29 Νοεμβρίου 2023 at 21:46

Ιωάννης Κονδυλάκης

από

Ιωάννης Κονδυλάκης

Γράφει ο Κότσης Παναγιώτης

Α. Η ζωή και επαγγελματική του πορεία

    

      Ο Ιωάννης Κονδυλάκης γεννήθηκε στο χωριό Βιάννος της Κρήτης, το Δεκέμβριο του 1861. Καταγόταν από μία σημαίνουσα οικογένεια του νησιού, διότι πολλά μέλη της είχαν συμβολή στον Αγώνα του 1821. Ο αδερφός του Ιωάννη ονομαζόταν Χαράλαμπος Κονδυλάκης και, εργάστηκε ως δάσκαλος. Κατά την νηπιακή ηλικία των νεαρών βλαστών, Ιωάννη και Χαραλάμπους, η οικογένειά τους εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, αλλά, μετά το πέρας της Κρητικής Επανάστασης του 1866-1869, παλιννόστησε.

Iωάννης Κονδυλάκης (1861-1920)

       Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του, τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στα Χανιά. Μάλιστα, έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1878, στο δυτικό τμήμα της μεγαλονήσου.  Επιπρόσθετα, η επαγγελματική πορεία του βιογραφουμένου μας ξεκίνησε στα Χανιά, όπου υπηρέτησε ως δικαστικός υπάλληλος. Στην συνέχεια, διορίστηκε δικαστικός υπάλληλος στην κωμόπολη της Σητείας.

   

        Το 1884, σε ηλικία 23 ετών, ο Κονδυλάκης αποφοιτά από την Βαρβάκειο Σχολή. Μετά την αποφοίτησή του, γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, λόγω οικονομικών δυσχερειών, δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Επέστρεψε στην Κρήτη, όπου εργάστηκε ως δάσκαλος στο χωριό Μώδι της Κυδωνίας και, εν συνεχεία, στην εφημερίδα «Άμυνα» των Χανίων. Για ένα διάστημα, ο Κονδυλάκης εξέδιδε και δική του εφημερίδα, με τίτλο «Νέα Εβδομάδα». Όμως, η αρθρογραφία του ενόχλησε τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες τον καταδίωξαν και, εν συνεχεία, τον εκτόπισαν[1].

        Το 1889 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου εργάστηκε  στις εφημερίδες «Άστυ», «Σκριπ», «Εστία» και «Εμπρός». Κατά την πολυετή του πορεία στην δημοσιογραφία, καλλιέργησε με επιτυχία το χρονογράφημα. Το χρονογράφημα άρχισε να κυριαρχεί μετά το 1880, όταν η ανάπτυξη του αθηναϊκού Τύπου συνδυάστηκε με μία σηματοδότηση του επίκαιρου και του καθημερινού. Το χρονογράφημα δεν νοείται ούτε έξω από τα πλαίσια μίας εφημερίδας, ούτε πέρα από το περιβάλλον του. Επίσης, αυτές οι δύο βασικές ιδιότητες προσδιορίζουν την ένταξή του σε χρόνο και χώρο και, παράλληλα, το ύφος, τον τόνο και την έκτασή του[2].

Κονδυλάκης, Ιωάννης,1861-1920, Οι άθλιοι των Αθηνών Το πρώτον εικονογραφημένον ελληνικόν μυθιστόρημα εικογραφηθέν υπό Ν. Λύτρα, Κ. Βολωνάκη, Ο. Φωκά, Θ. Αννίνου, Δ. Γερανιώτου, Π. Ρούμπου, Μ. Σιγάλα, Σ. Μαντζάκου, Π. Μαθιοπούλου, Μ. Αθανασιάδου. /Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη. Έκδοσις πρώτη, Εν Αθήναις :Εκδοτικόν Κατάστημα Π. Ζανουδάκη,1895
Κονδυλάκης, Ιωάννης,1861-1920, Οι άθλιοι των Αθηνών Το πρώτον εικονογραφημένον ελληνικόν μυθιστόρημα εικογραφηθέν υπό Ν. Λύτρα, Κ. Βολωνάκη, Ο. Φωκά, Θ. Αννίνου, Δ. Γερανιώτου, Π. Ρούμπου, Μ. Σιγάλα, Σ. Μαντζάκου, Π. Μαθιοπούλου, Μ. Αθανασιάδου. /Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη. Έκδοσις πρώτη, Εν Αθήναις :Εκδοτικόν Κατάστημα Π. Ζανουδάκη,1895

