Τα πηγάδια-ψυγεία του Καγιάμπασι και το τοπωνύμειο Τσικούρ Αμπάρ (Γεράκι) στην Ξηρολίμνη Κοζάνης
Γράφει ο Νίκος Σταμκόπουλος
Στο παρακάτω απόσπασμα χάρτη των αρχών του 20ου αιώνα[1], βλέπουμε τμήμα των Καραγιανίων, όπως ονομαζόταν η ελώδης περιοχής μεταξύ Κοζάνης και Σιάτιστας[2]. Στο κέντρο εικονίζονται δύο οικισμοί. Το Şahinlar και το Çukur Ambar.

Την εποχή που συντάχθηκε ο χάρτης, τα Καραγιάνια κατοικούνταν από Τούρκους και είχαν Τουρκικά τοπωνύμια, τα οποία επιβιώνουν ως τις μέρες μας. Οι Τούρκοι αποχώρησαν με την ανταλλαγή πληθυσμών μετά την Συνθήκη της Λωζάνης, δίνοντας τη θέση τους σε Έλληνες πρόσφυγες, κυρίως από τον Πόντο.
Şahinlar και Çukur Ambar βρίσκονται στις υπώρειες του όρους Καγιάμπασι που στα Τούρκικα σημαίνει Κεφαλόπετρα. Δυτικά τους, στα δεξιά του δρόμου που εισέρχεται στο Μπογάζι, το στενό ανάμεσα στα όρη Βούρινο και Βέλια, και το οποίο οδηγεί από τα Καραγιάνια στον Φαρδύκαμπο Σιατίστης, υπάρχει το τοπωνύμιο Σουλελέρ (Suleler), που σημαίνει «οι υδαρείς» ή πιο απλά «λασπόνερα» και έχουν εντοπιστεί ευρήματα που παραπέμπουν σε παλιότερο οικισμό[3].
Ανάμεσα στο Σουλελέρ, το Σαχινλάρ και την Ντραβοντάνιστα (σημ: Μεταμόρφωση Κοζανης), υπήρχε ένα έλος στο οποίο κατέληγαν τα ρέματα της Μεταμόρφωσης, της Σκήτης-Κοκκιναρά, αλλά κι αυτά που ερχόταν από ανατολικά, από την Καλαμιά.

Şahinlar είναι η τούρκικη λέξη για τα αρπακτικά πτηνά του γένους buteo, δηλαδή τις βαρβακίνες. Από εκεί προκύπτει και το δάνειο «σαΐνι» στα ελληνικά, το οποίο όμως αναφέρεται στα αρπακτικά του γένους αστούριοος (accipiter). Το όνομα Şahinlar έφεραν οικογένειες Γιουρούκων Τούρκων[4]. Υπήρχε ομώνυμος οικισμός στα Μπουτζάκια, περίπου στη θέσης της σημερινές Θυμαριάς, κοντά στο Καπνοχώρι, και ο οποίος μετονομάστηκε σε Αμυγδαλιά αλλά έχει χρόνια εγκαταλειμμένος.

To τοπωνύμιο Çukurambar εμφανίζεται και στην σύγχρονη Τουρκία. Çukur Ambar σημαίνει «υπόσκαφη-αποθήκη(αμπάρι)». Είναι άγνωστο γιατί οι Τούρκοι ονόμασαν έτσι τον οικισμό. Καμία άξια λόγου ιδιαίτερη αποθήκη, δεν βρήκαν οι πρόσφυγες όταν εγκαταστάθηκαν. Μόνο κοινότυπα υπόγεια που είχαν όλα σχεδόν τα σπίτια της περιοχής τον 20ο αιώνα.
Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, το μεγάλο έλος των Καραγιανίων αποξηράθηκε. O οικισμός Σαχινλάρ μετονομάστηκε σε Ξηρολίμνη και το Τσικούρ-Αμπάρ σε Γεράκι. Άραγε ο κρατικός ονοματοδότης έδωσε το εξελληνισμένο όνομα (Ξηρο)λίμνη του Suleler στο Şahinlar, και του Şahinlar, Γεράκι(α) στο Çukur Ambar;
Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί, ότι ως «Γεράκι» αναφέρεται ένας οικισμός- φάντασμα στα Οθωμανικά κατάστιχα της περιοχής, τον οποίο μαρτυρούν πολλοί ηλικιωμένοι εν ζωή κάτοικοι της περιοχής, χωρίς να συμφωνούν για που ακριβώς βρισκόταν. Ως πιθανές θέσεις του αναφέρονται η Ξηρολίμνη (Τσικούρ-Αμπάρ;), η τοποθεσία Μπάρακος κοντά στην Μεταμόρφωσης, τα «ερείπια» πίσω από το ξωκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους στην Κοζάνη, και άλλα.
Ερευνώντας τα οθωμανικά κατάστιχα του 15ου και 16ου αιώνα, δεν βρίσκουμε κάτι για τα Καραγιάνια. (τότε η περιοχή ονομαζόταν Καραμπέγ-Ισί). Ο Τούρκος φοροεισπράκτορας Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει στο οδοιπορικό του[5] ότι το 1661 πέρασε διαδοχικά από τους οικισμούς Dedeler, Şahinlar, Çukur Ambar, Suleler, και Daragonista[6]. Οι οικισμοί Dedeler και Şahinlar αναφέρονται και στο φορολογικό κατάστιχο του 1691[7], όχι όμως τα Çukur Ambar και Suleler.
Şahinlar, Çukur Ambar και Suleler, δεν αναφέρονται στις παλιότερες πηγές, ίσως γιατί δεν είχαν δημιουργηθεί ως οικισμοί πριν τον 17ο αιώνα. Ίσως πάλι γιατί ήταν οικισμοί νομάδων Γιουρούκων (κτηνοτρόφων), κι όχι Τούρκων Ραγιάδων (γεωργών). Δηλαδή, εφόσον οι κάτοικοι των δύο οικισμών δεν ήταν γεωργοί, αλλά ήταν μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, δεν πλήρωναν τους φόρους που αντιστοιχούν στην γεωργία. Έτσι δεν καταγράφηκαν στα εν λόγω φορολογικά κατάστιχα.
Πολύ πιθανό, οι Γιουρούκοι κάτοικοι της περιοχής να διαχείμαζαν στη Θεσσαλία, και να επέστρεφαν στους βοσκότοπους του Καγιάμπασι, και των Καραγιανίων το θέρος, όταν υποχωρούσε το έλος. Κάποια στιγμή, εγκατέλειψαν την μετακινούμενη κτηνοτροφία και έγιναν αγρότες, χτίζοντας τους οικισμούς τους εκεί που τους αποτύπωσε ο χάρτης των Αυστροούγγρων. Αυτό θα σήμαινε επίσης ότι όσο ήταν νομάδες, ο μετακινούμενος οικισμός τους δεν θα είχε απαραίτητα την ίδια θέση κάθε θέρος. Υπάρχει, άραγε, κάποια άλλη τοποθεσία στην ευρύτερη περιοχή, που θα μπορούσε αιτιολογημένα να δώσει το όνομα «υπόσκαφη αποθήκη»;
Η αλήθεια είναι ότι η περιοχή του Καγιάμπασι παρουσιάζει έντονο σπηλαιολογικό ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο η «Σπηλιά του Αράπη», ορατή από την Εγνατία Οδό, η οποία βρίσκεται στις ΝΔ πλαγιές του, ούτε η περίφημη «σπηλιά του Περιστεριού». Ενδιαφέρον έχουν και τα σπηλαιοβάρθρα του, τα οποία έχουν πρόσφατα ανακαλυφθεί[8].
