18 Οκτωβρίου 2023 at 19:19

Πώς βγήκε η φράση «Δεν περνά η μπογιά της.»

από

Πώς βγήκε η φράση «Δεν περνά η μπογιά της.»

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

Όπως κατά την αρχαιότητα, έτσι και στον Μεσαίωνα διάφοροι μικροπωλητές περιφέρονταν στους δρόμους των πόλεων διαλαλώντας τα εμπορεύματά τους· ανθρακοπώλες, λαχανοπώλες, υφασματοπώλες, ράφτες, γυναίκες που πουλούσαν χόρτα ή φρούτα προσκαλούσαν τις οικοδέσποινες ν’ αγοράσουν την πραμάτεια τους: «κυράδες, προκύψατε, επάρετε» ή «αρχόντισσες, εδώ τα καλά…» Μεταξύ των μικροπωλητών αυτών υπήρχε και μια τάξις γυναικών, οι οποίες πουλούσαν πόρτα-πόρτα διάφορα ψιμύθια ή ευθειάσματα ή φυκάρια, όπως τα έλεγαν τότε, απαραίτητα για τις κομψευόμενες γυναίκες. Η αρχαία συνήθεια των γυναικών να βάφουν τα μαλλιά, το πρόσωπο και τα φρύδια τους ήταν διαδεδομένη και στα χρόνια του Μεσαίωνα, όπως μας πληροφορούν διάφοροι συγγραφείς και η κατά του εθίμου βίαιη πολιτική της Εκκλησίας. Ο ιερός Χρυσόστομος βεβαιώνει ότι πολλές φορές οι κυράδες και οι κοπέλες παρασκεύαζαν μόνες τους τα καλλυντικά, τα προς ψιμυθίωσιν φάρμακα, ουχί σπανίως όμως τ’ αγόραζαν από γυναίκες που ασχολούνταν επαγγελματικά με την παρασκευή και την πώλησή τους.

«Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι.» Γιοχάνες Βερμέερ.

Ο Φαίδων Κουκουλές γράφει: «Και τι δεν επώλουν αι γυναίκες αυταί! Σκευασίας ίνα η κώμη από ξανθής γίνη μέλαινα ή τανάπαλιν, χρώματα προς λεύκανσιν του προσώπου, και άλλα πάλι προς παρασκευήν του τεχνητού ερυθήματος, βαφήν, χολάν όπως έλεγον, ίνα δι’ αυτής αι βλεφαρίδες και αι οφρύες γίνωσι μέλαιναι, σκευασίας δια να διατηρήται η τρυφερότης του δέρματος και μύρια άλλα.» Κι εφόσον η παρασκευάζουσα την βαφή και προς πώλησιν αυτής περιφερόμενη τηρούσε τις αναλογίες της μείξεως, ευδοκιμούσε και πουλούσε τα παρασκευάσματά της εύκολα: «περιεσύρετο ή εγυρίζετο, ως έλεγον κατά τον Μεσαίωνα η τέχνη και το εμπόρευμά της» ή, όπως λέμε σήμερα, «είχε πέραση». Αν όμως άλλη γυναίκα άλλην καλυτέραν έκαμε σκευασίαν και την διέδιδε, τότε της πρώτης η βαφή δεν έβρισκε αγοραστρίας και «δεν επερνούσεν η μπογιά της». Εντεύθεν η φράση αυτή, δηλώνοντας αρχικώς την επαγγελματική αποτυχία της πωλούσης ψιμύθια, ελέχθη και περί γυναικός, ης παρήλθεν πλέον η ηλικία και το κάλλος και η χάρις εξέπεσε.[1] Λέγεται ακόμη για κάποιον που δεν έχει κύρος, δεν θεωρείται αξιόλογος και αξιόπιστος άνθρωπος, δεν γίνεται αποδεκτός και πιστευτός, δεν είναι άξιος προσοχής ή απώλεσε τα θέλγητρά του, παρήκμασε και αποκαλύφτηκε η αναξιότητά του.[2] Στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη διαβάζουμε: …αὐτὸς δέ, ξυπόλυτος ὅπως ἦτον καὶ ἀπεριποίητος, «ἀζήλευτος», δυσκόλως θὰ ἐτόλμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς οἰκίας, καὶ δὲν θ᾽ ἀπήλαυε πολλὰ κεράσματα, οὔτε θὰ ἔπινεν ἀρκετὰ ποτὰ χωρὶς νὰ πληρώσῃ. Κοντὰ στὸν Ἀποστόλην, ὅστις ἦτον οἱονεὶ προστάτης του, ἐπέρνα κι αὐτοῦ ἡ μπογιά του. Τώρα ὅμως, μόνος του, δὲν θὰ ἐκαλοπερνοῦσε πολὺ εἰς τὰς ἐπισκέψεις.[3] Αὐτοὶ δὲν ξέρουν τίποτε, ἐσκέφθη καθ᾽ ἑαυτὴν ἡ Φραγκογιαννού· σ᾽ αὐτὲς «περνάει ἡ μπογιά μου» ἀκόμα.[4] & Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐχρημάτισε πρὸς καιρὸν μέλος εἰς ὅλους τοὺς ἄνω ρηθέντας συλλόγους καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους ἀκόμη, πλὴν δὲν εὐδοκίμησεν. Ἡ «μπογιά του δὲν περνοῦσε», καθὼς εἶπεν εἷς ἀδιάκριτος φίλος του.[5]

Παραπομπές

[1] Φαίδων Κουκουλές. Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδας. Εκδ. Ι. Ν. Σιδέρης. Αθήνα, 1930.

[2] Δημ.

[3] Γιὰ τὰ ὀνόματα (1902).

[4] Ἡ Φόνισσα (1903).

[5] Ὁ Διδάχος (1906).

Περισσότερες παροιμίες, παροιμιώδεις φράσεις και γνωμικά μπορείτε να βρείτε στο αρχείο μας ΕΔΩ.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ομάδα του facebook Παροιμίες & γνωμικά.

Αν θέλετε να γίνετε μέλη της ομάδας, επισκεφτείτε τη διεύθυνση: https://www.facebook.com/groups/2285257741730850/

(Εμφανιστηκε 335 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.