       Ο Κονδυλάκης έγραψε περίπου 6000 χρονογραφήματα. Χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα «Κονδυλοφόρος», «Δον Κανάγιας» και «Ιωάννης Ακτήμων», για να δηλώσει την φτώχεια, από την οποία υπέφερε. Τα ψευδώνυμα αυτά δηλώνουν το χιούμορ και την αυτοειρωνεία, την οποία διέθετε ο βιογραφούμενός μας. Βέβαια, το ψευδώνυμο, με το οποίο έγινε ευρέως γνωστός, υπήρξε το «Διαβάτης».

        Τα βασικά χαρακτηριστικά του χρονογραφήματος του Κονδυλάκη ήταν το κομψό ύφος, το χιούμορ και, η οξύτητα της παρατήρησης. Εξαιτίας των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών, ο λογοτέχνης- δημοσιογράφος, Παύλος Νιρβάνας, χρησιμοποίησε τον όρο «Πατέρας του χρονογραφήματος», απευθυνόμενος προς τον «Διαβάτη» του αθηναϊκού Τύπου.  

  

       Ένα άλλο είδος, το οποίο καλλιέργησε ο Κονδυλάκης ως δημοσιογράφος, υπήρξε η επιφυλλίδα. Η επιφυλλίδα, κατά την εποχή του Κονδυλάκη, υπήρξε ένα λαϊκό ανάγνωσμα, με ιδιαίτερη πλοκή, πλούσιο σε δράση, το οποίο εκτυλισσόταν με πολλά επεισόδια και, κρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. Συνεπώς, είχαν την μορφή μυθιστορήματος[3]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιφυλλίδας, η οποία φέρει την υπογραφή του Κονδυλάκη, υπήρξε το μυθιστόρημα «Οι άθλιοι των Αθηνών», το οποίο δημοσιεύθηκε το 1895. Η δημοσίευση των «Αθλίων» ακολούθησε δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα[4].

    

     Εκτός από το χρονογράφημα και την επιφυλλίδα, ο Κονδυλάκης δημοσίευσε και μεταφράσεις γαλλικών μυθιστορημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δημοσίευση της «Πανωλεθρίας» του Emile Zola στην «Εφημερίδα», το 1892. Μάλιστα, η δημοσίευση του προαναφερθέντος έργου του Zola στα ελληνικά πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά με την έκδοση του έργου στην Γαλλία. Δύο χρόνια αργότερα, δημοσιεύθηκε σε συνέχειες, στο ίδιο έντυπο, η μετάφραση του μυθιστορήματος «Καπετάν Φρακάς», το οποίο είναι γραμμένο από τον Theophile Gautier.

      Το τελευταίο- κατά σειρά- είδος κειμένου, με το οποίο εμφανίστηκε ως δημοσιογράφος ο Ιωάννης Κονδυλάκης, είναι οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Πιο αναλυτικά, το 1918, ένας έμπορος βάμβακος από την ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας, κάλεσε τον Κονδυλάκη, με σκοπό να εκδώσει εφημερίδα. Όμως, το σχέδιο εγκαταλείφθηκε, λόγω οικονομικών προβλημάτων του χρηματοδότη. Τις εντυπώσεις από την Αλεξάνδρεια τις κατέγραψε στην «Νέα Εφημερίδα» του Ηρακλείου, με τον τίτλο «Μία περιπέτεια από Χανίων εις Αλεξάνδρειαν».