Τα σπήλαια και τα σπηλαιοβάραθρα είναι μορφές των λεγόμενων καρστικών σχηματισμών, οι οποίοι δημιουργούνται σε ασβεστολιθικά πετρώματα λόγω της διάλυσης του ασβεστόλιθου από το βρόχινο ύδωρ. Χαρακτηριστικό των ασβεστολιθικών γεωλογικών σχηματισμών, όπως είναι ο Αρίνταγας, το Καγιάμπασι, η Βέλια και το Άσκιο, είναι η φτωχή βλάστηση λόγω της έλλειψης επιφανειακής υδάτινης απορροής, σε αντίθεση με τους ηφαιστιακούς σχηματισμούς όπως ο Βούρινος. Δεν υπάρχει μεγάλη επιφανειακή απορροή στα ασβεστολιθικά βουνά, γιατί το βρόχινο νερό εισχωρεί εύκολα στα ενδότερα τους. Οι ασβεστολιθικοί όγκοι είναι γεμάτοι οπές σαν σφουγγάρια, όπου το βρόχινο νερό εισχωρεί και διαλύει εκ νέου τον ασβεστόλιθο διευρύνοντας παλιές, ή σχηματίζοντας νέες οπές και σπηλαιώσεις, και κατεβαίνει χαμηλά μέχρι να συναντήσει κάποιο αδιαπέρατο πέτρωμα, όπως ο άργιλος ή ο γρανίτης. Εκεί θα εκτονωθεί οριζόντια, σχηματίζοντας πηγές, εκτός αν αυτό το αδιαπέρατο πέτρωμα βρίσκεται πολύ βαθιά, οπότε τα πράγματα γίνονται πιο πολύπλοκα.
Παρά το ότι ζούσαν δίπλα σε έλος, οι Καραγιανιώτες Τούρκοι αντιμετώπιζαν λειψυδρία πόσιμου ύδατος, αφού οι πηγές σπάνιζαν και το καλοκαίρι στέρευαν. Σε βαθμό που αναγκάστηκαν να μεταφέρουν ύδατα από την γειτονική Ντραβοντάντιστα, η οποία βρίσκεται στις υπώρειες του Βούρινου, ενός όρους με ιδιαίτερα πετρώματα. Μέχρι τον 19ο αιώνα, οι κάτοικοι των Δ. Καραγιανίων υδρεύονταν κυρίως από πηγάδια της περιοχής Σουλελέρ[9], που όπως προαναφέρθηκε το τοπωνύμιο σημαίνει στα τούρκικα κυριολεκτικά «υδαρής τόπος».
Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει η τοποθεσία «9 πηγάδια» ψηλά στο Καγιάμπασι[10].
Τα πηγάδια που έδωσαν το όνομά τους στην περιοχή, ήταν περισσότερα από εννιά, δεν είχαν νερό όλο το χρόνο και χρονολογούνται τουλάχιστον από την Οθωμανική περίοδο. Έχει ενδιαφέρον ότι είναι κατασκευασμένα ανά συστάδες, κάτι που δεν έχει νόημα αν χρησιμοποιούνταν μόνο για υδροληψία. Ένα πηγάδι είναι αρκετό για υδροληψία. Δεν χρειάζεται και δεύτερο ή τρίτο σε απόσταση λίγων μέτρων.
Λόγω της πυκνής κατασκευής τους, εικάζεται ότι τα πηγάδια του Καγιάμπασι διανοίχτηκαν από τους Τούρκους κτηνοτρόφους για να χρησιμοποιηθούν κυρίως ως ψυγεία. Είναι μία πανάρχαια τακτική, όπου σκάβονταν βαθιά πηγάδια, τα οποία τα γέμιζαν νωρίς την άνοιξη με χιόνι. Το χιόνι, προστατευμένο από την βροχή, τις ηλιοκαμένες πέτρες και τον νοτιά, αργούσε να λιώσει και διατηρούνταν μέχρι τις αρχές καλοκαιριού. Έτσι, μπορούσαν εντός του να διατηρούνε τρόφιμα και ευπαθή γαλακτοκομικά προϊόντα.
