13 Νοεμβρίου 2022 at 11:25

Η ορφανή εκστρατεία

από

Η ορφανή εκστρατεία

Η  «μικρά πλην εκσυγχρονιστική Ελλάς» απέναντι στην εποποιΐα του 1919-1922

Του Νικόλα Δημητριάδη

Το 1922 τερματίστηκε με τον πλέον οδυνηρό τρόπο η τριετής Μικρασιατική Εκστρατεία, η οποία αποτελούσε το τελευταίο επεισόδιο τις εκατόχρονης προσπάθειας του υπόδουλου ελληνισμού για απελευθέρωση και εθνική αποκατάσταση. 100 χρόνια μετά, η εκστρατεία αυτή, καθώς και η ιδεολογία που τη γέννησε, παραμένει πολιτικά ορφανή. Ο μικροελλαδισμός, εκ φύσεως εσωστρεφής και δυνάμει εμφυλιοπολεμικός, έχει θριαμβεύσει στο ιδεολογικό πεδίο: Η Μεγάλη Ιδέα κρίνεται στην καλύτερη περίπτωση ως ουτοπική και στη χειρότερη ως ιμπεριαλιστική.

Το 1922 τερματίστηκε με τον πλέον οδυνηρό τρόπο η τριετής Μικρασιατική Εκστρατεία, η οποία αποτελούσε το τελευταίο επεισόδιο τις εκατόχρονης προσπάθειας του υπόδουλου ελληνισμού για απελευθέρωση και εθνική αποκατάσταση.
Το 1922 τερματίστηκε με τον πλέον οδυνηρό τρόπο η τριετής Μικρασιατική Εκστρατεία, η οποία αποτελούσε το τελευταίο επεισόδιο τις εκατόχρονης προσπάθειας του υπόδουλου ελληνισμού για απελευθέρωση και εθνική αποκατάσταση.

Η αθηναϊκή ολιγαρχία, οι οπαδοί της «μικράς πλην τίμιας Ελλάδας» ήταν εξ αρχής αντίθετοι με τη μικρασιατική προοπτική του ελληνικού κράτους, ακόμη και πριν τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Μία Μεγάλη Ελλάδα θα μετατόπιζε υποχρεωτικά το κέντρο βάρους του ελληνικού κράτους στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, στη Σμύρνη και, ακολούθως, την Κωνσταντινούπολη. Σε ένα τέτοιο κράτος, οι διάφοροι σπιθαμιαίοι μικροκομματάρχες και παραγοντίσκοι δεν είχαν μέλλον. Έτσι, οι πλήρως απαξιωμένοι το 1914 παλαιοκομματικοί πολιτικοί, εξαρχής συσπειρώθηκαν γύρω από τον θρόνο και το Επιτελείο προκειμένου να επιβιώσουν πολιτικά και να διατηρήσουν την επιρροή τους. Η μέριμνά τους ήταν η διατήρηση του ελληνικού κρατικού μηχανισμού, εχθρός τους ήταν ο Βενιζέλος και οι δυνάμεις που εκπροσωπούσε. Για όλους αυτούς, η γερμανοφιλία του Κωνσταντίνου απεδείχθη πολιτικά σωτήρια, ενώ η επιχειρηματολογία του Μεταξά έδωσε την απαραίτητη ιδεολογική κάλυψη.

Για το ετερόκλητο αυτό πλήθος, που διαμόρφωσε σταδιακά το στρατόπεδο του «αντιβενιζελισμού», η Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν τάχα εξ αρχής καταδικασμένη να αποτύχει (και, άρα, η γενοκτονία του μικρασιατικού Ελληνισμού αναπόφευκτη). Γι’ αυτούς, την ώρα που γκρεμίζονταν αυτοκρατορίες και συνέβαιναν κατακλυσμιαίες αλλαγές που άλλαξαν τον χάρτη της περιοχής για πάντα, οι Ελλαδίτες όφειλαν να κάτσουν φρόνιμα στα στενά όρια του κράτους τους, να κλείσουν τα αυτιά τους στις σειρήνες της Μεγάλης Ιδέας και να ησυχάσουν, ασχολούμενοι με τα του οίκου τους. Όπως ήλπιζε ο Μεταξάς, γράφοντας στο ημερολόγιό του στις 5 Αυγούστου 1914: «Έάν ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου κριθῇ δι’ ἀποφασιστικῶν μαχῶν ἡ τύχη τοῦ πολέμου καὶ συμμαχήσωμεν μὲ τοὺς Τούρκους ἤ μᾶλλον συμβιβασθῶμεν, τότε εἰμπορεῖ νὰ εἴμεθα ησυχώτεροι…». Όσο για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, αυτοί έπρεπε να ελπίζουν στην… καλή διαγωγή των Τούρκων και τις ανάλογες διαβεβαιώσεις που ζητούσε (ματαίως) από τον Κάιζερ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ώστε να τις χρησιμοποιήσει ως αντίβαρο στις υποσχέσεις της Αντάντ.

