8 Ιουνίου 2024 at 13:33

Ἀκρωτήριο – Ἀκροατήριο [σημειώσεις τετραετίας]

από

Ἀκρωτήριο – Ἀκροατήριο [σημειώσεις τετραετίας]

Γράφει ο Μηνάς Νάιδος
Σύσσωμο τὸ νέο τρόπον τινα ἐκκλησίασμα τῆς θρησκείας τοῦ «μ’ ἀρέσει – δὲ μ’ ἀρέσει», μαδάει τὴ μαργαρίτα τῆς μπισκοτένιας διάθεσής του καὶ ἡ συντροφιά μας μετέωρη ἀνάμεσα στὰ ξεκούρδιστα μπὴτ τοῦ νεαροῦ ποὺ στέκεται ἀμἠχανος πίσω ἀπὸ τὰ μηχανήματα, καὶ στὴ παλίρροια τῶν κυμάτων -τὸ ἀτελείωτο τεριρὲμ τῆς θαλασσινῆς ἀγκαλιᾶς-.
Καθισμένοι τὸ λοιπόν, σὲ γνωστὸ ὁλνταίυ καφέ-μπὰρ στὸ Καραμπουρνάκι, στὴν ἀκτὴ τῆς νοτιοανατολικῆς πλευρᾶς τοῦ Θερμαϊκοῦ, ἄνεμος φυσάει πρὸς τὸ μέρος μας καὶ τὸ κύμα σκάει ἀφρᾶτο, κάτω ἀπὸ τὴ ξύλινη ποστ-χίπστερ ἀποβάθρα, κι αὐτὸ ποὺ ἰταλιστὶ καλεῖται tramonto (τὸ κατὰ λέξη “ἀνάμεσα στὰ βουνὰ” ἢ μεθερμηνευόμενο ἡλιοβασίλεμα), δίνει τὴ δική του παράσταση γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ, ἀνάμεσα στὰ δυὸ βουνὰ ἀπέναντί μας, τὸν Ὄλυμπο καὶ τὸν Κίσσαβο ποὺ ἀγέρωχοι ἐξακολουθοῦν νὰ μαλώνουν.

Τὸ ἰλαρὸ φῶς κοινοποιεῖται ἀκατάσχετα ἀπ’τὶς γύρω συντροφιὲς στὰ σμαρτφῶνς καὶ ἡ φλυαρία μας ψάχνει ἀκροατὲς, δίκην ἀπογευματινοῦ καφὲ μήπως καὶ θεραπεύσει τὴν ἀπουσία μας ἀπὸ τὸ παρόν.

