25 Σεπτεμβρίου 2023 at 19:08

Παναγιώτης Κονδύλης: Πώς τον υποδέχτηκαν στην Ελλάδα

από

Παναγιώτης Κονδύλης: Πώς τον υποδέχτηκαν στην Ελλάδα

Γράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης

Κάθε φορά που κάνουμε λόγο για την υποδοχή του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη στη χώρα όπου γεννήθηκε, ψηλαφούμε ένα πρόβλημα. Υποδοχή θα πει σχετισμός, συνάντηση. Αυτή η συνάντηση του Κονδύλη και των βιβλίων του με τους Έλληνες μελετητές του, απλούς αναγνώστες και σχολιαστές, υπήρξε εξ αρχής προβληματική, και παραμένει τέτοια ως σήμερα, δέκα χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του.

Λέγοντας προβληματική, δεν εννοώ ότι η σκέψη του Κονδύλη δεν δημιούργησε σχολή, ότι δεν επηρέασε κατά το μέτρο που η βαθύτητα και το βεληνεκές της θα μας επέτρεπαν να αναμένουμε. Αυτό ισχύει, αν και εν μέρει, υπάρχουν τομείς όπως οι Διεθνείς Σπουδές όπου η επίδραση του Κονδύλη είναι κάτι παραπάνω από αξιοσημείωτη. Αλλά και εκεί όπου τα πράγματα δεν έχουν έτσι, στους κόλπους της πανεπιστημιακής φιλοσοφίας λ.χ., το φαινόμενο είναι εύλογο. Εξηγείται από την ίδια την υφή και το περιεχόμενο αυτής της σκέψης, που όπως ο δημιουργός της προέβλεπε, στις απώτατες συνέπειές της μπορεί να γίνει παραδεκτή μόνο από «επαΐοντες του περιθωρίου», και συνεπώς ούτε τώρα ούτε στο προβλεπτό μέλλον είναι πιθανό να αποκτήσει εντυπωσιακό αριθμό θιασωτών.

Παναγιώτης Κονδύλης
Παναγιώτης Κονδύλης

Εξίσου λίγο έχω κατά νου τις επικρίσεις ή τις έριδες που το έργο του Κονδύλη προκάλεσε και προκαλεί. Για έναν συγγραφέα που δηλώνει ότι ξαφνιάζεται όταν συμφωνούν μαζί του, αυτού του είδους η αρνητική ενασχόληση με τις θέσεις του είναι ακριβώς η απόδειξη της δραστικότητάς τους, η μεγαλύτερη αναγνώριση την οποία μπορεί να προσδοκά. Ας μη λησμονούμε ότι ο Κονδύλης περιφρονούσε τον «διάλογο» με τη μετανεωτερική, χυδαία έννοιά του, που νερώνει τις πεποιθήσεις και υποβιβάζει τις βαθιές υπαρξιακές συγκρούσεις σε σχολαστικές θεωρητικές αψιμαχίες. Στα μάτια του οι ιδέες σήμαιναν πρωτίστως αντιπαράθεση, πολεμική, έριδα. Με την έννοια αυτή, το έργο του υπήρξε πράγματι αμφιλεγόμενο, όμως και κανείς άλλος Έλληνας φιλόσοφος δεν σχολιάστηκε και δεν συζητήθηκε τόσο τις τελευταίες δεκαετίες.

Το πιο αποθαρρυντικό στην περίπτωσή του, είναι ότι και αυτά τα επικριτικά σχόλια, οι διενέξεις που τα βιβλία του πυροδότησαν, υπήρξαν συχνά χαμηλής ποιότητας, κάποτε και εντελώς ανάξια λόγου. Οι απόψεις του όχι μόνο υπεραπλουστεύτηκαν και σχηματοποιήθηκαν για τις ανάγκες της πολεμικής –αυτό, όπως κι ο ίδιος παραδεχόταν, ήταν αναπόδραστο–, αλλά στην κυριολεξία απογυμνώθηκαν συστηματικά από ό,τι ακριβώς συνιστά την ιδιαιτερότητά τους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι συχνά κατέληξαν αγνώριστες ή και μετέπεσαν στο διαμετρικά αντίθετό τους. Θα μνημονεύσω εν τάχει τρία τέτοια παραδείγματα.

