που θεωρούνται ανυπόληπτα στην ιεραρχία.
Βιολί: Το «πρώτο βιολί» δηλώνει τον πρωταγωνιστή. Αντίθετα, η µονότονη και ενοχλητική συµπεριφορά γεννά τη φράση:
«Αυτός το βιολί του» ή «το βιολί βιολάκι».
Χαζοβιόλης: Ο ελαφρόµυαλος, ο ανόητος. Σηµειώνεται ότι, ενώ ο µουσικός της ορχήστρας είναι βιολονίστας ή βιολιστής, ο λαϊκός οργανοπαίκτης λέγεται βιολιτζής. Η φράση «Βαράτε βιολιτζήδες!» χρησιµοποιείται συχνά µε δόση χαιρεκακίας ή αδιαφορίας για ένα δυσάρεστο γεγονός.
Πιάνο: Η φράση «Γαλλικά και πιάνο», που κάποτε αποτελούσε δείγµα αστικής ανατροφής και υψηλού κοινωνικού status, σήµερα χρησιµοποιείται σχεδόν πάντα ειρωνικά.
Μπουζούκι: Στον πληθυντικό (µπουζούκια) ταυτίζεται µε τη νυχτερινή διασκέδαση (Έφαγε την περιουσία του στα µπουζούκια). Μειωτικά χρησιµοποιείται για τον ανεπίδεκτο µαθήσεως, ενώ µπουζουκοκέφαλος είναι ο έχων µεγάλο κεφάλι, κατ’ αναλογία µε το σκάφος του οργάνου.
Μπαγλαµάς: Ο µικρός µπαγλαµάς του ρεµπέτικου µεταφορικά δηλώνει τον ανόητο ή τον ανυπόληπτο.
Άντε φύγε από ’δώ, ρε µπαγλαµά! Που θα µας κάνεις και µάθηµα οδήγησης πρωί πρωί!
Λατέρνα: Μας έδωσε τις φράσεις «στολισµένη σαν λατέρνα» (για υπερβολικό ντύσιµο/µακιγιάζ) και «ακούγεται σαν ξεκούρδιστη λατέρνα» (για κακόφωνη εκτέλεση).
Κλαρίνο: Λόγω του όρθιου σχήµατός του, η φράση «στέκοµαι κλαρίνο» δηλώνει αυτόν που µένει ακίνητος και προσοχή, συνήθως από φόβο ή υποταγή.
Στέκεται κλαρίνο µπροστά στη γυναίκα του.
Τύµπανο / Τούµπανο: Εκτός από τα «τύµπανα του πολέµου», η λαϊκότερη µορφή τούµπανο δηλώνει το έντονο πρήξιµο («έγινα τούµπανο από το φαγητό»). Στην αργκό των νέων, βέβαια, σηµαίνει τον πολύ γυµνασµένο άνδρα ή την εντυπωσιακή γυναίκα.
Άλλες χαρακτηριστικές µεταφορές
Για τα πανηγύρια: Χαρακτηρισµός απαξίωσης για πρόσωπα ή καταστάσεις κατώτερου επιπέδου. Στη φράση λανθάνει µια µειωτική (και µάλλον άδικη) αντίληψη για τα επαρχιακά πανηγύρια ως κάτι πρόχειρο. Αντίστοιχο και το επίθετο πανηγυρτζήδικος.
Καµπάνα: Αν και συνδεδεµένη µε την εκκλησία, µεταφορικά δηλώνει την αυστηρή ποινή ή το πρόστιµο.
«Βαριά καµπάνα 90 εκατ. ευρώ από την Ε.Ε.».
Το υποκοριστικό καµπανάκι σηµαίνει την προειδοποίηση κινδύνου (κρούει τον κώδωνα του κινδύνου / χτυπάει καµπανάκι).
Βούκινο: Το αρχαίο πνευστό από κέρατο ή κοχύλι που χρησιµοποιούνταν ως σάλπιγγα (επειδή ακουγόταν σε µεγάλες αποστάσεις, έφτανε σε όλους ταυτόχρονα). Σήµερα σηµαίνει τη δηµόσια διαπόµπευση ή κοινοποίηση µυστικών.
Πήγε και µε έκανε βούκινο σε όλο το χωριό!
Η… ηχηρή παρουσία της κλασικής µουσικής
Αρκετοί όροι της δυτικής µουσικής χρησιµοποιούνται καθηµερινά µε µεταφορική σηµασία.
Αλέγρος (από το allegro). Ο εύθυµος, ανοιχτόκαρδος, ζωντανός άνθρωπος.
Βιρτουόζος. Ο εξαιρετικός δεξιοτέχνης και η αντίστοιχη ικανότητά του σε οποιοδήποτε πεδίο (π.χ. βιρτουόζος των γηπέδων).
Καπρίτσιο (capriccio). Το ζωηρό, σύντοµο κοµµάτι, µεταφορικά όµως η παραξενιά, το πείσµα ή η ιδιοτροπία.
Κρεσέντο (crescendο). Η σταδιακή αυξανόµενη ένταση, µεταφορικά η κορύφωση µιας συµπεριφοράς.
κρεσέντο προκλητικότητας.
Μαέστρος. Ο διευθυντής ορχήστρας, µεταφορικά ο εξαιρετικά επιδέξιος τεχνίτης ή οργανωτής.
Είναι µαέστρος στη µαγειρική.