Καὶ ὅσοι μέσα στὴ γενικευμένη κατάθλιψη τῶν ἡμερῶν δὲν βρίσκουν ἀποδέκτη καὶ ἀκροατήριο γιὰ νὰ ἐπιβραβεύσουν τὴν αὐταρέσκειά τους, ψάχνουν ἴσως ἐρημικό ἀκρωτήριο νὰ πέσουν στὸ κενό;
Καὶ ὅσοι μέσα στὴ γενικευμένη κατάθλιψη τῶν ἡμερῶν δὲν βρίσκουν ἀποδέκτη καὶ ἀκροατήριο γιὰ νὰ ἐπιβραβεύσουν τὴν αὐταρέσκειά τους, ψάχνουν ἴσως ἐρημικό ἀκρωτήριο νὰ πέσουν στὸ κενό;
Γιὰ τὸν Τζό, ἔμπειρο πιὰ ἠλεκτροτεχνίτη, εἶμαι πάντα ἕνας δεκτικὸς ἀκροατὴς τῶν καθημερινῶν του ἀσχολιῶν. Πολλές ἀπὸ τὶς ἱστορίες του στὸ συνεργεῖο, ποὺ ἀφοροῦν βλάβες καὶ ἀβαρίες, τὶς ἀκούω συγκαταβατικά, κάνοντας πὼς καταλαβαίνω γνέφοντας τὸ κεφάλι μου, ἀλλ’ εἶναι φορὲς ποὺ καταλαβαίνει πὼς δὲν καταλαβαίνω καὶ τότε, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πὼς παρακολουθῶ εἰλικρινὰ ὅσα λέει, τοῦ ζητῶ νὰ καταστρώσει κάποιο σχεδιάγραμμα πρόχειρα σ’ ἕνα χαρτάκι, τὸ πρόβλημα ὅμως ἔγκειται στ’ ὅτι δὲν βρίσκεται πάντα εὔκαιρο κάποιο στυλὸ ἢ μολυβάκι.
Ἡ παρέα ἐτερόκλητη, ἀπορίας ἄξιο τὸ πὼς βρεθήκαμε σ’ αὐτὸ τὸ καφέ. Οἱ διχασμοὶ τοῦ Γένους ἰδίως κατὰ τὰ τελευταία συναπτὰ ἔτη, βρίσκονται πάντα στὸ ἐπίκεντρο τῶν γενικῶν καὶ ἀόριστων συζητήσεων, καὶ ἰδιαιτέρως αὐτὴ τὴ φορὰ, ὅπου τὴ παρέα τιμάει μὲ τὴν παρουσία του ὁ Θανάσης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψε νὰ τοῦ σερβίρουν τὸ νερὸ στὸ ποτήρι, κι’ ἔχοντας πλέον τὴν ταξική-θρησκευτική του συνείδηση ἀσφαλισμένη, βάλλεται νὰ σώσει καὶ τὸν ὑπόλοιπο ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσώντα κόσμο μέσα ἀπὸ τὰ τόσο ἀγαπημένα του μανιχαϊστικὰ σχήματα.
Καὶ τοῦ ἀπαντῶ πὼς τὸ σκηνικὸ κρατάει ἀπ’ τὰ χρόνια τοῦ θυμοῦ τοῦ Ἀχιλλέα, ἔπειτα οἱ βένετοι καὶ οἱ πράσινοι, οἱ εἰκονολάτρες καὶ οἱ εἰκονοκλάστες, οἱ δημοτικιστὲς καὶ οἰ ἀρχαϊστές, οἱ ρεαλιστὲς καὶ οἱ σουρρεαλιστὲς καὶ τόσοι ἄλλοι προσωπικοὶ καὶ συλλογικοὶ διχασμοὶ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, δὲν ἔλειψαν ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἱστορία. Ἢ μήπως τὰ αἴτια τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου ἦταν μόνο οἰκονομικῆς φύσεως καὶ ἡ ἀφορμὴ ἐρωτική! Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἐξίσου καθορίστικοὶ καὶ οἱ δύο παράγοντες;