Η τοποθεσία εννέα πηγάδια είναι εκτεταμένη. Η κορυφή του Καγιάμπασι είναι ένα μεγάλο πλάτωμα, ιδανικό για «παρχάρεμα», δηλαδή ξεκαλοκαίριασμα νομάδων κτηνοτρόφων. Έχει δείγματα παλιότερης κατοίκησης, όπως ίχνη ποιμνιοστάσιων, χωραφιών και ξερολιθιών, αλλά και οχυρώσεων, γνωστή σαν «κάστρο του Καγιάμπασι». Πιθανότατα αποτελούσε θέση κτηνοτροφικού οικισμού και στρατιωτικού παρατηρητηρίου των στενών του Μπουγαζιού από πολύ παλιά. Ίσως από τα αρχαία χρόνια.
Ήταν άραγε η τοποθεσία «εννέα πηγάδια», ή το «Κάστρο» ψηλά στο Καγιάμπασι, η παλιότερη θέση του Τσικούρ-Αμπάρ; Μια θέση που ίσως άλλαξε όταν οι κάτοικοί του αποφάσισαν από κτηνοτρόφοι να γίνουν γεωργοί, και από το βουνό κατέβηκαν στον κάμπο; Δεν υπάρχει κάτι που να επιβεβαιώνει ή να διαψεύδει την παραπάνω υπόθεση.

Βέβαια, παρόμοια πηγάδια-ψυγεία πρέπει να υπήρχαν σε πάρα πολλά σημεία και σε πολλούς -αν όχι σε όλους- τους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής, απλώς έχουν κλείσει με τα χρόνια και δεν εντοπίζονται. Πρέπει να υπήρχαν οπουδήποτε υπήρχε η ανάγκη για ψύξη αλλά και οι συνθήκες ώστε να κατασκευαστούν.
Η τεχνολογία του ψυγείου είναι πολύ παλιά. Αναφέρεται πως οι αρχαίοι Πέρσες κατασκεύαζαν οικοδομήματα ψύξης, τα Yakhchal, από τον 5ο π.Χ αιώνα, ενώ Ασσύριοι και Κινέζοι κατασκεύαζαν αποθήκες χιονιού πριν από το 1000 π.Χ.[11] Οι αποθήκες χιονιού κατασκευάζονταν από ξύλο, και εγκιβωτίζονταν μέσα σε σπήλαια ή σε άλλα κτίρια, τα οποία μονώνονταν με πριονίδι και άχυρο. Έλληνες και Ρωμαίοι κατασκεύαζαν υπόσκαφες αποθήκες χιονιού, πολλές φορές δίπλα σε ποτάμια και έλη, προκειμένου να εκμεταλλευτούν την κακή θερμοαγωγιμότητα του νερού[12]. Ήταν υπόσκαφες, ώστε να είναι μονωμένες και να διατηρούν την θερμοκρασία σταθερή και αμετάβλητη από τις εξωτερικές μεταβολές. Όπως ακριβώς κάνουν τα υπόγεια κελάρια.


Το νερό έχει την ιδιότητα να ζεσταίνεται πολύ αργά, ενώ όταν ζεσταθεί, κρυώνει επίσης πολύ πιο αργά σε σχέση με άλλα υλικά όπως οι πέτρες και τα μέταλλα. Οι περισσότεροι από εμάς το έχουν βιώσει αυτό περπατώντας στην καυτή άμμο της παραλίας. Όταν ο ήλιος δύσει, τότε η καυτή άμμος ψύχεται αμέσως. Αυτό δεν συμβαίνει με την θάλασσα, η οποία κάτω από τον ίδιο ήλιο παραμένει δροσερή την ημέρα, και πιο ζεστή από την άμμο την νύχτα. Αυτός είναι ο λόγος που οι περιοχές που βρίσκονται κοντά στη θάλασσα ή σε λίμνες και ποτάμια, έχουν μικρότερες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις από ότι οι απόμακρες ξηρές περιοχές. Στα ελληνικά νησιά, οι χειμώνες είναι ήπιοι από την ενδοχώρα, όπως ήπια είναι και τα καλοκαίρια τους. Αντίθετα, στις ερήμους, η θερμοκρασία είναι υψηλή κατά την διάρκεια της ημέρας, και πολύ χαμηλή κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η μικρή θερμοαγωγιμότητα του νερού κρατά τις θερμοκρασιακές συνθήκες σταθερές. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που η ζωή εμφανίστηκε μέσα στο νερό.
