Η ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου και οι Έλληνες έμποροι
Κείμενο: Βασίλης Πατρώνης*
Η ανάπτυξη του εμπορίου Η ταχύρρυθμη επέκταση του εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νότια Βαλκανική κατά τον 18ο αιώνα ήταν αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Οι παράγοντες αυτοί συνεπάγονταν μια πληθώρα άλλων φαινομένων, συχνά άσχετων επιφανειακά, αλλά που περιστρέφονταν κατά κύριο λόγο γύρω από δύο βασικά στοιχεία: τον τρόπο παραγωγής και τη φύση του διεθνούς εμπορίου. Η ανάπτυξη των εμπορευματικών σχέσεων στη Δυτική Ευρώπη επεκτάθηκε κατά το 17ο αιώνα στην Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβάνοντας και πολλές από τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δημιουργήθηκε έτσι μια νέα και πολλά υποσχόμενη αγορά, που εκτεινόταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ως την Οδησσό της Ρωσίας, στο επίκεντρο της οποίας βρέθηκε ο ελληνικός χώρος. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι από το τέλος του 17ου αιώνα αρχίζουν να διαγράφονται ουσιαστικές μεταβολές σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Οι 16 μεταβολές αυτές προήλθαν από την αύξηση των εμπορικών ανταλλαγών και είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομική και κοινωνική δομή του ελληνικού χώρου.

Η ανάπτυξη του εμπορίου στον ελληνικό χώρο όπως και σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εντασσόταν στο πλαίσιο της μεγάλης αύξησης των εμπορικών ανταλλαγών και του διεθνούς ανταγωνισμού με πρωταγωνιστές την Αγγλία και τη Γαλλία. Από τις αρχές του 18ου αιώνα ήταν φανερή η τάση προς την ολοκλήρωση της παγκόσμιας οικονομίας, με μια παγκόσμια αγορά αγαθών που βασιζόταν στους διεθνείς νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Καθώς η οργάνωση της οικονομικής ζωής διεθνώς άρχισε να υπόκειται όλο και περισσότερο στη δυναμική της παγκόσμιας αγοράς, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το 1750 συμμετέχει ολοένα και περισσότερο σε αυτή την παγκόσμια τάση. Άλλωστε, το μεγαλύτερο τμήμα του 18ου αιώνα ήταν για τη δυτική Ευρώπη περίοδος έντονης ανάπτυξης. Η αύξηση των αστικών πληθυσμών, η ανάπτυξη της υφαντουργίας στη δυτική και κεντρική Ευρώπη και η επακόλουθη αυξημένη ζήτηση των βαλκανικών γεωργικών πρώτων υλών, συνέτειναν στη συνεχή άνοδο των τιμών των εξαγώγιμων προϊόντων. Όσο πιο πολύ εκβιομηχανιζόταν η δυτική Ευρώπη, τόσο περισσότερο αυξάνονταν οι ανάγκες της για πηγές πρώτων υλών και αγορές για τα βιομηχανικά της προϊόντα. Μάλιστα, ορισμένες δυτικοευρωπαϊκές χώρες θεώρησαν αναγκαία την εισαγωγή τροφίμων, καθώς ο πληθυσμός τους αυξανόταν σημαντικά ενώ οι καλλιεργούμενες γαίες τους μειώνονταν. Για παράδειγμα, η Βρετανία μετατράπηκε από εξαγωγέας τροφίμων που ήταν κατά τον 17ο αιώνα, στον μεγαλύτερο εισαγωγέα σιτηρών προς το τέλος του 18ου αιώνα. Πρώτες ύλες όπως το μετάξι, τα μάλλινα νήματα και το βαμβάκι, καθώς και τρόφιμα όπως το σιτάρι, τα δημητριακά και το ελαιόλαδο, ήταν μεταξύ των σημαντικότερων εξαγωγών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα, τέθηκαν οι βάσεις των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ της δυτικής Ευρώπης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες διευρύνθηκαν κατά τον 18ο αιώνα όταν η δυτική Ευρώπη εισήγε από την αυτοκρατορία τρόφιμα και πρώτες ύλες για την υφαντουργία της και εξήγε σε αυτήν βιομηχανικά προϊόντα, είδη πολυτελείας και αποικιακά είδη.
Η διάδοση των μονοκαλλιεργειών στη Βαλκανική, η εντατικοποίηση της παραγωγής εξαγώγιμων αγροτικών προϊόντων και η συστηματική εκμετάλλευση του αγροτικού κόσμου, μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αποδοθούν στον παράγοντα αυτό. Η εξωγενής εμπορική ακμή της Βαλκανικής χερσονήσου κατά τον 18ο αιώνα καθοριζόταν βασικά από τις οικονομικές σχέσεις Ανατολής και Δύσης, ακριβώς όπως το σύστημα γαιοκτησίας των τσιφλικιών συνιστούσε τον εσωτερικό καθοριστικό της παράγοντα. Η εξάπλωση στον 17ο αιώνα της κληρονομικής γαιοκτησίας και των τσιφλικιών, που διαδέχθηκε το πρότερο οθωμανικό τιμαριωτικό σύστημα συνεχίστηκε τον 18ο αιώνα με τη συνεχή εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας. Ο συγκεντρωτισμός της αγροτικής παραγωγής που ακολούθησε, επιδείνωσε τη θέση των καλλιεργητών, καθώς όσο αυξανόταν η ζήτηση αγροτικών προϊόντων τόσο η πίεση προς τους αγρότες γινόταν εντονότερη. Με την επικράτηση του συστήματος των τσιφλικιών ενισχύθηκε η τοπική μονοκαλλιέργεια των εμπορεύσιμων αγροτικών προϊόντων. Χωρίς δυνατότητα επιλογής οι χωρικοί καλλιεργούσαν κυρίως προϊόντα για την αγορά και όχι για τη συντήρησή τους, ενώ η παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων προερχόταν περισσότερο από την υποκατανάλωσή τους παρά από την υπερπαραγωγή τους. Γενικότερα, η αλλαγή της οικονομικής συγκυρίας και η επικράτηση των εμπορευματικών σχέσεων όξυναν τις αντιφάσεις στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αφού οι νέες παραγωγικές σχέσεις έρχονταν σε σαφή αντίθεση με την παραδοσιακή – φεουδαρχικού τύπου – δομή της αυτοκρατορίας και δημιουργούσαν μια νέα κοινωνική δυναμική η οποία ασφυκτιούσε στο πλαίσιο των οθωμανικών κανόνων.
