18 Ιουνίου 2022 at 00:46

Πίτερ Μάκριτζ: «Κοιτάτε προς τα πίσω, χάνετε το μέλλον»

από

Πίτερ Μάκριτζ: «Κοιτάτε προς τα πίσω, χάνετε το μέλλον»

Έφυγε από τη ζωή, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο, ο σπουδαίος ελληνιστής Πίτερ Μάκριτζ. (17 Ιουνίου 2022). Πριν από λίγο καιρό, o σπουδαίος Βρετανός ελληνιστής, είχε λάβει τιμητικά την ελληνική υπηκοότητα. Ο Μάκριτζ θεωρείται ο βαθύτερος γνώστης της νέας ελληνικής γλώσσας, λογοτεχνίας και φιλολογίας στη Βρετανία, έχοντας εκδώσει πλήθος συγγραμμάτων και μελετών, αρκετά από τα οποία διδάσκονται σε Πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κορυφαία έργα του θεωρούνται η μονογραφία «Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» (εκδόσεις Πατάκη, 2013) και η περιγραφική ανάλυση της κοινής νεοελληνικής με τίτλο «Η νεοελληνική γλώσσα» (Εκδόσεις Πατάκη, 1990). Αξιομνημόνευτη είναι η έρευνά του για τις διαλέκτους της νέας ελληνικής και το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα.
Ο Πίτερ Μάκριτζ γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946. Φοίτησε στο St. John’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, όπου σπούδασε νεοελληνική και γαλλική φιλολογία. Με υποτροφία από το Queen’s College του ίδιου Πανεπιστημίου έζησε τα χρόνια 1969-1972 στην Αθήνα, όπου έκανε έρευνα για τη διδακτορική διατριβή του, που είχε ως θέμα το ελληνικό μυθιστόρημα του μεσοπολέμου. Από το 1973 ως το 1980 ήταν Lecturer Νεοελληνικής Φιλολογίας στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, ενώ από το 1981 ως τη συνταξιοδότησή του, το 2004, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου ήταν επίσης εταίρος του St. Cross College.

Ο Πίτερ Μάκριτζ γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946. Φοίτησε στο St. John's College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, όπου σπούδασε νεοελληνική και γαλλική φιλολογία.
Ο Πίτερ Μάκριτζ γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946. Φοίτησε στο St. John’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, όπου σπούδασε νεοελληνική και γαλλική φιλολογία.


Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, και δημοσίευσε άρθρα για το Σολωμό, τον Καρυωτάκη, το προπολεμικό και μεταπολεμικό ελληνικό μυθιστόρημα και την ποντιακή διάλεκτο. Επίσης, επιμελήθηκε την έκδοση των μυθιστορημάτων «Eroica» και «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη στη σειρά «Νεά Ελληνική Βιβλιοθήκη» των εκδόσεων Ερμής, αρχικά, και στη συνέχεια Εστία. Είχε ταξιδέψει σε πολλά μέρη της Ελλάδας, την οποία θεωρούσε δεύτερη πατρίδα του.

Ο ελληνιστήςομότιμος καθηγητής της Οξφόρδης μιλάει για την ελληνική γλώσσα, τη βρίσκει πιο πλούσια από παλιά, δυναμική και ευέλικτη, και τη συνδέει με την εθνική ταυτότητα.

Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 23 Μαρτίου του 2013.

Μπασκόζος Γιάννης Ν.

[….]

Οι Έλληνες δεν έχουν να φοβούνται τίποτε σχετικά με τη γλώσσα τους, που είναι ευέλικτη, πλούσια και δυναμική, λέει ο Πίτερ Μάκριτζ, ομότιμος καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976 (εκδ. Πατάκης) εξηγεί γιατί η γλωσσική διαμάχη απέκτησε τέτοια πολιτική βαρύτητα στην Ελλάδα και ποιες αλλαγές επέφεραν οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις στη σημερινή γλώσσα μας. Το θέμα του βιβλίου είναι ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα που η ανάδυση μιας πολυπολιτισμικής Ελλάδας θέτει αναπόφευκτα το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας σε μια νέα βάση.

Κύριε καθηγητά, τι είναι για εσάς η εθνική ταυτότητα;

«Είναι σημαντικό ένα έθνος, ένας λαός, να έχει τη δική του ταυτότητα, αρκεί να μη δίνει αυτή η ταυτότητα κάποια αίσθηση ανωτερότητας αυτού του λαού έναντι των γειτόνων του. Στην Αγγλία έχουμε πικρή πείρα από την “αγγλική ταυτότητα”, όπου ως και πριν από μερικές δεκαετίες, λόγω της ισχύος της αποικιοκρατίας, οι Άγγλοι πίστευαν ότι ήταν ανώτερος λαός. Βέβαια κάτι ανάλογο θα έπρεπε να έχει εκλείψει εδώ και καιρό, αλλά δυστυχώς βλέπουμε να αναβιώνει σε ορισμένες περιοχές. Η εθνική ταυτότητα περιλαμβάνει τις ιστορικές μνήμες από το παρελθόν για τα κατορθώματα ενός λαού. Πρόκειται για ένα υγιές αίσθημα περηφάνιας αλλά και παρηγοριάς για έναν λαό που υποφέρει, όπως υποφέρει σήμερα ο ελληνικός λαός. Αρκεί να μην περιοριστεί αυτή η περηφάνια στο παρελθόν αλλά να είναι μια δύναμη και για το παρόν, πράγμα δύσκολο σε κρίσιμες συνθήκες, αλλά δεν είμαι ο αρμόδιος για να σας δώσω συμβουλές».

Θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει τη γλωσσική διαμάχη;

«Η πηγή της γλωσσικής διαμάχης στην Ελλάδα είχε ως αφορμή την υπερβολική προσκόλληση στο παρελθόν, γι’ αυτό οι Έλληνες είχαν την καθαρεύουσα, την αρχαϊκή και όχι την καθομιλουμένη, τη δημοτική. Το γλωσσικό ζήτημα ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις ανασταλτικός παράγοντας, καθώς εμπόδισε τους Έλληνες να μπουν στη νεωτερικότητα για πολλές δεκαετίες, ιδίως στην αρχή του 20ού αιώνα. Αν οι Έλληνες είχαν επιλέξει τη δημοτική γλώσσα από την αρχή του ελληνικού κράτους, θα προόδευαν γρηγορότερα, και στην οικονομία και στους κοινωνικούς θεσμούς, αλλά και η πολιτική ζωή θα γινόταν ώριμη πιο νωρίς. Βέβαια το γλωσσικό ζήτημα δεν είναι η αιτία αλλά ένα σύμπτωμα προσκόλλησης στο παρελθόν».

Υπήρχε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη για αυτή τη διαμάχη;

«Στο ξεκίνημα του ελληνικού κράτους χρειάζονταν πολλές νέες λέξεις και όροι που δεν υπήρχαν στην καθομιλουμένη αλλά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λέξεις από την αρχαϊκή ή την καθαρεύουσα και να ενσωματωθούν στη γλώσσα, χρησιμοποιώντας όμως το γραμματικό σύστημα της δημοτικής. Σπαταλήθηκαν πολλές δυνάμεις από τους καλύτερους διανοουμένους σε διαμάχες, άρθρα, βιβλία – χαμένος κόπος κατά κάποιον τρόπο. Έπρεπε να δημιουργηθεί λίγο πριν και λίγο μετά την Επανάσταση μια επίσημη γραπτή γλώσσα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και επισήμως στον επιστημονικό λόγο. Το μεγάλο λάθος του Κοραή και των καθαρευουσιάνων ήταν ότι ναι μεν ήθελαν να εμπλουτίσουν την ελληνική γλώσσα για να καλύψουν τις ανάγκες μιας σύγχρονης γλώσσας, αλλά παράλληλα ήθελαν να επιβάλουν στοιχεία της γραμματικής από την αρχαία γλώσσα. Η χρήση της δημοτικής γραμματικής κατάντησε να θεωρείται στοιχείο αμάθειας και χυδαιότητας. Λάθος, ανοησίες».

Πώς βλέπετε τη σημερινή ελληνική γλώσσα με τα μεικτά στοιχεία της;

«Είναι αξιοθαύμαστο ότι σήμερα, παρ’ όλη αυτή την ιστορική διαμάχη, η ελληνική γλώσσα είναι υγιέστατη. Είναι ευέλικτη, πλούσια σε λέξεις, μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες της χώρας. Πολλοί Έλληνες φοβούνται ότι απειλείται από δύο παράγοντες: την αγγλική γλώσσα, επειδή θεωρούν ότι θέλει να παραγκωνίσει την ελληνική, και τις δάνειες λέξεις από τα αγγλικά, επειδή την υπονομεύουν. Δεν ευσταθεί, κατά τη γνώμη μου, κανένας από τους δύο φόβους. Μου κάνει εντύπωση η καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους νέους στο Διαδίκτυο σε σχέση με τη χρήση της αγγλικής από τα αγγλόπαιδα. Υπάρχουν πολλές απειλές στη χρήση της γλώσσας σε όλον τον κόσμο, κυρίως από την επίθεση που δέχεται από τον κόσμο της εικόνας και του Διαδικτύου. Αλλά είναι ένας κοινός κίνδυνος για όλες τις γλώσσες. Όσο για τις προσμείξεις, δεν τις φοβάμαι. Μην ξεχνάτε ότι και η αρχαία ελληνική γλώσσα είχε προσμείξεις με ξένες λέξεις. Δεν υπάρχει μια απόλυτα καθαρή γλώσσα, όπως δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα καθαρή φυλή. Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Το πρόβλημα με τα ελληνικά είναι ότι τα ουσιαστικά που έχουν εισαχθεί από την αγγλική και παλαιότερα από τη γερμανική γλώσσα είναι άκλιτα. Το θέμα είναι ότι οι δάνειες λέξεις δεν συμπεριφέρονται όπως οι άλλες και οι Έλληνες πρέπει να βρουν έναν τρόπο να επιλύσουν αυτό το ζήτημα. Πιθανόν κάποιες να παραμείνουν άκλιτες. Κάποια πρόοδος έχει σημειωθεί τελευταία, π.χ. τα ονόματα που λήγουν σε “α” κλίνονται στη γενική. Δεν βρίσκω τον λόγο να μην κλίνονται κάποιες ξένες λέξεις αν προσιδιάζουν στις αντίστοιχες ελληνικές».