Το πρώτο είναι η περιβόητη έννοια της αξιολογικής ουδετερότητας και η συναφής με αυτήν κονδύλεια περιγραφική θεωρία της απόφασης. Είναι γνωστό πόσο μελάνι έρευσε για τα ζητήματα αυτά. Δεν είναι παράδοξο ότι οι επικριτές του Κονδύλη πίστεψαν πως εντόπισαν εδώ ένα σημείο τρωτό και εξέθεσαν τους ενδοιασμούς τους κομίζοντας επιχειρήματα από τη διεθνή συζήτηση σχετικά. Από τον καιρό των πρώτων κοινωνικών επαναστατών το αργότερο, που διακήρυτταν σ’ όλους τους τόνους ότι σκοπός τους δεν είναι να κατανοήσουν τον κόσμο αλλά να τον αλλάξουν, ώς την περίφημη έριδα για τον θετικισμό (Positivismusstreit), πρωταγωνιστές της οποίας στάθηκαν ο Χανς Άλμπερτ και o Γιούργκεν Χάμπερμας τη δεκαετία του 1960, και από τότε ώς τις μέρες μας, το ερώτημα αν είναι δυνατή μια προσέγγιση των πραγμάτων αμιγώς περιγραφική και απαλλαγμένη από δεοντολογικές βλέψεις, δεν έχει πάψει να επανέρχεται περιοδικά στο προσκήνιο.

Το παράδοξο είναι ότι οι κριτικοί του Κονδύλη νόμισαν ότι δικαιούνται να απορρίψουν συλλήβδην το έργο του, αρκούμενοι και μόνο σε μια αφηρημένη δίκη προθέσεων, σ’ αυτόν τον γενικότατο λόγο περί μεθόδου. Στην πραγματικότητα, ο πλούτος των αναλύσεων του Κονδύλη, η ευρετική γονιμότητα της σκέψης του σε ένα ασύλληπτο φάσμα θεμάτων, ελάχιστα εξαρτάται από το θεωρητικώς εφικτό ή ανέφικτο της αξιολογικής ουδετερότητας. Ακόμη και όσοι θεωρούν την επίκληση της ουδετερότητας αυτής στρατήγημα, κι όχι λ.χ. ένα απλό καθοδηγητικό ιδεώδες, ρυθμιστικό της ερμηνευτικής πράξης, δεν μπορούν να παρακάμπτουν το έργο του Κονδύλη – με την ίδια λογική που δεν μπορούν να παραβλέπουν το έργο του Μαξ Βέμπερ, που εδράζεται σε θεμέλια παρόμοια.

Το δεύτερο παράδειγμά μου είναι η υποτιθέμενη εξάρτηση του Κονδύλη από τον Καρλ Σμιττ. Η οπισθοβουλία του παραλληλισμού είναι βεβαίως διάφανη. Για να μιμηθώ εδώ τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας απαντούσε σε τέτοιες αιτιάσεις, εξωτερικά το πράγμα παίρνει συνήθως τη μορφή του ακόλουθου συλλογισμού: O Σμιττ έγραψε περί αποφάσεως, ο Κονδύλης έγραψε περί αποφάσεως, άρα ο Κονδύλης αντιγράφει τον Σμιττ. Ή, σε επόμενο στάδιο: ο Σμιττ υπήρξε πολέμιος του φιλελευθερισμού και της ανοιχτής κοινωνίας, ο Κονδύλης έχει επηρεαστεί από τον Σμιττ, άρα οι πολιτικές τοποθετήσεις του Κονδύλη δεν μπορεί παρά να είναι ύποπτες. Ότι ο ίδιος ο Κονδύλης υπήρξε από τους οξυδερκέστερους κριτικούς του Σμιττ, οι επικριτές του προτιμούν να το αγνοούν.

