19 Αυγούστου 2021 at 16:33

Κωστής Παπαγιώργης: Η ανάγκη να βγεις έξω από το σπίτι

από

Κωστής Παπαγιώργης: Η ανάγκη να βγεις έξω από το σπίτι

Η έξοδος από το σπίτι, το περιπαθές πέρασμα από τον ιδιωτικό χώρο στον δημόσιο είναι πάγια επιθυμία του μοντέρνου ατόμου. Βγαίνεις έξω, για να δεις και να σε δουν. Το βλέμμα είναι το μέγα πλαγκτόν της αστικής ζωής.

Του Κωστή Παπαγιώργη

Η ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ διανομή πίτσας, καθώς λέγεται, ήταν πατέντα των μαφιόζων σε Ιταλία και ΗΠΑ. Οι παράνομοι, καταζητούμενοι ή απλώς ύποπτοι δεν πρέπει να εκτίθενται σε κοινή θέα – πιτσαρίες και εστιατόρια. Όντας σε κοινή θέα μπορεί να γίνεις και κοινός στόχος των αντιπάλων. Καλύτερα λοιπόν να κρύβεσαι στο σπίτι, να τρως φαγητό που σερβίρεται μέσα σε χαρτόνι, παρά να σε σημαδεύουν στα καλά καθούμενα. Όλοι θυμόμαστε στα έργα της μαφίας τις εκτελέσεις που γίνονται πίσω από τα παραβάν «φιλικών» εστιατορίων· ο μαφιόζος είναι άνθρωπος του δρόμου, της τράκας και της γαλαρίας, σπίτι του τι να κάνει; Βγαίνει με προφυλάξεις, πηγαίνει να συναντήσει τους συνενόχους του σε δικά τους φαγάδικα – εκεί ακριβώς του κλέβουν τον χρόνο με μια πιστολιά. Αντίθετα ο ακριβοθώρητος κινδυνεύει λιγότερο. Ωστόσο η έξοδος από το σπίτι, το περιπαθές πέρασμα από τον ιδιωτικό χώρο στο δημόσιο δεν είναι απλή ανάγκη· συνιστά πάγια επιθυμία του μοντέρνου ατόμου. Γι’ αυτό τα καφενεία, επινόηση του 19ου αιώνα, αποτέλεσαν κομψή επανάσταση στον καθημερινό βίο.

Ωστόσο η έξοδος από το σπίτι, το περιπαθές πέρασμα από τον ιδιωτικό χώρο στο δημόσιο δεν είναι απλή ανάγκη· συνιστά πάγια επιθυμία του μοντέρνου ατόμου. Γι' αυτό τα καφενεία, επινόηση του 19ου αιώνα, αποτέλεσαν κομψή επανάσταση στον καθημερινό βίο.
Ωστόσο η έξοδος από το σπίτι, το περιπαθές πέρασμα από τον ιδιωτικό χώρο στο δημόσιο δεν είναι απλή ανάγκη· συνιστά πάγια επιθυμία του μοντέρνου ατόμου. Γι’ αυτό τα καφενεία, επινόηση του 19ου αιώνα, αποτέλεσαν κομψή επανάσταση στον καθημερινό βίο.

Στο σπίτι περαστικός δεν λογίζεται. Ο δρόμος περνάει απέξω. Σου χτυπούν την πόρτα, λένε το όνομά τους, σε ειδοποιούν. Ακόμα κι αυτός που πάει φιρί-φιρί (θυρί-θυρί, από πόρτα σε πόρτα) βρίσκεται έξω, δεν βάζει πόδι μέσα στο οικιακό καταφύγιο. Συνεπώς ήταν πράξη μεγάλης ελευθερίας να στηθούν μαγαζιά όπου ο πάσα εις μπορεί να δείξει το πρόσωπό του, να βγάλει την αφεντομουτσουνάρα του σε κοινή θέα και να πλέξει την παρουσία του με την παρουσία των άλλων. Διόλου περίεργο ότι τα καφενεία, αρχικά, αποτελούσαν χώρο αμιγώς ανδρικό. Παιδιά, γυναίκες, παπάδες αποκλείονταν.

Το πρώτο πρόσωπο μονίμως περιθάλπεται στην κλινική του εμείς. Κανείς δεν μπορεί να σώσει τον άλλον, ούτε και τον εαυτό του άλλωστε, εντούτοις η συναναστροφή, ο συγχρωτισμός (το σάρκα με σάρκα) προσφέρεται σαν αντίλυτρο. Η συναναστροφή αποκρίνεται πονηρά στο εφήμερο· περισσότερο γήινες από τους άνδρες, οι γυναίκες κατορθώνουν να μετατρέπουν το φρούδο βίωμα σε ζωντανή οντότητα. Έξω καρδιά, δεν θα πεθάνουμε κιόλας!