  

      Ολοκληρώνοντας, ο Κονδυλάκης, εξαιτίας της μακρόχρονης δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας στην πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, υπήρξε και ο πρώτος- χρονολογικά- πρόεδρος της «Ένωσης Συντακτών», τον Ιανουάριο του 1915.  Μερικές δεκαετίες αργότερα, η «Ένωση», στην οποία προέδρευε ο Κονδυλάκης, μετονομάστηκε σε  Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ).

       Το τέλος της ζωής του Κονδυλάκη ήρθε στο Πανάνειο νοσοκομείο του Ηρακλείου. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, εξαιτίας της κακής νυχτερινής ζωής του, χτυπήθηκε από ημιπληγία, την οποία δεν μπόρεσε να ξεπεράσει. Έτσι, στις 25 Ιουλίου του 1920, άφησε, σε ηλικία 59 ετών, την τελευταία του πνοή. Στις μέρες μας, η περιοχή της Βιάννου κοσμείται από μία προτομή του Ιωάννη Κονδυλάκη, την οποία έχει φιλοτεχνήσει ο γνωστός Κρητικός καλλιτέχνης, Ιωάννης Κανακάκης. 

Β. Τα έργα του

Β1. «Πατούχας»

 

      Ο Κονδυλάκης είναι ευρέως γνωστός όχι μόνο ως δημοσιογράφος, αλλά και ως λογοτέχνης. Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματά μας πραγματοποιήθηκε το 1884, με το διήγημα «Η Κρήσσα ορφανή». Το διήγημα, το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εστία», επαινέθηκε και, το αποτέλεσμα υπήρξε η έκδοση του πρώτου- χρονολογικά- έργου του, υπό τον τίτλο «Διηγήματα». Εκδότης των «Διηγημάτων» υπήρξε ο γνωστός εκδοτικός οίκος της εποχής, Αθ. Φέξη.

      Υπήρξε ένας σημαίνων θεράποντας, μαζί με σύγχρονούς του συγγραφείς, του ηθογραφικού διηγήματος. Αν και το ηθογραφικό διήγημα περιγράφει απλούς ανθρώπους, έμεινε πιστός στην καθαρεύουσα[5]. Επιπλέον, στο θεματολόγιό του εμπνέεται από την ζωή των συγχωριανών του, τους οποίους χαρακτηρίζει με ακρίβεια και, συχνά, αποτυπώνει την χαρακτηριστική ιδιομορφία, η οποία είναι πλήρως συνυφασμένη με την κρητική λεβεντιά.   

       

      Το καλύτερο έργο του αποτελεί το μυθιστόρημα «Ο Πατούχας» και, δημοσιεύθηκε σε συνέχειες για πρώτη φορά, στην «Εφημερίδα», το 1892. Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στην Κρήτη του 19ου αιώνα και, πρωταγωνιστής είναι ο έφηβος Μανώλης Σαϊτονικολής. Ο Μανώλης, επειδή ήταν μεγαλόσωμος, αποτελούσε τον φόβο και τον τρόμο των υπόλοιπων παιδιών στο σχολείο. Για το λόγο αυτό, τον αποκαλούσαν «Πατούχα». Εγκατέλειψε το σχολείο και, εγκαταστάθηκε στα βουνά, βοσκός μαζί με τον πατέρα του. Σύντομα, αποφάσισε να παντρευτεί και, να κλέψει την κοπέλα, με την οποία είναι ερωτευμένος. Όμως, μία νύχτα κλέβει την μάνα αντί για την κόρη[6].

      Στον «Πατούχα», ο Κονδυλάκης διανθίζει την αγάπη για πρόσωπα και τόπους της Κρήτης. Σαφέστερα, αφενός δίνεται με μεγάλη πιστότητα η ζωή του κρητικού χωριού και, αφετέρου, ψυχογραφείται άριστα ο πρωτόγονος ερωτισμός και, συγχρόνως, η φυσική αδεξιότητα του νεαρού ήρωα[7]. Συνολικά, πρόκειται για ένα έργο, το οποίο λαμβάνει διαστάσεις ψυχογραφήματος, λόγω της διεισδυτικής ματιάς ενός συγγραφέα, ο οποίος κατανοεί τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

   