Φυσικά, η σχέση του Κονδύλη με τον Σμιττ είναι απείρως πολυπλοκότερη απ’ ό,τι οι εύκολοι αναγωγισμοί αυτού του είδους υπαινίσσονται. Τόσο μάλιστα, ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων που βρίσκονται στους αντίποδες της γνώμης που εδώ σ’ εμάς θεωρείται συχνά αυτονόητη και κοινή. Αντί άλλου τεκμηρίου, αντιγράφω μερικές παρατηρήσεις του Γερμανού φιλοσόφου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, Φόλκερ Γκέρχαρτ. Το γεγονός ότι προέρχονται από το στόμα ξένου και όχι Έλληνα μελετητή, τις κάνει διπλά ενδιαφέρουσες.

Όποιος γνωρίζει στ` αλήθεια τους δύο συγγραφείς, δεν θα έβλεπε ούτε κατά διάνοια παραλληλίες ανάμεσα στην περιπλανώμενη εμβρίθεια του ερασιτεχνικώς φιλοσοφούντος νομικού και στη σοβαρή σκέψη ενός φιλοσόφου. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί πώς ο Σμιττ, μόνο και μόνο για να μπορέσει να ασκήσει πολεμική κατά του κοινοβουλευτισμού, πλαστογραφεί μια ιστορικοσυστηματική αντίθεση μεταξύ «δημοκρατίας» και «αντιπροσώπευσης». Στην πραγματικότητα, ο ισχυρισμός της εγγύτητας των θέσεων των Κονδύλη και Σμιττ έχει το έρεισμά της σε δυο-τρεις έννοιες κοινές και στους δύο. Σ` αυτές συγκαταλέγεται η έννοια της απόφασης, εκείνη του συντηρητισμού και πρωτίστως η διάκριση εχθρού-φίλου. Όλα τ` άλλα, όσα στον Κονδύλη θυμίζουν Σμιττ, πρέπει να αναχθούν στον Νίτσε. [1]

Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό μιας απορίας. Πόσοι από τους διανοούμενούς μας θα αποτολμούσαν να παραβάλλουν ευθέως έναν από τους διασημότερους Ευρωπαίους στοχαστές του 20ού αιώνα με έναν Έλληνα συνάδελφό του; Και πόσοι απ’ αυτούς θα μπορούσαν να αποφανθούν με ισόποση έμφαση ότι προκρίνουν τον δεύτερο; Το ερώτημα είναι κρίσιμο. Ένα τέτοιο διάβημα προϋποθέτει αυτοπεποίθηση αλλά και αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία αξιοσημείωτη και οριστική απαλλαγή από τα αγχώδη δεσμά κάθε μορφής επιγονισμού. Την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία αυτή ο Κονδύλης την είχε εξ αρχής, εξ ου και δεν δίστασε ποτέ να κρίνει και να κατακρίνει μεγάλα ονόματα, προκειμένου να υπερασπιστεί τις ιδέες του. Οι επιχώριοι σχολιαστές του που αντί να αντιμετρηθούν με αυτές ακριβώς τις ιδέες, καμώνονται ότι τις ξεπέρασαν επειδή δήθεν ταυτίζονται με τα λεγόμενα του ενός και του άλλου, τι πράγμα ακριβώς υπερασπίζονται, και τι ακριβώς καταδικάζουν; Γιατί σοβαρή κριτική έργου πρωτότυπου με επιχειρήματα δανεικά δεν γίνεται.

Το τρίτο παράδειγμά μου έχει να κάνει με εκείνο το περίφημο κεφάλαιο για τις «Παραμέτρους ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» που ο Κονδύλης προσέθεσε στη ελληνική έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου. Εξαιτίας της ευρείας δημοσιότητας που προσέλαβε, το κείμενο αυτό ακόμη και σήμερα σφραγίζει όσο κανένα άλλο τη δημόσια εικόνα του ως πολιτικού στοχαστή. Με γνώμονα αποκλειστικό κάποιες ελάχιστες σελίδες αυτής της μελέτης, αποσπασμένες από τα συστηματικά συμφραζόμενά τους –ένα βιβλίο πεντακοσίων τόσων σελίδων…– και ερμηνευμένες με τον ερασιτεχνικότερο τρόπο, οι θέσεις του Κονδύλη υπέστησαν διπλή παραμόρφωση. Μια μέριδα σχολιαστών –εκείνοι που ο Κονδύλης αποκαλούσε σκωπτικά «ελληνοκεντρικοί πατριώτες»– είδαν σ’ αυτές την επιβεβαίωση παμπάλαιων φόβων και έσπευσαν θορυβωδώς να τις υιοθετήσουν. Οι αντίπαλοί τους –οι κατά Κονδύλη «ειρηνιστές» ή «κοσμοπολίτες»– παραδόθηκαν αμαχητί στα χρονίως εξαρτημένα τους ανακλαστικά: ό,τι επικροτεί ο εχθρός, δεν μπορεί παρά να είναι άξιο καταδίκης. Έσπευσαν λοιπόν να τις κατακεραυνώσουν.