Η αντίληψη αυτή επιβιώνει μέχρι σήμερα, παρ’ότι οι πολιτικοί και ιδεολογικοί απόγονοι του αντιβενιζελισμού, μετά το 1981, έχουν απωλέσει την προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία και τον κρατικό μηχανισμό. Όμως, στην Ελλάδα η πολιτική ταυτότητα υπερβαίνει και επικαθορίζει όλα τα υπόλοιπα. Έτσι, για τη συντηρητική Δεξιά, προέχει η υπεράσπιση των «ιερών τοτέμ» της παράταξης: του Κωνσταντίνου και του Μεταξά. Γενιές συντηρητικών δεξιών θα υποχρεωθούν να απαρνηθούν τη Μεγάλη Ιδέα, να γυρίσουν την πλάτη στο δράμα του μείζονος Ελληνισμού και να ενστερνιστούν την ιδεολογία του μικροελλαδικού κράτους, μόνο και μόνο για να μην σπιλωθεί η υστεροφημία του «κυβερνήτη».

***

Ελληνικός Στρατός στον Σαγγάριο. Αύγουστος 1921.
Ελληνικός Στρατός στον Σαγγάριο. Αύγουστος 1921.

Για την κομμουνιστική Αριστερά τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα, καθώς η αντίθεσή της στη Μικρασιατική Εκστρατεία αποτελεί το «προπατορικό αμάρτημά» της. Ενώ οι πρώτοι σοσιαλιστές και γενικότερα οι προοδευτικοί Έλληνες της εποχής, από τους ριζοσπάστες και τον Παπαναστασίου μέχρι τον Φιλάρετο και τους αγροτιστές θα συνταχθούν με τη Μεγάλη Ιδέα, το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) τάχθηκε εναντίον της, υπηρετώντας την εξωτερική πολιτική της «Μεγάλης Σοσιαλιστικής Πατρίδας» (η οποία την ίδια στιγμή, σοσιαλιστικότατα φερόμενη, παρέδιδε τη μισή Αρμενία στον Κεμάλ, λίγες μέρες αφότου ο τελευταίος είχε δολοφονήσει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας…).  Άλλωστε, το ΚΚΕ υπερηφανευόταν μετά την Καταστροφή ότι ήταν «το μόνο κόμμα που καταδίκασε τον πόλεμο της Μικρασίας και αγωνίστηκε για να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα».

Ολόκληρο το ιδεολογικό οικοδόμημα του ΚΚΕ θα χτιστεί κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όταν το προσφυγικό ζήτημα ήταν κυρίαρχο στην Ελλάδα. Οι επιλογές του κόμματος σφράγισαν τη μετέπειτα ιδεολογική εξέλιξή του: η απόρριψη της Μεγάλης Ιδέας κατέστη τρόπον τινά ο γενέθλιος μύθος του, και άρα η υπέρβασή της είναι απείρως δυσκολότερη. Μοιραία, λοιπόν, έναν αιώνα μετά ψελλίζει ακόμη τις ίδιες ασυναρτησίες περί «ιμπεριαλιστικής εκστρατείας» και περί του κακού εθνικισμού, ελληνικού και τουρκικού, που προκάλεσε όλα τα δεινά στην ως τότε ειδυλλιακή και ανεκτική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Φταίνε οι κακοί δεξιοί εκατέρωθεν, ο Βενιζέλος και ο Κεμάλ, που φανατίσανε τους δύο αδελφικούς λαούς. Όλη η ιστορία των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων, των διωγμών και των σφαγών προ του 1912 εξαφανίζεται μεμιάς. Η σημερινή Αριστερά, εμποτισμένη από τον εθνομηδενισμό είναι αδύνατο να ξεφύγει από το ιδεολογικό αυτό σχήμα.