       Τέλος, ο «Πατούχας» έχει μεταφερθεί στο θέατρο, αλλά και στον ελληνικό κινηματογράφο. Συγκεκριμένα, το 1963 κυκλοφορεί η ταινία «Ένας Ντελικανής», η οποία βασίζεται στο magnum opus του υπό εξέταση Κρητικού λογοτέχνη. Στην ταινία αυτή συμμετέχουν ορισμένα από τα γνωστότερα ονόματα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

     

Β2. «Πρώτη Αγάπη»

     

       Το δεύτερο καλύτερο έργο του Ιωάννη Κονδυλάκη υπήρξε ένα ακόμη μυθιστόρημα, υπό τον τίτλο «Πρώτη Αγάπη». Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κρήτη. Τα κεντρικά πρόσωπα είναι τρία και, συγκρούονται εξαιτίας μίας αγάπης. Σαφέστερα, ο έφηβος Γιώργης ερωτεύεται την Βαγγελιώ, μία γυναίκα μεγαλύτερή του. Μπροστά στην αγάπη αυτή, η μητέρα του Γιώργη αντιδρά και, καταφέρνει να τον απομακρύνει. Όμως, η Βαγγελιώ, μετά την απομάκρυνση του Γιώργη, αρρωσταίνει. Την ίδια στιγμή, το πάθος του αγοριού αναζωπυρώνεται και, οι δύο γυναίκες οδηγούνται στην ρήξη. Στο τέλος του έργου, η Βαγγελιώ αυτοκτονεί, πέφτοντας από τον γκρεμό.  

    

       Η «Πρώτη Αγάπη» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1919. Ακόμη, είναι το μοναδικό έργο του Κονδυλάκη, το οποίο γράφτηκε στην δημοτική γλώσσα. Στο έργο αυτό, ο Ιωάννης Κονδυλάκης συνθέτει μία πρωτότυπη αφήγηση, με θέμα την αφύπνιση του ερωτικού ενστίκτου. Εξιστορεί τον αγώνα του ήρωα, ο οποίος προσπαθεί να εξισορροπήσει ανάμεσα στην αγάπη προς την μητέρα του και τον έρωτα, τον οποίο νιώθει για την Βαγγελιώ. Από την πλευρά της, η Βαγγελιώ φτάνει στην αυτοχειρία όχι μόνο για να τερματίσει την σύντομη ζωή της, αλλά και να υπογραμμιστεί το συναισθηματικό αδιέξοδο, στο οποίο έχει φτάσει και, την ανυψώνει σε τραγικό πρόσωπο. Η σκηνή του συντριμμένου γυναικείου σώματος  δίνουν -παραστατικά – αφενός το μέτρο της ψυχικής συντριβής και, αφετέρου, την εικόνα της τραγικότητας[8].

       Σε γενικές γραμμές, το κύκνειο άσμα του Κονδυλάκη ξεφεύγει από τα στενά όρια της ηθογραφίας και, προβαίνει σε πολλαπλές ψυχογραφικές διερευνήσεις. Μάλιστα, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα πρωτοποριακό έργο, διότι δεν είχαν ακόμη γίνει γνωστές οι θεωρίες του Φρόυντ στην Ελλάδα[9].

Γ. Αποτίμηση

 

      Στο έργο του Κονδυλάκη, παρατηρούμε την ύπαρξη ιστορικών απηχήσεων της Κρήτης και, ιδίως, από την αποτυχημένη Κρητική εξέγερση των ετών 1866-1869 ως τον Δεκέμβριο του 1898, όταν εγκαθίσταται στο νησί ως Ύπατος Αρμοστής ο πρίγκιπας Γεώργιος[10]. Ακόμη, το σύνολο του έργου του βρίθει από ειδήσεις για την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή του νησιού. Οι πληροφορίες αυτές υπήρξαν πολύτιμες για το ψυχογράφημα του κατοίκου της κρητικής ενδοχώρας[11].