Όσοι έχουν διαβάσει τα σχετικά κείμενα του Κονδύλη, γνωρίζουν πόσο ασύστατες, συχνά εξωφρενικές είναι οι επιδοκιμασίες και οι αποδοκιμασίες του είδους. Ιδίως για τους αποδοκιμάζοντες, αρκεί να υπομνήσουμε ότι οι θέσεις του Κονδύλη για τη στρατιωτική αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής έρχονταν να επεκτείνουν και να αναπτύξουν σε θεωρητικά εδραιότερη βάση προβληματισμούς που ήδη τότε εξέφραζαν πολλοί – από τους ειδήμονες, εννοείται. Σήμερα, αν μη τι άλλο στο επίπεδο των γενικότατων αρχών, αποτελούν κοινό, κοινότατο τόπο. Όσοι έχουν παρακολουθήσει, έστω και διά του ημερήσιου τύπου, τη συζήτηση για το «αποτρεπτικό δόγμα», το οποίο προώρισται να αντικαταστήσει και επισήμως το ισχύον σήμερα «αμυντικό δόγμα» των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, μπορούν να βεβαιώσουν του λόγου το ασφαλές. Αλλά και να διαπιστώσουν για μια ακόμη φορά την ακρίβεια και την διορατικότητα των αναλύσεων του Κονδύλη.

* * *

Προσπάθησα να δείξω, εξ όνυχος έστω, τον μερικευτικό ή και στρεβλό τρόπο με τον οποίο διαβάστηκε ο Κονδύλης τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Υπήρξαν βεβαίως και αναγνώσεις ευφυέστερες και γι’ αυτό γονιμότερες, αν και από συγγραφείς που κινούνται συνήθως πέραν του κλειστού περίβολου της πανεπιστημιακής φιλοσοφίας. Αυτές όμως δεν αρκούν για να καλύψουν το ερμηνευτικό έλλειμμα.

Δύο είναι νομίζω οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Πρόκειται για δυο απλά, σχεδόν αυτονόητα και ασφαλώς προφανή γεγονότα, χωρίς την παραδοχή όμως των οποίων κάθε αντιπαράθεση με το έργο του Κονδύλη στην Ελλάδα είναι καταδικασμένη να μένει λειψή και αποσπασματική, και πάντως κατώτερή του.

Το πρώτο από αυτά έχει να κάνει με το ότι ο Κονδύλης είναι συγγραφέας Ευρωπαίος. Τόσο με την έννοια ότι το έργο του αποτελεί κρίκο στην μακρά αλυσίδα της ευρωπαϊκής ιστορίας, και ιστοριογραφίας, των ιδεών· όσο και με την έννοια ότι η σκέψη του είναι σκέψη «ευρωπαϊκού επιπέδου», σκέψη δηλαδή που η εμβέλειά της ξεπερνά κατά πολύ τους όποιους τοπικούς προσδιορισμούς – άρα και τους δικούς μας εθνικούς μέσους όρους.

Αδικούμε όχι βεβαίως τον Κονδύλη, αλλά τον εαυτό μας και τους αναγνώστες μας, όταν παραβλέπουμε αυτή τη διάσταση του έργου του. Και τον αδικούμε ακόμη περισσότερο όταν εννοούμε να εμπλέκουμε το όνομά του σε μικρόχαρες αψιμαχίες και αντεγκλήσεις προορισμένες αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση. Η αναστροφή με το έργο του Κονδύλη, όπως άλλωστε και με το έργο κάθε κορυφαίου συγγραφέα, προϋποθέτει μακρά και κοπιώδη προπαρασκευή, εν προκειμένω τριβή με το σύνολο σχεδόν της δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης. Όποιος δεν είναι διατεθειμένος να την κάνει, δεν μπορεί να αξιώνει σοβαρά να τον κρίνει.