Από την άλλη πλευρά, ο συνεχής αγγλογαλλικός ανταγωνισμός για την παγκόσμια κυριαρχία στο εμπόριο, άνοιγε νέες προοπτικές για την ανάπτυξη του εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Η απώλεια των γαλλικών αποικιών στη Β. Αμερική και στις Ινδίες, υποχρέωσε τη Γαλλία να συγκεντρώνει την προσοχή της στην Ανατολική Μεσόγειο, που παρουσίαζε από δω και μπρος ζωτικό ενδιαφέρον γι’ αυτήν και στην οποία το γαλλικό εμπόριο διατηρούσε την υπεροχή του. Πολυάριθμα υπομνήματα και εκθέσεις πρεσβευτών, προξένων και επιθεωρητών του εμπορίου απηχούν αυτό το πνεύμα. Όλοι βλέπουν την Ανατολή σαν μια καινούρια αποικία για τη Γαλλία, που θα μπορούσε ν’ αντικαταστήσει τις απειλούμενες ή τις χαμένες αποικίες της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ανατολική Μεσόγειος, που ύστερα από τις μεγάλες ανακαλύψεις είχε αρχίσει να χάνει την κυριαρχική της σπουδαιότητα για την ευρωπαϊκή ιστορία, ξανάρχεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος των μεγάλων αντίπαλων δυνάμεων, πολύ πριν από το εγχείρημα του ισθμού του Σουέζ. Άλλωστε, τα σχέδια για τη διάνοιξη του ισθμού του Σουέζ, με σκοπό να ενώσουν την Ερυθρά Θάλασσα με τη Μεσόγειο και να κάνουν τις δύο αυτές θάλασσες δρόμο του ινδικού και του περσικού εμπορίου, έχουν σημεία εκκίνησης το 18ο αιώνα. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη Γαλλία και την Αγγλία για την υπεροχή στις θάλασσες αυτές και για την κυριαρχία του δρόμου των Ινδιών, η ρωσική προώθηση προς τη Μαύρη Θάλασσα και το Αιγαίο, οι προσπάθειες όλων των εμπορικών δυνάμεων της Ευρώπης για να επιτύχουν ελευθερία ναυσιπλοΐας στη Μαύρη Θάλασσα, 17 δείχνουν καθαρά το γενικό ενδιαφέρον που η Ανατολική Μεσόγειος ξαναρχίζει πλέον να παίρνει για την Ευρώπη.

Τέλος, κατά τον αιώνα αυτό, το ευρωπαϊκό εμπόριο αποκτάει πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, που μέχρι τότε ελεγχόταν από τους Τούρκους. Ύστερα από τη συνθήκη του Κουτσιούκ- Καϊναρτζή (1774), οι Τούρκοι παραχώρησαν ελευθερία ναυσιπλοΐας σ’ αυτή τη θάλασσα στους Ρώσους και τους Αυστριακούς, διά μέσου των οποίων εμπορεύονταν οι υπόλοιποι δυτικοευρωπαίοι ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Ταυτόχρονα και άλλες ευνοϊκές περιστάσεις συνετέλεσαν στην οικονομική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και στην προσέλκυση του ευρωπαϊκού εμπορίου προς αυτή την περιοχή: η τελειωτική κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Τούρκους έδωσε στη χώρα πολιτική ενότητα. Οι πόλεμοι με την Αυστρία και τη Βενετία δεν ήταν τόσο συχνοί όσο στους προηγούμενους αιώνες, ενώ η Γαλλία καταλάμβανε τη θέση της Βενετίας στη Μεσόγειο, που ήταν ήδη σε παρακμή. Άλλωστε, η παρακμή της ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο 18ο αιώνα, διευκόλυνε την πολιτική και οικονομική διείσδυση της Γαλλίας στην Ανατολή και της επέτρεπε να αποσπά με τις διομολογήσεις όλο και περισσότερα προνόμια, που ευνοούσαν το εμπόριό της. Στο 18ο αιώνα, επίσης, οι Ρώσοι εμφανίζουν, για πρώτη φορά, μια ενεργητική πολιτική στα Βαλκάνια. Με τα «ελληνικά τους σχέδια», την προώθησή τους προς την Κωνσταντινούπολη και το Δούναβη, δημιούργησαν στενούς οικονομικούς δεσμούς με τις βαλκανικές χώρες, οι οποίες τους άνοιξαν νέα πεδία δραστηριότητας. Τέλος, η ανάπτυξη του διά ξηράς εμπορίου με την Αυστρία, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις περιοχές των Βαλκανίων από όπου διερχόταν το εμπόριο αυτό.
*Ο Βασίλης Σ. Πατρώνης είναι Καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Οικονομική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Paris-I (Panthéon-Sorbonne).
Πηγή: Βασίλης Πατρώνης. Ελληνική οικονομική ιστορία. Οικονομία, Κοινωνία και Κράτος στην Ελλάδα (18ος -19ος αιώνας).















