Η αθηναϊκή ολιγαρχία, οι οπαδοί της «μικράς πλην τίμιας Ελλάδας» ήταν εξ αρχής αντίθετοι με τη μικρασιατική προοπτική του ελληνικού κράτους, ακόμη και πριν τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Μία Μεγάλη Ελλάδα θα μετατόπιζε υποχρεωτικά το κέντρο βάρους του ελληνικού κράτους στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, στη Σμύρνη και, ακολούθως, την Κωνσταντινούπολη.
Η αθηναϊκή ολιγαρχία, οι οπαδοί της «μικράς πλην τίμιας Ελλάδας» ήταν εξ αρχής αντίθετοι με τη μικρασιατική προοπτική του ελληνικού κράτους, ακόμη και πριν τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Μία Μεγάλη Ελλάδα θα μετατόπιζε υποχρεωτικά το κέντρο βάρους του ελληνικού κράτους στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, στη Σμύρνη και, ακολούθως, την Κωνσταντινούπολη.

***

Οι δύο αυτές πλευρές, η συντηρητική Δεξιά και η κομμουνιστική Αριστερά, συναντήθηκαν στην αντίθεσή τους στη Μεγάλη Ιδέα. Δεν είναι τυχαίο ότι εντέλει συνασπίστηκαν και εκλογικά, για να φέρουν το 1920 την εκλογική ήττα του Βενιζέλου (μαζί, βέβαια, με τις ψήφους των Τούρκων, των Βουλγάρων και των Εβραίων της χώρας). Όμως οι δύο αυτές πλευρές κυριάρχησαν και ιδεολογικά, στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, καθώς αποτέλεσαν τους δύο ιδεολογικούς πόλους του Εμφυλίου.

Η επέτειος των 100 χρόνων από την Καταστροφή, μόλις έναν χρόνο μετά την επέτειο των 200 ετών της Παλιγγενεσίας, αποτελούσε, λοιπόν, μία μεγάλη ευκαιρία να επαναδιαπραγματευθούμε την πρόσφατη ιστορία μας και να θέσουμε τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη. Διότι, αν η Δεξιά και η Αριστερά αποστρέφουν το πρόσωπό τους από τη Μικρασιατική Εκστρατεία, το ίδιο βλέπουμε να συμβαίνει πλέον και με τον πολιτικό χώρο του Κέντρου, από τη μη κομμουνιστική Αριστερά μέχρι τη φιλελεύθερη Δεξιά, που στο παρελθόν διεκδικούσε για τον εαυτό του την πολιτική κληρονομιά του Βενιζέλου.

Ο ιδεολογικός θρίαμβος του μικροελλαδιτισμού είναι και εδώ απόλυτος: Έχει καταστεί πλέον κοινός τόπος ότι η Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία. Ένα «αναγκαίο κακό» ίσως, που, όμως, δεν θα μπορούσε ποτέ να ευοδωθεί. Ήταν μία «υποχρέωση» που έπρεπε να βγάλουμε, χωρίς να την πιστεύουμε ή να την επιδιώκουμε. Με προδιαγεγραμμένο τέλος: να φύγει το «βαρίδι» του μικρασιατικού Ελληνισμού, για να μπορέσουμε απερίσπαστοι να ασχοληθούμε με τα καθ’ ημάς.

Οι φιλοβενιζελικοί ιστορικοί αφήνουν κατά μέρος τη στρατιωτική εποποιία του 1919-1922 και προτιμούν να επικεντρωθούν στο εσωτερικό, μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου. Εν τέλει προκρίνουν έναν «ξεδοντιασμένο» και «εξημερωμένο» βενιζελισμό: κρατούν τις εσωτερικές, κοινωνικές πτυχές του, απεμπολώντας τις εξωτερικές, εθνικοαπελευθερωτικές. Οι οπαδοί της «μικράς πλην εκσυγχρονιστικής Ελλάδας» αδυνατούν να αγκαλιάσουν ολόκληρη την πολιτική κληρονομιά του Βενιζέλου. Και επειδή η αποδόμηση της Μεγάλης Ιδέας είναι δύσκολη –πώς να δικαιολογήσεις μία γενοκτονία;– η ύστατη γραμμή άμυνας των πολέμιών της παραμένει η ντε φάκτο αδυναμία της στρατιωτικής επιβολής της. Η επιχειρηματολογία του Μεταξά για το αδύνατο της επιτυχίας της εκστρατείας επανέρχεται και είναι σήμερα το ύστατο επιχείρημα όσων προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα όσα έγιναν: τον Διχασμό, την ήττα, τη γενοκτονία.