Ταυτόχρονα ἐπιβεβαιόνοντας τὸν παραπάνω συλλογισμό, ἔρχεται ἡ πληροφορία ἀπὸ τὸν θαυμαστό, κυλιόμενο, παράλληλο κόσμο῾ παρατηροῦμε λοιπὸν πὼς ἡ Εὐτυχία μοιραία κοπέλα, “εὐάλωτη καὶ μὲ προσωπικότητα” ποστάρει τὸν προβληματισμό της πάνω στὸ κενὸ τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἀσφαλῶς οἱ προεντεταμένοι ἀντίχειρες ὑπερπερισσεύουν ἐξαιτίας τοῦ μηριαίου της κενοῦ!
Κάπως ἔτσι ἡ κουβέντα μένει μετέωρη. Ὁλιγόλεπτη παύση. Παρατηροῦμε τὶς γύρω παρέες καὶ φτιάχνουμε τὰ ὑποθετικὰ συννεφάκια τῶν διαλόγων σὰν κόμικ πάνω ἀπὸ τὰ πρόσωπά τους, ἐνῶ τὰ σύννεφα στὸν οὐρανὸ ἔκρυβαν καὶ φανέρωναν στὸ δικό τους ξεχωριστὸ ρυθμὸ τὸ ἀπογευματινὸ φῶς.
Ἁναλογιζόμενοι αὐτὴ τὴ ψυχαναλυτικὴ ἀνάγκη γιὰ ἔναν καφέ, ὅλοι μας γυρεύουμε λίγο-πολὺ ἕνα δεκτικὸ ἀκροατήριο νὰ λέμε τὸ ὑποτιθέμενο βάσανο μας, τὸ εὔκολο παράπονο, τὴ πολιτικὴ τοποθέτηση, τὴν κρυάδα μας, ἀναζητώντας τὶς περισσότερες φορές τὴν ἐπιβεβαίωση, τὴν ἀναγνώριση ἢ τὴν δικαίωση, παρὰ τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπικοινωνία.
Γιὰ αὐτοὺς ποὺ δὲν τηροῦν τὴν ἰντερνετική τους μοναξιὰ καὶ τὸ βῆμα ἐλεύθερης ἔκφρασης ποὺ τοὺς δίνει ὁ γαλαντόμος Ζούκερμπεργκ, συνεχίζουν τὴν πλωθωρικὴ ἐξωστρέφεια. Βγαίνουν καὶ ψάχνουν ἕναν δωρεὰν ἀκροατή, ἀφοὺ τὰ ταμποὺ δὲν τὸν ὀνομάζουν ψυχοθεραπευτή. Τὸ λοῦμπεν προλεταριάτο, στὰ καφενεία καὶ στὰ μικρομάγαζα τῆς τσιμεντένιας συνοικίας, ἡ περὶ πολλὰ τυρβάζουσα μπουρζουαζία στὰ πάρκα μὲ τὸ σκύλο-δοῦλο της, καὶ ἡ ἐνδιάμεση ξεχαρβαλωμένη γενιά μας, τῆς κρίσης ἐν ταυτῷ καὶ ἀκρισίας, ὅλοι μας “Κι ἐσύ κι αὐτὸς κι αὐτοὶ κι εμεῖς”[1] ζητᾶμε κάπου νὰ μιλήσουμε, φοβούμενοι τὸ καθρέπτισμα ἐντὸς καὶ τὸ ἐπίπονο ἀντίκρυσμα στὸ ἀπύθμενο βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μας, στὸ ζοφερὸ κενό.
Καὶ ὅσοι μέσα στὴ γενικευμένη κατάθλιψη τῶν ἡμερῶν δὲν βρίσκουν ἀποδέκτη καὶ ἀκροατήριο γιὰ νὰ ἐπιβραβεύσουν τὴν αὐταρέσκειά τους, ψάχνουν ἴσως ἐρημικό ἀκρωτήριο νὰ πέσουν στὸ κενό;
“Κάθε φαινόμενο στὸν κόσμο φέρει τὸν ἀριθμὸ τῆς κίνησῆς του, μέσα στὴν γενικὴ θεωρητικὴ συμπόσωση. Ἀλλὰ πόσες φορὲς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀντιλαμβανόμαστε, προσέχοντας τὸ οὐσιῶδες τῆς κίνησης, τὸν ῥυθμὸ μὲ τὸν ὁποῖο γεμἰζει τὸ ἄπειρο ποὺ συνήθως τὸ ἐννοοῦμε σὰν κ ε ν ό”.[2]
Ἀλλὰ γιατὶ ὅλ’ αὐτά, γιὰ νὰ καταλήξω στὸ κενό; Θά ’πρεπε μᾶλλον ν’ ἀφήνω κάποιο αἰσιόδοξο μήνυμα. Ἄλλωστε τὸ λένε καὶ οἱ “29 κατασκευαστὲς κριτηρίων”. Μὰ δὲν εἶναι στοὺς τρόπους μου νὰ στέλνω μηνύματα ἢ νὰ μιλῶ ἐν εἴδῃ προσηλυτισμοῦ. Τὸ κενὸ γιὰ τὸ ὁποῖο θέλω νὰ μιλήσω, δὲν εἶναι τὸ τίποτα καὶ τὸ μηδὲν, ἀλλ’ ἠ ζωὴ που πηγάζει ἀπὸ τὸ κενὸ μνημεῖο. Δηλαδὴ ἕνα λογοπαίγνιο μπορεῖ καὶ νὰ σώζει, δὲν θὰ χαρίσουμε τὸ μεταμοντέρνο στὸ μηδενισμό.