Μάλιστα ο χαρακτήρας του καταστήματος όφειλε τη γοητεία του στο ποτό που προσφερόταν. Ο καφές είναι το ποτό της σκέψης. Η εσωτερική διέγερση που προκαλεί βρίσκεται στον αντίποδα του αλκοόλ. Κανείς δεν μέθυσε ποτέ με καφέ και τσάι· ο καφεπότης αρχίζει μια συζήτηση και την κρατάει επί ώρες· δεν κινδυνεύει εσωτερικά όπως οι οινοπότης που αλλιώς μπαίνει στο καπηλειό και αλλιώς εξέρχεται. Εξάλλου στα ήθη της Γαλλικής Επανάστασης τα καφενεία κράτησαν ρόλο πολιτικών εστιών. Ήταν φροντιστήρια πολιτικής μύησης, κάτι σαν επαναστατικά κοινοβούλια. Έπρεπε λοιπόν να κυλήσει πολύ νερό στην κοίτη του Σηκουάνα για να εμφανισθούν μέσα στα καφενεία γυναίκες, ελεύθερες από γάμο και οικογένεια, χωρίς κοινωνική ντροπή και φοβία, οι οποίες κατάργησαν με το έτσι θέλω το μονοπώλιο των ανδρών. Ακόμη και στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, στην ελεύθερη ζώνη του Παρισιού, η Σιμόν ντε Μποβουάρ προκαλούσε μικρά σκάνδαλα καθώς συνόδευε τον Σαρτρ στα αγαπημένα του καφενεία.

ΕΦΟΣΟΝ ΟΠΟΥ συνευρίσκονται οι άνθρωποι ανοίγει πηγάδι άπατο, απαιτείται ειδική παρατηρητικότητα για να συλλάβουμε την άδηλη εσωτερική σκηνοθεσία των πελατών. Τι κάνουν; Κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Δείχνουν μπούστο δηλαδή, με τα χέρια αεικίνητα (τσιγάρα, κούπες, νεροπότηρα, νεύματα), τα κεφάλια να περιστρέφονται σαν ραντάρ και το κατωκόρμι -ειδικά τα πόδια- σιωπηλά και εξουδετερωμένα. Ο χρόνος της συνεύρεσης δεν αφορά την εργασία, τη συγκέντρωση, το απερίσπαστο, απεναντίας είναι χρόνος περισσευούμενος, αφιερωμένος στην ηδονική σπατάλη, καθώς η περιέργεια και η χαριτωμένη αερολογία έχουν το πάνω χέρι. Στο καφενείο -στου Ζόναρς ή στου Γιαννάκη, παλαιότερα- πας για να δεις και να σε δουν. Το βλέμμα είναι το μέγα πλαγκτόν της αστικής ζωής· ό,τι βλέπεις κι ό,τι βλέπουν οι άλλοι τσεκάρεται λεπτομερώς. Αν φανταστούμε ένα έρημο καφενείο, μόνο με μια παρέα, χωρίς λοιπό οπτικό υλικό, ουσιαστικά περιγράφουμε μιαν τρανταχτή αποτυχία. Αντίθετα, μια αίθουσα όπου τα γκαρσόνια τρέχουν και δεν προλαβαίνουν, όπου τραπέζι διαθέσιμο δεν υπάρχει και από κάθε γωνιά ανεβαίνει κατά κύματα το κουβεντολόι, η ουσία του καφενείου είναι παρούσα. Ένα μικρό τμήμα της ανθρωπότητας παριστάνει όλη την ανθρωπότητα. Άπασα η πόλη ήρθε να πιει νερό στο τραπέζι μας.

Ο Εαυτός, Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτης
Ο Εαυτός, Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτης

Το πραγματικό, μην το ξεχνάμε, δεν έχει καταστατική τάξη. Είναι παιχνίδι, διαρκής παρουσία μιας αδιευκρίνιστης απουσίας, κακομεταφρασμένη αιωνιότητα που τρέφεται με τη γλαφυρή ρουφιανιά της στιγμής. Κάθε φτήνια έχει την ακρίβεια της, κάθε συναίσθημα ανήκει στην πανίσχυρη τράπεζα της ψυχής. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι το επιμέρους πρόσωπο μοιάζει λειψό, ενώ όλοι μαζί απολαμβάνουν το δικαίωμα αυτοπροστατευόμενης ευφυΐας; Το πρώτο πρόσωπο μονίμως περιθάλπεται στην κλινική του εμείς. Κανείς δεν μπορεί να σώσει τον άλλον, ούτε και τον εαυτό του άλλωστε, εντούτοις η συναναστροφή, ο συγχρωτισμός (το σάρκα με σάρκα) προσφέρεται σαν αντίλυτρο. Η συναναστροφή αποκρίνεται πονηρά στο εφήμερο· περισσότερο γήινες από τους άνδρες, οι γυναίκες κατορθώνουν να μετατρέπουν το φρούδο βίωμα σε ζωντανή οντότητα. Έξω καρδιά, δεν θα πεθάνουμε κιόλας!

Αντίσκιος σε όλα αυτά τα καμώματα, ο μοναχικός πελάτης του καφενείου θυμίζει κακή ομοιοκαταληξία σε ποίημα. Πίνει κι αυτός τον καφέ του, αλλά δεν μιλάει ελλείψει συνομιλητή, παραδίδεται σε ενδοφασίες, συνεχίζει τις κουβέντες που φτάνουν ως το τραπέζι του, νιώθει τα απόνερα των διπλανών του, πληρώνει μόνο για έναν, παρ’οτι ήρθε μόνος και φεύγει δυνάμει πολλαπλός. Δεν αποκλείεται όμως η κακή του τύχη να μεταστραφεί ξαφνικά. Μια πολυπρόσωπη παρέα φίλων καταφθάνει ακάλεστη μέσα στο καφενείο και το πλεκτό παύει να είναι «μανίκι». Σαν την αρκούδα πια που λαχταρά τις πρωτεΐνες όπου κι αν τις βρει, η παρέα εξονυχίζει το παρόν της που διάβηκε κιόλας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ LIFO ΤΗΣ 12.2.2009

(Εμφανιστηκε 295 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.