Το ελληνικό θωρηκτό «Αβέρωφ»
Το ελληνικό θωρηκτό «Αβέρωφ»

Παρατηρούμε, λοιπόν, μία αδιανόητη «παλινόρθωση» του Βασιλιά Κωνσταντίνου και του Ιωάννη Μεταξά, από τους ίδιους τους ιδεολογικούς αντιπάλους τους. Με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους που, έναν χρόνο πριν, στους εορτασμούς για τα 200 χρόνια της Παλιγγενεσίας είχαμε μία «παλινόρθωση» των κοτζαμπάσηδων και του Μαυροκορδάτου, και μία παράλληλη εκστρατεία δαιμονοποίησης του Κολοκοτρώνη και του Καποδίστρια.

Εντέλει, θα πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε τα «κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» και να αποδεχθούμε τα τετελεσμένα της πρόσφατης ιστορίας μας ως αναπόφευκτα. Ο ελληνισμός δεν θα μπορούσε να πετύχει τίποτε περισσότερο από τα όσα πέτυχε: Να γίνει ένα μικρό κράτος, του οποίου οι μόνες αξιώσεις μπορεί να αφορούν στην επιτυχή ενσωμάτωση κάποιων δυτικοευρωπαϊκών πολιτικών και κοινωνικών θεσμών. Εκεί τελειώνει ο ορίζοντάς μας. Βολευτήκαμε στα στενά όρια του κράτους μας (ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, στα στενά όρια της πρωτεύουσάς του). Γι’ αυτό και προτιμάμε να αγνοούμε τα μεγέθη που εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να έχει ο Ελληνισμός. Γι’ αυτό αντιμετωπίζουμε την Κύπρο ως βαρίδι (όπως δηλαδή αντιμετώπιζαν τον μικρασιατικό Ελληνισμό οι αντιβενιζελικοί), γι’ αυτό αδιαφορούμε για τους Έλληνες των γειτονικών κρατών, γι’ αυτό υποτιμούμε το κύρος και την επιρροή της Ορθοδοξίας και της ομογένειας. (Μην πάμε μακρυά – αρκεί να δούμε την αντιμετώπιση που έχει διαχρονικά από την Πολιτεία η Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού). Γι’ αυτό και, από το 1922 ως σήμερα, ο μείζων Ελληνισμός απασχολεί το ελληνικό κράτος μόνον όταν ξεριζώνεται. Είτε στην Πόλη, είτε στην Αίγυπτο, είτε στην κατεχόμενη Κύπρο, είτε στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, τον Καύκασο και, τελευταία, σήμερα, στην Αζοφική. Μα, πού βρέθηκαν όλοι αυτοί οι Έλληνες; Νομίζαμε ότι η Συνθήκη της Λωζάνης τακτοποιούσε τα πράγματα και θα μπορούσαμε, επιτέλους, να «ησυχάσουμε». Κι όμως, κάθε λίγα χρόνια ο μείζων Ελληνισμός μάς χτυπάει την πόρτα.

Εν τέλει, το τραύμα του 1922 επουλώθηκε με τον ιδεολογικό μας ακρωτηριασμό, που ακολούθησε τον γεωγραφικό. Και η εποποιία του 1919-1922, που έφθασε ένα βήμα πριν την ευτυχή ολοκλήρωση του Αγώνα που είχε ξεκινήσει έναν αιώνα πριν, παραμένει μία σελίδα της ιστορίας μας που μας προκαλεί –στην καλύτερη περίπτωση– αμηχανία. Η Μεγάλη Ιδέα, και η εκστρατεία που θα την πραγματοποιούσε, παραμένει ιδεολογικά ορφανή.

«Ενθύμιον». Έλληνας στρατιώτης στο Αφιόν Καρά Χισάρ.
«Ενθύμιον». Έλληνας στρατιώτης στο Αφιόν Καρά Χισάρ.

Πηγή: https://ardin-rixi.gr

(Εμφανιστηκε 210 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.