Αυτό που φοβούνται οι εθνικιστές στην Ελλάδα είναι ότι οι μετανάστες και η πολυπολιτισμική κοινωνία θα αλλοιώσουν και θα διαβρώσουν τη γλώσσα μας.

«Αυτή η πρόσμειξη της ελληνικής κοινωνίας με τους μετανάστες έγινε πολύ γρήγορα. Οι μετανάστες μαθαίνουν τα ελληνικά με διάφορους ρυθμούς, αλλά τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα μαθαίνουν τα ελληνικά σωστά και έχουμε περιπτώσεις παιδιών μεταναστών που αριστεύουν. Όταν μιλάς μια γλώσσα, παίρνεις ταυτόχρονα και τα στοιχεία του πολιτισμού που αυτή κουβαλάει. Περνώντας τα χρόνια, τα παιδιά των παιδιών των μεταναστών θα είναι ολοκληρωτικά Έλληνες. Η εκμάθηση της γλώσσας είναι ο ασφαλέστερος τρόπος ένταξης των μεταναστών στον πολιτισμό και στην κοινωνία μιας χώρας. Το κράτος πρέπει να ενθαρρύνει τους μετανάστες να μαθαίνουν τη γλώσσα».

Ένα τμήμα των διανοουμένων και των μικρών εκδοτικών οίκων γοητεύεται ακόμη από το πολυτονικό. Μήπως ήταν λάθος που το εγκαταλείψαμε;

«Δεν νομίζω. Πιστεύω ότι ο καθένας θα πρέπει να είναι ελεύθερος να γράφει με όποιο σύστημα θέλει. Το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει κάτι τέτοιο. Το μονοτονικό είναι το πιο βολικό σε σχέση με τους πολύπλοκους κανόνες του πολυτονικού. Και παλαιότερα λίγα παιδιά μάθαιναν σωστά το πολυτονικό. Για λόγους εκπαίδευσης και συνεννόησης είναι επιβεβλημένο το μονοτονικό. Σας θυμίζω ότι το πολυτονικό δεν χρησιμοποιούνταν στην αρχαία εποχή. Είναι γέννημα της βυζαντινής εποχής».

«Η νέα ελληνική πιο πλούσια από την αρχαία»

Ο καθηγητής Ρόντρικ Μπίτον έχει γράψει ότι μερικές φορές «η προσοχή μας μετατίθεται από τη σημασία των λέξεων στην υπόστασή τους». Ο Πίτερ Μάκριτζ συμφωνεί με αυτή την άποψη.

«Αν δείτε στο Διαδίκτυο, σε πολλούς ιστότοπους κάποιοι αντιγράφουν ή επαναλαμβάνουν ορισμένους μύθους για την ελληνική γλώσσα» λέει.

«Όπως ότι “η ελληνική γλώσσα έχει έξι εκατομμύρια λέξεις”, κάτι που είναι φαντασίωση. Υπάρχουν πολλές ανακρίβειες για τη γλώσσα. Σε αυτό φταίνε οι παλιοί δάσκαλοι που δίδασκαν στα παιδιά ότι η ελληνική γλώσσα είναι η πιο πλούσια, η πρώτη στον κόσμο και άλλες υπερβολές. Η ελληνική γλώσσα είναι οπωσδήποτε πλούσια, αλλά δεν είναι μοναδική. Κάποιος γλωσσολόγος έχει μετρήσει και βρει ότι η νέα ελληνική γλώσσα περιέχει πολύ περισσότερες λέξεις από την αρχαία ελληνική, δηλαδή είναι πιο πλούσια. Οι Έλληνες μερικές φορές μιλούν για τους αρχαίους και την αρχαία ελληνική γλώσσα και δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους, δεν βλέπουν τον κόσμο μέσα στον οποίον ζουν, τη νέα ελληνική γλώσσα. Η νέα ελληνική γλώσσα έχει ενσωματώσει τις αρχαίες λέξεις και έχει δημιουργήσει εκατοντάδες καινούργιες λέξεις. Μη φτάνουμε στο ανέκδοτο από την ταινία “Γάμος α λα ελληνικά” με τον Έλληνα πατέρα που πίστευε ότι όλες οι λέξεις του κόσμου έχουν ελληνική ρίζα και έλεγε ως παράδειγμα ότι το “κιμονό” προέρχεται από τον χειμώνα. Αλλά και στην Τουρκία παρατηρείται η ίδια αρρώστια: υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να αποδείξουν ότι όλες οι λέξεις του κόσμου προέρχονται από την τουρκική. Αυτό εξυπηρετεί μια πολιτική, δεν έχει σχέση όμως με τη γλωσσολογία».

Πηγή: https://www.tovima.gr

(Εμφανιστηκε 531 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.