Ίσως τελικά, το τοπωνύμιο Τσικούρ- Αμπάρ να σχετίζεται με μια μεγάλη και χαρακτηριστική υπόσκαφη αποθήκη ή πολλών μικρών πηγαδιών, με μικτή χρήση: Ύδρευση το χειμώνα, ψύξη/συντήρηση το καλοκαίρι. Είτε μια ευμεγέθης και άρα κοινόχρηστη υπόσκαφη αποθήκη όπως αυτές που κατασκεύαζαν οι Ρωμαίοι στα στρατόπεδά τους, δίπλα σε έλη, είτε πολλών μικρότερων. Για την κατασκευή χιοναποθήκης, η θέση του Τσικούρ-Αμπάρ ενδεικνύονταν. Όχι μόνο λόγω της γειτνίασης με έλος, αλλά και λόγω της εγγύτητας με τα υψώματα Καγιάμπασι και Βέλια, από τα οποία οι συντηρητές της υποτιθέμενης χιοναποθήκης θα μπορούσαν να την τροφοδοτούν με χιόνι μέχρι και το τέλος της Άνοιξης.

Εννοείται, πως η θεωρία της υπόσκαφης αποθήκης χιονιού δεν πρέπει να μονοπωλεί τις υποθέσεις που θέλουν να εξηγήσουν τον λόγο που το Τσικούρ-Αμπάρ ονομάστηκε έτσι. Οι Βυζαντινοί κατασκεύαζαν υπόσκαφες στέρνες για την αποθήκευση ύδατος, κάτι που οι Γιουρούκοι Τούρκοι θα μπορούσαν να θεωρήσουν απλώς αμπάρι. Επίσης, μεγάλα υπόσκαφα κελάρια για την αποθήκευση βαρελιών με κρασί υπήρχαν σε οποιαδήποτε περιοχή η οινοπαραγωγή ή έστω η αποθήκευση οίνου ξεπερνούσε το μέγεθος της οικογενειακής δραστηριότητας. Από μοναστήρια και στρατόπεδα, μέχρι τις βίλες τοπικών εμπόρων και γαιοκτημόνων.


Πρέπει να σημειωθεί, ότι η περιοχή της Ξηρολίμνης είναι στρατηγική λόγω του περάσματος του Μπουγαζιού. Η κατοίκησή των Καραγιανίων θα πρέπει να ήταν αδιάλειπτη ανά τους αιώνες, με την περιοχή να φιλοξενεί σχετικά μεγάλους οικισμούς ή και στρατώνες. Από τις προϊστορικές οχυρώσεις δίπλα στη σπηλιά του Αράπη, την πανάρχαια ακρόπολη της Καλαμιάς και του Καγιάμπασι, το ιερό του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος στην Πόρτα του Μπουγαζιού, μέχρι τους βυζαντινούς κλιβάνους του Ανθότοπου και τα «ξανθά» πανδοχεία του Σαρή-χανλάρ[13] (σημ: Αλωνάκια), η περιοχή γύρω από τον αποξηραμένο βάλτο έχει πολλά να δείξει από όλες τις περιόδους.
Με τον καιρό, η αρχαιολογική σκαπάνη θα φέρει στο φως περισσότερα δεδομένα για την περιοχή των Καραγιανίων. Ακόμα κι αν δεν ανακαλύψει κάποια υπόσκαφη αποθήκη στο Γεράκι της Ξηρολίμνης, ίσως καταφέρει να δώσει κάποια εξήγηση για το παλιό όνομα του Γερακίου.