Αλλ’ ἐν προκειμένῳ, γιὰ νὰ ἐπανέλθω στὰ δικά μας, ἐμεῖς πίνουμε τὸν ψυχοθεραπευτικό καφέ μας σὲ ἀκρωτήρι και ἀκρογιαλιά ἄρα δεν κινδυνεύουμε μᾶλλον. Συνεχίζοντας τὴ κουβέντα μὲ τοὺς φίλους, τὴ θάλασσα τὴ βλέπω, ἀλλὰ θάλασσα δὲν ἀκούω. Προσέξτε καλά, τοὺς λέω καὶ κρατῆστε σημειώσεις:
“Ἁμαρτία ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὸ παρόν”. Σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ξεχωριστὰ δείγματα τῆς μοντέρνας ἑλληνικῆς γραμματείας στὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, ὁ Νίκος Γ. Πεντζίκης μέσα στὰ θραύσματα ποὺ συσσωρεύει μᾶς δίνει κι αὐτὸ τὸ μικρὸ ἀπόφθεγμα σὰν ἕνα διαφορετικὸ ὁρισμὸ περὶ ἁμαρτίας. Δὲν θα ἐπεκταθῶ σὲ σύνδρομα ἐνοχοποιητικὰ ἢ ἀπενοχοποιητικὰ διάφορων θρησκευτικῶν καὶ ψυχαναλυτικῶν ἀποχρώσεων, σὲ χωράφια ποὺ δεν γνωρίζω. Ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ τονίσω ίσως, νὰ ἀναρωτηθοῦμε κάπως, τί μᾶς ἀναγκάζει ν’ άκούμε τ’ ἀχαλίνωτα μπὴτ ἀπὸ τὰ ἠχεία, κι’ ὄχι τὰ κύματα τῆς θάλασσας, αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ ἀπουσία ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ πόσες ἄλλες τέτοιες ἀπουσίες; Τί μᾶς ἀναγκάζει νὰ προσπαθοῦμε ν’ ἀπαθανατίσουμε τὰ χρώματα μιᾶς δύσης (σπανιότερα ἀνατολῆς) καὶ νὰ τὰ κοινοποιήσουμε στὸν ἰντερνετικὸ θόρυβο, ἀντὶ τοῦ ἁπλῶς νὰ τὰ θαυμάζουμε; Εἶναι μεγάλη πρόκληση τὸ ἠλεκτρονικὸ παρόν, ἀλλ’ ἀπέχει πολὺ ἀπ’ τὸ νῦν κι ἀπ’ τὸ ἀεί.
Καταλήγωντας τὰ ἀποσπασματικὰ αὐτὰ κατάστιχα, ἂν κάτι ἔχω νὰ εὐχηθῶ γιὰ τὸ καλοκαίρι, νὰ προτείνω γιὰ κάθε κενὸ χρόνου ποὺ ἁπλόχερα μᾶς προσφέρεται στὰ λεωφορεία, στὰ τρένα, στὰ πλοία, στ’ ἀεροπλάνα, σὲ βουνὰ καὶ σὲ θάλασσες, ἂς ἀφήσουμε στὴν ἄκρη τὴν εὐκολία ποὺ μᾶς δίνουν τὰ ἰδιωτικά μας ἀκουστικὰ ἢ τὸ ἀνὰ χείρας διαδικτυακὸ συνονθύλευμα καὶ ἂς υπομείνουμε, ἂς ψηλαφήσουμε τὸ εὔοσμο κενὸ[3] κατὰ τὸν Νίκο Καροῦζο. Καλὸ καλοκαίρι.
—————————-
φωτογραφία: le saut dans le vide – Yves Klein
ἄλμα στὸ κενὸ – Ὑβ Κλάιν
[1] Μαύρη Νύχτα – Γιάννης Ἀγγελάκας
[2] Ν.Γ.Πεντζίκης, Ἀρχιτεκτονικὴ τῆς Σκόρπιας Ζωῆς
[3] ποίημα «Στὸν Ἄθωνα», συλλογὴ «Ἀναμνηστικὴ λήθη»(1982)
(Εμφανιστηκε 31 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)
Ετικέτες

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.