Η δεύτερη αναγκαία προϋπόθεση έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Κονδύλης εκτός από Ευρωπαίος συγγραφέας υπήρξε –παράλληλα και εξακολουθητικά καθ’ όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του ζωής– και συγγραφέας Έλληνας. Έτσι, δίπλα στο κύριο πεδίο των ερευνών του, αφιέρωσε σημαντικό μέρος του έργου και της δραστηριότητάς στην Ελλάδα, κατά κανόνα την σύγχρονη. Ιδίως οι εκτενείς μελέτες που έγραψε επί τούτου για τις ελληνικές εκδόσεις των τελευταίων βιβλίων του, και οι οποίες πραγματεύονται όψεις τις σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, είναι κείμενα μοναδικής διαγνωστικής εντάσεως και ευθοβολίας – κείμενα συλλογικής αυτογνωσίας θα τα χαρακτήριζα, που αναζητούν το όμοιό τους. Όταν τα κείμενα αυτά συγκεντρωθούν σε αυτοτελή τόμο –κατά το παράδειγμα των μελετών που συνθέτουν τον τόμο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού–, θα γίνουν ευχερέστερα διακριτοί και οι εσωτερικοί αρμοί που τα συνέχουν, και η καθολικότητα της ερμηνευτικής τους ματιάς.

Δεν έχουμε ίσως συνηθίσει να βλέπουμε τον Κονδύλη ως μέρος της χορείας εκείνης των συγγραφέων που στοχάστηκαν –με ποικίλα εκφραστικά μέσα και τις όποιες εκάστοτε αξιώσεις– τις ιστορικές τύχες του νέου ελληνισμού και την πορεία του στον σύγχρονο κόσμο. Η χορεία αυτή περιλαμβάνει φυσιογνωμίες τόσο αλλότροπες ή και αντίγνωμες μεταξύ τους, όσο τον Ρήγα και τον Κοραή, τον Σολωμό και τον Ζαμπέλιο, τον Σεφέρη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Όταν δοκιμάσουμε να δούμε τον Κονδύλη ως ζωτικό τμήμα αυτής της παράδοσης, ως σημερινό της σταθμό που την εμβαθύνει στο παρόν και την προεκτείνει δυνητικά προς το μέλλον, ενδέχεται να διαπιστώσουμε ότι ακόμη και το γερμανόγλωσσο θεωρητικό του έργο αρδεύεται από μια δεξαμενή ιστορικής πείρας χαρακτηριστικά ελληνική, ότι φέρει δηλαδή χαραγμένα πάνω του τα σημάδια μιας ιθαγένειας όχι πάντα ευδιάκριτης για τον ξένο αναγνώστη. Ο Κονδύλης μιλούσε συχνά για τους υπαρξιακούς δεσμούς που τον συνέδεαν με την Ελλάδα. Και είναι πιθανό ότι η σκέψη του θα έπαιρνε εντελώς άλλο δρόμο, αν ο ίδιος δεν στράτευε τη νεότητά του στην υπόθεση της ελληνικής αριστεράς.

Όμως ο Κονδύλης είναι συγγραφέας Έλληνας και με μιαν άλλη έννοια – ακόμη κρισιμότερη κατά τη γνώμη μου. Κοινή είναι η διαπίστωση ότι η φιλοσοφική σκέψη στη νεώτερη Ελλάδα δεν γνώρισε ποτέ αξιοσημείωτη ανάπτυξη. Σε αντίθεση με άλλους τομείς του ελληνικού λόγου, που επειδή ίσως δεν έχασαν ποτέ εντελώς το νήμα της συνέχειας με την αρχαία και τη μεσαιωνική γραμματεία μας, έδωσαν ήδη από τον 19ο αιώνα σημαντικούς καρπούς –και εννοώ εδώ την νεοελληνική ποίηση και την νεοελληνική ιστοριογραφία–, η σκέψη του νέου ελληνισμού δεν έχει να επιδείξει έργα εφάμιλλα. Διαθέτουμε, για να φέρω το προφανέστερο παράδειγμα, έναν μεγάλο ρομαντικό ποιητή –τον Σολωμό– και έναν μεγάλο ρομαντικό ιστορικό –τον Παπαρρηγόπουλο– δεν διαθέτουμε όμως έναν συγκρίσιμης σημασίας ρομαντικό φιλόσοφο.