Βιβλιογραφία
Offiz. R. Dokaupil Feldw. K. Melichar. (Τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα). Larisa. Közép-Európa általános földrajzi térképének (1:200 000) szelvénybeosztása (Index sheet of the general map of Central Europe (1:200 000). Ανάκτηση Μάιος 3, 2019, από http://lazarus.elte.hu/hun/digkonyv/topo/200e/40-40.jpg
The snow houses on the Massanella Massif. (χ.χ.). Ανάκτηση Ιανουάριος 13, 2024, από caminsdepedra.conselldemallorca.cat: https://caminsdepedra.conselldemallorca.cat/en/-/cases-de-neu-del-massis-de-massanella
Αρχαία “ψυγεία” της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: εκπληκτική ανακάλυψη ομάδας Ελβετών αρχαιολόγων. (χ.χ.). Ανάκτηση Ιανουάριος 13, 2024, από AETOΣ νεςσ: https://www.aetos-apokalypsis.com/2018/07/arxaia-psygeia-ths-rwmaikhs-aytokratorias.html
Δημητριάδης, Β. (1967). Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή. Θεσσαλονίκη: Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών.
Η ιστορία της ψύξης και διατήρησης των τροφίμων – Τα φυσικά ψυγεία. (2020, Ιούνιος 1). Ανάκτηση Ιανουάριος 13, 2024, από HELPPOST: https://www.helppost.gr/home/psygeio/istoria-psixis-diatirisis-trofimon/
Καμπουρίδης K. – Σαλακίδης Γ. (2013). Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από Οθωμανικές πηγές. Σταμούλη.
Ποια είναι η ελληνική «Καππαδοκία» με τα υπόσκαφα. (χ.χ.). Ανάκτηση Ιανουάριος 13, 2024, από Exploring Greece TV: https://exploringgreece.tv/destinations/kale-didymoteicho-poia-einai-i-elliniki-kappadokia-me-ta-yposkafa/14931/
Τσότσος, Γ. Π. (2012). Ιστορική γεωγραφία της δυτικής Μακεδονίας: Το οικιστικό δίκτυο 14ος-17ος αιώνας. Σταμούλης.
Χριστοφορίδης, Χ. (2018). Ξηρολίμνη Κοζάνης – Γενέθλια Γη. Εκδόσεις Κυριακίδη.
[1] (Offiz. R. Dokaupil Feldw. K. Melichar, Τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα)
[2][2] H λέξη Καραγιάνια για τα χωριά πέριξ της Ξηρολίμνης προέρχεται από την τουρκική λέξη kara-yan που σημαίνει «μαύρη πλευρά/πλαγιά».
[3] (Χριστοφορίδης, 2018)
[4] (Καμπουρίδης K. – Σαλακίδης Γ., 2013)
[5] (Τσότσος, 2012, σ. 347) με αναφορά στο (Δημητριάδης, 1967, σσ. 161-206), (Χριστοφορίδης, 2018)
[6] Πρόκειται για τους αντίστοιχους σημερινούς οικισμούς Σκήτη, Ξηρολίμνη, το εδώ και αιώνες εγκαταλειμμένο Σουλελέρ και την Μεταμόρφωση Κοζάνης.
[7] (Τσότσος, 2012, σσ. 330-332)
[8] https://www.ertnews.gr/perifereiakoi-stathmoi/kozani/kozani-spilea-pros-exerevnisi-stin-xirolimni/
[9] (Χριστοφορίδης, 2018, σ. 20) στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται χάρτης με τις θέσεις «Πηγάδια», «Σουλελέρ» και «Ξηρολίμνη».
[10] Περιοδικό Παρέμβαση, τεύχος 221-222, 2024, σε 77-80.
[11] (Η ιστορία της ψύξης και διατήρησης των τροφίμων – Τα φυσικά ψυγεία, 2020)
[12] (Αρχαία “ψυγεία” της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: εκπληκτική ανακάλυψη ομάδας Ελβετών αρχαιολόγων)
[13] Το παλιό όνομα του οικισμού των Αλωνακίων είναι Σαρηχανλάρ, από τις τουρκικές λέξεις Sari και Hanlar, που αντίστοιχα σημαίνουν «ξανθά» και «πανδοχεία» (χάνια). Ίσως γιατί οι σκεπές των πανδοχείων εκεί ήταν καλυμμένες με βρίζα ή κίτρινα καλάμια του βάλτου.
















