    

       Η γλώσσα του Κονδυλάκη ήταν η απλή καθαρεύουσα, η οποία είχε διανθιστεί με το χαρακτηριστικό χιούμορ του συγγραφέα. Η κριτική της εποχής, με επικεφαλής τον Παλαμά, χαιρέτησε με ευμένεια τον υπό εξέταση χρονογράφο και πεζογράφο.   Στην εποχή μας, τα αναγνώσματα του υπό εξέταση Κρητικού λογοτέχνη διαβάζονται με ευχαρίστηση. Κλείνοντας, χάρη στον Κονδυλάκη, η πεζογραφία εξελίσσεται σε ψυχογραφία, διότι, εισήχθησαν φροϋδικά στοιχεία πριν την ανάπτυξη θέσεων του Φρόυντ.  

Ι

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Βακαλόπουλου Α. (1988) Νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, Θεσσαλονίκη: Βάνιας

Δασκαλά, Κ. (2013) Πρώτη αγάπη και παντοτινή: μεταμορφώσεις ενός λογοτεχνικού μύθου, Ρέθυμνο: ΠΕΚ.

 

Εμμανουήλ, Λ. (2009) Οδηγός εκθέσεων, Θεσσαλονίκη: Χατζηθωμάς

Καστρινάκη, Α. (1996) «Τροπές του ρεαλισμού. Οι Άθλιοι των Αθηνών του Κονδυλάκη και τα ευρωπαϊκά πρότυπα (Ζολά, Ουγκώ, Ντίκενς)» στα Πεπραγμένα Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου «Ο Ιωάννης Κονδυλάκης και το έργο του», Χανιά, σελ. 24-29.

Κωστίου, Κ. (1987) «Κονδυλάκης, Ιωάννης» στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 5, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 80

Μουλλά, Π. (1978) «Η νατουραλιστική πεζογραφία» στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, σελ. 422- 424, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Πολίτη, Λ. (1983) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Στεργιόπουλου, Κ. (1985) Περιδιαβάζοντας Β΄, Στον χώρο της παλιάς πεζογραφίας μας. Αθήνα: Κέδρος

Συντακτική ομάδα (1996) «Κονδυλάκης, Ιωάννης» στην εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, τ. 18, Αθήνα: Τεγόπουλος- Μανιατέας, σελ. 70-71.

Vitti, M. (1980) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Οδυσσέας

 

     

[1]) Βλ και Κωστίου, Κ. (1987) «Κονδυλάκης, Ιωάννης» στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 5, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 80

[2]) Βλ και Μουλλά, Π. (1978) «Η νατουραλιστική πεζογραφία» στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, σελ. 424, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

[3]) Βλ και Εμμανουήλ, Λ. (2009) Οδηγός εκθέσεων, Θεσσαλονίκη: Χατζηθωμάς

[4]) Βλ και Καστρινάκη, Α. (1996) «Τροπές του ρεαλισμού. Οι Άθλιοι των Αθηνών του Κονδυλάκη και τα ευρωπαϊκά πρότυπα (Ζολά, Ουγκώ, Ντίκενς)» στα Πεπραγμένα Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου «Ο Ιωάννης Κονδυλάκης και το έργο του», Χανιά, σελ. 25.  

[5]) Βλ και Βακαλόπουλου Α. (1988) Νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, Θεσσαλονίκη: Βάνιας

[6]) Βλ και Vitti, M. (1980) Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Οδυσσέας

[7]) Βλ και Πολίτη, Λ. (1983) Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

[8]) Βλ και Δασκαλά, Κ. (2013) Πρώτη αγάπη και παντοτινή: μεταμορφώσεις ενός λογοτεχνικού μύθου, Ρέθυμνο: ΠΕΚ.

[9]) Βλ και συντακτική ομάδα (1996) «Κονδυλάκης, Ιωάννης» στην εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, τ. 18, Αθήνα: Τεγόπουλος- Μανιατέας, σελ. 70-71.

[10]) Βλ και Βακαλόπουλου, Α. ό.π, σελ. 322.

[11]) Βλ και Στεργιόπουλου, Κ. (1985) Περιδιαβάζοντας Β΄, Στον χώρο της παλιάς πεζογραφίας μας». Αθήνα: Κέδρος

(Εμφανιστηκε 108 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.