Μοτίβο. Η κεντρική ιδέα µιας σύνθεσης· µεταφορικά το επαναλαµβανόµενο σχέδιο ή µια εµµονική επανάληψη συµπεριφοράς (το µοτίβο του µηδενισµού).
Μπαγκέτα. Το ραβδί του µαέστρου, µεταφορικά ο έλεγχος και η διεύθυνση, αν και στη χώρα µας η λέξη έχει επικρατήσει και για το µακρόστενο γαλλικό ψωµί.
Πένα: Το µικρό εξάρτηµα για τη νύξη των χορδών. Η φράση «στην πένα» δηλώνει την απόλυτη κοµψότητα και προσοχή στη λεπτοµέρεια.
Πρελούδιο (prelude). Η µουσική εισαγωγή, µεταφορικά το προστάδιο ή ο προάγγελος ενός µεγαλύτερου γεγονότος.
Ρέκβιεµ (requiem). Η νεκρώσιµη ακολουθία, µεταφορικά η οριστική και άδοξη λήξη µιας πορείας ή καριέρας.
Σκέρτσο (scherzo). Το παιγνιώδες µουσικό κοµµάτι, µεταφορικά η επιτηδευµένη και φιλάρεσκη κίνηση.
Τέµπο (tempo). Η ταχύτητα και ο ρυθµός, µεταφορικά ο συντονισµός των εξελίξεων.
Οι φοιτητές δίνουν το τέµπο των κινητοποιήσεων.
Ακορντεόν / Φυσαρµόνικα: Λόγω των πτυχώσεών τους, χρησιµοποιούνται για να δηλώσουν αρθρωτές κατασκευές (π.χ. «λεωφορείο-φυσαρµόνικα»).
Η εκκλησιαστική µουσική
Εξάψαλµος: Οι έξι βασικοί ψαλµοί του Όρθρου, µεταφορικά η αυστηρή επίπληξη.
Του έψαλε τον εξάψαλµο.
Ψάλλω: Εκτός από την απόδοση ύµνων, µεταφορικά σηµαίνει επιπλήττω ή καταµαρτυρώ σφάλµατα.
Του τα έψαλε για τις καθυστερήσεις.
Επώνυµα
Η παραδοσιακή µας µουσική έχει αφήσει έντονο αποτύπωµα και στην ελληνική ονοµατολογία. Πλήθος επωνύµων µαρτυρούν την επαγγελµατική ενασχόληση των προγόνων µας µε τα όργανα.
Ζουρνατζής, Λυράκης, Λυράρης, Λυραντζής, Μπουζούκης, Γκαϊντατζής, Φλογέρας, Σκέρτσος, Τροµπέτας, Τζουράς, Νταουλτζής, Νταουλιάρης, Βιολάκης, Σουραβλιάς, Σαντούρης, Σαλπιγκτής, Κεµανίδης, Κεµεντζίδης, Καραµούζας/Καραµούζης, Κόρδας/Κόρδης κ.ά.
Επίλογος
Η µουσική και το τραγούδι συνοδεύουν τον άνθρωπο σε όλη την πολυκύµαντη πορεία του, από το πρώτο νανούρισµα στην κούνια µέχρι το µοιρολόι του στερνού αποχαιρετισµού. Είτε πρόκειται για το συγκινητικά άτεχνο γρατζούνισµα µιας παιδικής κιθάρας είτε για την αριστοτεχνική εκτέλεση µιας πολυµελούς ορχήστρας, η µουσική παραµένει άρρηκτα δεµένη µε την ύπαρξή µας. Είναι το καταφύγιο στις στιγµές της δυσθυµίας και η εκτόνωση στις ώρες της χαράς µας.
Και βέβαια, πέρα από την καθαρή αισθητική απόλαυση του ακούσµατος, η µουσική συνδέεται αδιάσπαστα µε τη γλώσσα. Η γλώσσα θα είναι πάντα ο κειµενικός συνοδοιπόρος της µουσικής, αλλά και η µουσική, µε τη σειρά της, θα δανείζει ασταµάτητα τις νότες της για να εµπλουτίζουν και να οµορφαίνουν τον καθηµερινό µας λόγο. Αυτός ο βαθύς, αδιάκοπος δεσµός ανάµεσα στον λόγο και το µέλος µοιάζει τελικά να ξεπερνά ακόµα και τα γήινα όριά µας· σαν µια υπόσχεση ότι η ανθρώπινη λαλιά και η µελωδία θα παραµείνουν συνοδοιπόροι της ύπαρξης στην αναζήτηση του άρρητου, επιστρέφοντας εκεί όπου κάθε φωνή γίνεται κελάρυσµα και κάθε επικοινωνία καθαρή αρµονία. Το λέει πολύ ωραία ο Νικηφόρος Βρεττάκος:
Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα ρυακάκι που µουρµουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάµεσα
στους γαλάζιους διαδρόµους συναντήσω αγγέλους,
θα τους µιλήσω ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.
Μιλάνε µεταξύ τους µε µουσική.
*Ο Β. Μαλισιόβας είναι φιλόλογος και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταφορικά μιλώντας – Οι μεταμορφώσεις σημασιών στη γλώσσα μας» (εκδ. Άγκυρα), όπου εμπεριέχεται και το παρόν κείμενο.















