Ήδη ο νεοελληνικός διαφωτισμός, έγραφε ο Κονδύλης στα προλεγόμενα του ομότιτλου τόμου, «δεν δημιούργησε πρωτότυπες ιδέες». Οι εκπρόσωποί του

δανείστηκαν τις ιδέες τους από αντίστοιχα ευρωπαϊκά ρεύματα. Και ο δανεισμός αυτός, πάλι, ελάχιστα γόνιμος υπήρξε, από την καθαρά θεωρητική άποψη, πολύ περισσότερο γιατί οι ελληνικές πνευματικές ανάγκες ήσαν μάλλον ισχνές και μπορούσαν να ικανοποιηθούν από δεύτερο και τρίτο χέρι, όπως και από έργα δεύτερης και τρίτης σειράς: εδώ ανήκουν τα πλείστα απ’ όσα μεταφράζονται και διαβάζονται.

Και στο ίδιο κείμενο, μιλώντας για τη «γενική φυσιογνωμία της θεωρητικής σκέψης στην Ελλάδα των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων», θα προσθέσει ότι:

δεν γράφτηκε κανένα έργο με σοβαρές και ρηξικέλευθες αξιώσεις, παρά η θεωρητική παραγωγή πήρε άλλοτε τις πιο κωμικές κι άλλοτε τις πιο σουλουπωμένες όψεις του επαρχιωτισμού. Η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού εμποδίστηκε  με τη σειρά της από επίσης επαρχιωτικά συμπλέγματα και από υπεραναπληρωτικές εκλογικεύσεις, οι οποίες ευδοκίμησαν σ’ ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσε ουσιαστική άγνοια της διεθνούς πνευματικής ζωής… και  όπου συχνά επίσης η συχνά ταχύτατη άφιξη της τελευταίας πνευματικής μόδας γεννούσε την αυτάρεσκη ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα βρίσκεται κι αυτή στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων.

Η σκληρή αυτή διάγνωση, δημοσιευμένη πριν από τόσα χρόνια, ισχύει βεβαίως και σήμερα. Δεν ισχύει όμως απολύτως. Η παρουσία του ίδιου του Κονδύλη –αλλά και κάποιων άλλων στοχαστών, όπως ο παραγνωρισμένος και επί σειρά δεκαετιών ανέκδοτος στα ελληνικά Κώστας Παπαϊωάννου–, η παρουσία του ίδιου του Κονδύλη λοιπόν, την σχετικεύει. Και δείχνει ότι μια ουσιώδης ελληνική συνεισφορά στη διαμόρφωση της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης είναι εφικτή, με όρους ισοτιμίας και μακριά από κάθε λογής σύνδρομα μειονεξίας ή δήθεν υπεροχής.

Ο Κονδύλης είναι κατά τη γνώμη μου Έλληνας στοχαστής και γι’ αυτόν το λόγο. Επειδή το έργο του είναι δυνατόν να αποτελέσει τον σκληρό πυρήνα ενός νεοελληνικού φιλοσοφικού κανόνα, το νοερό επίκεντρο ενός λόγου πρωτογενούς και αυθυπόστατου, ικανού να θέσει για λογαριασμό μας τα μείζονα φιλοσοφικά και πολιτικά ερωτήματα της εποχής. Το ότι το ίδιο αυτό έργο είναι επιπλέον και διεθνές –ένας από τους ζωτικούς διαύλους που διαθέτουμε για να επικοινωνούμε με τον κόσμο των δυτικών ιδεών–, μόνο ευτύχημα μπορεί να θεωρείται.

(2008)

[1] Φ. Γκέρχαρτ, «Σκέψη και Απόφαση. Δοκίμιο για τον Παναγιώτη Κονδύλη», Νέα Εστία, τχ. 1736, Ιούλιος-Αύγουστος 2001, σ. 30-46, υποσ. 26.

Πηγή: https://neoplanodion.gr

(Εμφανιστηκε 362 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.